.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Μέχρι πότε θά σπρώχνουμε τούς ἑαυτούς μας στούς γκρεμούς;»

«Την ευγένεια συνήθως δεν την κάνει η λάμψη του πλούτου ούτε η αφθονία των χρημάτων, αλλά η ευγένεια των τρόπων, ενώ αντίθετα εκείνοι που στερούνται αυτήν και υπερηφανεύονται από τη δόξα των γονέων τους, στολίζονται μόνο με το απλό όνομα της ευγένειας και όχι με την ουσία του πράγματος, ή καλύτερα το ίδιο αυτό το όνομα αποκαλύπτεται πολλές φορές χωρίς σημασία αν κανείς ανατρέξει στους παλαιότερους προγόνους αυτών των ευγενών...


Ο Παύλος ζητούσε την ευγένεια της ψυχής και δίδασκε τους άλλους αυτήν να θαυμάζουν.

Δεν είναι λοιπόν μικρό αυτό που τώρα κερδίζουμε από δω, δηλαδή το να μην ντρεπόμαστε για κανέναν από τους ασήμαντους, το να επιζητούμε την αρετή της ψυχής, το να θεωρούμε περιττά και ανώφελα όλα τα πράγματα που μας περιβάλλουν.»

«Να είσαι φίλος με όλους, να είσαι επιεικής, να αγαπιέσαι από όλους, να μη φιλονικείς με κανένα άδικα και μάταια, τίμα τον πατέρα σου, τίμα τη μητέρα σου, απολάμβανε αγαθή φήμη, γίνε όχι άνθρωπος, αλλά άγγελος, μη πεις τίποτε το αδιάντροπο, τίποτε το ψεύτικο, αλλά ούτε και να το σκεφθείς, βοήθα εκείνους που έχουν ανάγκη, να μην έχεις αρπαγμένα πράγματα, να μην είσαι υβριστής, ούτε θρασύς και κανένας δεν ακούει…

Μέχρι πότε θα σπρώχνουμε τους εαυτούς μας στους γκρεμούς;
Μέχρι πότε θα βαδίζουμε στα αγκάθια;
Μέχρι πότε θα πληγώνουμε τους εαυτούς μας με καρφιά και θα ομολογούμε και χάρη;

Ἄς ἀφυπνισθοῦμε κάποτε, ἄς μετατρέψουμε τούς ἑαυτούς μας, ἄς τούς συγκροτήσουμε, ἄς ἀγαπήσουμε τό Θεό ὅπως πρέπει, γιά νά ἀξιωθοῦμε τά ἀγαθά πού ὑποσχέθηκε σέ ἐκείνους πού τόν ἀγαποῦν, μέ τή χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ”.

Ὑπόδειγμα Ἐπισκόπου ....Προσέξτε καλά

Ὅποιος φρουρός ἐπισκοπών ἐπιτρέπει τήν εἰσοδο αἱρετικοῦ ἐντός τοῦ στρατοπέδου καί δέν τόν ξεμπροστιάζει, ἀλλά ἀντιθέτως συντρώγει μαζί του καί τόν περιποιεῖται, εἶναι σάν νά βάζει φωτιά στό στρατόπεδο τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή στήν Ἐκκλησία Του. 

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.


Τρεῖς φορές διώχθηκε καί ἐξορίστηκε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀπό τήν ‘’ἐπίσημη ἐκκλησία’’. Τήν τελευταία του πνοή, στήν ἐξορία τήν ἄφησε.
Ὁ Μεγάλος μας Ἱεράρχης, ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, δέν χαρίστηκε σέ κανέναν ἀπό τούς τότε ἰσχυρούς καί ὑπερήφανους. Ἀντιστάθηκε μέ αὐταπάρνηση στίς αὐθαιρεσίες τῶν δυναστῶν, ἤλεγξε μέ αὐστηρότητα τήν αὐτοκρατορική φαυλότητα, ἀπέβαλε ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας κάθε ἀνάξιον ἐπίσκοπο καί προπαντός ὕψωσε τεῖχος ὑψηλό καί ἀπροσπέλαστο ἀπέναντι στήν αἵρεση καί τήν ἀσέβεια. 

Οἱ διδαχές του πάνω σέ θέματα διαφύλαξης τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν μάστιγα τῶν αἱρέσεων εἶναι σαφεῖς καί ἄκρως ἐπίκαιρες. 
Γράφει σχετικά: 

‘’Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό στρατόπεδο τοῦ Χριστοῦ. Ὀφείλετε μέ προσοχή πολλή νά διερευνᾶτε καί νά ψάχνετε τούς γύρω σας, μήπως εἰσχώρησε στίς τάξεις μας κάποιος ἀλλόφυλος (αἱρετικός ἤ ἀσεβής). Καί νά τόν φανερώνετε ἀμέσως. 
Ὄχι φυσικά γιά νά τόν φονεύσουμε ἤ νά τόν τιμωρήσουμε, ἀλλά γιά νά τόν ἀπαλλάξουμε ἀπό τήν πλάνη καί τήν ἀσέβεια καί νά τόν καταστήσουμε ἐξ ὁλοκλήρου δικό μας. Διότι ὅποιος ξέρει αὐτόν πού κάνει τό κακό καί τόν ἀνέχεται καί τόν ἀποκρύπτει, εἶναι σάν νά τοῦ δίνει τήν ἄδεια νά διαπράττει μέ μεγαλύτερη θρασύτητα τό κακό’’.(*)
Μέ φρόνημα ὑποδειγματικῆς ποιμαντικῆς εὐθύνης, ὁ Χρυσορρήμων Ἰωάννης διαβλέποντας τούς κινδύνους ἀπό τήν συγκάλυψη τῶν αἱρετικῶν, συμβουλεύει τούς πιστούς καί λέει: 
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό στρατόπεδο τοῦ Χριστοῦ. Βάλτε τριγύρω της ἐπισκόπους, φύλακες προσεχτικούς καί ἄγρυπνους. Τά μάτια σας δεκατέσσερα, μή τυχόν καί σᾶς ξεφύγει κανένας αἱρετικός καί περάσει ἀνενόχλητος μέσα στό στρατόπεδο.
Μόλις ἀντιληφθείτε αἱρετικόν ἤ ἀσεβή νά παραβιάζει τά συρματοπλέγματα καί νά μπαίνει παρανόμως στόν χῶρο τοῦ στρατοπέδου, χτυπῆστε ἀμέσως συναγερμό. 
Πρῶτον, γιατί χρειάζεται ὁ ἴδιος ὁ αἱρετικός βοήθεια -ἀπαλλαγή καί σωτηρία ἀπό τήν πλάνη- καί δεύτερον, νά προλάβουμε, μή τυχόν καί κάνει κακό στούς στρατιῶτες μας.
Προσέξτε καλά. Ὅποιος φρουρός ἐπισκοπών ἐπιτρέπει τήν εἰσοδο αἱρετικοῦ ἐντός τοῦ στρατοπέδου καί δέν τόν ξεμπροστιάζει, ἀλλά ἀντιθέτως συντρώγει μαζί του καί τόν περιποιεῖται, εἶναι σάν νά βάζει φωτιά στό στρατόπεδο τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή στήν Ἐκκλησία Του. 

(*) ’’Στρατόπεδόν ἐστε τοῦ Χριστοῦ. Μετά ἀκριβείας ἐρευνᾶτε καί περιεργάζεσθε, εἴ τις τῶν ἀλλοφύλων ὑμῖν ἀναμέμικται καί ποιεῖτε δῆλον, οὐχ ἵνα ἀποκτείνωμεν οὐδ’ ἵνα κολάσωμεν καί τιμωρησώμεθα, ἀλλ’ ἵνα αὐτόν ἀπαλλάξωμεν τῆς πλάνης καί τῆς ἀσεβείας καί ἡμέτερον ἐξ ὁλοκλήρου ποιήσωμεν. Ὁ γάρ συνειδώς τῷ τά πονηρά πράττοντί τινι, καί περιστέλλων αὐτόν καί ἀποκρύπτων, πλείονα αὐτῷ παρέχει ραθυμίας ὑπόθεσιν καί μετά μείζονος ἀδείας παρασκευάζει τήν πονηρίαν ἐργάζεσθαι’’. (Ε.Π.Ε. 34, 118)

