.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

Σαν γλυκύς συνοδοιπόρος του ανθρώπινου βίου ο προφήτης Δαβίδ βρίσκεται σε όλους τους δρόμους της ζωής και αναστρέφεται πρόσφορα με όλες τις πνευματικές ηλικίες και είναι κοντά σε κάθε παράταξη που προκόβει.
Παίζει με όσους νηπιάζουν, όπως θέλει ο Θεός, με τους άνδρες συναγωνίζεται, παιδαγωγεί τη νεότητα, υποστηρίζει τα γηρατειά, γίνεται στους πάντες τα πάντα.
Γίνεται το όπλο των στρατιωτών, ο προπονητής των αθλητών, η παλαίστρα όσων γυμνάζονται, το στεφάνι των νικητών, η χαρά του τραπεζιού, η παρηγοριά στις κηδείες.
Δεν υπάρχει τίποτε από τη ζωή μας που να είναι αμέτοχο από αυτή τη χάρη. Ποια δυνατή προσευχή γίνεται, που δεν έχει σχέση μ’ αυτή ο Δαβίδ; Ποια ευφροσύνη γιορτής δοκιμάζομε χωρίς να τη χαροποιεί ο Δαβίδ;...
Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσομε και τώρα· ότι δηλαδή, ενώ και γι’ άλλους λόγους είναι μεγάλη η εορτή, ο προφήτης με τη συνεισφορά του την έκανε μεγαλύτερη, συνεισφέροντας πρόσφορα σ’ αυτήν την ευφροσύνη από τους ψαλμούς. Στον ένα ψαλμό σε προτρέπει να γίνεις πρόβατο που το ποιμαίνει ο Θεός και δε στερείται από κανένα αγαθό· και χόρτο να βοσκήσει και νερό να πιει και τροφή και μάντρα και δρόμος και οδηγία και τα πάντα γίνεται ο καλός ποιμένας (Ιω. 10, 2-4· 11), επιμερίζοντας κατάλληλα τη χάρη του σε κάθε ανάγκη.  
Με όλα αυτά διδάσκει την Εκκλησία, ότι πρέπει να γίνεις πρώτα πρόβατο του καλού ποιμένα οδηγούμενο με την ορθή κατήχηση στις θείες βοσκές και πηγές των διδαγμάτων για να συνταφείς μαζί του με το βάπτισμα στο θάνατο (Ρωμ. 6, 3-4) και να μη φοβηθείς αυτόν το θάνατο· γιατί αυτός δεν είναι θάνατος, αλλά σκιά και αποτύπωμα θανάτου. Γιατί λέει· «αν βαδίσω μέσα από τη σκιά του θανάτου δε θα το φοβηθώ αυτό ως κάτι κακό, γιατί εσύ είσαι μαζί μου» (Ψαλμ. 22, 4). Έπειτα από αυτά, αφού παρηγόρησε με τη βακτηρία του Πνεύματος (γιατί ο Παράκλητος είναι το Πνεύμα), παραθέτει το μυστικό τραπέζι που ετοιμάστηκε κατ’ αντίθεση με το τραπέζι των δαιμόνων.
Γιατί εκείνοι ήταν που καταβασάνισαν με την ειδωλολατρία τη ζωή των ανθρώπων, ενώ αντίθετή τους είναι η τράπεζα του Πνεύματος. Έπειτα αρωματίζει την κεφαλή με το έλαιο του Πνεύματος και προσφέροντάς του κρασί που ευφραίνει την καρδιά (Ψαλμ. 103, 15), προξενεί στην ψυχή τη νηφάλια εκείνη μέθη, προσηλώνοντας τους λογισμούς από τα πρόσκαιρα στο αΐδιο. Γιατί, όποιος δοκίμασε τη μέθη αυτή, ανταλλάσσει τη βραχύτητα του θανάτου με την αιωνιότητα, παρατείνοντας τη διαμονή του σε μάκρος ημερών μέσα στον οίκο του Θεού.
Αφού μας χάρισε αυτά με τον ένα ψαλμό, διεγείρει την ψυχή με τον επόμενο σε μεγαλύτερη και τελειότερη χαρά και, αν νομίζεις, ας σου παραθέσομε, περιορίζοντας σε λίγα, και τούτου το νόημα. «Κτήμα του Κυρίου είναι η γη και όλο το πλήρωμά της» (Ψαλμ. 23, 1). 
Γιατί παραξενεύεσαι, άνθρωπε, αν ο Θεός μας παρουσιάστηκε στη γη και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους;
Η γη είναι κτήμα δικό του αφού είναι και δημιούργημά του. Δεν είναι επομένως παράδοξο ούτε έξω από το πρέπον να έρθει ο Κύριος στα δικά του (Ιω. 1, 11). Δεν πηγαίνει σ’ ένα ξένο κόσμο, αλλά στον κόσμο που συγκρότησε ο ίδιος, θεμελιώνοντας τη γη επάνω στα νερά και κάνοντάς την κατάλληλη για το πέρασμα των ποταμών. 
Για ποιον λόγον λοιπόν φανερώθηκε; Για να σε βγάλει από τα βάραθρα της αμαρτίας και να σε οδηγήσει στο όρος της βασιλείας, χρησιμοποιώντας ως όχημα την ενάρετη πολιτεία. 
