.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Άνθιμος ο Χίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Άνθιμος ο Χίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δεν υπάρχει μεγαλύτερον σημείον ασεβείας και ανευλαβείας,από το να ομιλή κανείς μέσα στην Εκκλησίαν



Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου λειτουργεί για τελευταία φορά την 1η Ιανουαρίου 1959.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερον σημείον ασεβείας και ανευλαβείας, από το να ομιλή κανείς μέσα στην Εκκλησίαν. 
Όλα αυτά τα προκαλεί, τα ενεργεί ο σατανάς, διά να μήν αφήση τον άνθρωπον να ωφεληθή και να καρπωθεί τους λόγους της Εκκλησίας.

Άγιος Άνθιμος της Χίου

Ἔχουμε θεμέλια;

Στὸν ἐπίλογο τῆς «ἐπὶ τοῦ ὄ­­ρους ὁμιλίας» Του ὁ θεῖος Διδάσκαλος, ὁ Κύριός μας, μᾶς λέγει πὼς θὰ ἀναγνωρίσει ὡς δικούς Του ὄχι ὅσους ἀκοῦν τὴ διδασκαλία Του, ἀλλὰ ὅσους ἀγωνίζονται νὰ τὴν ἐφαρμόσουν. Καὶ μάλιστα τοὺς χαρακτηρίζει φρόνιμους καὶ συνετούς.
Γιὰ νὰ τονίσει τὴ σύνεσή τους, δίνει καὶ εἰκόνα σχετική. Λέγει: Ὅσοι ἐφαρμόζουν τοὺς λόγους μου, ­μοιάζουν μὲ ἄνθρωπο «ὅστις ­ᾠκοδόμησε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν πέτραν». Κι ὅταν ἦλθαν οἱ βροχές, οἱ πλημμύρες, οἱ ἄνε­μοι, τὸ σπίτι δὲν γκρεμίσθηκε, ἀλ­λὰ ἔ­­μεινε ἀ­­νέπαφο, σταθερό, διότι ἦ­­­­ταν κτισμένο πά­νω στὴν πέτρα.
Ἀντίθετα, συνεχίζει ὁ Κύριος, ὅποιος δὲν ἐφαρμόζει τοὺς λόγους μου μοιάζει μὲ ἄνθρωπο ἀσύνετο, «ὅστις ᾠκοδόμησε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ἄμ­μον». Καὶ κατέβηκε ἡ βροχή, καὶ ἦλ­θαν τὰ ποτάμια καὶ φύσηξαν οἱ ­ἄνεμοι καὶ χτύπησαν τὴν οἰκία ἐκείνη, κι ἔπεσε. «Καὶ ἦν ἡ πτῶσις αὐτῆς ­μεγάλη» (Ματθ. ζ΄ 24-27).
Ζωντανὴ καὶ παραστατικὴ ἡ ­εἰκόνα. Οἱ λέξεις κρύβουν νοήματα βαθιά. Ἀξιο­θαύμαστος ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὄχι μόνο ἐπειδὴ χτίζει οἰκία, ἀλλὰ διότι τὴ χτίζει πάνω στὴν πέτρα, σὲ σταθερὸ καὶ γερὸ θεμέλιο. 