(Ἀπό τό ‘’Χρυσοστομικό λεξικό’’ τοῦ π. Δανιήλ Ἀεράκη, σελ. 135
22/4/2017 

Φώτης ΜιχαήλἸατρός

Ο Θεός μας κάλεσε στον ουρανό, μα εμείς προτιμήσαμε τον άδη

Ο Θεός μας κάλεσε στον ουρανό, μα εμείς προτιμήσαμε τον άδη. Αποδειχθήκαμε ανάξιοι της τιμής που μας έκανε. Ύστερ” από τις τόσες ευεργεσίες Του, φανήκαμε αχάριστοι αλλά και ασύνετοι. Αφήσαμε τον διάβολο να μας γυμνώσει από” όλες τις θεϊκές δωρεές.
Κι έτσι, εμείς, που αξιωθήκαμε να είμαστε παιδιά και αδέλφια και κληρονόμοι του Θεού, δεν ξεχωρίζουμε καθόλου από τους εχθρούς Του, που χλευάζουν τη μεγαλοσύνη Του και καταπατούν τον νόμο Του. «Αλίμονο, ψυχή μου!», αναφωνώ μαζί με τον προφήτη.
«Χάθηκε η ευσέβεια από τη γη. Ούτ” ένας δεν υπάρχει που να κάνει το καλό» ( Μιχ. 7:1-2 )...
Ξέρω ότι πολλοί θεωρούν τα λόγια μου υπερβολικά. Άλλοι ίσως και να γελούν. 
Τόσο ανόητοι είμαστε, που γελάμε για όσα θα έπρεπε να κλαίμε. 
«Γιατί η οργή του Θεού φανερώνεται από τον ουρανό, για να τιμωρήσει κάθε ασέβεια και αδικία των ανθρώπων» ( Ρωμ. 1: 18 ).
«Ο Θεός, ο Θεός μας θα έρθει φανερά και θα λύσει πια τη σιωπή Του. Μπροστά Του θα πηγαίνει φωτιά δυνατή, ολόγυρά Του θα ξεσπάει καταιγίδα σφοδρή» (Ψαλμ. 49:3). 
«Η φωτιά, που θα προπορεύεται, θα κατακαίει γύρω τους εχθρούς Του» (Ψαλμ.96:3). 
«Να, έρχεται η μέρα του Κυρίου σαν αναμμένο καμίνι» (Μαλ. 4:1).
Κανένας δεν δίνει σημασία σε τούτες τις προρρήσεις των Γραφών. Τα φοβερά λόγια των προφητών περιφρονούνται σαν παραμύθια. Πώς, λοιπόν, θα σωθούμε; Πώς θ” αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία; «Χαθήκαμε, αφανιστήκαμε» (Αριθ. 17:27), γίναμε περιγέλια των απίστων, των ειδωλολατρών και των δαιμόνων.
Ο διάβολος καμαρώνει και χαίρεται. Οι φύλακες άγγελοί μας είναι ντροπιασμένοι και σκυθρωποί. Και οι κήρυκες της Εκκλησίας, που μάταια μας καλούν καθημερινά σε μετάνοια, απογοητευμένοι από την αδιαφορία μας, καταφεύγουν, σαν τους προφήτες του Ισραήλ, στα άψυχα στοιχεία, που, μολονότι άλογα, υποτάσσονται πάντα στους νόμους και όρους του Κτίστη τους, χωρίς ποτέ να παραβαίνουν τη θεία τάξη: «Άκου, ουρανέ, και βάλε στ” αυτιά σου, γη, γιατί μιλάει ο Κύριος: «Γέννησα παιδιά και τα μεγάλωσα, αυτά όμως μ” αρνήθηκαν»» (Ησ. 1:2).
Εμάς αφορούν αυτά τα λόγια. Εμείς αρνηθήκαμε τον Πλάστη και Ευεργέτη μας. Εμείς γίναμε πιο άλογοι κι από τα άλογα κτίσματα, καταπατώντας τους φυσικούς και θεόσδοτους νόμους. Καιρός είναι, λοιπόν, να μετανοήσουμε. Καιρός είναι να συνέλθουμε. Όσοι από μας είναι ακόμα υγιείς, ας βοηθήσουν τους αρρώστους.
Όσοι είναι όρθιοι, ας απλώσουν φιλάδελφα το χέρι τους στους πεσμένους. Όσοι βαδίζουν σταθερά στο δρόμο της σωτηρίας, ας προσελκύσουν κι εκείνους που τριγυρνούν στις γκρεμοτοπιές της απώλειας. Ας μη νοιαζόμαστε μόνο για το συμφέρον μας, αλλά και για την ωφέλεια των αδελφών μας. Όλοι φροντίζουμε ν” αυξήσουμε τα κέρδη μας, κανένας να βοηθήσει εκείνους που έχουν ανάγκη. Όλοι απλώνουμε τα χέρια για να πάρουμε, κανένας για να δώσει. Όλοι σκεφτόμαστε πώς θα παρατείνουμε την επίγεια ζωή μας, κανένας πώς θα σώσει την ψυχή του.
Όλοι φοβόμαστε την επίγεια δυστυχία, κανένας δεν τρέμει την αιώνια κόλαση. 
Άφατη είναι η οδύνη της ψυχής μου για την πώρωσή μας. «Ποιος μπορεί να κάνει το κεφάλι μου πηγάδι με νερό και τα μάτια μου πηγές δακρύων, για να κλαίω το λαό μου τούτο μέρα και νύχτα;» (Ιερ. 9:1).
Ίσως μερικοί από σας να λένε με δυσφορία: «Όλο για δάκρυα και θρήνους μας μιλάει αυτός εδώ, όλα μαύρα κι άραχνα τα βλέπει». Δεν θα το ήθελα , πιστέψτε με, δεν θα το ήθελα. Μόνο χαρά κι ευφροσύνη θα ποθούσα να νιώθω, μόνο επαίνους και εγκώμια ν” αναφέρω. Μα δεν είναι καιρός για τέτοια. Τι κι αν δεν κλαίω, αφού τα έργα μας είναι για κλάματα; 
Τι και αν δεν θρηνώ, αφού τα έργα μας είναι αξιοθρήνητα; Σας ενοχλεί η θρηνολογία μου; Αλλά γιατί δεν σας ενοχλούν οι αμαρτίες σας; Είναι αποκρουστικός ο οδυρμός μου; 
Αλλά μήπως δεν είναι, και περισσότερο μάλιστα, ο αντίθετος βίος σας; 
Μην πέσετε στην κόλαση, και δεν πενθώ.
Μην πεθάνετε ψυχικά, και δεν κλαίω. Βλέποντάς σας, όμως, να χάνεστε, πώς να μη λυπάμαι; Πατέρας σας είμαι, πατέρας πνευματικός και φιλόστοργος. Ακούστε τι λέει ο Παύλος: «Παιδιά μου, (που σας γέννησα πνευματικά), για την αναγέννησή σας πάλι περνώ τους πόνους της (πνευματικής) γέννας» (Γαλ. 4:19). Ποια επίτοκη γυναίκα αφήνει τόσο πικρή φωνή, σαν αυτή του απόστολου;
Ω, αν μπορούσατε να καταλάβετε και τον δικό μου πόνο, αν μπορούσατε να δείτε τη φωτιά που καίει την καρδιά μου, θα διαπιστώνατε πως υποφέρω πολύ περισσότερο από τη νιόπαντρη, που χάνει τον άνδρα της, κι από τον πατέρα, που χάνει τον γιο του. 
Υποφέρω, γιατί η ζωή σας είναι γεμάτη ψεύδη και συκοφαντίες, διαμάχες και μίση, αδικίες και κλοπές, μοιχείες και ασέλγειες, κακουργίες και φόνους. Υποφέρω, γιατί και όσοι από σας δεν διαπράττουν τέτοια αμαρτήματα, πέφτουν καθημερινά στην κατάκριση και στην καταλαλιά. Νομίζουν πως είναι χριστιανοί, αλλά δεν φροντίζουν να είναι ευάρεστοι στο Χριστό, δεν προσέχουν τον εαυτό τους, δεν αφοσιώνονται στην θεραπεία της ψυχής τους.
Με τους άλλους ασχολούνται, τους άλλους κρίνουν, τους άλλους καταδικάζουν σαν αμείλικτοι δικαστές. «Ο τάδε είναι ανάξιος για το αξίωμα της ιερωσύνης», αποφαίνονται. 
«Ο δείνα είναι άσεμνος». «Ετούτος είναι υποκριτής». «Εκείνος είναι αλήτης». «Ο άλλος είναι συμφεροντολόγος».
Αντί, όμως να λυπόμαστε και να μετανοούμε για τις δικές μας αμαρτίες, κρίνουμε τους συνανθρώπους μας. Ακόμα κι αν δεν αμαρτάναμε, ακόμα κι αν είχαμε όλα τα χαρίσματα του κόσμου, ακόμα κι αν ήμασταν ανώτεροι απ” όλους τους ανθρώπους, δεν θα έπρεπε να κρίνουμε κανέναν. «Αλήθεια», ρωτάει τον καθένα μας, ο Απόστολος Παύλος, «ποιος σ” έκανε εσένα ανώτερο από τους άλλους; Ποιο χάρισμα έχεις, που να μην το έλαβες από το Θεό; Αφού, λοιπόν, το έλαβες, γιατί καυχιέσαι σαν να μην το είχες λάβει ως δώρο;» (Α΄ Κορ. 4:7).
Πολύ περισσότερο τώρα, που καθημερινά αμαρτάνουμε με τον ένα ή το άλλο τρόπο, δεν έχουμε το δικαίωμα να ξεστομίζουμε κακό λόγο για οποιοδήποτε αδελφό μας. 
«Γι” αυτό», ξαναλέει ο σοφός Παύλος «είσαι αδικαιολόγητος, άνθρωπέ μου, εσύ που κρίνεις τον άλλο. Κρίνοντας τον άλλο, καταδικάζεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Γιατί κι εσύ, ο κριτής, τα ίδια κάνεις.

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Χριστιανός καί Σταυρός

Χριστιανός σημαίνει μικρός Χριστός κι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Ἐσταυρωμένος, ἄρα χριστιανός εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ σταυροῦ.
Γι᾿ αὐτό εἶναι ἀνάρμοστο καί ξένο στόν χριστιανό νά ἀναζητᾶ τίς εὐκολίες καί τήν ἀνάπαυση.
Ὁ Κύριός σου καρφώθηκε στό σταυρό κι ἐσύ ἐπιζητᾶς τήν ἄνεση καί ζῆς μέ πολυτέλεια;
Ἄν ἀγαπᾶς τόν Κύριό σου, πέθανε ὅπως Ἐκεῖνος.
Σταύρωνε τόν ἑαυτό σου, ἔστω κι ἄν δέν σέ σταυρώνει κανείς.
Καί σταυρός εἶναι ὁ ἀγώνας ἐναντίον τῆς κακίας καί τῆς ζήλειας σου.
Σταυρώνεις τό «ἐγώ» σου, ὅταν ἀρνεῖσαι νά ἱκανοποιήσεις τίς κακές ἐπιθυμίες σου.
Κρεμᾶς τόν ἑαυτό σου στό σταυρό, ὅταν ἀφήνεις τόν Θεό νά κατευθύνει τή ζωή σου χωρίς τίς δικές σου λογικές παρεμβάσεις.
Πεθαίνεις σάν τόν Κύριό σου, ὅταν ὑποτάσσεσαι στό θέλημά του χωρίς τά ἀτέλειωτα «γιατί».
Ὁ Κύριος ζήτησε καί ζητᾶ νά τόν ἀκολουθήσουν ὅσοι εἶναι ἀποφασισμένοι νά σηκώσουν τό σταυρό τους, ὅσοι εἶναι ἕτοιμοι νά πεθάνουν, νά ἀρνηθοῦν τίς ἀπολαύσεις καί τήν τρυφή.
Ὅποιος ἀγαπᾶ τήν ἀσφάλεια καί τίς ἡδονές τῆς παρούσης ζωῆς εἶναι ἐχθρός τοῦ σταυροῦ, τοῦ σταυροῦ πού ὁ χριστιανός ἀγαπᾶ καί σηκώνει μέ ὑπομονή γιά χάρη τοῦ Ἐσταυρωμένου του Κυρίου!…

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Πρός Φιλιππησίους 13· ΕΠΕ 22, 8-10

Περί καταθλίψεως

Μαθήτρια τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος τῆς ἔστειλε 11 ἐπιστολές ἀπό τό τόπο τῆς ἐξορίας του. Στήν 10η ἐπιστολή τῆς γράφει: 

«Πράγματι, ἡ κατάθλιψη εἶναι φοβερό βασανιστήριο τῶν ψυχῶν, εἶναι ἕνας πόνος ἀνέκφραστος καί ποινή πικρότερη ἀπό κάθε ἄλλη ποινή καί τιμωρία. Γιατί μιμεῖται τό σκουλήκι, πού ἔχει δηλητήριο καί προσβάλλει ὄχι μόνον τό σῶμα, ἀλλά καί τήν ἴδια τήν ψυχή. 

Είναι σαράκι πού κατατρώγει ὄχι μόνον τά κόκκαλα, ἀλλά καί τη σκέψη εἶναι ένας δήμιος καθημερινός πού δέν ξεσχίζει μόνον τά πλευρά, ἀλλά καταστρέφει καί τη δύναμη τῆς ψυχῆς· εἶναι καί νύχτα παντοτινή, σκοτάδι χωρίς τό παρα-μικρό φῶς, τρικυμία καί ζάλη, πυρετός κρυφός, πού καίει περισσότερο ἀπό κάθε φλόγα, πόλεμος χωρίς ἀνακωχή, ἀρρώστια πού κάνει σκοτεινά πολλά ἀπό αὐτά πού βλέπουμε... 

Γιατί ὁ ἴδιος ὁ ἥλιος καί ὁ καθαρός ἀέρας φαίνεται ὅτι ἐνοχλοῦν ἐκείνους πού ἔχουν αὐτή τη διάθεση καί μεταβάλλει τό μεσημέρι σέ μεσάνυκτα.
Γι’ αὐτό καί ὁ θαυμάσιος προφήτης δηλώνοντας αὐτό ἔλεγε· «ὁ ἥλιος θά δύσει γι’ αὐτούς τό μεσημέρι» (Ἀμώς 8,9),ὄχι μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ ἥλιος ἐξαφανίζεται οὔτε ὅτι διακόπτει τόν συνηθισμένο δρόμο του, ἀλλά μέ τήν ἔννοια ὅτι ὁ λυπημένος ἄνθρωπος τό καταμεσήμερο φαντάζεται ὅτι εἶναι νύχτα. 

Ἡ σκοτεινή νύχτα δέν εἶναι τέτοια, ὅπως εἶναι ἡ νύχτα τῆς ἀθυμίας, ἡ ὁποία δέν προέρχεται ἀπό φυσικό νόμο, ἀλλά ἀπό σκοτισμό τῆς διάνοιας. Γι’ αὐτό καί εἶναι φοβερή καί ἀφόρητη, ἔχει πρόσωπο ἄσπλαχνο, εἶναι σκληρότερη ἀπό κάθε τύραννο, δέν ὑποχωρεῖ γρήγορα σε κανένα ἀπό ἐκείνους πού προσπαθοῦν νά τήν διαλύσουν, ἀλλά κρατεῖ πολλές φορές τήν ψυχή πού ἔχει κυριεύσει στερεώτερα ἀπό διαμάντι, ὅταν αὐτή δέν ἀκολουθεῖ τήν κατά Θεόν φιλοσοφία. 

