.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Αναστάσιος Σιναίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Αναστάσιος Σιναίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μέ ποιά δύναμη οἱ αἱρετικοί θαυματουργοῦν καί προφητεύουν;

Ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος ἔζησε τὸν 7ο αἰώνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ εὐγενὴ οἰκογένεια. Γρήγορα ὅμως ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ τὰ βιοτικὰ πράγματα καὶ ἐκάρη μοναχός. Ἀργότερα ἐπισκέφθηκε τὴν Συρία, τὴν Αἴγυπτο καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ προσκυνήσει τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ κατέληξε στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ ὄρος Σινᾶ, τῆς ὁποίας διετέλεσε ἡγούμενος. Ὁ Ὅσιος διακρίθηκε γιὰ τοὺς ἀγῶνες του κατὰ τῶν αἱρετικῶν Μονοφυσιτῶν, γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε Ὁμολογητής. Ἐτιμᾶτο ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς σύγχρονούς του, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀποκαλοῦσαν καὶ «νέον Μωυσέα». Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας περὶ τῆς ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰῶνος μ.Χ.



ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

ΕΡΩΤΗΣΗ 20η:
Με ποια δύναμη αυτοί που πιστεύουν και κάνουν τα αντίθετα, πολλές φορές προφητεύουν και θαυματουργούν;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Τα διάφορα σημεία και θαύματα και οι προφητείες πολλές φορές γίνονται και από ανάξιους, σύμφωνα με κάποια ανάγκη ή οικονομία, όπως συνέβη με τον Βαρλαάμ και την εγγαστρίμυθο. Και αλλού, οι απόστολοι, όταν βρήκαν κάποιον άπιστο, «ο οποίος έδιωχνε δαιμόνια με το όνομα του Χριστού», και τον εμπόδισαν και το ανάφεραν στον Χρι­στό, ο Χριστός τους είπε «Μη τον εμποδίζετε, γιατί όποιος δεν είναι ενα­ντίον σας, είναι με το μέρος σας». Επομένως, όταν δης να γίνεται ένα θαύμα και από αιρετικούς και από άπιστους, να μην απορήσεις ούτε να μετακινηθείς από την ορθόδοξη πίστη. Γιατί πολλές φορές εκείνη που κάνει το θαύμα είναι η πίστη αυτού που προσέρχεται, και όχι η αξία εκείνου που το κάνει. Άλλωστε ο Ιωάννης, ο μεγαλύτερος από όλους όσους γεννήθηκαν από γυναίκες, δεν φαίνεται να έχει κάνει θαύμα, ενώ ο Ιούδας οπωσδήποτε έκανε, αφού ήταν και αυτός ανάμεσα σ’ εκείνους που στάλθηκαν να αναστήσουν νεκρούς και να θεραπεύσουν λε­προύς. Γι΄αυτό να μη θεωρήσεις σπουδαίο, εάν δεις κάποιον ανάξιο ή αιρετικόν να κάνει θαύμα. Ούτε φυσικά πρέπει να κρίνουμε τον ορθόδο­ξο άνθρωπο από τα θαύματα και τις προφητείες, αν είναι άγιος ή όχι, αλλά από τη διαγωγή του. Γιατί πολλές φορές πολλοί όχι μόνο ορθόδο­ξοι αμαρτωλοί, αλλά και αιρετικοί και άπιστοι, έκαναν θαύματα και προφήτευσαν σε ειδικές περιπτώσεις, όπως ειπώθηκε, ύστερα από παρα­χώρηση του Κυρίου, όπως στην περίπτωση του Βαλαάμ και του Σαούλ και του Ναβουχοδονόσορα και του Καϊάφα, στους οποίους μπορούμε να βρούμε, ότι το άγιο Πνεύμα ενήργησε, αν και ήταν ανάξιοι και βέβη­λοι, για δικαιολογημένες αιτίες.
Αφού λοιπόν, όπως αποδείχτηκε, και από αμαρτωλούς και άπι­στους γίνονται πολλές φορές θαύματα και προφητείες, κατ’ οικονομία, δεν πρέπει από τα γεγονότα αυτά, όπως είπα, να δοκιμάζουμε κάποιον, αν είναι άγιος, αλλά από τους καρπούς του,
όπως λέγει ο Κύριος «Θα τους αναγνωρίσετε από τους καρπούς τους». Τους καρπούς του αληθινού και πνευματικού ανθρώπου τις φανέρωσε ο Απόστολος, λέγο­ντας· «Ο καρπός του Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστοήθεια, αγαθωσύνη, πίστη, πραότητα, εγκράτεια. Εναντίον αυτών δεν υπάρχει νόμος». Εάν λοιπόν ο άνθρωπος έχει τις αρετές αυτές, είτε κάνει θαύματα, είτε δεν κάνει, είναι φανερό ότι ο άνθρωπος αυτός είναι άγιος και φίλος του Θεού. Γιατί στους αληθινούς φίλους του Θεού δεν υπάρχει χάρη χωρίς πνευματικό χάρισμα. Γιατί δέχεται ή λόγο σοφίας, ή λόγο γνώσης, ή πίστη, ή χάρισμα να θεραπεύει, ή κάποιο άλλο από αυτά που αναφέρει ο Απόστολος στα όσα λέγει περί των δωρεών του αγίου Πνεύματος. Χωρίς τους καρπούς αυτούς, αυτός που κάνει θαύματα ή προφητεύει, είναι ένας από εκείνους που θα λένε την ημέρα εκείνη· «Κύριε, Κύριε, στο όνομά σου δεν κάναμε πολλά θαύματα; Και θα ακούσει. Ομολογώ πως ποτέ δεν σε γνώρισα. Απομακρύνσου από εμένα, συ ο εργάτης της ανομίας». Και αυτά βέβαια ειπώθηκαν για τους ορθόδοξους Χριστιανούς που κάνουν θαύματα.
Ο αιρετικός όμως που κάνει θαύματα ή προφητεύει, είναι φανερό ότι εμπαίζεται από τους δαίμονες, αν και νομίζει ότι από τον Θεό γίνο­νται τα θαύματά του. Οι δαίμονες φυσικά δεν γνωρίζουν εκ των προτέρων τίποτε από αυτά που θα γίνουν ή είναι απόρρητα, αλλά μόνο ο Κύριος, ο οποίος τα γνωρίζει όλα πριν να γίνουν, όπως λέγει μέσω του προφήτη· «Δεν υπάρχει κανείς που να προλέγει αυτά που θα γίνουν, εκτός από μένα». Οι δαίμονες λένε στους ανθρώπους αυτά που βλέπουν και ακούνε, ή φανερώνουν τα περισσότερα πράγματα υποθέτοντάς τα από κάποια σύμβολα. Φανερώνουν δηλαδή την παρουσία οδοιπόρων βλέποντάς τους να περπατούν στον δρόμο, και προηγούμενοι αυτών που πρόκειται να έρθουν, αναγγέλλουν την άφιξή τους. Επίσης κρυφακούο­ντας λόγια ανθρώπων που συζητούν ιδιαιτέρως με κάποιους, τα ανακοι­νώνουν σε όποιους θέλουν, και άλλα όμοια με αυτά, βλέποντας και ακούοντάς τα τα φανερώνουν στους ανθρώπους, και την ευφορία των καρπών της γης και την ακαρπία και τις κινήσεις των ανέμων και τις βροχές, και την εποχή των ραγδαίων βροχών και τις ξηρασίες και τις βαρυχειμωνιές και όλα τα παραπλήσια με αυτά τα προλέγουν, διαπιστώνοντάς τα από κάποια διακριτικά σημάδια, όπως και οι άνθρωποι. Αλλά και σκέψεις και αποφάσεις των ανθρώπων συμβαίνει να βλέπουν από κάποια σύμβολα στον άνθρωπο, ή από λόγια κάποιων. Και όχι μόνο αυτά βρίσκουν να πουν οι ακάθαρτοι δαίμονες, αλλά ακόμα και θανά­τους ανθρώπων. Γιατί υπάρχουν μερικά σημάδια που έχουν τοπο­θετηθεί από τη θεία Πρόνοια στο ανθρώπινο σώμα, ιδιαίτερα μάλιστα στο πρόσωπό του, και πριν από πολύ χρόνο, αλλά και πριν από λίγο, όπως λένε αυτοί που ασκούν την ιατρική επιστήμη με δεξιοτεχνία και ακρίβεια. Μερικοί μάλιστα βεβαιώνουν ότι οι πολύπειροι από τους Σαρακηνούς έχουν αυτή την ικανότητα της πρόγνωσης, οι οποίοι στον πόλεμο γνωρίζουν ολοκάθαρα εκείνον που πρόκειται να πεθάνει από κάποιο διακριτικό σημάδι. Έτσι λοιπόν και οι δαίμονες, σαν πιο διορα­τικοί από τα υλικά σώματα, προαναγγέλλουν τους θανάτους των ανθρώ­πων. Επειδή δηλαδή είναι πνεύματα λεπτά και ασώματα, ερευνούν και γνωρίζουν καλύτερα από κάθε ιατρική επιστήμη τις δυνάμεις των ανθρώπων και τις ενέργειες και τα πλεονάσματα και τις ελλείψεις της ζωτικής ύπαρξής τους μέσω του αίματος, και από αυτά με συλλογι­σμούς, όχι βέβαια ακριβείς, προσδιορίζουν τον θάνατο του ανθρώπου. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τους μάντεις και τους εγγαστρίμυθους. Βλέποντας δηλαδή οι δαίμονες ποιος είναι ο κλέφτης και που βρί­σκονται τα κλοπιμαία, μπορούν να τα πουν. Όπως πολλές φορές, βλέπο­ντας τις πολλές βροχές που έγιναν στην Ινδική χώρα, προλέγουν σε κάποιον ότι στην Αίγυπτο θα ανέβει πολύ η στάθμη του Νείλου. Αν όμως τους ρωτήσει κάποιος πόσους πήχεις και δακτύλους θα έχει η άνο­δος της στάθμης του, δε μπορούν να απαντήσουν, και αποδεικνύονται ότι δεν γνωρίζουν τίποτε.