Κι ὅταν ἡ βροχὴ χτυ­πᾶ ἀπὸ ψηλὰ τὸ σπίτι, τὰ ποτάμια ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς βρο­χῆς ἀπειλοῦν τὴ βάση του, καὶ οἱ ἄ­­­νεμοι φυσομανοῦν γύρω-γύρω ἀπὸ τὸ σπίτι, αὐτὸ μένει σταθερό, ἄσειστο, για­τὶ ἔχει γερὰ θεμέλια, εἶ­ναι στηριγμένο ἐπάνω στὴν πέτρα.
Οἰκία εἶναι ὁλόκληρη ἡ ζωή μας, οἱ πόθοι, τὰ ὄνειρά μας ποὺ προσπαθοῦμε καθημερινὰ νὰ χτίσουμε.
Ἡ βροχή, τὸ ποτάμι, οἱ ἄνεμοι εἶναι οἱ μικρὲς ἢ μεγάλες ἀνθρώπινες συμφορές, οἱ ποικίλες δοκιμασίες, οἱ ἀδι­κί­ες, οἱ συκοφαντίες, οἱ ἐπιβουλές, ὁ θά­να­τος, οἱ πειρασμοὶ τοῦ Πονηροῦ, τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου, οἱ ἐπιθυμίες τῆς σάρκας. Ποιὰ ὅμως εἶναι ἡ ­πέτρα πάνω στὴν ὁποία θὰ πρέπει νὰ ­θεμε­λιώσουμε τὴ ζωή μας;
Ἡ πέτρα εἶναι ὁ Χριστός, ἡ ζωή Του καὶ ἡ διδασκαλία Του. Τὸ τονίζει χαρακτηριστικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Πέτρα ὀνομάζει ὁ Χριστὸς τὴν ἀσφάλεια τῆς διδασκαλίας Του. Διότι οἱ ἐντολές Του εἶναι ἰσχυρότερες καὶ ἀπὸ τὴν πέτρα καὶ μᾶς κάνουν ἀνθεκτικοὺς σὲ ὅλες τὶς τρικυμίες καὶ τοὺς κυματισμοὺς τῆς ζωῆς. Ὅποιος κρατάει σταθερὰ καὶ ἐφαρμόζει μὲ συνέπεια τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, ὑπερνικάει ὄχι μόνο τὰ ἐμπόδια τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ κατατροπώνει καὶ αὐτοὺς τοὺς δαίμονες».
Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἄμμος. Ἡ ἄμμος παρα­σύρεται εὔκολα, δὲν ἔχει καμιὰ ­σταθερότητα καὶ εὔκολα σκορπάει. Ἔτσι εἶναι τὸ χρῆμα, ἡ δόξα, οἱ διάφορες ἰδεολογίες, οἱ γήινες ἀπολαύσεις στὶς ὁποῖες στηρίζουν ­πολλοὶ ἐπάνω τους τὴ ζωή τους, τὴν ­εὐτυχία τους, τὸ μέλλον καὶ τὴν πρόοδό τους. Καὶ ὅταν ἔρχον­ται οἱ διάφορες ­δυσκολίες, ­ἀποδεικνύονται σαθρὰ αὐτὰ τὰ θεμέλια καὶ εὔκολα γκρεμίζονται τὰ οἰκοδομήματά τους. Τότε αἰσθά­νονται ἐγκαταλελειμμένοι, ­προδομένοι, ἀπογοητευ­μένοι.
Ἂς ἀναλογισθοῦμε λοιπόν: Ποῦ θεμελιώνουμε τὴ ζωή μας, τὴν πίστη μας; Ποῦ στηρίζεται τὸ οἰκοδόμημα τῆς ψυχῆς μας; ὁ πνευματικός μας ἀγώνας, ἡ καθημερινότητά μας; Σὲ ποιὸ θεμέλιο στηρίζουμε τὴν εὐτυχία μας, τὸ μέλλον τῶν παιδιῶν μας;
Ἡ κρίση τῆς ἐποχῆς μας ἀποδεικνύει πὼς ὅσοι θεμελίωσαν τὴ ζωὴ καὶ τὰ σχέδιά τους στὴν ἄμμο προδόθηκαν, καὶ οἱ ἐλπίδες τους διαψεύσθηκαν. Στέκονται ὄρθιοι μόνο ὅσοι μὲ πίστη στηρίζονται στὸ Χριστό, τὸν ἀσάλευτο Βράχο. Τὸ ἀσάλευτο θεμέλιο εἶναι ὁ Χριστός, οἱ λόγοι Του, ἡ ἀλήθειά Του.
Ἡ ἀντοχὴ ἑνὸς σπιτιοῦ βρίσκεται στὰ θεμέλιά του, λένε οἱ εἰδικοί, ἡ ἀξία τῆς ζωῆς μας φαίνεται ἀπὸ τὰ θεμέλια στὰ ὁποῖα στηριζόμαστε. Ἂν εἶναι ὁ Χριστός, τίποτε νὰ μὴ φοβόμαστε. Ἔχουμε σταθερό, γερό, ἀσφαλές, αἰώνιο θεμέλιο!