Γιατί δεν είναι δυνατό ν’ ανεβεί κανένας σ’ εκείνο το βουνό, αν δεν τον συνοδεύουν οι αρετές· πρέπει να γίνει καθαρός στα έργα και να μην τον ρυπαίνει καμιά πονηρή πράξη, να είναι καθαρός στην καρδιά και να μην οδηγεί την ψυχή του σε τίποτα το μάταιο ούτε να εξυφαίνει κανένα δόλο κατά του διπλανού του. Αυτής της ανάβασης έπαθλο είναι η ευλογία του Θεού, σ’ αυτόν δίνει ο Κύριος την ελεημοσύνη που επιφυλάσσει· «αυτή είναι η γενεά εκείνων που τον ζητούν και ανεβαίνουν ψηλά με την αρετή» και «ζητούν το πρόσωπο του Θεού του Ιακώβ» (Ψαλμ. 23, 6).
Η συνέχεια του ψαλμού είναι ίσως υψηλότερη κι από την ίδια την ευαγγελική διδασκαλία. Γιατί το Ευαγγέλιο διηγήθηκε τη ζωή και τη συναναστροφή του Κυρίου επάνω στη γη, ενώ ο ουράνιος αυτός προφήτης, βγαίνοντας έξω από τον εαυτό του, για να μην τον βαραίνει το σκαφίδι του σώματος κι αφού αναμίχθηκε με τις υπερκόσμιες δυνάμεις, μας εκθέτει τα λόγια εκείνων, που, βαδίζοντας μπροστά στην πομπή του Κυρίου κατά την κάθοδό του, διατάζουν ν’ ανοίξουν τις πόρτες οι άγγελοι, που περιπολούν τη γη και τους έχει ανατεθεί η φύλαξη της ανθρώπινης ζωής, λέγοντας· «ανοίξτε τις πύλες σας, άρχοντες, και σεις πύλες αιώνιες διαπλατωθείτε και θα εισέλθει ο βασιλιάς της δόξας» (Ψαλμ. 23, 7). 
Και επειδή σε οτιδήποτε εισέλθει αυτός που περιέχει το παν φέρνει τον εαυτό του στα μέτρα εκείνου που τον δέχεται (γιατί δε γίνεται μόνο άνθρωπος εισερχόμενος στους ανθρώπους, αλλά κατ’ ακολουθίαν και στους αγγέλους όταν βρεθεί κατεβάζει τον εαυτό του στη φύση εκείνων), γι’ αυτό έχουν ανάγκη οι φύλακες των πυλών από εκείνον που θα τους δείξει «ποιός είναι αυτός ο βασιλιάς της δόξας» (Ψαλμ. 23, 8). Γι’ αυτό υποδεικνύουν σ’ αυτούς τον κραταιό και ισχυρό δημιουργό και ακαταγώνιστο στον πόλεμο, που πρόκειται να συγκρουστεί με εκείνον που αιχμαλώτισε την ανθρώπινη φύση (Ρωμ. 7, 23. Εβρ. 2, 14) και να εξουδετερώσει αυτόν που έχει τη δύναμη του θανάτου (Α´ Κορ. 15, 26), ώστε, αφού αφανιστεί ο έσχατος εχθρός, να ανακληθούν οι άνθρωποι στην ελευθερία και την ειρήνη.
Πάλι λέει τους ίδιους λόγους (γιατί ολοκληρώθηκε πια το μυστήριο του θανάτου και πραγματοποιήθηκε η νίκη κατά των εχθρών και υψώθηκε το εναντίον τους τρόπαιο, ο σταυρός, και πάλι «ανέβηκε ψηλά αυτός που αιχμαλώτισε πολλούς αιχμαλώτους, αυτός που έδωσε τη ζωή και τη βασιλεία, αυτά τα αγαθά δώρα στους ανθρώπους» (Ψαλμ. 67, 19), και πρέπει ν’ ανοίξουν πάλι γι’ αυτόν οι υψηλές πύλες. Παίρνουν μέρος στην προπομπή οι δικοί μας φύλακες και διατάζουν να του ανοιχτούν οι υψηλές πύλες, για να δοξαστεί πάλι σ’ αυτές. Τους είναι όμως άγνωστος αυτός που φόρεσε τη βρώμικη στολή της δικής μας ζωής, που οι λεκέδες των ρουχών του είναι από το ληνό των ανθρώπινων κακών (Βλ. Ησ. 63, 2). 
Γι αυτό απευθύνουν σ’ εκείνους που συνιστούν την προπομπή αυτή την ερώτηση· «ποιός είναι αυτός ο βασιλιάς της δόξας;» (Ψαλμ. 23, 10). Δε δίνεται όμως ακόμα η απάντηση, «ο κραταιός και ισχυρός στον πόλεμο» (Ψαλμ. 23, 8. 23, 10), αλλά «ο Κύριος των δυνάμεων», που έχει την εξουσία του παντός, που ένωσε στο πρόσωπό του τα πάντα (Εφ. 1, 10), αυτός που είναι ο πρώτος από όλα (Κολ. 1, 18), που αποκατέστησε τα πάντα στην πρώτη τους μορφή (Πράξ. 3, 21), «Αυτός είναι ο Βασιλιάς της δόξας» (Ψαλμ. 23, 10). 
Βλέπετε πόσο γλυκύτερη μας κάνει ο Δαβίδ την εορτή, αναμιγνύοντας τη χάρη των ψαλμών του στη χαρά της Εκκλησίας.
Ας μιμηθούμε λοιπόν κι εμείς τον προφήτη, σ’ εκείνα που είναι δυνατό να επιτύχομε τη μίμησή του, στην αγάπη προς το Θεό, στην πραότητα της ζωής, στη μακροθυμία σ’ όποιους μας μισούν, για να γίνει η διδασκαλία του προφήτη χειραγωγία προς την κατά Θεόν πολιτεία στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης

Όποιοι κι αν είμαστε



Το πάθος της έπαρσης φυτρώνει κατά κάποιο τρόπο μέσα σχεδόν σε κάθε άνθρωπο. 
Γι’ αυτό ο Κύριος από το σημείο αυτό αρχίζει τους μακαρισμούς. Ξεριζώνει από το χαρακτήρα μας την υπερηφάνεια ως άλλο πρωταρχικό κακό, με το να μας συμβουλεύει να μιμούμαστε Εκείνον, που θεληματικά πτώχευσε και ο Οποίος είναι ο αληθινά μακάριος. 
Έτσι θα τραβήξουμε πάνω μας την κοινωνία της μακαριότητας, αφού θα έχουμε εξομοιωθεί με το να πτωχεύσουμε θεληματικά, όσο μπορούμε κι όποιοι κι αν είμαστε. Να έχετε μέσα σας το φρόνημα εκείνο, γράφει ο Απόστολος (Φιλιπ. 2, 5 κ.ε. ) που είχε κι ο Χριστός, ο Οποίος μολονότι ήταν Θεός, δεν θεώρησε κλεμμένο αγαθό το να είναι ίσος με το Θεό αλλά άδειασε τον εαυτό του από τη θεότητα και πήρε τη μορφή του δούλου.