Δίνουν επίσης την εντύπωση, ότι μέσω των ψευδοπροφητών ανθρώ­πων, που πιστεύουν σ’ αυτούς, κάνουν και θαύματα με αυτούς και θε­ραπείες σωματικών ασθενειών, για να εξαπατήσουν και αυτούς και άλλους, και παρουσιάζουν νεκρόν άνθρωπο να ανασταίνεται και το προαναγγέλλουν αυτό στους ζωντανούς με τη φαντασία. Διεισδύοντας δηλαδή ο δαίμονας στο νεκρό σώμα του ανθρώπου και κουνώντας το, παρουσιάζει τον νεκρό, ότι δήθεν ανασταίνεται με την ανώφελη προ­σευχή του απατεώνα ανθρώπου. Ακόμα και συζητά ο δαίμονας εκ μέρους του νεκρού με τον άνθρωπο που εξαπατάται από αυτόν γι’ αυτά που θέλει και γι’ αυτά που ερωτάται από αυτόν, φανερώνοντάς του πράγματα που έγιναν και ειπώθηκαν κρυφά από ανθρώπους, επειδή τα γνωρίζει επακριβώς λόγω του ότι ήταν κρυφά παρών μέσα σ’ αυτόν που γινόταν αυτά από τους ανθρώπους εκείνους, και τα έβλεπε και τα άκουε. Αλλά ας μας γλυτώσει ο Θεός από αυτή την πλάνη των αιρετικών επισκόπων.
Γνωρίσαμε μάλιστα και αιρετικόν επίσκοπο στην Κύζικο, την πόλη των οπαδών του Μακεδονίου, των Πνευματομάχων, ότι ένα δένδρο ελιάς το μετέφερε με μια δήθεν προσευχή από τον τόπο που ήταν σε άλλον τόπο, επειδή σκοτείνιαζε το παράθυρο του ασεβούς οίκου προσευχής τους. Και σε κάποιον άδικο δανειστή, που εξεβίαζε μια γυναίκα χήρα, εξαιτίας χρέους της που είχε κάνει ο άνδρας της, και απαιτούσε ποσόν όχι όσο ήταν το δάνειο, αλλά περισσότερο, όταν το πληροφορήθηκε αυτό ο αιρετικός επίσκοπος που προαναφέρθηκε, πριν ακόμα θαφτεί ο άνδρας της, αλλά ενώ ακόμα τον πήγαιναν για ταφή, σταμάτη­σε το νεκρικό κρεββάτι και έκανε δήθεν τον νεκρό να μιλήσει και να πει πόσο ήταν το χρέος που ώφειλε στον δανειστή του. Όταν αυτός ο αιρε­τικός πέθανε, ακόμα και στο μνήμα του έγιναν διάφορα φανταστικά πράγματα και θαύματα.
Γι’ αυτό λοιπόν δεν πρέπει να παραδεχόμαστε ως άγιον κάθε θαυμα­τοποιό, αλλά να τον δοκιμάζουμε, σύμφωνα με εκείνον που λέγει «Να μη πιστεύετε σε κάθε πνεύμα, αλλά να δοκιμάζετε τα πνεύματα, αν είναι από τον θεό, γιατί παρουσιάστηκαν πολλοί ψευδοπροφήτες στον κόσμο». Και ο Απόστολος λέγει· «Οι άνθρωποι αυτοί είναι ψευδαπό­στολοι, εργάτες δόλιοι, που μεταμορφώνονται σε αποστόλους του Χρι­στού». Και δεν είναι να απορούμε γιατί «ο ίδιος ο Σατανάς μεταμορ­φώνεται σε άγγελο φωτεινό»26. Δεν είναι σπουδαίο λοιπόν, αν και οι υπηρέτες του μεταμορφώνονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης, των οποί­ων το τέλος θα είναι ανάλογο με τα έργα τους. Άλλωστε και ο Αντίχρι­στος όταν θα έρθει, κατά παραχώρηση του θεού, με τη συνεργασία των δαιμόνων θα κάνει πάρα πολλά σημεία και τέρατα ψεύτικα, προς απώλεια των απίστων και δοκιμασία των πιστών. Και τι το παράξενο αν, με τη βοήθεια του διαβόλου, θα κάνει φανταστικά θαύματα, τη στιγμή που έχουμε ήδη γνωρίσει και κάποιους άλλους μάγους και αγύρτες που έκα­ναν διάφορα θαύματα με την ενέργεια των δαιμόνων, μεταξύ των οποί­ων είναι ο Ίαννης και Ίαμβρης, οι οποίοι την εποχή του Μωυσή, μετα­βάλλοντας τις ράβδους τους σε φίδια και τα νερά σε αίμα, έβγαλαν πλήθος βατράχων από τα νερά, ώστε να γεμίσουν όλη την χώρα της Αίγυπτου;
Και ο Σίμων επίσης, ο μάγος την εποχή των αποστόλων, πόσα φανταστικά θαύματα έκανε; Έκανε πραγματικά αγάλματα να περπα­τούν και να πέφτουν στη φωτιά χωρίς να καίονται. Πετούσε στον αέρα και έκανε ψωμιά από πέτρες. Γινόταν φίδι και μεταμορφωνόταν και σε άλλα ζώα. Γινόταν με δύο πρόσωπα, μεταβαλλόταν σε χρυσάφι, άνοιγε κλειστές πόρτες, έσπαζε σιδερένια δεσμό, σε δείπνα παρουσίαζε τις μορ­φές διαφόρων ειδώλων, έκανε τα οικιακά σκεύη να έρχονται μόνα τους και να υπηρετούν χωρίς να φαίνονται αυτοί που τα μετέφεραν. Έκανε να προπορεύονται πριν από αυτόν πολλές σκιές, που έλεγε πως ήταν ψυχές των νεκρών. Πολλούς επίσης, που τον αποκαλούσαν αγύρτη, τους συμφιλίωσε μαζί του, και στη συνέχεια με την δικαιολογία ξεφαντώματος, θυσίασε βόδι και αφού τους παρέθεσε γεύμα, τους έκανε υποχείρι­ους διαφόρων ασθενειών και δαιμόνων. Όταν λοιπόν κάποτε τον κα­ταζητούσε ο βασιλιάς, φοβήθηκε και δραπέτευσε, δίνοντας το πρόσωπό του σε άλλον.
Αλλά και οι μάγοι Ιουλιανός, Απολλώνιος και Απουλήϊος, κατά την εποχή του βασιλιά Δομετιανού έκαναν διάφορα φανταστικά πράγ­ματα, ένα από τα οποία σώζεται στις διηγήσεις των παλαιοτέρων ανδρών. Όταν κάποτε διαδόθηκε στη Ρώμη θανατηφόρα ασθένεια και όλοι πέθαιναν εδώ και εκεί, παρακινούνταν οι μάγοι αυτοί από τον βασιλιά και από τους προκρίτους του να βοηθήσουν την πόλη που κατα­στρεφόταν. Λέγει λοιπόν ο Απουλήιος «Εγώ την επιδημία που απλώθηκε στο ένα τρίτο της πόλης θα την σταματήσω σε δεκαπέντε μέρες». Έπειτα ο Απολλώνιος «Και εγώ θα σταματήσω, είπε, την επιδημία που διαδόθηκε στο άλλο ένα τρίτο σε δέκα μέρες». Απαντώντας και ο διαπρε­πέστερος από αυτούς και πιο κοντινός στον διάβολο, λόγω της ματαιοδοξίας του, Ιουλιανός, είπε «Μέσα σε δεκαπέντε μέρες η πόλη ολόκλη­ρη θα καταστραφεί, και δεν θα περιμένει τη δική μας βοήθεια. Για μένα λοιπόν το άλλο τρίτο της πόλης που μου ανήκει, θα παύσει από τώρα η καταστροφή της επιδημίας». Και πραγματικά σταμάτησε. Και όταν παρακλήθηκε από τον βασιλιά σταμάτησε και των άλλων δύο μερών την ταχύτητα διάδοσης της επιδημίας.
Σε μερικά μέρη μάλιστα τα τελετουργικά τεχνάσματα του Απολ­λώνιου μέχρι και τώρα κάνουν θαύματα, άλλα για να αποστρέψουν τε­τράποδα ζώα και πτηνά, που μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, άλλα πάλι για να συγκρατήσουν τα ρεύματα ποταμών που κυλούν άτα­κτα, και άλλα για να αποστρέψουν άλλα περιστατικά που προκαλούν φθορά και βλάβη στους ανθρώπους. Αυτά όμως δεν τα έκαναν οι δαίμο­νες μέσω αυτού μόνο όσο ήταν στη ζωή, αλλά και μετά τον θάνατό του, παραμένοντας στο μνήμα του, έκαναν κάποια θαύματα στο όνομά του, για να εξαπατήσουν αυτούς που εύκολα βλάπτονταν με αυτά από τον διάβολο. Τι θα μπορούσε όμως να πει κανείς για τα μαγικά έργα του Μανέθωνα, ο οποίος έγινε τόσο διάσημος στη μαγική απάτη, ώστε διαρ­κώς να περιγελά τον Απολλώνιο Τυανέα, ότι δήθεν δεν κατείχε την ακριβή εμπειρία της τέχνης Γιατί έπρεπε και αυτός, λέγει, όπως και εγώ, να κάνει μόνο με λόγο του αυτά που ήθελε να κάνει, και να μη παραδίνει σε κάποιες τελετές αυτά που κάνει.

