.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Ἡ ἀληθινή ἀνάπαυσις τῆς ψυχῆς



Πόσο ἀναπαύεται ἡ ψυχή, ὅταν εὑρίσκεται μέσα εἰς τό φῶς σου, Κύριε! 
Εἰκόνα σου εἶναι ή ψυχή μου, Κύριε, καί ή ζωή της εἶναι ή ἰδική σου καταφυγή.
Ἡ χαρά μου εἶναι ὁ Ἰησοῦς.
Ἡ ἀναπνοή μου, ὁ Ἰησοῦς.
Ἡ προσευχή μου, ὁ Ἰησοῦς.
Ἡ ἐλπίδα μου, ὁ Ἰησοῦς.
Ἡ καταφυγή μου, ὁ Ἰησοῦς.
Ἡ ἀπέκδυσις παντός νοήματος κατἀ τήν ὥραν τῆς προσευχῆς δίδει μεγάλη δύναμι καί χαρά ἀνέκφραστη εἰς τήν ψυχῇν.

Αὐτός εἶναι ὁ σαββατισμός τής ψυχῆς. Ἡ κατάπαυσις ἐκ παντός νοήματος. Αὐτή εἶναι ή ἀληθινή ἀνάπαυσις τῆς ψυχῆς. Ὅταν ἀργῇ καί καθαρίζεται ἀπό τῶν αἰσχρῶν καί ρυπαρῶν λογισμῶν τοῦ σατανά καί ἀναπαύεται εἰς τήν αἰωνίαν ἀνάπαυσιν καί χαράν τοῦ Κυρίου. Εἰς αὐτήν τήν ἀνάπαυσιν μάς προσκαλεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός λέγων: «Δεῦτε πρός με πάντες οἰ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια΄ 28). 

Καί ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Καρπάθιος μάς συμβουλεύει: «Ἐάν θέλωμεν πραγματικά νάεὐαρεστήσωμεν εἰς τόν Θεόν καί νά ἐπιτύχωμεν τήν μακαριωτάτην φιλίαν μαζί του, ἄς παρουσιάσωμεν τόν νοῦν μας γυμνόν είς Αὐτόν, χωρίς νά μεταφέρωμεν μαζί μας κανένα πράγματοῦ παρόντος αἰῶνος, οὔτε τέχνην, οὔτε νόημα, οὔτε τέχνασμα, οὔτε δικαιολογία, ἀκόμη και ἐάν γνωρίζωμεν ὅλην τήν σοφίαν τοῦ κόσμου».

Ἀπεκδυομένη ή ψυχή τά νοήματα τοῦ κόσμου τούτου, δέχεται τόν φωτισμόν τοῦ Θεοῦ. Φωτιζομένη, γίνεται ἁπλῆ καί ὁ νοῦς ἐλέγχει τἁ πάντα. Εἐς τήν ἁπλότητα αὐτήν τῆς ψυχῆς δέν ὑπάρχει λογισμός· δέν λειτουργοῦν τά πάθη· καταπαύει ὁ ψυχόλεθρος μετεωρισμός. Ἡ ψυχή ζῇ ἐν Θεῷ καί ή εὐχή λειτουργεῖ ἔντονα. Ἡ καθαρότης τῆς ψυχῆς πού ὑπάρχει τότε, δίδει μεγάλην ἄνεσιν είς τήν ψυχήν καί αἰσθάνεται τό μέγα δῶρο τῆς Παρθενίας.

Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἦταν πάντοτε ἐνδεδυμένη τό Θεῖον Φῶς καί διά τοῦτο δέν μποροῦσε νά προσβληθῇ ἀπό κανένα λογισμό. Διἀ τοῦτο ή Παναγία μας ἔγινε δοχεῖον τῆς χάριτος καί ἐσκήνωσεν καί ἐσαρκώθη εἰς αὐτήν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἐπειδή ἦτο περιβεβλημένη ὡς ἱμάτιον τό Θεῖον Φῶς.

Ἡ ὑγεία τῆς ψυχῆς εὑρίσκεται μέσα εἰς αὐτό τό βίωμα. Νά ἔχη ή ψυχή μέσα της αὐτό τό ἅγιο φῶς καί νά τό αἰσθάνεται. Ἔτσι ἔπλασε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο. Μέ αὐτόν τόν στολισμόν ἐπροίκισε τήν ψυχήν. Καί ή ψυχή, τότε εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὅταν διατηρῇ αὐτό τό φῶς.