Άγιος Γρηγόριος Νύσσης

Η επιχειρηματολογια του αγίου Γρηγορίου Νύσσης κατά των Οικουμενιστών!

Ὅλες οἱ αἱρέσεις ἀκολουθοῦν παρόμοιες πρακτικὲς γιὰ νὰ παραπλανήσουν τοὺς πιστούς. Παρουσιάζουμε τὴν ἀκριβῆ μετάφραση ἑνὸς μικροῦ ἀποσπάσματος, ἀπὸ κείμενο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Νύσσης ποὺ ἀναφέρεται στὴν αἵρεση τοῦ Εὐνομίου, διατηρώντας τὴν ἐπιχειρηματολογία τοῦ Ἁγίου καὶ τοποθετώντας στὴν θέση τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Εὐνομίου, τὶς θέσεις τῶν Οἰκουμενιστῶν.

Οἱ αἱρετικοὶ Οἰκουμενιστές, ἐπειδή, ὅταν οἱ κακοδοξίες τους λέγονται ἔτσι, χωρὶς τὸ ντύμα τῶν συλλογισμῶν, προκαλοῦν κάποιο ἐρεθισμό, καὶ πάντοτε ὀργή, καὶ κάνουν ὅποιον τ’ ἀκούει νὰ νιώθει φρίκη ἀπὸ τὰ παράδοξα λόγια, γι’ αὐτὸ μὲ κάποιες πιθανοφανεῖς παραπλανήσεις καὶ ἀπάτες, ἀφοῦ σκέπασαν τὴν ὕπουλη αὐτὴ παγίδα τοῦ λόγου μὲ ἀγαπολογικὰ καὶ οἰκουμενικὰ ἐπινοήματα παρασύρουν τοὺς ἀνοήτους ἀπὸ τοὺς ἀκροατές. Ἀφοῦ ἔπλασαν καὶ κατασκεύασαν παραπλανητικὰ θεολογήματα, ἐκεῖνα δηλ. μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ παρασυρθεῖ στὰ ζητήματα αὐτὰ ἡ σκέψη τῶν ἀκροατῶν, τοὺς ἀφήνουν νὰ βυθιστοῦν στὴν ἀπώλεια.
Ὅταν δηλαδή, λέγουν ὅτι εἶναι Ἐκκλησία καὶ ὁ Παπισμὸς καὶ ἡ Ὀρθοδοξία, ἐπειδὴ κι οἱ δυὸ πιστεύουν στὸν ἴδιο Χριστὸ κι ὅτι ἔχουν πολλὰ κοινὰ σημεῖα, καὶ στὸ συμπέρασμα αὐτό, βέβαια, καταλήγουν μὲ σοφιστικὸ τρόπο μὴ διακρίνοντας τὴν ἀλήθεια ποὺ διακρατεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀπὸ τὴν ἀναλήθεια καὶ τὸ περὶ τὴν ἐκκλησιολογία ψεύδη μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι ἑνωμένος ὁ Οἰκουμενισμός, ἐκεῖνο ποὺ πετυχαίνουν (μὲ αὐτὸ τὸ σόφισμα) δίχως νὰ τὸ δηλώνουν μὲ λόγια, εἶναι ὅτι κραταιώνεται ἡ ἀσέβεια τῆς αἱρέσεως, ἀφοῦ στὸ μυαλὸ τῶν ἀκροατῶν σμικρύνεται καὶ ἐξαφανίζεται ἡ διάκριση μεταξὺ τῆς Μίας Ἐκκλησίας ποὺ σώζει τὸν ἄνθρωπο, ἐπειδὴ εἶναι ἑνωμένη μὲ τὴν κεφαλή της τὸν Χριστό, καὶ τῆς «νέας Ἐκκλησίας» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ δὲν σώζει, ἀφοῦ ἀρνεῖται τὴν Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ἀλήθεια, ὅπως ἔχει διατυπωθεῖ στὸ Σύμβολο τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι δηλαδή, μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία, γιατὶ ἕνας εἶναι ὁ Σωτήρας Χριστός· καὶ οὐκ ἔστι ἐν οὐδεμιᾷ ἄλλῃ «ἐκκλησίᾳ» ἡ σωτηρία.