Σήκω ἐπάνω καί ἅπλωσε τό χέρι σου στο λόγο μου καί πρόσφερέ μου αὐτήν τήν καλή συμμαχία, γιά νά σε ἀπαλλάξω τελείως ἀπό τήν αἰχμαλωσία τῶν πικρῶν σκέψεων.
Γνωρίζοντας αὐτά τά πράγματα, εὐσεβεστάτη κυρία μου, νά κοπιάζεις καί νά ἀγωνίζεσαι καί νά βιάζεις τόν ἑαυτό σου, ἔχοντας τή συμμαχία τῶν λόγων μου, ὥστε νά διώχνεις καί νά ἀπομακρύνεις μέ πολλή ὁρμή τίς ἀπαισιόδοξες σκέψεις πού σέ ταράσσουν καί σοῦ προκα-λοῦν θόρυβο καί ζάλη» (Ε.Π.Ε. τόμ. 37, 452).

http://proskynitis.blogspot.gr

Στη ζωή σου δεν συναντάς μόνο φίλους αλλά και εχθρούς



Στη ζωή σου δεν συναντάς μόνο φίλους αλλά και εχθρούς. Κι έχεις υποχρέωση τους εχθρούς σου να τους κάνεις φίλους, για να ‘χεις πάντα ήρεμη τη συνείδησή σου. Το δίκαιο και το σωστό πρέπει να το υπερασπιζόμαστε και να μισούμε την αδικία και την κακία. Τον συνάνθρωπό μας όμως δεν μισούμε ποτέ, ό,τι κι αν μας κάνει. Δεν τον κατηγορούμε , ούτε τον προσβάλλομε, είτε έχομε, είτε δεν έχομε δίκιο. 
Οι παρεξηγήσεις και οι διαφωνίες είναι μέσα στο πρόγραμμα της ζωής. Το να τις μεγαλώνεις όμως και να φθάνεις στα δικαστήρια ή στο έγκλημα, αυτό είναι αντιχριστιανικό. Ανθρώπινο είναι να τις μικραίνεις ή καλύτερα να τις σβήνεις , ώστε πάντα να έχεις ειρήνη μέσα σου. 
Ο Βαγγέλης, βοσκός, ακαλλιέργητος, βλάστημος. Σ’ Εκκλησία δεν πατούσε, παρά μόνο τις χρονιάρες μέρες ή σε κανένα μνημόσυνο. Πάντα οπλοφορεί, βάζει τα πρόβατά του παντού κι απειλεί τους πάντες. Έφτασε ακόμα και στην κλεψιά, όπως τον συμβούλευσε ο διάβολος. Έτυχε όμως σε μια κλεψιά να του πέσει ένα χαρτί , που το βρήκε ο Νικολής γυρεύοντας τα κλεμμένα του. Στην αρχή ο Νικολής σκέφτηκε να πάει στη Χωροφυλακή, μετά όμως, σαν άνθρωπος του Θεού που ήταν, πήγε και συμβουλεύτηκε το γερο-παπά του χωριού. Ο παπάς τον συμβούλεψε να μην καταγγείλει τον Βαγγέλη, αλλά να βάλει τους φίλους του και τους συντέκνους του να τον πιάσουν, για να πληρώσει τα κλεμμένα. Αν δεν δεχτεί να τον αφήσουν στα χέρια του Θεού, για να μη φτάσουν στα φονικά, όπως συμβαίνει πολλές φορές στην Κρήτη για ασήμαντες αφορμές.
Στην αρχή ο Βαγγέλης αρνιόταν να πληρώσει κι απειλούσε θεούς και δαίμονες. Σιγά-σιγά όμως οι σύντεκνοί του τον κατάφεραν , γιατί υπήρχε το αποδεικτικό της κλοπής και τα έφτιαξαν με τον Νικολή. Τελικά πλήρωσε όλα τα κλεμμένα. Ο Νικολής όμως δεν έμεινε εκεί. Την ημέρα του Ευαγγελισμού έστειλε ένα δίσκο γλυκά στο σπίτι του Βαγγέλη και το βράδυ πήγε με την γυναίκα του και του ευχήθηκαν τα χρόνια πολλά ! Έτσι αγαπήθηκαν οι οικογένειές τους κι έγιναν καλοί φίλοι.
Αργότερα ο Νικολής κατάφερε τον Βαγγέλη να πάει να εξομολογηθεί , να σταματήσει τις κλοπές και να γίνει ένας άλλος άνθρωπος, καλός και χρήσιμος στους συγχωριανούς του.
Βλέπετε τί κάνει η χάρη του Θεού, βλέπετε τί καταφέρνει ο άνθρωπος του Θεού;
Νίκα λοιπόν στη ζωή σου το κακό, όχι με αντεκδίκηση, αλλά με το καλό και θα βγαίνεις πάντα κερδισμένος. 

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΤΡΕΙΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΑΝΕΞΙΚΑΚΙΑ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ.

«Να βγαίνουμε απο τον ναό σαν να κατεβαίνουμε από τους ίδιους τους ουρανούς»



Προσελκύστε, λοιπόν, τους αδελφούς μας στην εκκλησία, προτρέψτε τους πλανημένους, συμβουλέψτε τους όχι μόνο με λόγια, αλλά και με έργα. 

Κι αν ακόμα τίποτα δεν πεις, αλλά βγεις από την ιερή σύναξη, δείχνοντας στους απόντες – και με την εμφάνιση και με το βλέμμα και με τη φωνή και με το βάδισμα και μ” όλη σου τη σεμνότητα – τι κέρδος που αποκόμισες από το ναό, αυτό είναι αρκετό για παραίνεση και συμβουλή. 

Γιατί έτσι πρέπει να βγαίνουμε από το ναό, σαν από τα ιερά άδυτα, σαν να κατεβαίνουμε από τους ίδιους τους ουρανούς. 

Δίδαξε όσους δεν εκκλησιάζονται ότι έψαλες μαζί με τα Σεραφείμ, ότι ανήκεις στην ουράνια πολιτεία, ότι συναντήθηκες με το Χριστό και μίλησες μαζί Του. 

Αν έτσι ζούμε τη θεία Λειτουργία, δεν θα χρειαστεί να πούμε τίποτα στους απόντες. Αλλά βλέποντας εκείνοι τη δική μας ωφέλεια, θα νιώσουν τη δική τους ζημιά και θα τρέξουν γρήγορα στην εκκλησία, για ν” απολαύσουν τα ίδια αγαθά, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, αιώνια ανήκει η δόξα.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος 

Μια περιγραφή της σποράς και αναπτύξεως του Οικουμενισμού από τον ιερό Χρυσόστομο!

Ὅσα περιγράφει ὁ Ἅγιος γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς τῆς ἐποχῆς του, ἰσχύουν ἀπόλυτα γιὰ τοὺς προεστῶτες καὶ ἀρχηγέτες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγαν στὴν Ἐκκλησία πονηροὺςἘπισκόπους, κρυπτοαιρετικούς («αἱρεσιάρχας κρυπτομένους»). Ἔτσι πλέον, ὁ διάβολος μὲ τὴν σύμπραξή τους, ἄκοπακαταστρέφει τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας σπέρνοντας τὰ αἱρετικὰ ζιζάνια.
Τώρα, λοιπόν, συνεχίζει ὁ ἱερὸς πατήρ, ποὺ μεγάλωσαν τὰ "ζιζάνια" εἶναι ὁλοφάνεροι οἱ καρποὶ τῆς οἰκουμενιστικῆς-διαβολικῆς σπορᾶς· ἡ πρωτοφανῆς σύγχυση καὶ στοὺς ἐκλεκτούς, καὶ ἡ ἀδιανόητη ἀλλοίωση τοῦ φρονήματος τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας.

Καὶ τώρα γίνεται φανερό, γιατὶ στὴν ἀρχή, ἀπέκρυπταν οἱ Οἰκουμενιστὲς τοὺς πραγματικοὺς ἑαυτούς τους (καὶ τοὺς σκοπούς τους), ὅμως, καθὼς στὴν συνέχεια ἀπέκτησαν περισσότερη ἰσχὺ καὶ θάρρος (λόγῳ τῆς ἐγκληματικῆς ὀλιγωρίαςτῶν ἀντι-Οἰκουμενιστῶν) χύνουν ὅλο καὶ περισσότερο οἰκουμενιστικὸ «ἰό»–δηλητήριο στὶς ψυχές.


(Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Ὑπόμνημα εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, Ὁμιλία μστ΄, α΄).

Λόγος περί ψευδοπροφητών και ψευδοδιδασκάλων

Τους αφιερώνω λοιπόν ολόκληρο τον λόγο του Ιερού Χρυσόστομου 
 τον οποίο βρήκα ολόκληρο εδώ κι αξίζει καποιος να τον διαβασει


Παραθέτω καποια ενδεικτικα χωρία:
…Βλέπω όμως μεγάλη διαφορά των τότε ποιμένων με τους τωρινούς. Εκείνοι ήταν αγωνιστές, τούτοι φυγόμαχοι. Εκείνοι ενδιαφέρονταν για τα δόγματα και τα ιερά βιβλία, τούτοι για τα ιμάτια και τα διαδήματα. Αυτοί αφήνουν τα πρόβατα και φεύγουν ως μισθωτοί˙ εκείνοι έθεταν και την ψυχή τους υπέρ των προβάτων, μιμούμενοι τον Καλό Ποιμένα. Πόσο άξιοι θαυμασμού οι μακάριοι εκείνοι άνδρες, των οποίων τα ονόματα έχουν γραφτεί στο βιβλίο της ζωής˙ τους οποίους φοβήθηκαν οι δαίμονες και τρόμαξαν οι αιρετικοί˙ και «Ἐφράγη στόμα λαλούντων ἄδικα» (Ψαλμ. 62.12).
…Και μη θαυμάζεις αν οι ποιμένες γίνονται λύκοι, διότι προς τους ποιμένες και τους πρεσβυτέρους απευθυνόμενος ο Παύλος έλεγε, ότι «Ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα» (Πραξ. 20.30). 
…..Έλα κι εσύ Παύλε, το σκεύος της εκλογής, και πες μας ο ίδιος κατά την δοθείσα σσε σένα χάρη του Θεού, μίλησέ μας για τον παρόντα πονηρό αιώνα. Φανέρωσε τους κρυφούς λύκους, στηλίτευσε και νίκησε τους κλέφτες της αγίας ποίμνης του Θεού. Ο Παύλος είπε, «Οἶδα ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς͵ μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου» (Πραξ. 20.29). 
Βλέπεις παντού τους θεολόγους που συμφωνούν με τον Διδάσκαλο σχετικά με τους άθεους αιρετικούς, ονομάζοντάς τους σκύλους και λύκους; Όπως και αλλού λέγει ο Παύλος, «Βλέπετε τοὺς κύνας͵ βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας͵ βλέπετε τὴν κατατομήν. Βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης. Βλέπετε ἀκριβῶς πῶς περιπατεῖτε͵ ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι» (Φιλ. 3.2). 
Ποιος θα δικαιολογηθεί ότι δεν ήξερε, όταν ακούει τέτοιες προειδοποιήσεις; Και αλλού πάλι, «Μὴ παραδέχεσθε αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν» (Τιτ. 3.10). Και πάλι, «Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε» (Εβρ. 13.9), και πάλι, «Αἱρετικοὶ ἄνθρωποι προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον͵ πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β’ Τιμ. 3.13), και αλλού, «Τοῖς μεμιασμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν» (Τιτ. 1.15). 
Ακούστε τα αυτά εσείς που κάνετε αγάπες μαζί τους˙ πως θα ξεφύγετε από την τιμωρία που έρχεται πάνω σας, όσοι μολύνεστε μαζί μ’ αυτούς τρώγοντας και πίνοντας; Πως τολμάτε να προσέρχεστε στα θεία και φρικτά μυστήρια του Χριστού; Ή μήπως δεν ακούσατε τον μακάριο Παύλο που βοά, ότι «Οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πιεῖν͵ καὶ ποτήριον δαιμόνων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν͵ καὶ τραπέζης δαιμονίων» (Α’ Κορ. 10.21). 
Φύγετε μακριά από αυτούς και μη έχετε επαφή με την ακαθαρσία. Άραγε θα σας πείσουμε; ή μήπως μάταια κοπιάζουμε και μιλάμε στον αέρα; Πλην όμως γι’ αυτούς που θελουν και ενδιαφέρονται να μάθουν τον λόγο και να τον εφαρμόσουν, δεν θα ραθυμήσω, ούτε θ’ απομακρυνθούμε από τα λόγια του Παύλου. Θα τα ξαναπώ και ακούστε, «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις. Τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;» (Β’ Κορ. 6.14). 
Που είναι εκείνοι οι αθυρόστομοι, που λένε ότι δεν αναφέρονται αυτά στην Αγία Γραφή; [Αυτοί για τους οποίους ισχύει]« Ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία͵ καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν͵ οἱ τὰ ἐπίγεια φρονοῦντες»( Φιλ. 3.19); Αυτά ο Παύλος παρακαλεί και διδάσκει και προτρέπει˙ ο Παύλος, το σκεύος της εκλογής, το περιτείχισμα της Εκκλησίας, ο πολύαθλος και γενναίος, η θεόφθογγος λύρα, ο κήρυκας του Χριστού, ο καταγραφέας των δογμάτων, η σάλπιγγα του Λόγου, ο ρήτορας της ευσεβείας, η σαγήνη των εθνών.