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

Ο ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ



Ὅταν ἀνοίγει τὰ φτερά του, τὸ δά­­­σος σωπαίνει. Ἡ σκιά του ἁ­­­πλώνεται σὰ μαῦρο σύννεφο στὶς ὀρθοπλαγιὲς τῶν βουνῶν. Ἔπειτα ἀρχίζει νὰ ἀνεβαίνει. Ἀργά… μεγαλόπρεπα, κάνοντας κύκλους τεράστιους. Μικραίνει. Ἀνεβαίνει κι ὅλο ­μικραίνει… καὶ ἡ σκιά του χάνεται. Ἕως ὅτου καὶ ὁ ἴδιος γίνεται ἕνα μικρό-μικρὸ ­σημαδάκι στὸν ἀπέραντο οὐρανό. Κι ἔπειτα τί­­πο­τε…
Ὁ ἀετός! Ὁ βασιλιὰς τῶν πουλιῶν· κυρίαρχος τῶν αἰθέρων!
Ξαφνικὰ ἀπὸ τὸ ἀθεώρητο ὕψος του σκίζει τὸν ἄνεμο σὰν ἀστραπὴ καὶ πέφτει – φλεγόμενο βέλος – στὴ γῆ. Ἔχει χτυπήσει θανάσιμα τὸ θήραμά του, τὸ σηκώνει μὲ τὰ φοβερά του νύχια καὶ χάνεται… Τὸ βλέμμα του φοβερό… ἀετήσιο!
Ὁ ἀετός!
Αὐτὸν ἐπέλεξε σύμβολό της ἡ μεγάλη χριστιανικὴ αὐτοκρατορία. Μὰ παράδοξο! Τὸν φαντάστηκε δικέφαλο. Ἀετὸ μὲ δυὸ κεφάλια. Τὸ ἕνα νὰ κοιτάζει δεξιά, τὸ ἄλλο ἀριστερά. Τὸ ἕνα στὴν ἀνατολή, τὸ ἄλλο στὴ δύση. Μυστήριο!
Γιατί; Διότι ἡ αὐτοκρατορία ἕνωνε δύο κόσμους: τὴ Δύση καὶ τὴν Ἀνατολή· τὴν Ἀθήνα μὲ τὴν Ἱερουσαλήμ· τὴν ἐπιστήμη μὲ τὴν πίστη· τὴ ζωὴ μὲ τὴν αἰωνιότητα. Ἡ ἴδια ἡ πρωτεύουσά της, ἡ «Πόλις τῶν πόλεων», ἡ κόρη τοῦ Βοσπόρου, ἦταν κτισμένη καὶ στὶς δύο πλευρές του. Πατοῦσε γερὰ στὴν Εὐρώπη, μὰ ἀγκάλιαζε καὶ τὴν Ἀσία. Ἦταν στὸ κέντρο δύο ἀντίθετων κόσμων· ἐκεῖ ποὺ συγκρούονται οἱ μεγάλες τεκτονι­κὲς πλάκες καὶ συνταράσσουν τὴν Πό­λη οἱ φοβεροὶ σεισμοί.
Δὲν ἦταν ἕνα τέρας· ἦταν τὸ θαῦμα! Γιατὶ εἶχε μέσα της Αὐτὸν ποὺ ­«ἥπλωσε τὰς παλάμας καὶ ἥνωσε τὰ τὸ πρὶν διεστῶτα». Αὐτὸν ὁ Ὁποῖος ἕνωσε τοὺς δύο λαούς – εἰδωλολάτρες καὶ Ἑβραίους – σὲ ἕναν, τὴν Ἐκκλησία Του· τὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων! Διότι Αὐτὸς εἶναι «ἡ εἰ­ρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἕν» (Ἐφ. β΄ 14). Αὐτὸς ­ἕνωσε τὸν οὐ­ρανὸ μὲ τὴ γῆ. Τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεό.
Αὐτόν, τὸν Χριστό, εἶχε ἡ ­αὐτοκρατορία κέντρο της, ψυχή της, ζωή, χαρὰ καὶ ἔ­­μ­­πνευση· πηγὴ τοῦ πολιτισμοῦ της, φῶς τῆς πορείας της, καθοδηγό της.
Ἦταν εἰκόνα Του. Ἔστω ἀμυδρή. Δι­κέ­­φαλη. Ἕνωνε οὐρανὸ καὶ γῆ. Κι ἐ­­κραύ­­γαζε: «Ἐλθέτω, Κύριε, ἡ Βασιλεία Σου!».
Ὁ δικέφαλος ἀετὸς σελάγισε στοὺς οὐ­ρανοὺς χίλια καὶ πλέον χρόνια. Δὲν γέρασε. Κάποια στιγμὴ χτυπήθηκε. Τὸ βέ­λος τοῦ Μουχαμετάνου τρύπησε τὸ χρυσὸ κορμί του. Τὸν νόμισαν νεκρό. Δὲν πέθανε. Μαρμάρωσε σ᾿ ­ἀπόμερη φω­λιά. Κρουστάλλιασαν τὰ χιόνια στὰ φτερά του. Κοιμᾶται! Προσμένει τὴ φρι­χτὴ στιγμή. «Καὶ παρακαλεῖ τὸν ἥ­­­λιο ν᾿ ἀνατείλει: ἥλιε, ­ἀνάτειλε! Ἥλιε, λάμ­ψε καὶ δός μου γιὰ νὰ λιώσουνε τὰ χιόνια ἀ­­­π᾿ τὰ φτερά μου καὶ τὰ κρούσταλλα ἀ­­­­πὸ τ᾿ ἀκράνυχά μου! Ἥλιε, ἀνάτειλε!».
Θ᾿ ἀνατείλει;
Ἡ νύχτα ἀτέλειωτη. Τ᾿ ἀστέρια σβήνουν ἕνα-ἕνα… χάνεται! Χάνεται κι ἡ στερ­νὴ ἐλπίδα· πύκνωσε! Πύκνωσε τὸ σκοτάδι ἀπόλυτο. Μὴν πέθανε ὁ βασιλιάς;
Δὲν πέθανε!
Δὲν καρτερεῖ. Ἑτοιμάζεται! Δὲν δέεται στὸν ἥλιο… Ξέρει! Τὸ πιὸ πυκνὸ σκοτάδι εἶναι πρὶν ξεχειλίσει ἡ αὐγὴ κι ὁ ἥλιος ἐκραγεῖ. Καὶ θά ᾿ρθει! Θά ᾿ρθει ἡ ὥρα κι ἡ στιγμή.
Ἡ ἀνάσταση!
Καὶ μακάριοι! Ὅσοι τὴν ὥρα τούτη τοῦ χαμοῦ δὲν χάνονται. Δὲν προσκυνοῦν τὰ εἴδωλα. Δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν ψευτιά. Δὲν προσχωροῦν στὸ σκότος. Καὶ μάχονται.
Καὶ τρεῖς φορὲς μακάριοι, ἂν μάχον­ται στὴ μπροστινὴ γραμμή, τὴν πρώτη. Κεῖ ποὺ ξερνιέται ἡ φωτιὰ τῶν πρωτοτόκων τοῦ κακοῦ κι ἀτέλειωτα λυσσομανιέται ὁ σατανάς.
Ἔφτασ᾿ ἡ ὥρα!
Δὲν θὰ νικήσει ἡ προστυχιά,
τοῦ ἅδη τὸ σκοτάδι.
Τώρα τανιέται ὁ ἀετὸς ὁλόζωος·
τινάζει ἀπ᾿ τὰ φτερά του τὸν χιονιά·
τὰ κρούσταλλα ἀπὸ τ᾿ ἀκράνυχά του. 
Θ᾿ ἁρπάξει τὸν Μουχαμέτη ἀπ᾿ τὸ κορμί·
θὰ τὸν πετάξει πέρ᾿ ἀπ᾿ τὴν Κόκκινη Μηλιά.
Θὰ πάρει νὰ ἀνεβαίνει στὰ ψηλὰ καὶ πάλι·
νὰ λάμψει ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη ὁ Σταυρός.
Καὶ θά ᾿ρθει νὰ περπατήσει ὁ Βασιλιὰς μὲς στὶς καρδιὲς τοῦ κόσμου!