Ἅγιος Ἀναστάσιος Σιναΐτης, 
Ἐπίσκοπος Θεουπόλεως Ἀντιοχείας


Για να μην πλανηθούμε

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

ΕΡΩΤΗΣΗ 20η 

Με ποια δύναμη αυτοί που πιστεύουν και κάνουν τα αντίθετα, πολλές φορές προφητεύουν και θαυματουργούν;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Τα διάφορα σημεία και θαύματα και οι προφητείες πολλές φορές γίνονται και από ανάξιους, σύμφωνα με κάποια ανάγκη ή οικονομία, όπως συνέβη με τον Βαρλαάμ και την εγγαστρίμυθο. Και αλλού, οι απόστολοι, όταν βρήκαν κάποιον άπιστο, «ο οποίος έδιωχνε δαιμόνια με το όνομα του Χριστού», και τον εμπόδισαν και το ανάφεραν στον Χρι­στό, ο Χριστός τους είπε «Μη τον εμποδίζετε, γιατί όποιος δεν είναι ενα­ντίον σας, είναι με το μέρος σας». Επομένως, όταν δης να γίνεται ένα θαύμα και από αιρετικούς και από άπιστους, να μην απορήσεις ούτε να μετακινηθείς από την ορθόδοξη πίστη. Γιατί πολλές φορές εκείνη που κάνει το θαύμα είναι η πίστη αυτού που προσέρχεται, και όχι η αξία εκείνου που το κάνει. Άλλωστε ο Ιωάννης, ο μεγαλύτερος από όλους όσους γεννήθηκαν από γυναίκες, δεν φαίνεται να έχει κάνει θαύμα, ενώ ο Ιούδας οπωσδήποτε έκανε, αφού ήταν και αυτός ανάμεσα σ’ εκείνους που στάλθηκαν να αναστήσουν νεκρούς και να θεραπεύσουν λε­προύς. Γι΄αυτό να μη θεωρήσεις σπουδαίο, εάν δεις κάποιον ανάξιο ή αιρετικόν να κάνει θαύμα. Ούτε φυσικά πρέπει να κρίνουμε τον ορθόδο­ξο άνθρωπο από τα θαύματα και τις προφητείες, αν είναι άγιος ή όχι, αλλά από τη διαγωγή του. Γιατί πολλές φορές πολλοί όχι μόνο ορθόδο­ξοι αμαρτωλοί, αλλά και αιρετικοί και άπιστοι, έκαναν θαύματα και προφήτευσαν σε ειδικές περιπτώσεις, όπως ειπώθηκε, ύστερα από παρα­χώρηση του Κυρίου, όπως στην περίπτωση του Βαλαάμ και του Σαούλ και του Ναβουχοδονόσορα και του Καϊάφα, στους οποίους μπορούμε να βρούμε, ότι το άγιο Πνεύμα ενήργησε, αν και ήταν ανάξιοι και βέβη­λοι, για δικαιολογημένες αιτίες.

Αφού λοιπόν, όπως αποδείχτηκε, και από αμαρτωλούς και άπι­στους γίνονται πολλές φορές θαύματα και προφητείες, κατ’ οικονομία, δεν πρέπει από τα γεγονότα αυτά, όπως είπα, να δοκιμάζουμε κάποιον, αν είναι άγιος, αλλά από τους καρπούς του,

όπως λέγει ο Κύριος «Θα τους αναγνωρίσετε από τους καρπούς τους». Τους καρπούς του αληθινού και πνευματικού ανθρώπου τις φανέρωσε ο Απόστολος, λέγο­ντας· «Ο καρπός του Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστοήθεια, αγαθωσύνη, πίστη, πραότητα, εγκράτεια. Εναντίον αυτών δεν υπάρχει νόμος». Εάν λοιπόν ο άνθρωπος έχει τις αρετές αυτές, είτε κάνει θαύματα, είτε δεν κάνει, είναι φανερό ότι ο άνθρωπος αυτός είναι άγιος και φίλος του Θεού. Γιατί στους αληθινούς φίλους του Θεού δεν υπάρχει χάρη χωρίς πνευματικό χάρισμα. Γιατί δέχεται ή λόγο σοφίας, ή λόγο γνώσης, ή πίστη, ή χάρισμα να θεραπεύει, ή κάποιο άλλο από αυτά που αναφέρει ο Απόστολος στα όσα λέγει περί των δωρεών του αγίου Πνεύματος. Χωρίς τους καρπούς αυτούς, αυτός που κάνει θαύματα ή προφητεύει, είναι ένας από εκείνους που θα λένε την ημέρα εκείνη· «Κύριε, Κύριε, στο όνομά σου δεν κάναμε πολλά θαύματα; Και θα ακούσει. Ομολογώ πως ποτέ δεν σε γνώρισα. Απομακρύνσου από εμένα, συ ο εργάτης της ανομίας». Και αυτά βέβαια ειπώθηκαν για τους ορθόδοξους Χριστιανούς που κάνουν θαύματα.

Ο αιρετικός όμως που κάνει θαύματα ή προφητεύει, είναι φανερό ότι εμπαίζεται από τους δαίμονες, αν και νομίζει ότι από τον Θεό γίνο­νται τα θαύματά του. Οι δαίμονες φυσικά δεν γνωρίζουν εκ των προτέρων τίποτε από αυτά που θα γίνουν ή είναι απόρρητα, αλλά μόνο ο Κύριος, ο οποίος τα γνωρίζει όλα πριν να γίνουν, όπως λέγει μέσω του προφήτη· «Δεν υπάρχει κανείς που να προλέγει αυτά που θα γίνουν, εκτός από μένα». Οι δαίμονες λένε στους ανθρώπους αυτά που βλέπουν και ακούνε, ή φανερώνουν τα περισσότερα πράγματα υποθέτοντάς τα από κάποια σύμβολα. Φανερώνουν δηλαδή την παρουσία οδοιπόρων βλέποντάς τους να περπατούν στον δρόμο, και προηγούμενοι αυτών που πρόκειται να έρθουν, αναγγέλλουν την άφιξή τους. Επίσης κρυφακούο­ντας λόγια ανθρώπων που συζητούν ιδιαιτέρως με κάποιους, τα ανακοι­νώνουν σε όποιους θέλουν, και άλλα όμοια με αυτά, βλέποντας και ακούοντάς τα τα φανερώνουν στους ανθρώπους, και την ευφορία των καρπών της γης και την ακαρπία και τις κινήσεις των ανέμων και τις βροχές, και την εποχή των ραγδαίων βροχών και τις ξηρασίες και τις βαρυχειμωνιές και όλα τα παραπλήσια με αυτά τα προλέγουν, διαπιστώνοντάς τα από κάποια διακριτικά σημάδια, όπως και οι άνθρωποι. Αλλά και σκέψεις και αποφάσεις των ανθρώπων συμβαίνει να βλέπουν από κάποια σύμβολα στον άνθρωπο, ή από λόγια κάποιων. Και όχι μόνο αυτά βρίσκουν να πουν οι ακάθαρτοι δαίμονες, αλλά ακόμα και θανά­τους ανθρώπων. Γιατί υπάρχουν μερικά σημάδια που έχουν τοπο­θετηθεί από τη θεία Πρόνοια στο ανθρώπινο σώμα, ιδιαίτερα μάλιστα στο πρόσωπό του, και πριν από πολύ χρόνο, αλλά και πριν από λίγο, όπως λένε αυτοί που ασκούν την ιατρική επιστήμη με δεξιοτεχνία και ακρίβεια. Μερικοί μάλιστα βεβαιώνουν ότι οι πολύπειροι από τους Σαρακηνούς έχουν αυτή την ικανότητα της πρόγνωσης, οι οποίοι στον πόλεμο γνωρίζουν ολοκάθαρα εκείνον που πρόκειται να πεθάνει από κάποιο διακριτικό σημάδι. Έτσι λοιπόν και οι δαίμονες, σαν πιο διορα­τικοί από τα υλικά σώματα, προαναγγέλλουν τους θανάτους των ανθρώ­πων. Επειδή δηλαδή είναι πνεύματα λεπτά και ασώματα, ερευνούν και γνωρίζουν καλύτερα από κάθε ιατρική επιστήμη τις δυνάμεις των ανθρώπων και τις ενέργειες και τα πλεονάσματα και τις ελλείψεις της ζωτικής ύπαρξής τους μέσω του αίματος, και από αυτά με συλλογι­σμούς, όχι βέβαια ακριβείς, προσδιορίζουν τον θάνατο του ανθρώπου. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τους μάντεις και τους εγγαστρίμυθους. Βλέποντας δηλαδή οι δαίμονες ποιος είναι ο κλέφτης και που βρί­σκονται τα κλοπιμαία, μπορούν να τα πουν. Όπως πολλές φορές, βλέπο­ντας τις πολλές βροχές που έγιναν στην Ινδική χώρα, προλέγουν σε κάποιον ότι στην Αίγυπτο θα ανέβει πολύ η στάθμη του Νείλου. Αν όμως τους ρωτήσει κάποιος πόσους πήχεις και δακτύλους θα έχει η άνο­δος της στάθμης του, δε μπορούν να απαντήσουν, και αποδεικνύονται ότι δεν γνωρίζουν τίποτε.