Καὶ συμβαίνει τοῦτο· ὅπως ὁ δηλητηριαστὴς κάνει τὸ δηλητήριο εὐκολόπιοτο, γλυκαίνοντας μὲ τὸ μέλι τὸν ὄλεθρο αὐτοῦ ποὺ ἐπιβουλεύεται, κι αὐτὸς μόνο τὸ δίνει, ἐνῶ ἐκεῖνο διαχύνεται μέσα στὰ σπλάχνα αὐτοῦ ποὺ τὸ λαμβάνει, καὶ χωρὶς καμιὰ πλέον ἐπέμβαση τοῦ δηλητηριαστῆ προκαλεῖ τὸ θάνατο, κάτι παρόμοιο γίνεται καὶ μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές. 
Γιατὶ τὴν ἀποδοχὴ ὅτι οἱ αἱρετικοὶ εἶναι Ἐκκλησία ποὺ ἔχει μυστήρια, τὴν ἀκολουθεῖ ἡ παραδοχὴ ὅτι καὶ ἡ αἵρεση σώζει, καὶ ὅτι ἡ αὐστηρότητα τῶν Ἁγίων Πατέρων ἦταν ὑπερβολική. Κι ἔτσι σχετικοποιοῦνται καὶ ὑποβιβάζονται στὴν διάνοια καὶ τὴν ψυχὴ τῶν πιστῶν οἱ δογματικὲς ἀλήθειες ποὺ οἱ Ἅγιοι μᾶς διδάσκουν, ἀλλὰ καὶ ἡ ποιμαντικὴ ἕως τώρα στάση τῆς Ἐκκλησίας, σχετικοποιεῖται ἐπίσης καὶ ἡ σαφὴς διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπόλυτο τρόπο διδάσκει ὅτι εἶναι ἀδύνατη ὁποιαδήποτε σχέση τοῦ φωτὸς τοῦ Χριστοῦ μετὰ τοῦ σκότους τῆς αἱρέσεως καὶ τῆς ἀναμείξεως τῆς Ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ μετὰ τοῦ ψεύδους τοῦ Βελίαρ-Σατανᾶ. Αὐτὰ δηλαδή, ποὺ προσπαθοῦν νὰ ἀναμείξουν οἱ παναιρετικοὶ Οἰκουμενιστές.

Πότε μοιάζεις με τον Θεό;

«Και δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο· σύμφωνα με τη δική του εικόνα τον δημιούργησε». Μήπως όμως δεν πρόσεξες ότι ήταν ελλιπή κι όχι επαρκή τα αποδεικτικά στοιχεία, που παρουσιάσαμε; «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική μας εικόνα και κατά τη δι­κή μας ομοίωση». Η απόφαση είχε δύο στοιχεία «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωση». Η δημιουργία όμως έχει ένα. Πώς εξηγείται αυτό; Μήπως αρχικά σκέφθηκε ο Θεός διαφορετικά, και εκ των υστέρων άλλαξε γνώμη; Μήπως κάποια μετάνοια ακολούθησε ευθύς μετά τη δημιουργία; Μήπως εκφράζεται η αδυναμία του Δημιουργού, που άλ­λα αποφασίζει πιο μπροστά, κι άλλα πραγματοποιεί με­ταγενέστερα; Ή μήπως κρύβεται κάποια πολυλογία σ’ αυτά τα λόγια; Γιατί αμέσως αυτό λέει· «Ας δημιουργή­σουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα και την ο­μοίωση». Γιατί, αφού είπε «κατ’ εικόνα», δεν παρέλειψε να προσθέσει: και «καθ’ ομοίωση». Απ’ αυτές όποια ά­ποψη κι αν προτιμήσουμε, θα κατηγορήσουμε το γραφτό λόγο. Γιατί αν λέει το ίδιο πράγμα με δύο όρους, είναι πλεονασμός, το να επαναλαμβάνει δύο φορές τα ίδια. Αλλά το να λέμε ότι στην Αγία Γραφή υπάρχει λόγος περιττός, είναι φοβερή βλασφημία. Γιατί δεν περιέχει λόγια περιττά. Συνεπώς είναι αναγκαίο να δημιουργήθηκε ο άνθρωπος σύμφωνα με την εικόνα του Θεού και καθ’ ο­μοίωση...