Ἑτοιμασία γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι



Ὅταν πρόκειται νὰ ταξιδέψουμε γιὰ λίγες ἢ περισσότερες μέρες, ἑτοιμαζόμαστε προσ­εκτικὰ καὶ ἤρεμα, ὥστε νὰ μὴ μᾶς λείπει τίποτε κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς ἀναχωρήσεώς μας.
Δὲν κάνουμε νευρικές, βεβιασμένες κι­νήσεις, γιὰ νὰ μὴ διακινδυνεύσουμε ἐξ αἰτίας τῆς βιασύνης νὰ λησμονήσου­με νὰ πάρουμε μαζί μας κάτι ἀπολύτως ἀπαραίτητο, κάποτε καὶ αὐτὸ τὸ εἰσιτήριο τοῦ ταξιδίου μας. Ἔχει συμβεῖ κι αὐτὸ σὲ ὁρισμένους. Ἂν ὅμως χρειάζεται καλή, ἤρεμη, προσεκτικὴ καὶ συστηματικὴ προετοιμασία γιὰ ἕνα ταξίδι ποὺ θὰ διαρκέσει πέντε ἢ δέκα μέρες, ἢ ἕνα ἢ τρεῖς μῆνες, πολὺ περισσότερη καὶ πολὺ πιὸ προσεκτικὴ προετοιμασία χρειάζεται γιὰ τὸ πιὸ μεγάλο ταξίδι τῆς ζωῆς μας. Γιὰ τὸ ταξίδι γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ἐκδίδονται εἰσιτήρια καὶ δὲν ὑπάρχει πρόγραμμα δρομολογίων ἀναχωρήσεων.
Τὸ ταξίδι αὐτὸ θὰ τὸ κάνουμε ὅλοι μας, πλούσιοι καὶ φτωχοί, θέλοντας καὶ μὴ θέλοντας, ἀλλὰ δὲν γνωρίζουμε τὸ πότε. Θὰ ἦταν ἄραγε καλύτερα νὰ τὸ γνω­ρίζαμε; Ὄχι, μᾶς ἀπαντᾶ ὁ σοφὸς καὶ μέγας ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας μας ἅγιος Ἰωάννης ὁ ­Χρυσόστομος. 