Σταύρος

Ο Θεός μας κάλεσε στον ουρανό , μα εμείς προτιμήσαμε τον άδη



Ο Θεός μας κάλεσε στον ουρανό , μα εμείς προτιμήσαμε τον άδη. Αποδειχθήκαμε ανάξιοι της τιμής που μας έκανε. Ύστερ’ από τις τόσες ευεργεσίες Του, φανήκαμε αχάριστοι αλλά και ασύνετοι. Αφήσαμε τον διάβολο να μας γυμνώσει από’ όλες τις θεϊκές δωρεές.

Κι έτσι, εμείς, που αξιωθήκαμε να είμαστε παιδιά και αδέλφια και κληρονόμοι του Θεού, δεν ξεχωρίζουμε καθόλου από τους εχθρούς Του, που χλευάζουν τη μεγαλοσύνη Του και καταπατούν τον νόμο Του.

«Αλίμονο, ψυχή μου!», αναφωνώ μαζί με τον προφήτη. 

«Χάθηκε η ευσέβεια από τη γη. Ούτ’ ένας δεν υπάρχει που να κάνει το καλό» ( Μιχ. 7:1-2 ) .

Ξέρω ότι πολλοί θεωρούν τα λόγια μου υπερβολικά. Άλλοι ίσως και να γελούν. Τόσο ανόητοι είμαστε, που γελάμε για όσα θα έπρεπε να κλαίμε. «Γιατί η οργή του Θεού φανερώνεται από τον ουρανό, για να τιμωρήσει κάθε ασέβεια και αδικία των ανθρώπων» 
( Ρωμ. 1: 18 ).

«Ο Θεός, ο Θεός μας θα έρθει φανερά και θα λύσει πια τη σιωπή Του. Μπροστά Του θα πηγαίνει φωτιά δυνατή, ολόγυρά Του θα ξεσπάει καταιγίδα σφοδρή» ( Ψαλμ. 49: 3 ). «Η φωτιά, που θα προπορεύεται, θα κατακαίει γύρω τους εχθρούς Του» ( Ψαλμ.96: 3 ). «Να, έρχεται η μέρα του Κυρίου σαν αναμμένο καμίνι» ( Μαλ. 4: 1 ) .

Κανένας δεν δίνει σημασία σε τούτες τις προρρήσεις των Γραφών. Τα φοβερά λόγια των προφητών περιφρονούνται σαν παραμύθια. Πώς, λοιπόν, θα σωθούμε; Πώς θ’ αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία; «Χαθήκαμε, αφανιστήκαμε» ( Αριθ. 17:27 ), γίναμε περιγέλια των απίστων, των ειδωλολατρών και των δαιμόνων.

Ο διάβολος καμαρώνει και χαίρεται. Οι φύλακες άγγελοί μας είναι ντροπιασμένοι και σκυθρωποί. Και οι κήρυκες της Εκκλησίας, που μάταια μας καλούν καθημερινά σε μετάνοια, απογοητευμένοι από την αδιαφορία μας ,καταφεύγουν ,σαν τους προφήτες του Ισραήλ, στα άψυχα στοιχεία, που, μολονότι άλογα, υποτάσσονται πάντα στους νόμους και όρους του Κτίστη τους, χωρίς ποτέ να παραβαίνουν τη θεία τάξη: «Άκου, ουρανέ, και βάλε στ’ αυτιά σου, γη, γιατί μιλάει ο Κύριος: » Γέννησα παιδιά και τα μεγάλωσα, αυτά όμως μ’ αρνήθηκαν» (Ησ. 1:2 ).

Εμάς αφορούν αυτά τα λόγια. Εμείς αρνηθήκαμε τον Πλάστη και Ευεργέτη μας. Εμείς γίναμε πιο άλογοι κι από τα άλογα κτίσματα, καταπατώντας τους φυσικούς και θεόσδοτους νόμους. Καιρός είναι, λοιπόν, να μετανοήσουμε. Καιρός είναι να συνέλθουμε. Όσοι από μας είναι ακόμα υγιείς, ας βοηθήσουν τους αρρώστους.

Όσοι είναι όρθιοι, ας απλώσουν φιλάδελφα το χέρι τους στους πεσμένους. Όσοι βαδίζουν σταθερά στο δρόμο της σωτηρίας, ας προσελκύσουν κι εκείνους που τριγυρνούν στις γκρεμοτοπιές της απώλειας. Ας μη νοιαζόμαστε μόνο για το συμφέρον μας, αλλά και για την ωφέλεια των αδελφών μας. Όλοι φροντίζουμε ν’ αυξήσουμε τα κέρδη μας, κανένας να βοηθήσει εκείνους που έχουν ανάγκη. Όλοι απλώνουμε τα χέρια για να πάρουμε, κανένας για να δώσει. Όλοι σκεφτόμαστε πώς θα παρατείνουμε την επίγεια ζωή μας, κανένας πώς θα σώσει την ψυχή του.

Όλοι φοβόμαστε την επίγεια δυστυχία, κανένας δεν τρέμει την αιώνια κόλαση. Άφατη είναι η οδύνη της ψυχής μου για την πώρωσή μας. «Ποιος μπορεί να κάνει το κεφάλι μου πηγάδι με νερό και τα μάτια μου πηγές δακρύων, για να κλαίω το λαό μου τούτο μέρα και νύχτα;» 
( Ιερ. 9:1 ) .

Ίσως μερικοί από σας να λένε με δυσφορία: «Όλο για δάκρυα και θρήνους μας μιλάει αυτός εδώ, όλα μαύρα κι άραχνα τα βλέπει». Δεν θα το ήθελα, πιστέψτε με, δεν θα το ήθελα. Μόνο χαρά κι ευφροσύνη θα ποθούσα να νιώθω, μόνο επαίνους και εγκώμια ν’ αναφέρω. Μα δεν είναι καιρός για τέτοια. Τι κι αν δεν κλαίω, αφού τα έργα μας είναι για κλάματα; Τι και αν δεν θρηνώ, αφού τα έργα μας είναι αξιοθρήνητα; Σας ενοχλεί η θρηνολογία μου; Αλλά γιατί δεν σας ενοχλούν οι αμαρτίες σας; Είναι αποκρουστικός ο οδυρμός μου; Αλλά μήπως δεν είναι, και περισσότερο μάλιστα, ο αντίθετος βίος σας; Μην πέσετε στην κόλαση, και δεν πενθώ.

Μην πεθάνετε ψυχικά, και δεν κλαίω. Βλέποντάς σας, όμως, να χάνεστε, πώς να μη λυπάμαι; Πατέρας σας είμαι, πατέρας πνευματικός και φιλόστοργος. Ακούστε τι λέει ο Παύλος: «Παιδιά μου, (που σας γέννησα πνευματικά), για την αναγέννησή σας πάλι περνώ τους πόνους της (πνευματικής) γέννας» ( Γαλ. 4: 19 ). Ποια επίτοκη γυναίκα αφήνει τόσο πικρή φωνή, σαν αυτή του απόστολου;

Ω, αν μπορούσατε να καταλάβετε και τον δικό μου πόνο, αν μπορούσατε να δείτε τη φωτιά που καίει την καρδιά μου, θα διαπιστώνατε πως υποφέρω πολύ περισσότερο από τη νιόπαντρη, που χάνει τον άνδρα της, κι από τον πατέρα, που χάνει τον γιο του. Υποφέρω, γιατί η ζωή σας είναι γεμάτη ψεύδη και συκοφαντίες , διαμάχες και μίση, αδικίες και κλοπές, μοιχείες και ασέλγειες, κακουργίες και φόνους. Υποφέρω, γιατί και όσοι από σας δεν διαπράττουν τέτοια αμαρτήματα, πέφτουν καθημερινά στην κατάκριση και στην καταλαλιά. Νομίζουν πως είναι χριστιανοί, αλλά δεν φροντίζουν να είναι ευάρεστοι στο Χριστό, δεν προσέχουν τον εαυτό τους, δεν αφοσιώνονται στην θεραπεία της ψυχής τους.

Με τους άλλους ασχολούνται, τους άλλους κρίνουν, τους άλλους καταδικάζουν σαν αμείλικτοι δικαστές. «Ο τάδε είναι ανάξιος για το αξίωμα της ιερωσύνης», αποφαίνονται. «Ο δείνα είναι άσεμνος». «Ετούτος είναι υποκριτής». «Εκείνος είναι αλήτης». «Ο άλλος είναι συμφεροντολόγος».

Αντί, όμως να λυπόμαστε και να μετανοούμε για τις δικές μας αμαρτίες, κρίνουμε τους συνανθρώπους μας. Ακόμα κι αν δεν αμαρτάναμε, ακόμα κι αν είχαμε όλα τα χαρίσματα του κόσμου, ακόμα κι αν ήμασταν ανώτεροι απ’ όλους τους ανθρώπους, δεν θα έπρεπε να κρίνουμε κανέναν. «Αλήθεια», ρωτάει τον καθένα μας, ο Απόστολος Παύλος, «ποιος σ’ έκανε εσένα ανώτερο από τους άλλους; Ποιο χάρισμα έχεις , που να μην το έλαβες από το Θεό; Αφού, λοιπόν, το έλαβες, γιατί καυχιέσαι σαν να μην το είχες λάβει ως δώρο; « 
( Α΄ Κορ. 4:7 ) .

Πολύ περισσότερο τώρα, που καθημερινά αμαρτάνουμε με τον ένα ή το άλλο τρόπο, δεν έχουμε το δικαίωμα να ξεστομίζουμε κακό λόγο για οποιοδήποτε αδελφό μας. «Γι’ αυτό», ξαναλέει ο σοφός Παύλος «είσαι αδικαιολόγητος, άνθρωπέ μου, εσύ που κρίνεις τον άλλο. Κρίνοντας τον άλλο, καταδικάζεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Γιατί κι εσύ, ο κριτής, τα ίδια κάνεις.

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Αποδοχή νόθων δογμάτων με πρόσχημα την αγάπη




‘’Ἀνάγκη πυκτεύειν καί μάχεσθαι’’ 
Αγ. Ι. Χρυσόστομος

Με πρόσχημα την ‘’αγάπη’’και με ευθύνη αποκλειστική συγκεκριμένων μελών της Εκκλησιαστικής μας ηγεσίας, τα τελευταία χρόνια ανοίχτηκαν πάμπολλες κερκόπορτες στην καλοφυλαγμένη από τους Αγίους μας Ορθοδοξία.(1)

Ιδιαίτερα από το ’63 και μετά, οι εκπρόσωποί μας στους περιβόητους διαχριστιανικούς διαλόγους, δεν έκαναν τίποτε άλλο, από το να υπογράφουν κάθε τόσο,κοινές με τους αιρετικούς αποφάσεις, γεμάτες από πρωτοφανή δογματικά ολισθήματα και από εντελώς αυθαίρετες απόπειρες παραμόρφωσης της Εκκλησιολογικής μας συνείδησης. 
Με άλλα λόγια, αποφάσεις, που περιφρονούν υβριστικά τηνΑγιοπνευματική Πατερική μας Παράδοση. (Σαμπεζύ, Μπαλαμάντκ.α.)(2)

Έτσι, μέσα σε πέντε δεκαετίες περίπου, και με ένα ποίμνιο ακατήχητο και αδιάφορο δογματικώς, φτάσαμε και στην ‘’μεγάλη σύνοδο’’ της Κρήτης. 
Δηλαδή, στην τελική προσπάθεια ‘’συνοδικής’’ πλέον κατοχύρωσης και ως εκ τούτου αναγκαστικής εφαρμογής, όλων εκείνων των βλάσφημων κειμένων, που οι διορισμένοι θεολόγοι μας, σε συνεργασία με τα 350 υπόλοιπα μέλη του λεγόμενου ΠΣΕ, είχανε μέχρι τότε συνυπογράψει.

Στην ‘’σύνοδο’’ αυτή, ως γνωστό, όχι μονάχα δεν καταδικάσαμε παλιές και νεοφανείς αιρέσεις, αλλά, τουναντίον, αναγνωρίσαμε στους αιρετικούς εκκλησιαστικότητα και ιεροσύνη! 
Λες και ήταν κανονικοί συνοδικοί, τους βάλαμενα καθίσουν δίπλα στους Επισκόπους μας και μάλιστα ανήμερα της Πεντηκοστής, τους εγκαταστήσαμε προκλητικά στο κέντρο του Ιερού μας Ναού, ως ‘’αδελφούς’’ συμπροσευχομένους!