Αλλά γιατί δεν λέει: Και δημιούργησε ο Θεός τον άν­θρωπο σύμφωνα με τη δική του εικόνα και κατά την ομοίωση; Αδυνατεί ο Δημιουργός; Είναι ασεβής ο λόγος. Μήπως μετανόησε Εκείνος που δίνει την προσταγή; Α­κόμη πιο βλάσφημο και να το σκεφθείς. Αλλά μήπως είπε, κι ύστερα μετέβαλε γνώμη; Όχι. Ούτε η Γραφή το λέ­ει, ούτε ο Δημιουργός αδυνατεί, ούτε η αρχική θέληση ματαιώθηκε. Και ποιός είναι ο λόγος της σιωπής; «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική μας εικόνα και κατά την ομοίωση». Απ’ αυτά τα δύο, το μεν ένα το αποκτάμε κατά την ώρα της δημιουργίας το δε άλλο το πετυχαίνουμε με τη θέληση. Κατά την πρώτη δημιουργία μαζί με μας συνυπάρχει και το ότι έχουμε δημιουργηθεί σύμφωνα με την εικόνα του Θεού. Το να φθάσουμε να ομοιάσουμε με το Θεό, το πετυχαίνουμε εμείς οι ίδιοι με την ελεύθερη προαίρεση. Κι αυτό το σχετικό με την προαίρεση υπάρχει μέσα μας με τρόπο δυναμικό, το μεταφέρουμε δε στους εαυτούς με τρόπο ενεργητικό. Κι αν δεν έλεγε ο Κύριος εκ των προτέρων, όταν μας δη­μιουργούσε, «ας δημιουργήσουμε» και «κατά την ομοίω­ση», αν δηλαδή δεν μας είχε χαρίσει τη δύναμη να φθάσουμε στο «κατά την ομοίωση», δε θα είχαμε πάρει στην εξουσία μας την ομοίωση προς το Θεό. Τώρα όμως δυνα­μικά μας είχε δημιουργήσει για να μοιάσουμε στο Θεό. Και με το ναμας δίνει τη δύναμη, για να μοιάσουμε στο Θεό, μας αφήνει να γίνουμε οι ίδιοι εργάτες της ομοίωσης προς το Θεό. Κι αυτό έγινε με το σκοπό να αναγγέλλει η αμοιβή τη δουλειά, και για να μην είμαστε σαν τις εικόνες που ζωγραφίζει ο ζωγράφος και βρίσκονται έτσι τυχαία, και τέλος τα αγωνίσματα για τη δική μας εξομοίωση να μην αποδώσουν σε άλλον τον έπαινο. Γιατί όταν βλέπεις την εικόνα, να είναι φτιαγμένη με ακρίβεια ως προς το πρωτότυπο, δεν επαινείς την εικόνα, αλλά θαυμάζεις το ζωγράφο. Για να είναι, λοιπόν, για μένα ο θαυμασμός κι όχι για κανένα ξένο, άφησε ο Θεός σε μένα, το να γίνω ό­μοιος με το Θεό. Γιατί με το να είμαι λογικός, έχω το κατ’ εικόνα. Γίνομαι όμως καθ’ ομοίωση, με το να γίνω Χρι­στιανός. Γιατί μας παραγγέλλει: «Να γινόσαστε τέλειοι, όπως είναι τέλειος ο ουράνιος Πατέρας σας» (Ματθ. 5, 48). 