Ὅταν λειτουργοῦν τά πάθη, παραχαράσσεται ή εἰκόνα τῆς ψυχῆς καί παραμορφώνεται, διότι τό σκότος καί ή δυσωδία τῶν παθῶν ἐμποδίζουν τήν ψυχή νά δέχεται τόν φωτισμόν τοῦ Θεοῦ. Εὑρισκομένη δέ ή ψυχή κάτω ἀπό μιά συνεχῆ συννεφιά μαραζώνει καί δέν ἀνθοφορεῖ καί δέν καρποφορεῖ. Καί ἔπειτα, μαραμένη ὅπου εἶναι, λυπεῖται καί παραπονεῖται καί καθοδηγεῖται ἀπό τά πο­νηρά πνεύματα.

Ἡ ψυχή ὅμως πού δέχεται τό φῶς τοῦ Θεοῦ ἔχει δύναμι, ἔχει χαρά, ἔχει ἀγάπη καθαρή και συνέχεια δέχεται τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· «ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη,χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. ε΄ 22-23).

Εἴσελθε, ψυχή μου, εἰς αὐτήν τήν χαράν καί εἰς αὐτό τό φῶς. Εἴσελθε εἰς τήν ἀληθινήν ζωήν. Ὁμοίαζε πρός τήνὙπεραγίαν Θεοτόκον, ὅπου εἰσῆλθε εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων καί ἐτρέφετο ὑπό τοῦ Ἀγγέλου.

Σύναζε, ψυχή μου, τάς δυνάμεις σου ἐντός σου καί ἑόρταζε ἑορτήν μυστικήν καί εὐφρόσυνον· ἑορτήν χαράς καί ἀγαλλιάσεως ἀνεκλαλήτου. Τοῦτο εἶναι τό ἀληθινόν φῶς καί ή ἀληθινή ἀνάπαυσις τῆς ψυχῆς καί θυσία εὐάρεστος εἐς τόν Θεόν: ή λατρεία τοῦ Θεοῦ ἐκ καθαράς καρδίας.

Δώρησαί μοι, Κύριε, τό πῦρ τό νοερόν, τό φωτίζον τάς διανοίας καί φλογίζον τάς ἁμαρτίας, διά νἁφωτίση μέ τάς μυστικάς του ἀκτῖνας τἀ σκότη τῆς ψυχῆς μου· διά νά κατακαύση τά ξύλα, τον χόρτον, τά φρύγανα καί ὅ,τι ἄλλο περιττόν ἐσύναξε ἐν τῇ άμελείᾳ καί ἀγνοίᾳ καί ραθυμίᾳ της ήψυχή μου. «Εἐ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπί τόν θεμέλιον τούτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, ἑκάστου τό ἔργον φανερόν γενήσεται· ή γάρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρί ἀποκαλύπτεται· καί ἑκάστου τό ἔργον ὁποῖόν ἐστι τό πῦρ δοκιμάσει» (Ἀ΄ Κορ. γ΄ 12-13).

Ὦ θαῦμα παράδοξον· πῶς ή πηλίνη φύσις, τό σῶμα τό χοϊκόν, δέχεται τήν νοεράν και ἄϋλον χάριν τοὔ Ἁγίου Πνεύματος!

Ὦ πόσον μεγάλην ἀξίαν ἔχει «ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος», ὅταν ἔχη ὡς κόσμημα τόν ἄφθαρτον στολισμόν τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ἁ΄ Πέτρ. γ΄ 4).

Ἀνάβαινε, ψυχή μου, είς σκηνώματα ἅγια διά νά δέχεσαι τόν θεῖον φωτισμόν καί ἱματισμένη και σωφρονοῦσα νά δοξάζης τόν Πατέρα καί τόν Υἱόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, τήν μιαν ἀδιαίρετον Τριάδα είς αἰῶνας αἰώνων. 
Ἀμήν. 

Από το βιβλίο: Αἴσθησις ζωῆς αἰωνίου, 
Μοναχοῦ Μαρκέλλου Καρακαλληνοῦ