Ο Μεγάλος μας Ιεράρχης, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, απευθυνόμενος κυρίως προς εκείνους, που θεωρούν εαυτούς ‘’θεολογικές μεταπατερικές αυθεντίες’’ και που η δογματική τους συνείδηση έπαψε πια να ελέγχεται μπροστά στην περιφρόνηση της μοναδικότητας της Ορθοδοξίας μας, επισημαίνει τα εξής πανεπίκαιρα, ια όλες αυτές τις ‘’αγαπολογικές τους τακτικές’’:

1ον. ‘’Εἰσί τινες ἀλόγως φιλοῦντες, ἁπλῶς καί ὡς ἔτυχεν….  Δέος γάρ μή τις παραφθαρῇ ὑπό τῆς τῶν αἱρετικῶν ἀγάπης’’.

Υπάρχουν μερικοί, που αγαπούν χωρίς περίσκεψη, με επιπολαιότητα… Υπάρχει φόβος, να διαφθαρεί κανείς από την αγάπη των αιρετικών.(3)

2ον. ‘’Ταῦτα λέγω, ἵνα μηδέν νόθον δόγμα τῷ τῆς ἀγάπης προσχήματι παραδέχησθε’’.

Τα λέω αυτά, για να μη δεχθείτε κανένα νόθο δόγμα, με το πρόσχημα της αγάπης.

3ον. ‘’Ἡμεῖςδέ διά τοῦτο τήν πίστιν παρελάβομεν ἁπλῶς, ἵνα μή ἀναγκαζώμεθα μυρίαις ἐπιέναι αἱρέσεσι καί πράγματα ἔχειν, ἀλλ’ ὅπερἄν ἤ προσθεῖναι ἤ ἀφελεῖν τις ἐπιχειρήσει εν ἐκείνης, τοῦτο νόθον εἶναι νομίσωμεν’’.

Εμείς παραλάβαμε την πίστη κατά έναν μόνον τρόπο, ώστε να μη χρειάζεται να προσεγγίσουμε σε μια από τις μυριάδες αιρέσεις. Και όποιος επιχειρήσει να προσθέσει ή να αφαιρέσει κάτι από την πίστη, αυτό θα το θεωρήσουμε νόθο.

Και συμπληρώνει με έμφαση: ‘’Ἐπειδή σήμερον οἱ λύκοι ἁπάντων χαλεπώτεροι περιίστασθαι ὑμῶν τά πρόβατα μέλλουσιν, ἀνάγκη πυκτεύειν καί μάχεσθαι, ὅπως μηδέν θηριάλωτον γένηται’’.

Σήμερα οι αιρετικοί παρουσιάζονται χειρότεροι από τους λύκους και έχουν πρόθεση, να καταβροχθίσουν τα πρόβατα.

Γι’ αυτό είναι απόλυτη ανάγκη, να πυγμαχούμε και να μαχόμαστε, ώστε ‘’μηδέν θηριάλωτον γένηται’’, ούτε ένα πρόβατο να μη το φάνε τα θηρία.

Ο μέγας Πατήρ της Εκκλησίας μας είναι σαφής: ‘’Ἀνάγκη πυκτεύειν καί μάχεσθαι’’. 
Ώρα για πυγμαχία και μάχες πνευματικές.

Μπροστά στους κινδύνους, που διατρέχουμε από τους αιρετικούς, δεν απαντάμε με εφησυχασμό και αδράνεια. Ούτε με διώξεις των αγνών αγωνιστών της Πίστεως. 
Απαντάμε με αγώνα καθολικής συμμετοχής: Ποιμένες και ποίμνιο, μαζί στο ίδιο μετερίζι.

Γράφει ο Φώτης Μιχαήλ, ιατρός
6/12/2016

(Μνήμη του Αγίου Νικολάου, ‘’Κανόνα Πίστεως…’’).


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:



(3) Από το ‘’Χρυσοστομικό Λεξικό’’ του αρχιμ. π. Δανιήλ Αεράκη.

Όταν υπάρχει το όνομα του Θεού, όλα πάνε καλά

Τίποτε δεν είναι ισάξιο με την προσευχή, διότι και τα αδύνατα τα κάνει δυνατά και τα δύσκολα εύκολα και κάθε δυσχέρεια την εξομαλύνει. Αυτήν κατόρθωσε και ο μακάριος Δαυίδ, γι’ αυτό κι έλεγε: «πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας σε δοξολόγησα για τις δίκαιες κρίσεις σου» (Ψαλμ. 118, 164). Κι εάν άνθρωπος βασιλιάς, βυθισμένος μέσα σε χιλιάδες φροντίδες που τον τραβούσαν από παντού, παρακαλούσε το Θεό τόσες φορές την ημέρα, ποιά απολογία ή συγχώρηση θα έχουμε εμείς, που αν και έχουμε τόσο ελεύθερο χρόνο, δεν Τον ικετεύουμε συνεχώς και μάλιστα όταν πρόκειται να καρπωθούμε τέτοιο κέρδος;

Τίποτε δεν μας βοηθά τόσο να επιδοθούμε στην αρετή, όσο το να μιλούμε συνεχώς στο Θεό και διαρκώς να τον ευχαριστούμε και να του ψάλλουμε. Χωρίς τη θεία συμπαράσταση κανένα αγαθό δεν θα έλθει στις ψυχές μας η δε βοήθεια του Θεού αγγίζει τους πόνους μας και τους ανακουφίζει πολύ, εάν δει ότι αγαπούμε την προσευχή και συνεχώς παρακαλούμε το Θεό και προσδοκούμε όλα τα αγαθά να μάς έλθουν από Εκείνον.

Όταν λοιπόν δω κάποιον που δεν αγαπά την προσευχή, ούτε έχει θερμό και μεγάλο έρωτα γι’ αυτήν, είναι ήδη σ’ έμενα φανερό ότι αυτός ο άνθρωπος δεν έχει τίποτε γενναίο στη ψυχή του. Αλλά όταν δώ κάποιον που αχόρταγα επιδίδεται στη λατρεία του Θεού και θεωρεί σαν μία από τις μεγαλύτερες ζημιές το να μην προσεύχεται συνεχώς, συμπεραίνω ότι αυτός ασκεί με βεβαιότητα κάθε αρετή και είναι ναός του Θεού.

Κανένα όφελος δεν θα προέλθει από την προσευχή, κι αν ακόμη διαρκέσει πολύ, όταν αυτός που προσεύχεται επιμένει στις αμαρτίες. Γι’ αυτό σε άφησε να πέσεις σ’ αυτό το απροσδόκητο κακό, για να Τον επικαλεσθείς. Αλλά οι πολλοί σε τέτοιες καταστάσεις αποβάλλουν και την ευλάβεια που είχαν, ενώ πρέπει να κάνουν το αντίθετο. Διότι, επειδή ο Θεός μας αγαπά πάρα πολύ, γι’ αυτό μας αφήνει να θλιβόμαστε, για να συνδεθούμε στενότερα μαζί του. Γιατί και οι μητέρες φοβερίζοντας τα ατίθασα παιδιά τους με διάφορες μάσκες τα αναγκάζουν να καταφεύγουν στην αγκαλιά τους, μη θέλοντας να τα στενοχωρήσουν, αλλά με αυτούς τους τρόπους να τα κρατήσουν κοντά τους.

Έτσι και ο Θεός, θέλοντας να μας έχει μόνιμα συνδεδεμένους μαζί Του, σαν κάποιος μανιώδης εραστής, ή μάλλον επειδή είναι πιο μανιώδης από κάθε εραστή, σε αφήνει να περιέλθεις σε τέτοιες ανάγκες, για να ασχολείσαι συνεχώς με την προσευχή και αφήνοντας τα άλλα, να Τον επικαλείσαι διαρκώς και να μεριμνάς για την σχέση σου με αυτόν.

Δεν εμποδιζόμαστε να προσευχηθούμε καρδιακά και περπατώντας, και ο νους μας να βρίσκεται ψηλά… Όταν υπάρχει το όνομα του Θεού, όλα πάνε καλά· όλα να τα κάνεις στο όνομα του Κυρίου και όλα θα ευοδωθούν τίποτε δεν είναι ίσο με το όνομα αυτό: «Το όνομά σου είναι σαν μύρο που άδειασε » λέγει (Άσμα 1, 2). Αυτός που το πρόφερε γέμισε αμέσως με ευωδία… Εάν πεις «στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» με πίστη, τα πέτυχες όλα. Με αυτό το όνομα επέστρεψαν στην πίστη όλη την οικουμένη, καταλύθηκε η τυραννία, απατήθηκε ο διάβολος, ανοίχθηκαν οι ουρανοί, εμείς αναγεννηθήκαμε. «Ως θαυμαστόν το όνομά σου εν πάση τη γη…» (Ψαλμ. 8, 2). Φθάνει μόνο να επικαλεσθούμε το όνομα του Θεού και θα τα επιτύχουμε όλα σε υπερβολικό βαθμό.

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
(«Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)

Αὐτός πού μπορεῖ νά συμβουλεύσει καί δέν τό κάνει

Μη λοιπόν τα επιρρίπτετε όλα στους διδασκάλους, μη όλα στους προϊσταμένους. Μπορείτε, λέγει, κι' εσείς να οικοδομήτε ο ένας τον άλλο. Αυτό έλεγε ο Παύλος και στους Θεσσαλονικείς γράφοντας· «να οικοδομήτε ο ένας τον άλλο, όπως και κάνετε»· και πάλι· «να προτρέπετε ο ένας τον άλλον με τα λόγια αυτά». Αυτό και εμείς τώρα σας συμβουλεύουμε. Διότι περισσότερα από εμάς θα προσφέ­ρετε ο ένας στον άλλον, εάν θέλετε· διότι και περισσότερο χρόνο είσθε ο ένας με τον άλλο, και περισσότερο από εμάς γνωρίζετε ο ένας τα προβλήματα του άλλου και δεν αγνοείτε ο ένας τα ελαττώματα του άλλου, και περισσότερο θάρρος και αγάπη και οικειότητα έχετε μεταξύ σας· και αυτά δεν είναι μικρά για να σας οδηγήσουν στην αμοιβαία διδασκαλία, αλλά μεγάλα προνόμια και ευκαιρίες· και περισσότερο από εμάς μπορείτε να επιπλήξετε και να προτρέψετε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και ότι εγώ είμαι ένας, ενώ εσείς πολλοί, και θα μπορέσετε όλοι όσοι είστε, να γίνετε διδάσκαλοι...

Γι' αυτό, σας παρακαλώ, μην παραμελήτε αυτό το χάρισμα· καθέ­νας έχει την γυναίκα του, τον φίλο του, τον υπηρέτη του, τον γείτονά του· αυτόν ας επιπλήττη, αυτόν ας νουθετή. Διότι πώς δεν είναι παράλογο, για την τροφή σας να κάνετε συσσίτια και συμπόσια και να έχετε ωρισμένη ημέρα συναντήσεως μεταξύ σας, και αυτό που λείπει από τον καθένα όταν είναι μόνος του να το αναπληρώνετε με την κοινωνία μεταξύ σας (όπως είτε χρειάζεται να πάτε στην κηδεία, είτε στα γεύματα, είτε να βοηθήσετε σε κάτι τον διπλανό σας), και για τη διδασκαλία τής αρετής να μην το κάνετε; Ναι, σας παρακαλώ, κανείς να μην το παραμελή αυτό· διότι πολύ μισθό θα λάβη από τον Θεό.