Βλέπεις που μας αποδίδει ο Κύριος το καθ’ ομοίωση; Στην αγαθότητα, γιατί ανατέλλει τον ήλιο του στους πο­νηρούς και στους αγαθούς και βρέχει για τους δικαίους και για τους άδικους. Αν γίνεις άνθρωπος, που αποστρέφεσαι την πονηρία, αμνησίκακος, που δεν θυμάσαι τη χθε­σινή έχθρα, αν φθάσεις να αγαπάς τους αδελφούς σου και να συμπάσχεις μαζί τους, ομοίασες προς το Θεό. Αν συγχωρείς τον εχθρό σου μέσα από την καρδιά σου, ομοίασες προς το Θεό. Αν γίνεις για τον αδελφό σου, που έσφαλε σε βάρος σου, τέτοιος που είναι ο Θεός για σένα τον αμαρτωλό, ομοίασες προς το Θεό με την ευσπλαχνία προς τον πλησίον σου. Συνεπώς έχεις μεν το κατ’ ει­κόνα, με το ότι είσαι λογικός, αλλά μπορείς να γίνεις καθ’ ομοίωση, με το να φορέσεις πάνω σου σαν ένδυμα την αγαθότητα. Απόκτησε αισθήματα συμπάθειας, την αγαθότητα, για να ενδυθείς το Χριστό. Γιατί με όλα ε­κείνα τα προτερήματα με τα οποία καλλιεργείς μέσα σου τη συμπάθεια, με αυτά ενδύεσαι το Χριστό. Και με την οικειότητά σου προς το Χριστό, γίνεσαι οικείος με το Θεό. Έτσι η διήγηση γίνεται διδασκαλία για την ανθρώπινη ζωή.
«Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική μας εικόνα». Έχω λοιπόν, το κατ’ εικόνα με τη δη­μιουργία. Γίνομαι δε και καθ’ ομοίωση με τη θέλησή μου. Γιατί έδωσε τη δύναμη για το καθ’ ομοίωση. Γιατί αν σε δημιουργούσε και καθ’ ομοίωση, πώς θα φαινόταν η δόξα σου; Και γιατί να έπαιρνες εσύ το στεφάνι της νίκης; Γιατί αν ο Δημιουργός σού πρόσφερε το παν, με ποιο τρόπο θα ανοιγόταν για σένα η βασιλεία των ουρανών; Τώρα όμως το μεν ένα σου έχει δοθεί, ενώ το άλλο μένει ατελείωτο, ώστε, όταν καταστήσεις τον εαυτό σου τέλειο, να γίνεις άξιος της ανταμοιβής από το Θεό. Καιπώς γινόμαστε καθ’ ομοίωση Θεού; Με τη βοήθεια των Ευαγγελίων. Τι είναι ο Χριστιανισμός; Εξομοίωση με το Θεό, κατά το δυνατό στην ανθρώπινη φύση. Εφόσον αποδέχτηκες να γίνεις Χριστιανός, σπεύσε να αναδειχθείς όμοιος με το Θεό, φόρεσε ως ένδυμα το Χριστό. Αλλά πώς θα τον ενδυθείς, συ που δεν έχεις σφραγισθεί, συ που δεν έχεις λά­βει το Βάπτισμα; Συ που δεν πήρες ακόμη τη στολή της αφθαρσίας; Διώχνεις μακριά την εξομοίωσή σου προς το Θεό. Αν σου έλεγα· έλα να γίνεις όμοιος με το βασι­λιά, δε θα με θεωρούσες ευεργέτη; Επειδή θέλω να σε κά­νω όμοιο με το Θεό, αποφεύγεις το λόγο που σε θεο­ποιεί, αφού κλείνεις τα αυτιά, για να μην ακούσεις ούτε κι αυτά τα σωτήρια λόγια;

(Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής του ανθρώπου, εκδ. Τέρτιος, σ. 311-317)

diakonima.gr