«Συμφερόντως» ἀπέκρυψε ὁ Θεὸς τὴν ὥ­­ρα τοῦ τέλους τοῦ κόσμου, καὶ ­φυσικὰ καὶ τοῦ τέλους τῆς ζωῆς τοῦ καθενός μας, γιὰ νὰ μὴ ραθυμοῦμε καὶ ζοῦμε ἀ­­­μέρι­μνοι, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι (PG 58, 703-704). Ἄν γνωρίζαμε ὅτι εἴχαμε νὰ ζήσουμε μπροστά μας πολλὰ ἀκόμη χρόνια, θὰ ἔβρισκε τὸν τρόπο ὁ μισάνθρωπος καὶ μισόκαλος Σατανᾶς νὰ μᾶς ρίξει στὴν ἀμέλεια καὶ ἀδιαφορία καὶ νὰ μᾶς ὑποδουλώσει σὲ ἀδυναμίες καὶ πά­θη λέγοντας στὴν ψυχή μας: «Ἔχεις καιρὸ μπροστά σου, ζῆσε τώρα τὴ ζωή σου». Καὶ τελικὰ θὰ μποροῦσε καὶ νὰ μᾶς ἀποκόψει ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του καὶ νὰ σκληρύνει τὴν ψυχή μας ἐμ­ποδίζοντας τὴ μετάνοιά μας.
Ἂν πάλι γνωρίζαμε ὅτι σὲ δύο ἢ τρεῖς μέρες θὰ πεθαίναμε, θὰ μᾶς κυρίευε ἄγχος καὶ ταραχή, ἀγωνία καὶ τρόμος, καὶ ἡ μετάνοιά μας δὲν θὰ ἦταν φυσιολογικὴ καὶ τελεία. Κάτι ποὺ γίνεται διὰ τῆς βίας καὶ κατ’ ἀνάγκην, δὲν εἶναι «λογικὸν οὐδὲ ἀρετή», ἔλεγε ὁ ἱερὸς Δαμασκηνός (PG 94, 969). Γι’ αὐτὸ μᾶς συμφέρει τὸ ἄγνωστο τῆς ὥρας τῆς ἀναχωρήσεώς μας ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμο, διότι μᾶς κρατεῖ πάντοτε σὲ κατάσταση ἑτοιμότητος.
Αὐτὸ μᾶς συμβουλεύει καὶ ὁ ὅλος ἀγάπη Θεάν­­­θρω­πος Κύριος λέγοντας: «Γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥ­­­ρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται»­ ­(Μα­­τθ. κδ΄ [24] 44). Ἀγωνίζεσθε νὰ εἶσθε πάντοτε ­ἕ­­­­τοιμοι, διότι δὲν γνωρίζετε ποιὰ ὥρα θὰ ἔρθει ὁ Θε­­­άνθρωπος κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία Του, ὡς ἔν­­δοξος Κριτὴς τῆς οἰκουμένης, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου γιὰ τὸν καθένα προσωπικῶς.
Ἡ φωνὴ αὐτὴ τοῦ Κυρίου ἀντηχεῖ διὰ μέσου τῶν αἰ­­­ώνων καὶ μᾶς παρακινεῖ νὰ εἴμαστε πάντα ἕτοιμοι γιὰ τὸ αἰώνιο μεγάλο ταξίδι. Νὰ μὴ μᾶς βρεῖ ἀνέτοιμους ὁ θάνατος. Ἡ Ἐκκλησία μας συχνὰ παρακαλεῖ τὸν Κύριο νὰ μᾶς λυτρώσει «ἀπὸ αἰφνιδίου θανάτου».
Χρειάζεται μάλιστα γι’ αὐτὸ συστηματικὴ προετοι­μασία. Χρει­άζεται συγκεκριμένα τακτικὴ καὶ εἰλικρινὴς Ἐξομολόγηση καὶ μετάνοια γιὰ ὅσα μὴ θεάρεστα σκεφθήκαμε, ποθήσαμε, εἴπαμε καὶ πράξαμε. Χρειάζεται καὶ τακτικὴ καὶ εὐλαβικὴ συμμετοχὴ στὸ ἱερὸ Μυστήριο τῆς θείας Κοινωνίας μὲ τὴν ἄδεια καὶ εὐλογία τοῦ Πνευματικοῦ μας. Ἡ θεία Κοινωνία ὀνομάζεται «ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου». Χρειάζεται ἐπίσης ἀπὸ καρδίας συγχώρηση καὶ συμφιλίωση μὲ ὅσους τυχὸν ψυχρανθήκαμε. Ἀπαραίτητο συμπλήρωμα τῆς καλῆς προετοιμασίας μας εἶναι ἀκόμη τὰ ἔργα ἐλεημοσύνης καὶ ἀγάπης, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ γεμίσουμε τὶς ἀποσκευές μας καὶ θὰ ὁλοκληρώσουμε τὴν προετοιμασία μας γιὰ τὴ μεγάλη ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν παρόντα προσωρινὸ κόσμο. Ὅταν κάνουμε ἐμεῖς αὐτὸ ποὺ πρέπει, δὲν θὰ μᾶς ἀποδοκιμάσει ὁ ἐλεήμων Κύριος, ὁ Ὁποῖος ἔχυσε τὸ Αἷμα Του γιὰ νὰ μᾶς ἀνοίξει τὸν Παράδεισο.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

Αδελφοί μου, συμπάθεια να έχετε ο ένας για τον άλλον. Όχι με μίσος και έχθρα, όχι με φθόνον και κακία, όχι με πονηρία και σκληρότητα ψυχής και απανθρωπιά. 
Παρά με συμπάθεια, με μακροθυμία, με καρτερία, με σπλάγχνα οικτιρμών και φιλανθρωπίας. 
Σήμερα είσαι συ, αύριο εγώ, τώρα σφάλλει ο ένας, σε λίγο ο άλλος. Kάθε στιγμή μας συγχωρεί ο Θεός. Kαι μεις να συγχωρούμεν αλλήλους μας, και μεις να κλαύσωμεν και να θρηνήσωμεν και να λυπηθούμεν και να συμπονέσωμεν και να παρακαλέσωμεν τον Θεόν για το σφάλμα του αδελφού μας. 
Αυτή είναι η μεγαλυτέρα αρετή. Όσες αρετές και αν έχης, όσα καλά έργα και προσευχές και αγαθοεργίες και αν κάμης, όλα τα υπερβαίνει, εάν πης ένα λόγο: Θεέ μου, συγχώρεσε τον αδελφόν μου για ό,τι μου έκαμε.