Και για να το μάθης, αυτός που εμπιστεύθηκε τα πέντε τάλα­ντα, είναι ο διδάσκαλος· και αυτός που πήρε το ένα, είναι ο μαθη­τής. Εάν όμως πη ο μαθητής, 'εγώ είμαι μαθητής, δεν διακινδυ­νεύω', και τον λόγο που πήρε από τον Θεό, αυτόν που είναι κοινός και απλός, τον κατακρύψη και δεν παροτρύνη, δεν μιλήση με θάρ­ρος, δεν ελέγξη, δεν νουθετήση, εάν μπορή, αλλά τον κρύψη μέσα στη γη (διότι πράγματι γη είναι και στάχτη η καρδιά που κατακρύβει το χάρισμα του Θεού)· αν λοιπόν τον κατακρύψη ή από τεμπε­λιά ή από αμέλεια, δεν θα μπορέση να δικαιολογηθή με το να πη, 'ένα τάλαντο είχα'. Ένα τάλαντο είχες· έπρεπε, κι' αν ακόμα είχες ένα τάλαντο, να το προσφέρης και να το διπλασιάσης· εάν πρόσφερνες το ένα δεν θα ήταν δυνατό να κατηγορηθής. Διότι ούτε σ' εκείνον που πρόσφερε τα δύο είπε· 'γιατί δεν μου έφερες πέντε τά­λαντα;' αλλά τον θεώρησε άξιο της ίδιας αμοιβής με εκείνον που του πρόσφερε τα πέντε τάλαντα. Γιατί; Διότι εργάσθηκε εκείνο που πήρε· και δεν έπεσε σε ραθυμία επειδή έλαβε λιγώτερα από εκείνον που πήρε τα πέντε τάλαντα, ούτε εξ αιτίας τής ολιγότητας έμεινε αργός. Ούτε εσύ έπρεπε να βλέπης αυτόν που πήρε τα δύο· ή καλύ­τερα εκείνον έπρεπε να κοιτάς, και όπως ακριβώς εκείνος μιμήθηκε αυτόν που πήρε τα πέντε, αν και είχε δύο, έτσι κι' εσύ έπρεπε να μιμηθής αυτόν που είχε τα δύο τάλαντα. Διότι, εάν επιφυλάσσεται τι­μωρία για εκείνον που έχει χρήματα και δεν βοηθάει τους άλλους, αυτός που μπορεί να συμβουλεύση και δεν το κάνει πώς δεν θα υποστή μεγαλύτερη τιμωρία; Εκεί τρέφεται σώμα, εδώ ψυχή· εκεί εμποδίζεις τον προσωρινό θάνατο, εδώ τον αιώνιο.

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Ψευδοπροφήτες και ψευδαπόστολοι. «Τὸ δράμα τῆς πλάνης»!



Πρῶτος ὁ Κύριος, μετὰ οἱ Ἀπόστολοι καὶ στὴ συνέχεια οἱ Πατέρες μᾶς ἔχουν προειδοποιήσει γιὰ τοὺς ψευδοπροφῆτες.
Πρέπει, γράφει ὁ Μ. Βασίλειος, νὰ ἐξετάζουμεπροσεκτικὰ τὰ λεγόμενα τῶν ποιμένων καὶ διδασκάλων, καὶ κυρίως αὐτῶν ποὺ ἔχουν δώσει στοιχεῖα πὼς καινοτομοῦν εἰς τὰ τῆς Πίστεως∙ γιατὶ οἱ ψεδοδιδάσκαλοι-ψευδοποιμένες ὑποκρίνονται ὅτι εἶναι Ὀρθόδοξοι καὶ ἔχουν τὴν ἱκανότητα νὰ συναρπάζουν τὶς ψυχὲς τῶν ἀπρόσεκτων. 
Καὶ πῶς θὰ καταλάβουμε, ἐρωτᾶ, τὴν γνησιότητα τοῦ ποιμένος; 
Ἀπὸ τὸ ἂν ἀκολουθεῖ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας:
«Ὅτι οὐ δεῖ ἁπλῶς, οὐδὲ ἀνεξετάστως ὑπὸ τῶν ὑποκρινομένων τὴν ἀλήθειαν συναρπάζεσθαι· ἀπὸ δὲ τοῦ δεδομένου ἡμῖν παρὰ τῆς Γραφῆς χαρακτῆρος γνωρίζειν ἕκαστον. “Προσέχετε ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασιν προβάτων ἔσωθεν δέ εἰσιν λύκοι ἅρπαγες”» (Ματθ. 7, 15). (Μ. Βασιλείου, Τὰ Ἠθικά, ὅρος ΚΗ΄).
Στὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι σαφέστατο πὼς ὁ χαρακτηρισμὸς “ψευδοπροφῆτες καὶ ψευδαπόστολοι”, δὲν ἀποδίδεται στοὺς ἤδη γνωστοὺς καὶ παγιωμένους στὴν αἵρεση αἱρετικούς (μόνο), ἀλλὰ ταιριάζει κυρίως σὲ "ὀρθόδοξους ποιμένες" ποὺ δὲν ἔχουν ἐπίσημα χαρακτηριστεῖ αἱρετικοί, μὰ δίνουν δείγματα καινοτόμων ποιμένων, παρερμηνεύουν καὶ παραβλέπουν κάποια στοιχεῖα τῆς παραδόσεως κατὰ τὸ δοκοῦν, καὶ δὲν προφυλλάσσουν τὸ ποίμνιο ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς αἱρετικούς, ἀντίθετα τὸ σκανδαλίζουν μὲ τὶς ἐνέργειές τους. Π.χ., συντρώγουν, συμπροσεύχονται καὶ συλλειτουργοῦν μαζί τους, σπέρνοντας ἔτσι τὴν σύγχυση καὶ στὶς δυὸ πλευρές. Ἔτσι δικαίως θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς κατατάξει κανεὶς στὴν κατηγορία τῶν “κακῶν ἐργατῶν”, τῶν ψευδοποιμένων.
Σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Μ. Βασίλειος γράφει: «Μετὰ τῶν οἰκείων τῆς πίστεως εἰρηνεύειν· αἱρετικὸν δὲ ἄνθρωπονἀποστρέφεσθαι»(Λόγος περὶ ἀσκήσεως). «Ὅτι δεῖ τῶν ἀκροατῶν τοὺς πεπαιδευμένους τὰς Γραφάς, δοκιμάζειν τὰ παρὰ τῶνδιδασκάλων λεγόμενα· καὶ τὰ μὲν σύμφωνα ταῖς Γραφαῖς δέχεσθαι, τὰ δὲ ἀλλότρια ἀποβάλλειν· καὶ τοὺς τοιούτοις διδάγμασιν ἐπιμένονταςἀποστρέφεσθαι σφοδρότερον… Ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ… καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω.
…Ὅτι δεῖ τοὺς μὴ πολλὴν ἔχοντας τὴν τῶν Γραφῶν γνῶσιν, ἐν τοῖς καρποῖς τοῦ Πνεύματος γνωρίζειν τὸν χαρακτῆρα τῶν ἁγίων· καὶ τοὺς μὲν τοιούτους δέχεσθαι, τοὺς δὲ ἄλλωςἔχοντας ἀποστρέφεσθαι… “Προσέχετε ἀπὸ τῶνψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασιν προβάτων ἔσωθεν δέ εἰσιν λύκοι ἅρπαγες”» (Ματθ. 7, 15) (Μ. Βασιλείου, Τὰ Ἠθικά, Ὅρος ΟΒ΄).
Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο, πάλι ὁ Μ. Βασίλειος, γράφει: «“Βλέπετε τοὺς κύνας, βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας”. Πολλοὶ οἱ κύνες. Τί λέγω κύνες; Λύκοι μὲν οὖν βαρεῖς, ἐν ἐπιφανείᾳ προβάτων τὸ δολερὸν ὑποκρύπτοντες, πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης τὸ Χριστοῦ ποίμνιον διασπῶσιν. 
Οὓς φυλακτέονὑμῖν ἐγρηγορικοῦτινος ποιμένος ἐπιστασίᾳ» 
 (Μ. Βασιλείου,Ἐπιστολές τῇ Ἐκκλησίᾳ Νεοκαισαρείας, ep. 28, s. . 37- 42).
Ἀλλὰ καὶ ὁ Δίδυμος ὁ Τυφλὸς ἐκφράζει τὸ φόβο του, μήπως ἡ δολιότης καὶ ἡ πανουργία ποὺ ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ διαθέτουν, ἀπατήσει τοὺς ἁπλοὺς πιστοὺς ὡς ὁ ὄφις τὴν Εὔα: «Δέος δέ, μὴ ὡς τὴν μητέρα τοῦ γένους ἡμῶν ἔφθειρεν ὁ ὄφις πανουργίᾳ χρησάμενος, φθαρῆτε καὶ ὑμεῖς ὑπὸ ψευδοδιδασκάλων… Οὗτοι δὲ περὶ ὧν γράφω, ἐνταῦθα μὲν ἐργάται δόλιοι, ἐν ἄλλῃ δὲ ἐπιστολῇ ἐργάται κακοὶ ὀνομάζονται. μετασχηματίζονται οὖν εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ, οὐκ ὄντες τοιοῦτοι ἀλλὰ σχήματι μόνῳ ἀπατῶντες, προαίρεσιν τὴν αὐτὴν ἔχοντες τοῖςψευδοπροφήταις οἳ τὴν γνώμην λύκοιἅρπαγες ὄντεςπεριβάλλονται κώδια, ἵνα δόξωσιν εἶναι πρόβατα. τοῦτο εἰπὼν περὶ αὐτῶν δείκνυσιν ὡς οὐ παράδοξον τὸ εἰρημένον· εἰ γὰρ ὁ αἴτιος τυγχάνων τοῦ τοιούτους αὐτοὺς εἶναι –διάβολος δὲ οὗτος– ὑποκρίνεται ἄγγελος εἶναι φωτός, σκότους ὑπάρχων, ἀκολούθως οἱ πρὸς αὐτοῦ εἰς τὸ πλανᾶν ὁδηγούμενοιμεταχαράττουσιν ἑαυτοὺς ὡς ὑποληφθῆναι ἀκεραίοις, ὅτι διάκονοι δικαιοσύνης εἰσίν…» 
(Διδύμου τοῦ Τυφλοῦ, Fragmenta in epistulam ii ad Corinthios (in catenis), p. . 33).