Δίνουν επίσης την εντύπωση, ότι μέσω των ψευδοπροφητών ανθρώ­πων, που πιστεύουν σ’ αυτούς, κάνουν και θαύματα με αυτούς και θε­ραπείες σωματικών ασθενειών, για να εξαπατήσουν και αυτούς και άλλους, και παρουσιάζουν νεκρόν άνθρωπο να ανασταίνεται και το προαναγγέλλουν αυτό στους ζωντανούς με τη φαντασία. Διεισδύοντας δηλαδή ο δαίμονας στο νεκρό σώμα του ανθρώπου και κουνώντας το, παρουσιάζει τον νεκρό, ότι δήθεν ανασταίνεται με την ανώφελη προ­σευχή του απατεώνα ανθρώπου. Ακόμα και συζητά ο δαίμονας εκ μέρους του νεκρού με τον άνθρωπο που εξαπατάται από αυτόν γι’ αυτά που θέλει και γι’ αυτά που ερωτάται από αυτόν, φανερώνοντάς του πράγματα που έγιναν και ειπώθηκαν κρυφά από ανθρώπους, επειδή τα γνωρίζει επακριβώς λόγω του ότι ήταν κρυφά παρών μέσα σ’ αυτόν που γινόταν αυτά από τους ανθρώπους εκείνους, και τα έβλεπε και τα άκουε. Αλλά ας μας γλυτώσει ο Θεός από αυτή την πλάνη των αιρετικών επισκόπων.

Γνωρίσαμε μάλιστα και αιρετικόν επίσκοπο στην Κύζικο, την πόλη των οπαδών του Μακεδονίου, των Πνευματομάχων, ότι ένα δένδρο ελιάς το μετέφερε με μια δήθεν προσευχή από τον τόπο που ήταν σε άλλον τόπο, επειδή σκοτείνιαζε το παράθυρο του ασεβούς οίκου προσευχής τους. Και σε κάποιον άδικο δανειστή, που εξεβίαζε μια γυναίκα χήρα, εξαιτίας χρέους της που είχε κάνει ο άνδρας της, και απαιτούσε ποσόν όχι όσο ήταν το δάνειο, αλλά περισσότερο, όταν το πληροφορήθηκε αυτό ο αιρετικός επίσκοπος που προαναφέρθηκε, πριν ακόμα θαφτεί ο άνδρας της, αλλά ενώ ακόμα τον πήγαιναν για ταφή, σταμάτη­σε το νεκρικό κρεββάτι και έκανε δήθεν τον νεκρό να μιλήσει και να πει πόσο ήταν το χρέος που ώφειλε στον δανειστή του. Όταν αυτός ο αιρε­τικός πέθανε, ακόμα και στο μνήμα του έγιναν διάφορα φανταστικά πράγματα και θαύματα.

Γι’ αυτό λοιπόν δεν πρέπει να παραδεχόμαστε ως άγιον κάθε θαυμα­τοποιό, αλλά να τον δοκιμάζουμε, σύμφωνα με εκείνον που λέγει «Να μη πιστεύετε σε κάθε πνεύμα, αλλά να δοκιμάζετε τα πνεύματα, αν είναι από τον θεό, γιατί παρουσιάστηκαν πολλοί ψευδοπροφήτες στον κόσμο». Και ο Απόστολος λέγει· «Οι άνθρωποι αυτοί είναι ψευδαπό­στολοι, εργάτες δόλιοι, που μεταμορφώνονται σε αποστόλους του Χρι­στού». Και δεν είναι να απορούμε γιατί «ο ίδιος ο Σατανάς μεταμορ­φώνεται σε άγγελο φωτεινό»26. Δεν είναι σπουδαίο λοιπόν, αν και οι υπηρέτες του μεταμορφώνονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης, των οποί­ων το τέλος θα είναι ανάλογο με τα έργα τους. Άλλωστε και ο Αντίχρι­στος όταν θα έρθει, κατά παραχώρηση του θεού, με τη συνεργασία των δαιμόνων θα κάνει πάρα πολλά σημεία και τέρατα ψεύτικα, προς απώλεια των απίστων και δοκιμασία των πιστών. Και τι το παράξενο αν, με τη βοήθεια του διαβόλου, θα κάνει φανταστικά θαύματα, τη στιγμή που έχουμε ήδη γνωρίσει και κάποιους άλλους μάγους και αγύρτες που έκα­ναν διάφορα θαύματα με την ενέργεια των δαιμόνων, μεταξύ των οποί­ων είναι ο Ίαννης και Ίαμβρης, οι οποίοι την εποχή του Μωυσή, μετα­βάλλοντας τις ράβδους τους σε φίδια και τα νερά σε αίμα, έβγαλαν πλήθος βατράχων από τα νερά, ώστε να γεμίσουν όλη την χώρα της Αίγυπτου;

Και ο Σίμων επίσης, ο μάγος την εποχή των αποστόλων, πόσα φανταστικά θαύματα έκανε; Έκανε πραγματικά αγάλματα να περπα­τούν και να πέφτουν στη φωτιά χωρίς να καίονται. Πετούσε στον αέρα και έκανε ψωμιά από πέτρες. Γινόταν φίδι και μεταμορφωνόταν και σε άλλα ζώα. Γινόταν με δύο πρόσωπα, μεταβαλλόταν σε χρυσάφι, άνοιγε κλειστές πόρτες, έσπαζε σιδερένια δεσμό, σε δείπνα παρουσίαζε τις μορ­φές διαφόρων ειδώλων, έκανε τα οικιακά σκεύη να έρχονται μόνα τους και να υπηρετούν χωρίς να φαίνονται αυτοί που τα μετέφεραν. Έκανε να προπορεύονται πριν από αυτόν πολλές σκιές, που έλεγε πως ήταν ψυχές των νεκρών. Πολλούς επίσης, που τον αποκαλούσαν αγύρτη, τους συμφιλίωσε μαζί του, και στη συνέχεια με την δικαιολογία ξεφαντώματος, θυσίασε βόδι και αφού τους παρέθεσε γεύμα, τους έκανε υποχείρι­ους διαφόρων ασθενειών και δαιμόνων. Όταν λοιπόν κάποτε τον κα­ταζητούσε ο βασιλιάς, φοβήθηκε και δραπέτευσε, δίνοντας το πρόσωπό του σε άλλον.

Αλλά και οι μάγοι Ιουλιανός, Απολλώνιος και Απουλήϊος, κατά την εποχή του βασιλιά Δομετιανού έκαναν διάφορα φανταστικά πράγ­ματα, ένα από τα οποία σώζεται στις διηγήσεις των παλαιοτέρων ανδρών. Όταν κάποτε διαδόθηκε στη Ρώμη θανατηφόρα ασθένεια και όλοι πέθαιναν εδώ και εκεί, παρακινούνταν οι μάγοι αυτοί από τον βασιλιά και από τους προκρίτους του να βοηθήσουν την πόλη που κατα­στρεφόταν. Λέγει λοιπόν ο Απουλήιος «Εγώ την επιδημία που απλώθηκε στο ένα τρίτο της πόλης θα την σταματήσω σε δεκαπέντε μέρες». Έπειτα ο Απολλώνιος «Και εγώ θα σταματήσω, είπε, την επιδημία που διαδόθηκε στο άλλο ένα τρίτο σε δέκα μέρες». Απαντώντας και ο διαπρε­πέστερος από αυτούς και πιο κοντινός στον διάβολο, λόγω της ματαιοδοξίας του, Ιουλιανός, είπε «Μέσα σε δεκαπέντε μέρες η πόλη ολόκλη­ρη θα καταστραφεί, και δεν θα περιμένει τη δική μας βοήθεια. Για μένα λοιπόν το άλλο τρίτο της πόλης που μου ανήκει, θα παύσει από τώρα η καταστροφή της επιδημίας». Και πραγματικά σταμάτησε. Και όταν παρακλήθηκε από τον βασιλιά σταμάτησε και των άλλων δύο μερών την ταχύτητα διάδοσης της επιδημίας.

Σε μερικά μέρη μάλιστα τα τελετουργικά τεχνάσματα του Απολ­λώνιου μέχρι και τώρα κάνουν θαύματα, άλλα για να αποστρέψουν τε­τράποδα ζώα και πτηνά, που μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, άλλα πάλι για να συγκρατήσουν τα ρεύματα ποταμών που κυλούν άτα­κτα, και άλλα για να αποστρέψουν άλλα περιστατικά που προκαλούν φθορά και βλάβη στους ανθρώπους. Αυτά όμως δεν τα έκαναν οι δαίμο­νες μέσω αυτού μόνο όσο ήταν στη ζωή, αλλά και μετά τον θάνατό του, παραμένοντας στο μνήμα του, έκαναν κάποια θαύματα στο όνομά του, για να εξαπατήσουν αυτούς που εύκολα βλάπτονταν με αυτά από τον διάβολο. Τι θα μπορούσε όμως να πει κανείς για τα μαγικά έργα του Μανέθωνα, ο οποίος έγινε τόσο διάσημος στη μαγική απάτη, ώστε διαρ­κώς να περιγελά τον Απολλώνιο Τυανέα, ότι δήθεν δεν κατείχε την ακριβή εμπειρία της τέχνης Γιατί έπρεπε και αυτός, λέγει, όπως και εγώ, να κάνει μόνο με λόγο του αυτά που ήθελε να κάνει, και να μη παραδίνει σε κάποιες τελετές αυτά που κάνει.

Αγ. Αναστάσιος Σιναΐτης, Επίσκοπος Θεουπόλεως Αντιοχείας

Πόσοι τρόποι σωτηρίας Yπάρχουν;



Ο Άγιος Αναστάσιος Σιναϊτης απαντά ως εξής στο ερώτημα “Πόσοι τρόποι σωτηρίας Yπάρχουν;”:

“Τρεις τρόποι υπάρχουν:

Ο πρώτος του να μην αμαρτάνουμε πια

Ο δεύτερος να μετανοήσει κανείς επάξια.