Άγιος Άνθιμος ο εν Χίω

“Μνήσθητί μου, Κύριε”, του είπε, “όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου”.


Θυμήσου και μένα, Χριστέ μου, όταν πας στη βασιλεία Σου!. Τι γλυκός λόγος! Όλα τα σιρόπια, όλα τα πανευφρόσυνα, όλα τα ευχάριστα του κόσμου τα υπερνικά ο λόγος αυτός. Αμέσως εκτύπησαν αυτά μέσα στην καρδιά του Χριστού και έγινεν αντανάκλασις της χάριτος. Του απήντησε λοιπόν: “αλήθεια σου λέγω και εγώ, ότι σήμερα θα έλθης μαζί μου στον παράδεισο”. 

Για την μετάνοια αυτής της στιγμής που δείχνεις, ξεχνώ όλους τους φόνους και τα κακουργήματα που είχες καμωμένα και η ευσπλαχνία μου με παρακινεί να σου ειπώ αυτόν τον λόγον: έλα μαζί μου στην βασιλεια μου. Μήπως και εμείς, αδελφές, δεν μοιάζωμεν καμμιά φορά με τον ληστήν; Είμεθα όλο στολισμένοι με χάριτας; Δεν έχομεν ακάθαρτα και αμαρτίες; Δεν μολύνομεν κάθε λίγο τας ψυχάς μας; Δεν βλέπομεν τον πλησίον μας με κακία; Δεν κρίνομεν και κατακρίνομεν; Δεν οργιζόμεθα, δεν φθονούμεν, δεν συκοφαντούμεν; 

Αλλά μήπως ο Θεός για όλα αυτά μας παραπέμπει; Μήπως εάν ημείς είμεθα ακάθαρτοι, εάν είμεθα μοχθηροί και κακότροποι, εκείνος μας οργίζεται; Μας μισεί; Όχι. Με αυτά τα ακάθαρτα χείλη που έχομεν, δέχεται και τον δοξολογούμεν; Μ’αυτά τα ρερυπωμένα μας εντόσθια, δέχεται και τον γευόμεθα, με αυτά τα αμαρτωλά μας χέρια και πόδια μας κρατεί μας κρατεί στη ζωή. Τέτοια αγάπη μας έχει, τέτοια συμπάθεια έχει για τον ανθρώπoν, τέτοια μακροθυμία για όλους μας. Μήτε Εβραίο ξεχωρίζει μήτε Έλληνα μήτε Οθωμανό. Για όλους την ίδια στοργή αισθάνεται. 

Και όπως τον καιρόν της σταυρώσεως καρφωμένος πάνω στο μαύρο ξύλο εφώναζε γλυκά-γλυκά: πάτερ μου, μη συνορισθής τους σταυρωτάς μου, γιατί δεν ξεύρουν τι κάνουν, δεν με κατάλαβαν ποιός είμαι, δεν καταλαβαίνουν. Τα ίδια εξακολουθεί να φωνάζη ακόμα μέχρι σήμερα για όλους μας ο Χριστός. Πόσο σφάλλει κάθε ημέραν η ανθρωπότης εις τον Θεόν! Και όμως Eκείνος ποτέ δεν μας οργίζεται, ποτέ δεν μας ρίχνει κακία ποτέ! Ποτέ! Τον βλασφημούμεν, τον παροργίζομεν, τον μουτζώνομεν, τον ξανασταυρώνομεν και εκείνος πάλι μας υπομένει, πάλι μας αγαπά. Διότιείναι ο Θεός ελέους, είναι Θεός αγάπης, Θεός της ευσπλαχνίας. 

Για όλα αυτά τα ακάθαρτα, τα οποία του προσφέρoμεν ημείς, εκείνος μας προσφέρει έλεος και παρηγοριά. Ποτέ δεν συχαίνεται ο Θεός κανένα μας. Μόνο ο άνθρωπος είναι σκληρός, μόνον ο άνθρωπος δεν υπομένει ο ένας τον άλλον, παρά κρίνει και κατακρίνει και συκοφαντεί και κατηγορεί και ζητεί να βλάψει και να καταστρέψει και να αδικήση τον άλλον. 

Ο Θεός όμως δεν κάμνει έτσι - όλο φροντίζει πως να βοηθήσει τον ανθρώπoν, όλο ζητεί να του δίδη χείρα βοηθείας. Πότε έναν πνευματικόν φανερώνει να τον συμβουλέψη, πότε κανέναν άγγελoν να τον φώτιση, πότε κανένα λογισμό καλό του βάζει, πότε μια έμπνευση θεϊκή του φέρνει, άλλοτε κανέναν ανθρώπoν καλόν του παρουσιάζει και του δίνει μια παρηγοριά. 