Μὰ εἶναι δυνατόν –θὰ ποῦν κάποιοι– νὰ ἀντιμετωπίζουμε μὲ τέτοιους χαρακτηρισμοὺς τοὺς Οἰκουμενιστές, ποὺ κηρύττουν τὸ Χριστὸ καὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς θυσιάζουν γι’ Αὐτὸν κάτι, μικρὸ ἢ μεγάλο; Ἂς δοῦμε τί γράφουν, οἱ θυσιασθέντες γιὰ τὴν πίστη καὶ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ Ἅγιοι:
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος πάλι, στὴν ἀρχὴ τῆς 24ηὁμιλίας του πρὸς Κορινθίους τοποθετεῖ ὡς τίτλο «Οἱ γὰρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ»καὶ ἐρωτᾶ: «α΄. Τί λέγεις;».Εἶναι δυνατὸν νὰ θεωροῦνται ψευδαπόστολοι ἀκόμα καὶ «οἱ Χριστὸν κηρύττοντες, οἱ χρήματα μὴ λαμβάνοντες, οἱ Εὐαγγέλιον ἕτερον μὴ ἐπεισάγοντες;».
Καὶ ἀπαντᾶ:
«Ναί· καὶ δι' αὐτὸ μὲν οὖν τοῦτο μάλιστα, ὅτι ταῦτα ὑποκρίνονται πάντα, ἵνα ἀπατήσωσιν. Ἐργάται δόλιοι.Ἐργάζονται μὲν γάρ, ἀλλ' ἀνασπῶσι τὰ πεφυτευμένα. Ἐπειδὴ γὰρ ἴσασιν, ὅτι ἑτέρως οὐκ ἂν γένοιντο εὐπαράδεκτοι, τὸ προσωπεῖον λαβόντες τῆς ἀληθείας, οὕτω τὸ δρᾶμα τῆς πλάνης ὑποκρίνονται. Καὶ μέντοι χρήματα, φησίν, οὐ λαμβάνουσιν. Ἵνα πλείονα λάβωσιν, ἵνα ψυχὴν ἀπολέσωσι. Μᾶλλον δὲ καὶ τοῦτο ψεῦδος· καὶ ἐλάμβανον, ἀλλ' ἐλάνθανον· καὶ τοῦτο δείκνυσιν ἐν τοῖς ἐπιοῦσι» (Χρυσοστόμου Ἰω., 
Ὑπόμνημα εἰς πρὸς Κορινθίους Β, ὁμιλ. α΄, PG 61, 563).
Οἱ Πατέρες, λοιπόν, ἀπὸ συμφώνου ἔχουν διαπιστώσει ὅτι οἱ αἱρετικοί –ποὺ ἀντιστέκονται στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας– χρησιμοποιοῦν δολιότητα, πονηρίες, παλινδρομήσεις στὶς διδασκαλίες τους, ἀνειλικρίνεια καὶ ἀμετανοησία, ἀφοῦ ἡ αἵρεση προκύπτει ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμό, ἀναπτύσσεται μὲ ἐγωϊσμὸ καὶ στηρίζεται στὸν ἐγωϊσμό, τὴν ἀπάτη καὶ τὸ ψεῦδος, καὶ ὁ ἐγωϊσμὸς εἶναι πάλι ἐκεῖνος ποὺ τελικὰ ἐμποδίζει τὴν μετάνοια τῶν αἱρετικῶν.
Ὡς ἐκ τούτου εἶναι σύνηθες σ’ αὐτοὺς νὰ παραπληροφοροῦν, νὰ ἀποκρύπτουν διὰ περίτεχνων συλλογισμῶν τὰ πραγματικά τους πιστεύματα καὶ μὲ ὑποκριτικὴ δεινότητα νὰ συσκοτίζουν τὴν ἀληθινή τους ταυτότητα καὶ νὰ παραπέμπουν γιὰ τὴν κατοχύρωση τῶν λεγομένων στὴν Γραφή.
Γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Καθάπερ καὶ οἱ αἱρετικοὶ ποιοῦσιν... Παρὰ μὲν γὰρ τὴν ἀρχὴν συσκιάζουσιν ἑαυτούς· ἐπειδὰν δὲ πολλὴν λάβωσι τὴν παρρησίαν καὶ λόγου τις αὐτοῖς μεταδῷ, τότε τὸν ἰὸν ἐκχέουσι» 
(Χρυσόστομου Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον, ὁμιλία Αʹ, PG 58, 477).
Οἱ Ἁγιοι Πατέρες, λοιπόν, μᾶς φανερώνουν τὴν ἀλήθεια. Δυστυχῶς ὅμως, πολλοὶ σύγχρονοι ψευδοποιμένες δὲν θέλουν νὰ τὴν ἀποδεχτοῦν. Καὶ προκαλοῦν σύγχυση στοὺς πιστούς, ἰσχυριζόμενοι ὅτι, ἐκεῖνοι ποὺ ὑπενθυμίζουν τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, τοὺς ἐκβιάζουν νὰ τὴν ἐφαρμόσουν!!! Δὲν θέλουν νὰ καταλάβουν ὅτι, ἄλλο εἶναι ἡ ἐλευθερία νὰ ἀκολουθήσεις τὶς Ἐντολὲς τοῦ Κυρίου (αὐτὸ εἶναι δυνητικό) καὶ ἄλλο νὰ χαρακτηρίζεις τὶς Ἐντολὲς δυνητικές! Οἱ Ἐντολές, ἡ σύμφωνη μὲ τὸ Εὐαγγέλιο διδασκαλία τῶν Ἁγίων, εἶναι ὁ ἀσφαλὴς δρόμοςποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία καὶ ἐδῶ, στὴν προφύλαξη ἀπὸ τὴν αἵρεση, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀντιμετώπιση (ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἔλεγχο καὶ τὴν ἀναίρεση τῶν κακοδοξιῶν) τῶν αἱρετικῶν. Καὶ εἶσαι ἐλεύθεροςνὰ τὶς ἀκολουθήσεις ἤ νὰ μὴν τὶς ἀκολουθήσεις!

Σημάτης Παναγιώτης

Δείτε τι έλεγε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για την κρίση της εποχής του



«Επιτρέπει ο Θεός να τραντάζεται η γη, αλλά δεν την καταστρέφει, σείει δυνατά τα πάντα με το σεισμό, αλλά δεν τα κατεδαφίζει, για να μας οδηγήσει στην μετάνοια. Τόσο μεγάλο είναι το πέλαγος της ευσπλαχνίας Του.

Γιατί είδε να παραβαίνουμε τις εντολές Του και να Τον πικραίνουμε υπερβολικά. Είδε την επιθυμία μας να αρπάζουμε την ξένη περιουσία, είδε ότι χτίζαμε το ένα σπίτι κοντά στο άλλο και ότι επλησιάζαμε το ένα χωράφι κοντά στο άλλο, με σκοπό να κλέψουμε το διπλανό μας. Είδε ότι δεν ελεούσαμε τα ορφανά και αδιαφορούσαμε για τις χήρες. Είδε τους δασκάλους να κάνουν τα αντίθετα από εκείνα που εδίδασκαν. Είδε μαθητές να προσβάλουν τις σεμνές τελετές της Εκκλησίας με αταξίες που αρμόζουν σε θέατρα. Είδε να ζούμε μέσα στην κακία και να κινούμαστε από φθόνο. Είδε να προσθέτουμε στο φθόνο και την πονηρία. Είδε τις καταιγίδες της υποκρισίας να βυθίζουν σαν βάρκες τους απονήρευτους. Είδε να φονεύουμε σκόπιμα. Είδε ότι αδικούσαμε όσο μπορούσαμε περισσότερο. Είδε να ναυαγεί η αγάπη και να προκόβει η απάτη στο πέλαγος της ζωής. Είδε να αποσκιρτούμε από την αλήθεια και να καταφεύγουμε πρόθυμα στο ψέμα. Και για συνοψίσουμε, είδε να υπηρετούμε τον πλούτο και όχι τον Κύριο» (Εις άγιον Βάσσον, 1, MG 50, 721).

Είναι περιγραφή και της εποχής μας ή όχι;

«Αλίμονο σε κείνους που λένε το κακό καλό και το καλό κακό. Σε κείνου που παρουσιάζουν το φως ως σκοτάδι και το σκοτάδι ως φως. Σε κείνους που προβάλλουν το γλυκό ως πικρό και το πικρό ως γλυκό. Θα αφαιρέσω λοιπόν, λέει ο Θεός, για την ανομία σας από ανάμεσά σας κάθε ισχυρό άνδρα και δυνατή γυναίκα και κάθε άνθρωπο πολεμιστή και δικαστή και κάθε προφήτη και άνθρωπο συνετό. Δεν είναι δε μικρό είδος οργής να στερηθούν και τις προφητείες. Μαζί δε με τον προφήτη, λέγει, θα αφαιρέσει και κάθε στοχαστή. Εδώ μου φαίνεται στοχαστή ονομάζει εκείνον που από τη μεγάλη του σύνεση και από την ίδια την πείρα των πραγμάτων, δίνει σοφές συμβουλές για τα μέλλοντα. Και θα αφαιρέσω ακόμη και κάθε έμπειρο πρεσβύτερο και πεντηκόνταρχο. Πρεσβύτερο δεν ονομάζει απλά αυτόν που έχει γεράσει, αλλά αυτόν που μαζί με τα άσπρα μαλλιά του διατηρεί και την πρέπουσα σύνεση. Και όταν λέει πεντηκόνταρχο εννοεί όλους τους άρχοντες. Και άρχοντας είναι αυτός που είναι εμπειρογνώμων και γνώστης πολλών και που γνωρίζει να διευθετεί με σύνεση όλες τις υποθέσεις της πόλεως. Και μαζί μ’ αυτούς θα αφαιρέσει και κάθε συνετό ακροατή.

Γιατί αν αυτό απουσιάζει, ακόμη κι αν υπάρχουν όλα τα άλλα , τίποτε πλέον δεν υπάρχει στις πόλεις, κι αν κόμη υπάρχουν προφήτες, σύμβουλοι, άρχοντες, αν δεν υπάρχει κανένας που να μπορεί να ακούσει, όλα είναι άσκοπα και μάταια. Εγώ νομίζω ότι εδώ το ‘θα αφαιρέσω’ που λέει ο Θεός , το λέγει με τη σημασία του θα εγκαταλείψω και θα αφήσω , όπως ακριβώς λέει ο Απόστολος Παύλος: ‘τους εγκατέλειψε ο Θεός, ώστε να παραδοθούν σε νου ανίκανο να διακρίνει το ορθό’, όχι για να δείξει αυτό, ότι δηλαδή τους έριξε σε παράνοια, αλλά τους εγκατέλειψε και τους άφησε να είναι ανόητοι. Και θα τοποθετήσω σ’ αυτούς νεαρούς άρχοντες, λέει ο Θεός. Αυτό είναι χειρότερο και φοβερότερο από την αναρχία. Γιατί εκείνος που δεν έχει άρχοντα, έχει στερηθεί εκείνον που θα τον οδηγήσει, ενώ εκείνος που έχει κακό άρχοντα, έχει εκείνον που τον σπρώχνει στους γκρεμούς. Και θα επιτρέψω σε απατεώνες να τους εξουσιάσουν, λέει ο Θεός. Απατεώνες ονομάζει τους είρωνες, τους κόλακες, εκείνους που με τα γλυκά τους λόγια παραδίδουν τους ανθρώπους στο κακό και τον διάβολο. Και θα συμπλακεί ο λαός και ο ένας άνθρωπος θα ορμήσει εναντίον του άλλου και ο άλλος θα ορμήσει εναντίον του πλησίον του, λέει ο Θεός.

Όπως ακριβώς δηλαδή αν τα ξύλα που συγκρατούν τις οικοδομές σαπίσουν ή αφαιρεθούν, κατ’ ανάγκην οι τοίχοι γκρεμίζονται, αφού τίποτε δεν υπάρχει που να τους συγκρατεί, έτσι και αυτοί για τους οποίους προηγουμένως μιλήσαμε, αφού αφαιρέθηκαν άρχοντες, σύμβουλοι, δικαστές και προφήτες, δεν υπήρχε τίποτε που να εμπόδιζε το λαό να διασπασθεί και να δημιουργηθεί μεγάλη σύγχυση. Θα αυθαδιάσει το παιδί προς το γέροντα και ο ανέντιμος προς τον έντιμο, λέει και πάλι ο Θεός. Γιατί όταν περιφρονούνται τα γηρατειά από τους νέους, οι δε ανάξιοι και αποδοκιμασμένοι περιφρονούν εκείνους, που προηγουμένως ήταν αξιοσέβαστοι, η πόλη αυτή δεν είναι δυνατόν να βρίσκεται σε καθόλου καλύτερη κατάσταση από εκείνη που καταφεύγει σε μάντεις» (Εις Ησαΐαν, κεφ. Γ’, 1,2,3,4, ΕΠΕ 8, 304-306-308-310-314-316-MG 56, 40-44).

Ίσως τελικά δεν είναι τυχαίο το ότι έχουμε στερηθεί ηγέτες σε όλους τους χώρους και πρέπει να ξαναδούμε τις πνευματικές ρίζες της κρίσης. Ο άγιος πάντως μας προτρέπει σε μετάνοια και υπέρβαση της ανομίας μας. Ας τον ακούσουμε.

π. Θ. Μ.