Υπάρχει και τρίτος τρόπος σωτηρίας γι’ αυτούς που αμάρτησαν. Οι δοκιμασίες και οι θλίψεις και η υπομονή, σύμφωνα με αυτό που έχει λεχθεί:“Με φίμωτρο σιδερένιο και χαλινάρι σφίξε τα σαγόνια αυτών που δεν σε πλησιάζουν” (Ψαλμός 31,9), πράγμα που έπαθε ο Ναβουχοδονόσορ (Δαν. 4,1).

Γιατί υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Θεός αυτόν που αμαρτάνει και δεν μετανοεί, τον βάζει σε δοκιμασία, και με τις δοκιμασίες έρχεται σε ταπείνωση, και με την ταπείνωση σώζεται χωρίς άσκηση, όπως ο τελώνης και ο ληστής”.

(Από το έργο του “ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ).

από το βιβλίο: «Υπομονή: Το θεμέλιο των αρετών! – Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας» – Του Κ.Γ. Παπαδημητρακόπουλου (Εκδόσεις «Φωτοδότες).

Ὁ λέγων αὐτήν τὴν Εὐχήν κάθε ἑσπέρας, μετὰ κατανύξεως, ἐὰν ἐπέλθη ἐπ' αὐτὸν ἡ φοβερά ὥρα τοῦ θανάτου ἐν τῇ νυκτί ταύτη, λυτροῦται τῆς κολάσεως, ἐλέει Θεοῦ



Εὔσπλαγχνε καὶ πολυέλεε Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός μου, ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλούς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ, ἐλέησόν με πρὸ τῆς ἐμῆς τελευτῆς.

Οἶδα γὰρ ὅτι φρικτὸν καὶ φοβερὸν ἀναμένει με δικαστήριον ἐνώπιον πάσης τῆς κτίσεως, ὅτε καὶ τῶν ἐναγῶν καὶ παμβεβήλων μου πράξεων ἁπασῶν φανέρωσις γίνεται· ἀσύγγνωστα γὰρ ὡς ἀληθῶς καὶ ἀνάξια ὑπάρχουσι συγχωρήσεως, ὡς ὑπερβαίνοντα τῷ πλήθει ψάμμον θαλάσσιον.

Διὰ τοῦτο καὶ οὐ τολμῶ τὴν αἴτησιν τῆς ἀφέσεως τούτων ποιήσασθαι, Δέσποτα, ὅτι πλεῖον πάντων ἀνθρώπων εἰς Σέ ἐπλημμέλησα.

Ὅτι ὑπὲρ τὸν ἄσωτον ἀσώτως ἐβίωσα,

ὅτι ὑπὲρ τὸν μυρία τάλαντα χρεωφειλέτης Σου γέγονα,

ὅτι ὑπὲρ τὸν Τελώνην κακῶς ἐτελώνησα,

ὅτι ὑπὲρ τὸν Ληστήν ἐμαυτόν ἐθανάτωσα,

ὅτι ὑπὲρ τὴν Πόρνην ἐγώ ὁ φιλόπορνος ἔπραξα,

ὅτι ὑπὲρ τοὺς Νινευΐτας ἀμετανόητα ἐπλημμέλησα,

ὅτι ὑπὲρ τὸν Μανασσῆν «ὑπερῆραν τὴν κεφαλήν μου αἱ ἀνομίαι μου καὶ ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ' ἐμέ καὶ ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους»·

ὅτι τὸ Πνεῦμα Σου τὸ ἅγιον ἐλύπησα,

ὅτι τῶν ἐντολῶν Σου παρήκουσα,

ὅτι τὸν πλοῦτόν Σου διεσκόρπισα,

ὅτι τὴν χάριν Σου ἐβεβήλωσα,

ὅτι τὸν ἀρραβῶνα, ὅν μοι δέδωκας, ἐν ἀνομίαις ἀνήλωσα,

ὅτι τὸ τίμιον κατ' εἰκόνα Σου, τὴν ψυχήν μου, ἐμόλυνα,

ὅτι τὸν χρόνον, ὅν μοι δέδωκας εἰς μετάνοιαν, μετὰ τῶν ἐχθρῶν Σου ἐβίωσα,

ὅτι οὐδεμίαν ἐντολήν Σου ἐφύλαξα,

ὅτι τὸν χιτῶνά μου κατερρύπωσα, ὅν με ἐνέδυσας,

ὅτι τοῦ ὀρθοῦ λόγου τὴν λαμπάδα ἀπέσβεσα,

ὅτι τὸ πρόσωπόν μου, ὅ ἐφαίδρυνας, ἐν ἁμαρτίαις ἠχρείωσα,

ὅτι τοὺς ὀφθαλμούς μου, οὕς ἐφώτισας, ἑκουσίως ἐτύφλωσα,

ὅτι τὰ χείλη μου, ἅπερ πολλάκις τοῖς θείοις Σου μυστηρίοις ἡγίασας, αἰσχύναις ἐμόλυνα.

Καί οἶδα ὅτι πάντως τῷ φοβερῷ Σου βήματι παραστήσομαι ὡς κατάδικος ὁ παμμίαρος.

Οἶδα ὅτι πάντα τότε τὰ πεπραγμένα μοι ἐλεγχθήσονται καὶ οὐκ ἀποκρυβήσεται οὐδὲν παρὰ Σοί.

Ἀλλά δέομαί Σου, εὐσυμπάθητε, πολυέλεε, φιλανθρωπότατε Κύριε,
«μὴ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με, οὐ λέγω, μὴ παιδεύσῃς με, ἀδύνατον γὰρ τοῦτο ἀπὸ τῶν ἔργων μου, ἀλλὰ μὴ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με».

Κερδήσω τοῦτο παρὰ Σοί, ἐὰν μὴ τῷ θυμῷ Σου καὶ τῇ ὀργῇ Σου παιδεύσῃς με, μηδὲ φανερώσῃς αὐτὰ Ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων ἐνώπιον εἰς αἰσχύνην μου καὶ ὄνειδος.

«Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με»·
εἰ φθαρτοῦ βασιλέως θυμὸν οὐδεὶς ἐνεγκεῖν δύναται, πόσῳ μάλλον Σοῦ τοῦ Κυρίου τὸν θυμὸν ὁ ἄθλιος ὑποστήσομαι;

«Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με μηδὲ τῇ ὀργῇ Σου παιδεύσῃς με».

Οἶδα Λῃστήν αἰτήσαντα καὶ παρευθὺς συγχώρησιν ἐκ Σοῦ κομισάμενον.

Οἶδα Πόρνην ὁλοψύχως προσελθοῦσαν καὶ συγχωρηθεῖσαν.

Οἶδα Τελώνην ἐκ βάθους στενάξαντα καὶ δικαιωθέντα.

Έγώ δὲ ὁ πανάθλιος πάντας ὑπερβαίνων ταῖς ἁμαρτίαις, τῇ μετανοίᾳ τούτους οὐ θέλω μιμήσασθαι, οὐδὲ γὰρ ἔχω δάκρυον χτένες.

Οὐκ ἔχω ἐξομολόγησιν καθαρὰν καὶ ἀληθινήν,

οὐκ ἔχω στεναγμὸν ἐκ βάθους καρδίας,

οὐκ ἔχω καθαρὰν τὴν ψυχήν,

οὐκ ἔχω ἀγάπην κατά Θεόν,

οὐκ ἔχω πτωχείαν πνευματικήν,

οὐκ ἔχω προσευχὴν διηνεκή,

οὐκ ἔχω σωφροσύνην ἐν τῇ σαρκί,

οὐκ ἔχω καθαρότητα λογισμῶν,

οὐκ ἔχω προαίρεσιν θεοτερπῆ.

Ποίῳ οὖν προσώπῳ ἤ ἐν ποίᾳ παρρησίᾳ ζητήσω συγχώρησιν;

«Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με»·
Πολλάκις, Δέσποτα, μετανοεῖν συνεταξάμην.

Πολλάκις ἐν Ἐκκλησίᾳ κατανυγεὶς προσπίπτω Σοι, ἐξερχόμενος δὲ ταίς ἁμαρτίαις εὐθύς περιπίπτω.

Ποσάκις με ἠλέησας, ἐγὼ δὲ Σε παρώργισα!

Ποσάκις ἐμακροθύμησας, ἐγὼ δὲ οὐκ ἐπέστρεψα!

Ποσάκις με ἀνέστησας, ἐγὼ δὲ πάλιν ὀλισθήσας κατέπεσον!

Ποσάκις μου εἰσήκουσας, ἐγὼ δὲ Σου παρήκουσα!

Ποσάκις με ἐπόθησας, ἐγὼ δὲ ούδαμοῦ Σοι ἐδούλευσα!

Ποσάκις μέ ἐτίμησας, ἐγὼ δὲ οὐκ ηὐχαρίστησα!

Ποσάκις ἁμαρτήσαντα, ὡς ἀγαθός Πατήρ παρεκάλεσας καὶ ὡς υἱόν κατεφίλησας καὶ τὰς ἀγκάλας ὑφαπλώσας μοι ἐβόησας·
ἔγειρε, μὴ φοβοῦ, στήθι· πάλιν δεύρο,

οὐκ ὀνειδίζω σε,

οὐ βδελύσσομαι,

οὐκ ἀποῤῥίπτω,

οὐδὲ σκληρύνω τὸ ἐμὸν πλάσμα,

τὸ ἐμὸν τέκνον,

τὴν ἐμὴν εικόνα,

ὅν οἰκείαις χερσί διέπλασα ἄνθρωπον καὶ ἐφόρεσα,

ὑπὲρ οὗ τὸ αἷμα ἐξέχεα,

οὐκ ἀποστρέφομαι πρός με ἐρχόμενον τὸ λογικόν μου πρόβατον, τὸ ἀπολωλός,

οὐ δύναμαι μὴ ἀποδοῦναι τὴν προτέραν εὐγένειαν,

οὐ δύναμαι μὴ συναριθμῆσαι τοῖς ἐνενήκοντα ἐννέα προβάτοις·

διά γὰρ τοῦτο καὶ μόνον ἐπί τῆς γῆς κατελήλυθα καὶ τὸν λύχνον ἀνῆψα,

τὴν σάρκα μου τὴν οἰκείαν καὶ τὴν οἰκίαν ἐσάρωσα καὶ τὰς φίλας Δυνάμεις τὰς οὐρανίους συνεκαλεσάμην ἐπευφρανθῆναι τῇ τούτου εὑρέσει.