Μη λησμονάτε, αδελφές, ότι τυχαίνομεν και μεις σε ώρες και σε στιγμές που λυπάται ο ένας τον άλλον. Να λυπούμαι εγώ εσάς και σεις εμενά, να λυπάται η μία την άλλην σας. Δεν έχομεν ανάγκη να λέμε για τον άλλον κόσμον. Όταν βλέπετε τα λάθη μου να λέτε: στιγμή είναι και ας συμπαθήσωμεν, και να δείχνετε συμπάθεια, αδελφές, όπως έδειξε ο Παύλος για τους Εβραίους και έλεγε: “Πάτερ, μη στήσης αυτoίς την αμαρτίαν ταύτην”. Έτσι να λέτε εσείς για μένα και εγώ για σας. Εγώ μπορεί να δείξω καμμιά φορά ότι στενοχωρούμαι μαζί σας και να σας μαλώνω καμμιά φορά, πάλι για το καλό σας. 

Έπειτα όμως πηγαίνω πιό εκεί και ο Θεός το γνωρίζει τί λέγω. Αoράτως ακούει ο Θεός τί λέγω: “συγχώρεσέ την, Θεέ μού, άνθρωπος είναι και αυτή, πλασμένη από το ίδιο πλάσμα που είναι πλασμένος όλος ο κόσμος και σύρεται και αυτή από τα ίδια πάθη και τυραννιέται και βασανίζεται, μην της συνορισθής - συγχώρεσέ την”. Και σεις, αδελφές, συμπάθεια να έχετε η μία για την άλλη σας. Όχι με μίσος και έχθρα, όχι με φθόνον και κακία, όχι με πονηρία και σκληρότητα ψυχής και απανθρωπιά. Παρά με συμπάθεια, με μακροθυμία, με καρτερία, με σπλάγχνα οικτιρμών και φιλανθρωπίας ο ένας για τον άλλον μας. Σήμερα είσαι συ, αύριο εγώ, τώρα σφάλλει ο ένας, σε λίγο ο άλλος. Kάθε στιγμή μας συγχωρεί ο Θεός. 

Kαι μεις να συγχωρούμεν αλλήλους μας, και μεις να κλαύσωμεν και να θρηνήσωμεν και να λυπηθούμεν και να συμπονέσωμεν και να παρακαλέσωμεν τον Θεόν για το σφάλμα του αδελφού μας. Αυτή είναι η μεγαλυτέρα αρετή. Όσες αρετές και αν έχης, όσα καλά έργα κα προσευχές και αγαθοεργίες και αν κάμης, όλα τα υπερβαίνει, εάν πης ένα λόγο: Θεέ μου, συγχώρεσε τον αδελφόν μου για ό,τι μου έκαμε.

Όσιος Άνθιμος της Χίου

http://www.agiabarbaradafnis.gr

Το μέσο της σωτηρίας του ανθρώπου είναι η ειλικρινής εξομολόγηση.

ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ''ΠΛΗΣΙΟΝ'' & Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΜΑΣ ΠΡΟΣ ΑΥΤΟΝ


Όταν ελεήσεις τον πτωχό, όταν βοηθήσεις τον πλησίον σου, το δίδεις στον Θεό.  Αλλά για πείτε μου, ποιος είναι σε μας ο πιο πλησίον που έχει την ανάγκη μας και ζητεί να τον ελεήσουμε;  Η ψυχή μας. Η ψυχή μας είναι ο πλησίον μας· την ψυχή μας να βοηθήσουμε και να την ελεήσουμε.Να ελεήσουμε αυτή την πτωχή ψυχή με αρετές. Αν θέλεις να ελεήσεις την ψυχή σου, να κάνεις αρετές: θα πρέπει να είσαι υπάκουος, ταπεινός, υπομονετικός, φιλαλήθης, φιλάδελφος, σιωπηλός, πράος, εγκρατής, μακρόθυμος, θα πρέπει να κόβεις το δικό σου θέλημα, θα δέχεσαι και ύβρεις, τις απειλές, τις εξουθενώσεις…
Με αυτά θα ελεείς την ψυχή σου και θα δανείζεις τον Θεό.

Για φανταστείτε! Την δική μας ψυχή θα ελεήσουμε και θα το χρεωθεί ο Θεός. Και τι θα χρεωθεί να μας δώσει; Την απέραντη βασιλεία του! Τα αιώνιά του αγαθά! Και εμείς οι ανόητοι δεν θέλουμε· αντί να την ελεήσουμε που πτωχεύει, την κάνουμε περισσότερο δυστυχισμένη. Ο Χριστός μας την χάρισε να την φυλάξουμε με τα καλά μας έργα και πάλι θα μας την ζητήσει να την παραλάβει στην βασιλεία Του. Μας έδωσε το σώμα και την ψυχή και τα ένωσε αυτά τα δύο, για να είναι συνδεδεμένα ως δύο σύντροφοι και να βοηθάει το ένα το άλλο.

Όταν βοηθήσουμε και αναπαύσουμε το ένα, αδικούμε το άλλο. Το σώμα θα περιθάλψει και θα φυλάξει την ψυχή και το αντίθετο· το σώμα θα την τιμωρήσει, θα την λυπήσει και θα την αδικήσει. Όσο περιποιείσαι και αναπαύεις το σώμα, τόσο αδικείς και ζημιώνεις τον πλησίον σου, την ψυχή σου· και όσο αδικείς την ψυχή σου, ετοιμάζεις αιώνιο κόλαση εις τον εαυτό σου. Και πως αδικείς την ψυχή σου; Με την παρακοή, με την κατηγορία, με τα θελήματα, με τις κλοπές με τα ψέματα και με ό,τι κακό κάνει ο άνθρωπος.

Επιτρόπους μας έβαλε ο Θεός, για να ελεήσουμε την ταλαίπωρό μας ψυχή και να την σώσουμε· και το πρώτο μέσο να την βοηθήσουμε είναι η καθαρή εξομολόγηση· η μόνη και καθαρή αλήθεια. Το μέσο της σωτηρίας του ανθρώπου είναι η ειλικρινής εξομολόγηση. Κάθε δικαστήριο χρειάζεται μάρτυρες· άνευ μαρτύρων δίκη δεν γίνεται· ενώ αυτό το δικαστήριο της εξομολογήσεως δεν θέλει μάρτυρες· ό,τι ομολογήσει ο κατηγορούμενος, εκείνο είναι. Εάν πεις την αλήθεια, θα δικαιωθείς· αν ψεύδεσαι εις τον πνευματικό, τον αντιπρόσωπο του Θεού, τον επίτροπό σου, πέρα από όσα έχεις θα πάρεις και άλλη μία αμαρτία, του ψεύδους, και θα φύγεις.
Και ποια η ανάγκη να γίνεται αυτό; Με την καθαρή εξομολόγηση θα πάρεις έλεος, θα ελκύσεις την συμπάθεια του Θεού. Η καθαρή εξομολόγηση είναι η μεγαλύτερη εξομολόγηση, που θα προσφέρουμε στην πτωχή ψυχή μας. Για να ελευθερώσει αυτή την ψυχή ο Χριστός, έχυσε το πανάγιό του αίμα επάνω στο σταυρό και εμείς την παραδίδουμε στα χέρια των δαιμόνων. Όταν θα πας όμως στον πνευματικό, πρέπει να πεις την μόνη και καθαρά αλήθεια. Και αν πας στον πνευματικό και του πεις ψέματα, τι ωφέλεια έλαβες; Και τι χαρά θα λάβει ο πνευματικός από αυτή την εξομολόγηση. Όταν όμως του πεις την καθαρά αλήθεια και πας με απόφαση και ταπείνωση, τότε θα ανοίξει τις αγκάλες του ο πνευματικός να σε δεχθεί, θα σου συγχωρέσει, θα σε συμφιλιώσει με τον Θεό, θα σε υπερασπιστεί, θα σε προστατεύσει και θα σε απαλλάξει από το βαρύ φορτίο των αμαρτιών σου, όταν πας όμως με ταπείνωση και έχεις πάρει την απόφαση να εφαρμόσεις αυτά που θα σε συμβουλέψει.

Τι ωφέλεια έχουμε, όταν πάρουμε τον ιατρό και δεν ακολουθήσουμε έπειτα τις οδηγίες του; Τι το όφελος ότι επήγες στον ιατρό και αυτά που σου λέγει δεν θέλεις να τα φυλάξεις;

Θα την ελεήσουμε λοιπόν με την καθαρή εξομολόγηση, με την μόνη και καθαρή αλήθεια, με την φρόνηση, με την σωφροσύνη, την δικαιοσύνη, την γνώση, την διάκριση, την υπομονή, την υπακοή, την ταπείνωση, και με άλλες αρετές. Αυτά θα την ελεήσουν, αυτά θα την βοηθήσουν, αυτά θα της δώσουν φτερά να πετάξει. Όταν θα εξέλθει η ψυχή από το βρομισμένο αυτό σώμα, με τι χαρά θα πορευθεί ο άνθρωπος στους ουρανούς, για να απολαύσει εκείνα, που θα πάρει ως αντάλλαγμα για όσα ελέησε τον πλησίον του! 
Ο ελεών πτωχό, δανείζει στο Θεό.
Όσοι δεν έχουμε υπάρχοντα, για να δώσουμε στους πτωχούς ελεημοσύνη· είναι ανάγκη να ελεούμε καθημερινώς την ψυχή μας, που την έχουμε πιο πλησίον μας· να την έχουμε εν ειρήνη, εν χαρά, εν πραότητα, εν υπομονή, εν μακροθυμία, εν κατάνυξη και με όλες τις αρετές. Πόσα μέσα μας χάρισε ο Χριστός, για να μας σώσει! Μας έχει αγγέλους που μας διαφυλάττουν, μας άφησε το ιερό Ευαγγέλιο, τις διδασκαλίες των θεοφόρων πατέρων· και τελευταία μας έδωσε τους πνευματικούς πατέρες, για να μας ποιμαίνουν και να μας οδηγούν. Λοιπόν αν δεν σωθούμε, η τιμωρία μας θα είναι μεγάλη.

Άγιος Άνθιμος ο Χίος.