Πάντα οὖν τὰ τοιαῦτα ὡς ἀγαθός καὶ φιλάνθρωπος ἐχαρίσω μοι, Δέσποτα,
ἐγὼ δὲ πάντων καταφρονήσας ὁ ἄθλιος,
εἰς ἀλλοτρίαν καὶ μακράν χώραν τῆς ἀπωλείας ἀπέδρασα.

Ἀλλ' αὐτὸς με, πανάγαθε,
πάλιν ἐπανάγαγε καὶ μὴ ὀργισθῇς μοι τῷ τάλανι,

Κύριε, μηδὲ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με, εὔσπλαγχνε,
ἀλλὰ μακροθύμησον καὶ ἔτι ἐπ' ἐμοὶ.

Μὴ σπεύσῃς ἐκκόψαι με ὡς τὴν συκῆν τὴν ἄκαρπον,
μηδὲ κελεύσῃς ἄωρον ἐκ τοῦ βίου θερίσαι με,
ἀλλὰ δός μοι ζωῆς προθεσμίαν καὶ ὁδήγησόν με εἰς μετάνοιαν, Κύριε,
καὶ «μή τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με, Δέσποτα, μηδὲ τῇ ὀργῇ Σου παιδεύσης με».

«Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι τῇ ψυχῇ»,
ἀσθενής εἰμι τῷ λογισμῷ,

ἀσθενής τῇ γνώμη,

ἀσθενής τῇ προαιρέσει.

Ἐξέλιπε γὰρ μου ἡ ἰσχύς, ἐξέλιπέ μου ὁ χρόνος,
ἐξέλιπον ἐν ματαιότητι ἡμέραι μου πᾶσαι καὶ τὸ τέλος ἐφέστηκεν.

Ἀλλ' ἄνοιξον, ἄνοιξον, ἄνοιξόν μοι, Κύριε, ἀναξίως κρούοντι καὶ μὴ ἀποκλείσῃς μοι τὴν θύραν τῆς εὐσπλαγχνίας Σου.

Ἐάν γὰρ Σὺ κλείσης, τίς μοι ἀνοίξει;

Ἐάν Σὺ μὴ με ἐλεήσης, τίς μοι βοηθήσει;

Οὐδείς ἄλλος, οὐδείς, εἰ μὴ Σὺ ὁ φύσει ἐλεήμων καὶ εὔσπλαγχνος.

«Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενὴς εἰμι»·

Ἐξενεύρισε γάρ με ὁ ἐχθρὸς καὶ ἀσθενῆ καὶ συντετριμμένον ἐποίησεν,

ὁ ἀσθενής δὲ καὶ συντετριμμένος οὐ δύναται ἀναστῆσαι αυτόν,

οὐ δύναται ἰάσασθαι ἑαυτόν,

ὁ συντετριμμένος οὐ δύναται βοηθήσαι ἑαυτῷ,

λοιπόν ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι...

«Ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα»·

Σωματικὸς καὶ ψυχικός με κατέλαβε τάραχος, Δέσποτα,

ὅτι σαρκικοῖς περιέπεσα πάθεσιν,

ὅτι καὶ τὴν σάρκα καὶ τὴν ψυχήν τοῖς δαίμοσιν ἐποίησα παίγνιον.

Ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου τὰ συνδεσμοῦντα τὸν ἔσω ἄνθρωπον.

Ποῖα ταῦτα;
Ἡ πίστις, ἡ φρόνησις, ἡ ἐλπίς, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἐγκράτεια, ἡ εὐσέβεια, ἡ πραότης, ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡ ἐλεημοσύνη.

Ταύτα τὰ ὀστᾶ συνετρίβησαν, Δέσποτα,

«ἀλλ' ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου

καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα».

Ὁρῶ γὰρ λοιπόν τὴν ὥραν τῆς ζωῆς μου προφθάσασαν,
καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα.

Ὁρῶ τὴν πρός τὰ ἐκεῖσε χαλεπήν ὁδὸν καὶ μακράν,

κἀμέ πρός τὰ ἐκεῖσε ἐμαυτόν ἑτοίμως μὴ ἔχοντα,

καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα.

Ὁρῶ τὸν δανειστήν ἀπαιτοῦντά με καὶ μὴ ἀποδοῦναι ἰσχύοντα, καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα.

Ὁρῶ τὸν λογοθέτην μου τὸ χειρόγραφον ἐπισείοντα καὶ τοὺς δημίους βρύχοντας κατ' ἐμοῦ, καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα.

Ὁρῶ πολλούς κατηγοροῦντάς με καὶ οὐδὲνα συνήγορον, καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα.

Ὅλος δι' ὅλου ταραχῆς καὶ σκοτοδίνης πεπλήρωμαι καὶ ἀγωνιῶ καὶ τρέμω καὶ φρίττω καὶ τὰ σπλάγχνα σπαράττομαι καὶ τί πράξω οὐκ ἐπίσταμαι ἤ ποίῳ προσώπῳ τὸν Κριτήν μου θεάσωμαι!

Ἰλιγγιῶ, ταράττομαι, συνέχομαι καὶ ἀμηχανῶ, καὶ λοιπόν ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα.

«Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα».

Ὁ πονηρὸς διενοχλεῖν οὐ παύεται, οἱ ἐχθροὶ μου τοῦ πολεμεῖν οὐκ ἀφίστανται, ὁ ἐμφύλιος τῆς σαρκός πόλεμος καταφλέγει με πάντοτε, οἱ πονηροί λογισμοί οὐδαμῶς ἡσυχάζουσι.

«Καί Σύ Κύριε, ἕως πότε;».
Ἰδοὺ ὁρᾷς, Κύριε, πάντα τὰ κατ' ἐμέ, ὅτι ἄπορα καὶ ἐλεεινὰ.

Ἰδοὺ βλέπεις τὴν κατ' ἐμοῦ ἔνστασιν καὶ τὸν πόλεμον τοῦ σώματος καὶ τὴν κάμινον τῶν παθῶν καὶ τὴν ἀτονίαν τῆς ψυχικῆς μου δυνάμεως.

Λοιπόν, Κύριε, ἕως πότε οὐ συμπαθεῖς;

Ἕως πότε οὐκ ἐκδικεῖς; Ἕως πότε οὐ σπεύδεις; Ἕως πότε οὐ βλέπεις; Ἕως πότε παρορᾷς;

Κύριε, ἐν τῷ ἐλέει Σου σῶσόν με.

Μὴ παρίδῃς με, Κύριε, τὸν ἀνάξιον, ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου.

Ἡ γὰρ Σὴ παρόρασις ἐμὴ κατάπτωσις γίνεται, Δέσποτα.

«Δι'ὅ ἐπίστρεψον, Κύριε, ρῦσαι τὴν ψυχήν μου καὶ σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου».

Ὡς συμπαθὴς ἐλέησον, ὡς ἐλεήμων συμπάθησον, ὡς φιλάνθρωπος σῶσόν με, ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου καὶ οὐχ ἕνεκεν τῶν ἔργων μου, πονηρὰ γὰρ εἰσιν.

Οὐχ ἕνεκεν τῶν πόνων μου, ἀσθενὴς γάρ εἰμι.

Οὐχ ἕνεκεν τῶν λογισμῶν ἤ τῶν λόγων μου, ρυπαροὶ γάρ εἰσι καὶ ἀκάθαρτοι, ἀλλ' ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, πολυέλεε Κύριε, σῶσόν με.

Εἰ δὲ δικάσασθαι πρός με βούλει, Δέσποτα, ἐγὼ πρῶτος ἐκφέρω κατ' ἐμαυτοῦ τὴν ψῆφον.

Ἐγώ καταδιαμαρτύρομαι ὅτι ἄξιος θανάτου εἰμί.

Λοιπόν σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, εἰς τὴν φιλανθρωπίαν Σου καταφεύγω, Πανάγαθε.

Οὐκ ἔχω τί Σοι προσαγαγεῖν ἄξιον, ἐλεημοσύνην ζητῶ,
μὴ ἀπαιτήσῃς με τὴν ταύτης τιμήν.

«Μνήσθητι τῶν λόγων Σου, Κύριε, ὅτι ἐπιμελῶς ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τὰ πονηρά ἐκ νεότητος αὐτοῦ». Καὶ «ἄνθρωπος ματαιότητι ὡμοιώθη καὶ αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὡσεὶ σκιά παράγουσι». Καί «ούδείς καθαρός ἀπὸ ῥύπου». Καὶ ὅτι «ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου». Ἐάν γὰρ ἀνομίας παρατηρήσῃς ἡμῶν, οὐδεὶς ὑποστήσεται, Κύριε, δι' ὅ σῶσόν με τὸν ἀνάξιον δούλόν Σου ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου καὶ οὐκ ἕνεκεν τῶν ἔργων μου.

Ἐάν γὰρ τὸν ἄξιον ἐλεήσῃς, οὐδὲν θαυμαστόν. Ἐάν τὸν δίκαιον σώσῃς, οὐδὲν ξένον. «Σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου», ἐπ' ἐμοὶ τὸ ἔλεός Σου θαυμάστωσον, Κύριε, εἰς ἐμὲ τὴν εὐσπλαγχνίαν Σου ἐμφάνισον, Δέσποτα, εἰς ἐμὲ τὴν φιλανθρωπίαν Σου μεγάλυνον, Ἅγιε.

Δεῖξον ἐπ' ἐμοί, Κύριε, τὰ ἀρχαῖα ἐλέη Σου, ὅτι τοὺς μέν δικαίους σῲζεις καὶ τοὺς ἁμαρτωλούς ἐλεεῖς.

Μὴ νικήσῃ ἡ ἐμὴ κακία τὴν Σήν ἀγαθότητα, Κύριε,
μηδὲ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου Σου.

Ἐάν γὰρ θελήσῃς μετ' ἐμοῦ δικάσασθαι,
φραγήσεταί μου τὸ στόμα, μὴ ἔχον τὶ φθέγξασθαι ἤ τὶ ἀπολογήσασθαι.

Δι' ὅ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου Σου, μηδὲ ἐπισταθμήσῃς τὰς ἐμὰς ἁμαρτίας τῇ Σῇ ἀπειλῇ. «Ἀλλ' ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον». Καί «σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, Κύριε, καὶ τὸ ἔλεός Σου καταδιώξῃ με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου».

Καταδιωξάτω με τὸ ἔλεός Σου, Κύριε, τὸν κακῶς ἀπὸ Σοῦ φεύγοντα, τὸν ἀεί ἀπὸ Σοῦ δραπετεύοντα καὶ πρός τὴν ἁμαρτία ἀεί κακῶς ἀποτρέχοντα.

Τοῦτο μόνον ἐπικαλοῦμαι καὶ ἱκετεύω καὶ δέομαι, «σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου».

Σῶσόν με πρὸ τοῦ με ἀπελθεῖν εἰς τὰ ἐκεῖσε δικαστήρια, ἤ μᾶλλον τἀληθές εἰπεῖν, εἰς τὰ ἐκεῖσε κολαστήρια, ἔνθα οὐκ ἔστι μετάνοια οὔτε ἐξομολόγησις. «Ἐν γὰρ τῷ ἃδῃ φησί, τίς ἐξομολογήσεταί Σοι;

Δι' ὅ σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, ὅτι οὐκ έστιν ἐν τῷ θανάτω ὁ μνημονεύων Σου», οὐδὲ ἐν τῷ ἃδῃ ὁ ἐξομολογούμενος. Ἐκεῖ γὰρ οὐκ ἔστι μετάνοια, οὐκ ἔστιν ἄφεσις τοῖς ὧδε μὴ μετανοοῦσι μηδὲ ἐξομολογουμένοις.

«Δι' ὅ σῶσόν με μετανοοῦντά Σοι καὶ ἐξομολογούμενον τὸν ἀνάξιον δοῦλόν Σου, ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, Κύριε, καὶ οὐχ ἕνεκεν τῶν ἔργων μου». Σὺ γὰρ εἶπας, Κύριε, «ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε, κρούετε καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν» καὶ «ὅσα ἄν αἰτήσητε πιστεύοντες, λήψεσθε».

Δι' ὅ σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, φιλάνθρωπε Δέσποτα, ἵνα καὶ ἐπ' ἐμοὶ δοξασθῇ τὸ πανάγιον καὶ ὑπερδεδοξασμένον ὄνομά Σου, Κύριε ὁ Θεός μου, ὁ δι' ἐμὲ κατ' ἐμὲ γεγονώς, ὡς ἄν κἀγὼ μετὰ πάντων τῶν ἁγίων συναριθμηθεὶς δοξάζω Σε τὸν ὑπεράγαθον καὶ φιλάνθρωπον Θεόν μου Ἰησοῦν Χριστὸν σὺν τῷ ἀνάρχῳ Σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ Σου Πνεῦματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Εὐχὴ Γ' (τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἄλλοι λέγουν Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτη)


«Αὐτὸς ποὺ πέφτει δὲν σηκώνεται;»



Ο προφήτης ­Ἱερεμίας, «ὁ τῶν ­προφη­τῶν συμπα­θέστατος», μὲ προφητι­κὴ δύναμη ὡς «στόμα Θεοῦ» ­κηρύττει μετάνοια στὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό. Ἕνα ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ χρησιμο­ποι­εῖ φαίνεται ἁπλούστατο στὴ διατύ­πωσή του, ἀλλ’ εἶναι πειστικότατο: «Τά­δε ­λέγει Κύ­­ριος· μὴ ὁ πίπτων οὐκ ἀνίσταται; ἢ ὁ ἀποστρέφων οὐκ ἀναστρέ­φει;» Αὐτὰ λέει ὁ Κύριος: ­Μήπως ἐκεῖνος ποὺ πέφτει, δὲν ­σηκώνεται; Ἢ μήπως ἐκεῖνος ποὺ ἔχασε τὸν δρόμο του, δὲν προσπαθεῖ νὰ τὸν βρεῖ πάλι καὶ νὰ ἐπιστρέψει (Ἱερ. η΄ 4);
Πράγματι· δὲν ὑπάρχει ὑ­­­γιὴς ἄνθρωπος ποὺ νὰ πέφτει, εἴτε γιατὶ σκόνταψε εἴτε γιατὶ γλίστρησε, εἴτε γιὰ κάποια ἄλλη αἰτία, καὶ νὰ λέει: Ἀφοῦ ἔπεσα, ἂς μείνω γιὰ πάντα πεσμένος. Ἀπεν­αντίας, μόλις πέσει, κάνει ἀμέσως προσπάθεια νὰ σηκωθεῖ. Ἀκόμη κι ἂν ἔχει βαριὰ τραυματισθεῖ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ σηκωθεῖ μόνο μὲ τὶς δικές του δυνάμεις, φωνάζει βοήθεια νὰ ἔλθουν ἄλλοι νὰ τὸν σηκώσουν. Παρόμοια κινητικότητα ἐκδηλώνει κι αὐτὸς ποὺ ἔχασε τὸν δρόμο του. Δὲν λέει: Ἀφοῦ ἔχασα τὸν δρόμο μου, ἂς μείνω γιὰ πάντα ἐδῶ. Ἀλλὰ ψάχνει νὰ βρεῖ τὸ μονοπάτι, προσπαθεῖ νὰ προσανατολισθεῖ, ρωτάει κι ἄλλους ἀνθρώπους, μέχρις ὅτου βρεῖ τὸν δρόμο του καὶ ἀκολουθήσει τὴ σωστὴ πορεία.

Τὸ ἴδιο ὄφειλε νὰ κάνει καὶ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός. Τὸ ἴδιο ὀφείλουμε νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς. Μόλις πέφτουμε στὴν ἁμαρτία, ἀμέσως νὰ σηκωνόμαστε μὲ τὴ μετάνοια. Χωρὶς χρονοτριβή! Μόλις χάνουμε τὸν δρόμο μας, νὰ μὴ συνεχίζουμε νὰ βαδίζουμε στὰ σκοτάδια τῆς πλάνης καὶ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι «ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή».
Ὅμως στὴν πράξη, τὸ ἔκανε αὐτὸ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός; Δυστυχῶς δὲν τὸ ἔκανε πάντοτε. Ἄλλοτε ­παρουσιαζόταν σκληρὸς καὶ ἀμετανόητος κι ἄλλοτε ἀλ­ληθώριζε πρὸς τὴν εἰδωλολατρία. Τὸ κάνουμε τάχα ἐμεῖς; Δυστυχῶς, οὔτε κι ἐμεῖς τὸ κάνουμε πάντοτε. Ἄλλοτε μένουμε στὴν πτώση μας κι ἄλλοτε συνεχίζουμε νὰ βαδίζουμε σὲ λάθος δρόμο.
Τὸ προφητικὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως ἀναφέρει ρητῶς ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ τῶν ἐσχάτων ἀντὶ νὰ μετανοοῦν γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους καὶ νὰ δίνουν δόξα στὸν ἅγιο Θεό, θὰ παραμένουν ἀμετανόητοι στὶς πτώσεις τους καὶ θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ προσκυνοῦν τὰ δαιμόνια καὶ τὰ εἴδωλα (ις΄ 9· θ΄ 20).
Τόσο πολὺ γοητεύει τὸν ἄνθρωπο ἡ εὐπερίστατη ἁμαρτία, ποὺ δὲν ­ἐννοεῖ νὰ τὴν ἀποχωρισθεῖ. Ὅπως τὸ ἄγριο ζῶο ποὺ τραυματίζει τὴ γλώσσα του, γλείφον­τας μία λίμα, ἐξακολουθεῖ νὰ τὴ γλείφει, διότι εὐχαριστεῖται ἀπὸ τὴ γεύση τοῦ αἵματος, ἔτσι κι ὁ ἀμετανόητος ἄνθρωπος, παρόλο ποὺ τραυματίζεται ἁμαρτάνοντας, ἐξακολουθεῖ νὰ ἁμαρτάνει, διότι δελεάζεται ἀπὸ τὸ ἀπατηλὸ προσωπεῖο της.
Ὅμως ἡ ἀμετανοησία μας λυπεῖ τὸν ἅγιο Θεό, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀνακαλεῖ μὲ τὴ φωνὴ τοῦ προφήτου Ἱερεμίου λέγοντας: «Γιατί ὁ λαός μου μένει στὴν ἠθικὴ πτώση του καὶ πορεύεται σὲ λάθος δρόμο, ἀντὶ νὰ ἐπιστρέψει στὸ σωστὸ καὶ σωτήριο;» (Ἱερ. η΄ 5).
Εἶναι ὁπωσδήποτε πτώση μεγάλη ἡ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας. Ἀλλὰ τὸ νὰ παραμένουμε στὴν πτώση μας εἶναι ἀκόμη χειρότερο κακὸ ποὺ παροργίζει τὸν ἅγιο Θεό. «Οὐκ ἐγκαλῶ, φησίν, ὅτι ἔπεσας. Ἀλλ’ ὅτι μένεις ἐπὶ τῷ πτώματι, τοῦτό με παροξύνει». Δὲν σὲ κατηγορῶ τόσο πολὺ ποὺ ἔπεσες, ὅσο σὲ κατηγορῶ ποὺ παραμένεις στὴν πτώση σου. Αὐτὸ μὲ ἐξοργίζει περισσότερο, τονίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (PG 64, 844).
Γράφει ἀκόμη ὁ χρυσορρήμων Πατὴρ σ’ ἕνα μοναχὸ ποὺ ὀνομαζόταν Θεό­δω­ρος: «Οὐ δεινόν, ὦ φίλε Θεόδωρε, τὸ πα­λαίοντα πεσεῖν, ἀλλὰ τὸ μεῖναι ἐν τῷ πτώματι» (PG 47, 369). Δὲν εἶναι φοβε­ρὸ νὰ πέσει ὁ παλαιστής, ἀλλὰ νὰ παραμείνει πεσμένος κάτω στὸ χῶμα. Δὲν εἴμαστε ἄπτωτοι οἱ ἄνθρωποι. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς «Κλίμακος» ὅτι «ἀγ­­γέλων ἐστὶ τὸ μὴ πίπτειν... ἀνθρώπων δὲ τὸ πίπτειν καὶ πάλιν ἀνίστασθαι, ὁ­­­σάκις ἂν τοῦτο συμβῇ», νὰ πέφτουν, ἀλ­­λὰ καὶ νὰ σηκώνονται πάλι ὅταν πέσουν (Κλῖμαξ Δ΄, κζ΄).
Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ μένουμε στὴν πτώση μας, ἀλλὰ νὰ μετανοοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Ἐὰν ­μετανοοῦμε εἰλικρινῶς, ὁ ἅγιος Θεὸς θὰ δέχεται τὴ με­­τάνοιά μας καὶ θὰ μᾶς συγχωρεῖ. «Οὐκ ἔστιν ἁμαρτία ἀσυγχώρητος, εἰ μὴ ἡ ἀ­­­μετανόητος», γράφει ὁ ­ὅσιος ­Ἰσα­ὰκ ὁ Σύρος (Ἀσκητικά, Λόγος Λ΄). Μό­­νο οἱ ἀμετανόητες ἁμαρτίες μας ­πα­­ραμέ­νουν ἀσυγχώρητες. Ὅλες οἱ ἄλ­­­λες ­συγχω­ροῦνται.
Ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς «Κλίμακος» συμ­βουλεύει τὰ τραύματά μας νὰ θεραπεύονται ὅσο ἀκόμη εἶναι φρέσκα καὶ ζεστά. Διότι τὰ χρόνια καὶ ­παραμελημένα τραύματα δύσκολα θεραπεύονται (Κλῖ­μαξ Ε΄, ιβ΄). Τὸ ἄριστο ­βεβαίως εἶ­ναι νὰ ἀποστρεφόμαστε τελείως τὴν ἁ­­­μαρτία. Νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ μὴν ἁμαρτάνου­με. Ἀλλὰ κι ἂν ­ἁμαρτήσουμε, ἀμέ­σως νὰ σηκωνόμαστε. Κι ἂν ­ξαναπέ­σουμε στὴν ἁμαρτία, πάλι νὰ σηκωνό­μαστε. «Ἐὰν πά­λιν ἁμάρτῃς, πά­λιν ­με­τανόησον»! Τὸ «πίπτ’ ἔγειραι» τῶν ἀ­­σκητικῶν βιβλίων αὐτὴ τὴν ἔννοια ἔχει: Μόλις πέφτουμε, νὰ σηκωνόμαστε. Νὰ ­προσερχόμαστε στὸ φιλάνθρωπο Μυστήριο τῆς ἱερᾶς ­Ἐξομολογήσεως καὶ νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ συγχώρηση. Μέχρις ὅτου μᾶς πάρει ὁ ἅγιος Θεὸς στὴ Βασιλεία Του, ὁ­πό­τε θὰ παύσουμε πλέον νὰ ­πέ­­φτουμε.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

http://aktines.blogspot.gr

Γιατί ο Θεός επιτρέπει οι "ελέω Θεού" άρχοντές μας, να είναι συχνά ΑΝΑΞΙΟΙ;

Γιατί ο Θεός επιτρέπει οι "ελέω Θεού" άρχοντές μας, να είναι συχνά ΑΝΑΞΙΟΙ; Και αν είναι "ελέω Θεού", και "τεταγμένοι από τον Θεό" κατά την Αγία Γραφή, πώς γίνεται να είναι συχνά ανάξιοι; Ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναϊτης, μας εξηγεί...

Ερώτησις: Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι οι εξουσίες τού κόσμου έχουν ταχθή από τον Θεό2.Πρέπει λοιπόν να δεχθούμε ότι κάθε άρχοντας η βασιλεύς ή Επίσκοπος προχειρίζεται στο αξίωμα αυτό από τον Θεό;

Απόκρισις: Ο Θεός λέει στον Νόμο: «Θα σας δώσω άρχοντας σύμφωνα με τις καρδιές σας»3. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι μεν άρχοντες και οι βασιλείς που είναι άξιοι αυτής της τιμής προχειρίζονται στο αξίωμα αυτό από τον Θεό. Οι άλλοι πάλι που είναι ανάξιοι προχειρίζονται κατά παραχώρησιν η και βούλησιν τού Θεού σε ανάξιο λαό εξ αιτίας αυτής ακριβώς της αναξιότητός των. Και άκουσε σχετικά μερικές διηγήσεις.

Όταν είχε γίνει βασιλεύς ο Φωκάς ο τύραννος4και άρχισε εκείνες τις αιματοχυσίες με τον Βονόσο5 τον δήμιο, υπήρχε κάποιος μοναχός στην Κωνσταντινούπολη, άγιος άνθρωπος, που έχοντας πολλή παρρησία προς τον Θεό, σαν να δικαζόταν με τον Θεό και έλεγε με απλότητα: 
«Κύριε, γιατί έκανες τέτοιον βασιλέα;» Και τότε, αφού το έλεγε αυτό για αρκετές ημέρες, τού ήλθε φωνή εκ Θεού που έλεγε: «Διότι δεν βρήκα άλλον χειρότερο»

Υπήρχε και κάποια άλλη πόλις στην περιοχή της Θηβαΐδος που ήταν γεμάτη παρανομία, της οποίας οι πολίτες διέπρατταν πολλά μιαρά και άτοπα πράγματα. Σ' αυτήν λοιπόν κάποιος άνθρωπος του ιπποδρόμου διεφθαρμένος στο έπακρον απόκτησε ξαφνικά κάποια ψευδοκατάνυξη και πήγε και κουρεύτηκε μοναχός και ντύθηκε το μοναχικό σχήμα. Αλλ’ όμως καθόλου δεν σταμάτησε τις πονηρές πράξεις του. 
Συνέβη λοιπόν να πεθάνη ο Επίσκοπος της πόλεως αυτής. Τότε παρουσιάσθηκε σε κάποιον άγιο άνθρωπο άγγελος Κυρίου και του λέει: «Πήγαινε και προετοίμασε την πόλη, για να χειροτονήσουν Επίσκοπο τον πρώην άνθρωπο τού Ιπποδρόμου». Πήγε λοιπόν αυτός και έκανε ό,τι του παρηγγέλθη. Αφού λοιπόν χειροτονήθηκε ο προαναφερθείς πρώην η μάλλον έτι φαυλόβιος, άρχισε με τον νου του να φαντάζεται ότι κάτι είναι και να υψηλοφρονή. Τότε τού παρουσιάσθηκε άγγελος Κυρίου και τού λέει: «Γιατί υψηλοφρονείς, άθλιε; Σου λέω αλήθεια ότι δεν έγινες Επίσκοπος, επειδή ήσουν άξιος για ιερωσύνη, αλλά γιατί αυτής της πόλεως τέτοιος Επίσκοπος της άξιζε».
Γι’ αυτό λοιπόν, αν ποτέ δης κάποιον ανάξιο και πονηρό βασιλέα η άρχοντα η Επίσκοπο, μην απορήσης, μήτε να κατηγορήσης την πρόνοια τού Θεού. Αλλά μάλλον μάθε απ’ αυτό και πίστευε ότι παραδιδόμεθα σε τέτοιους τυράννους εξ αιτίας των ανομιών μας, κι όμως πάλι δεν αφήνουμε τα κακά μας έργα.

TOY EN ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ

1. Ερωτήσεις και αποκρίσεις περί διαφόρων κεφαλαίων εκ διαφόρων προσώπων, Ερώτησις ις', PG 89, 476Β - 477Α.
2. Ρωμ. ιγ' 1.
3. Παράβαλλε Ιερεμ. γ' 15.
4. Φλάβιος Φωκάς: αυτοκράτωρ του Βυζαντίου (602-610), περιβόητος για την σκληρότητα και ακολασία του.
5. Βονόσος ή Βόνωσος: λογοθέτης (υπουργός) επί Φλαβίου Φωκά।

Περιοδικό «Αγιορείτικη Μαρτυρία» τεύχος 7। Μάρτιος – Μάιος 1990.