Τα άγρια θηρία των παθών

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΡΟΝΤΙΖΟΥΜΕ για την διόρθωσι των παθών. Για σκεφθήτε τι άσχημο πράγμα είναι να βλέπη κανείς το σπίτι του σε κακή κατάστασι και τους τοίχους έτοιμους να πέσουν, και αντί να το διορθώση, κάθεται και κατασκευάζει αυλές και προαύλια. Ή να είναι άρρωστο το σώμα και αντί να φροντίζη γι’ αυτό, κάθεται και υφαίνει χρυσά φορέματα.
Έτσι γίνεται τώρα. Ενώ η ψυχή μας βρί­σκεται σε κακή και αθλία κατάστασι, ενώ κυριεύεται από τον θυμό, από την κακολογία, από αισχρές επι­θυμίες, από επίδειξι και κενοδοξία, από ατίθασες και επαναστα­τικές κινήσεις, ενώ σύρεται στο χώμα και σπαράζεται από τόσα θηρία, αντί να κοιτάξουμε να την απαλλάξουμε από τα πάθη, ασχολούμεθα με σωματικές ανέσεις και καλλωπισμούς...
Όταν μία αρκούδα ξεφύγη από εκεί που την φυλάνε και γυρίζη ελεύθερη στους δρόμους, κλείνουμε τα σπίτια μας και βαδίζουμε από στενά δρομάκια για να μη πέσουμε επάνω σ’ αυτό το θηρίο. Και τώρα που όχι ένα θηρίο, αλλά πολλά σπαράζουν τον ψυχικό μας κόσμο ούτε είδησι παίρνουμε.
Για την ασφάλεια της πόλεως φροντίζουμε πολύ και κλεί­νουμε τα θηρία σε απόμερα μέρη και σε σιδερένια κλουβιά. Και τα φυλάμε όχι κοντά στην Βουλή ούτε στα δικαστήρια ούτε στα ανάκτορα, αλλά πολύ μακρυά. Απ’ εναντίας όμως στην ψυχή μας όπου υπάρχουν κάποια άλλη βουλή και κάποια άλλα ανάκτορα και δικαστήρια, αφίνουμε τα θηρία να ανεβαίνουν μέχρι τον νου, δηλαδή τον θρόνο τον βασιλικό, και να ωρύωνται και να θορυβούν.
Αυτή είναι η αιτία που όλα γίνονται άνω-κάτω και όλα γεμίζουν από ταραχή και τα εσωτερικά και τα εξωτερικά, και καθόλου δεν διαφέρουμε από πόλι που την αναστήλωσε βαρβα­ρική επιδρομή. Και ομοιάζει η κατάστασις σαν να επετέθη ένας δράκοντας σε φωλιά με νεοσσούς, και οι νεοσσοί με φωνές τρόμου πετούν κατατρομαγμένοι εδώ κι’ εκεί μη ξέροντας πως να απαλλαγούν από την αγωνία τους.
Γι’ αυτό σας παρακαλώ, ας φονεύσουμε τον δράκοντα, ας δεσμεύσουμε τα θηρία, ας τα πνίξουμε, ας τα σφάξουμε. Κάθε πονηρία που υπάρχει μέσα στο νου μας ας την εξοντώσουμε με την «μάχαιραν του Πνεύματος».
Έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε κι’ εμείς λέοντες που έχουν φοβερά δόντια και όποιος πέσει σ’ αυτά τον κομματιάζουν. Τέ­τοιοι λέοντες είναι ο θυμός, η σαρκική επιθυμία… Κοίταξε λοιπόν να ομοιάσης με τον προφήτη Δανιήλ και μη επιτρέψης σ’ αυτά τα πάθη να εμπήξουν τα δόντια τους μέσα στην ψυχή σου.
Μερικά άγρια θηρία, όταν είναι εύσωμα και καλοθρεμμένα, νικούν τους αντιπάλους των. Όταν όμως τα υποβάλη κανείς σε πείνα και τα αδυνατήση, τους εκοίμισε το θυμό και τους αφή­ρεσε την δύναμι, ώστε και ένας ασήμαντος αντίπαλος να τα βάζη μαζί τους.
Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με τα πάθη της ψυχής. Όποιος τα αδυνατίζει, τα καθιστά υποχείρια στο λογικό. Όποιος τα καλοτρέφει, καθιστά την πάλη μαζί τους δυσκολώτερη, με αποτέλεσμα να τα τρέμη και να καταντήση δούλος των για πάντα.
Κάποιος σοφός έλεγε: «Η αμαρτία ξεκινά από την υπε­ρηφάνεια». Δηλαδή η υπερηφάνεια είναι ρίζα και πηγή και μητέρα της αμαρτίας.
Εξ αιτίας αυτής ο πρωτόπλαστος έχασε την μακαρία εκείνη ζωή στον παράδεισο, και ο διάβολος που τον εξηπάτησε, έχασε το τόσο υψηλό αξίωμά του. Γνωρίζοντας ο ακάθαρτος διάβολος ότι η υπερηφάνεια μπορεί και από τον ουρανό να γκρεμίζη, την σκέφθηκε ενώ επιχειρούσε να ρίξη κάτω τον Αδάμ από την τιμημένη θέσι του. Αφού τον «εφούσκωσε» με την υπόσχεσι πως θα γίνη ίσος με τον Θεόν, τον συνέτριψε και τον κατέβασε στα βάραθρα του άδη.
Τίποτε δεν αποξενώνει από την φιλανθρωπία του Θεού και τίποτε δεν παραδίνει στην φωτιά της κολάσεως, όσο το τυραννικό πάθος της υπερηφάνειας. Όταν υπάρχη μέσα μας αυτή, όλη η ζωή μας είναι ακάθαρτη, έστω και αν διαθέτουμε καθαρότητα ή παρθενία ή νηστεία ή ευχές ή ελεημοσύνη ή ο,τιδήποτε άλλο. Διότι, όπως λέγει η Γραφή, «είναι ακάθαρτος στα μάτια του Κυρίου κάθε υψηλοκάρδιος» (Παροιμ. ιστ’, 5).
Όχι μόνο η πορνεία ή η μοιχεία μολύνει τους ανθρώπους, αλλά και η υπερηφάνεια και μάλιστα πολύ περισσότερο από αυ­τές. Γιατί; Διότι η ανηθικότης αν και είναι ασυγχώρητο κακό, άλλ’ όμως ξεκινά από την αιτία της επιθυμίας. Στην αλαζονεία όμως δεν μπορείς να βρης κάποια αιτία ή κάποια πρόφασι, ώστε να έχης κάποιο ίχνος δικαιολογίας και συγγνώμης. Τίποτε άλλο δεν είναι αυτή, παρά διαστρέβλωσις της ψυχής και αρρώστεια βαρύτατη που δεν γεννάται από τίποτε άλλο παρά από την ανοη­σία. Δεν υπάρχει πιο ανόητο πράγμα στον κόσμο από τον αλα­ζονικό άνθρωπο.
Οι δόξες και οι λαμπρότητες του κόσμου είναι ασταθείς. Τίποτε δεν διαφέρουν τα λαμπρά πράγματα του κόσμου από τις θεατρικές παραστάσεις και από την ομορφιά των ανοιξιάτικων λουλουδιών. Πριν ακόμα εμφανισθούν, αναχωρούν. Αλλά και αν παραμείνουν λίγο καιρό, αμέσως υποκύπτουν στην φθορά.
Αλήθεια, ποιο πράγμα είναι πιο μηδαμινό, από την τιμή και την δόξα που προέρχεται από τους ανθρώπους; Ποιος είναι ο καρπός της; Ποια η ωφέλειά της; Σε ποιο χρήσιμο αποτέλε­σμα καταλήγει; Και είθε να ήταν μόνο αυτό το άσχημο! Αλλά τώρα, εκτός του ότι δεν προσφέρει κέρδος, προξενεί και ζημίες.
Όποιος υπακούει σ’ αυτήν την τόσο σκληρή και άσχημη «δέσποινα», είναι υποχρεούμενος να υποφέρη συνεχώς πολλά λυπηρά και επιβλαβή πράγματα. Είναι πράγματι «δέσποινα» σε όσους την έχουν και όσο πιο πολύ κολακεύεται από τους δού­λους της, τόσο περισσότερο σηκώνει το ανάστημά της και τους βασανίζει με σκληρότερες διαταγές. Αντιθέτως, αυτούς που την περιφρονούν και την απορρίπτουν, δεν μπορεί καθόλου να τους αντισταθή.
Είναι δηλαδή χειρότερη και από κάθε τύραννο και από κάθε θηρίο. Διότι ο τύραννος και τα θηρία, αν τους καλοπιάση και τους θωπεύση κανείς, πολλές φορές ημερεύουν, ενώ αυτή όσο περισσότερο πάμε με τα νερά της, τόσο πιο πολύ αγριεύει. Και όταν βρη κάποιον που υποτάσσεται σε όλα, τίποτε δεν δι­στάζει να τον διάταξη.
Έχει και κάποια σύμμαχο, που δεν σφάλλουμε αν την ονομάσουμε θυγατέρα της. Δηλαδή, όταν τραφή και αυξηθή και ριζώση καλά μέσα μας, γεννά την «απόνοιαν», που όχι λιγώτερο από την ίδια καταστρέφει και κατακρημνίζει την ψυχή τού ανθρώπου.
Πως λοιπόν θα μπορέσουμε να νικήσουμε το πάθος της κενοδοξίας; Αν στην μια δόξα αντιτάξουμε άλλη δόξα. Πολλές φορές καταφρονούμε τον υλικό πλούτο, όταν ατενίσουμε προς κάποιον άλλο πλούτο. Επίσης περιφρονούμε και την ίδια μας την ζωή, όταν αντιληφθούμε πως υπάρχει κάποια άλλη πολύ ανώτερη. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με την δόξα. Μπορούμε να περιφρονήσουμε εντελώς την δόξα τούτου του κόσμου, όταν αντιληφθούμε πως υπάρχει κάποια άλλη πολύ πιο σπουδαία, η πραγματική δόξα.
Η δόξα τούτου του κόσμου είναι άδεια και άχρηστη και διατηρεί το όνομα χωρίς περιεχόμενο. Η άλλη όμως δόξα είναι η αληθινή. Προέρχεται από τον ουρανό και έχει ως εγκωμιαστάς όχι ανθρώπους, αλλά αγγέλους και αρχαγγέλους και τον Δε­σπότη των αρχαγγέλων.
Εάν λοιπόν στραφής προς εκείνη την ομήγυρι, εάν καταλάβης τι στεφάνια υπάρχουν εκεί, εάν κοιτάξης προς τα χειρο­κροτήματα που υπάρχουν εκεί, ποτέ δεν θα μπορέσουν να σε κυριεύσουν τα εδώ ένδοξα πράγματα˙και ούτε όταν τα απολαμβάνης θα τα θεωρής σπουδαία ούτε όταν σου λείπουν θα τα αναζητής.
Άλλωστε και στα ανάκτορα κανείς από τους δορυφόρους τού βασιλέως δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια να είναι αρεστός σ’ αυτόν που φορεί το στέμμα και κάθεται επάνω στον θρόνο,και αντ’ αυτού να περιεργάζεται τις φωνές από τα σαλιγγάρια ή τον βόμβο από τις μυΐγες και τα κουνούπια που πετούν γύρω. Πράγματι οι έπαινοι των ανθρώπων δεν είναι πολύ σπουδαιότε­ροι από αυτά. Ας καταλάβουμε λοιπόν πόσο φτηνά είναι τα ανθρώπινα και ας συγκεντρώνουμε ό,τι καλό έχουμε στα ασύλητα ταμεία τού ουρανού και ας επιζητούμε την δόξα που είναι μόνιμη και αμετακίνητη.
Πες μου γιατί δεν μπορείς να νικήσης τον πειρασμό της δόξας, την στιγμή που άλλοι άνθρωποι τον νικούν. Μήπως αυτοί δεν έχουν την ίδια ψυχή, το ίδιο σώμα, την ίδια μορφή, την ίδια ζωή;
Σκέψου τον Θεόν. Σκέψου την δόξα τού ουρανού. Σύγκρινέ την με τα παρόντα, και γρήγορα θα διώξης μακρυά την επίγεια δόξα.
Εάν ποθής δόξα, να ποθής την πραγματική. Τι δόξα είναι αυτή που προξενεί ατιμίες; Τι δόξα είναι αυτή που σε αναγκάζει να επιθυμής ασήμαντες τιμές και να τις θεωρής απαραίτητες; Τιμή πραγματική είναι το να δοξάζεσαι από σπουδαία πρόσωπα, όχι από ασήμαντα. Εάν λοιπόν αγαπάς με πάθος την δόξα, να ποθής την δόξα που προέρχεται από τον Θεόν. Εάν συμβή αυτό, θα καταφρόνησης την επίγεια δόξα, και θα την ιδής άτιμη.
Εάν όμως δεν αντικρύσης την δόξα τού Θεού, ούτε θα κατανόησης ότι η εδώ δόξα είναι αισχρή και καταγέλαστη. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την φιλία μιας κακής και άσχημης γυναίκας. Όσο κανείς συνδέεται μαζί της με πάθος, δεν μπορεί να ιδή την δυσμορφία της, διότι το πάθος σκοτίζει την ορθή κρίσι.
Τι είναι η δόξα; Δώσε μου έναν ορισμό της. Είναι, θα ειπή κάποιος, το να θαυμάζεσαι από όλους. Πως να θαυμάζεσαι δίκαια ή άδικα; Εάν άδικα, τότε δεν πρόκειται για θαυμασμό, αλλά για κατηγορία και κολακεία και κατηγορία. Εάν δίκαια, τούτο είναι κάτι αδύνατο. Διότι οι άνθρωποι δεν κρίνουν ορθά, αλλά θαυμάζουν όσους τους εξυπηρετούν στις επιθυμίες τους. Και αν αμφιβάλλετε, κοιτάξτε αυτούς που αφιερώνουν τα πρά­γματά τους και τα χρήματά τους στις ανήθικες γυναίκες, στους ηνιόχους, στους χορευτές.
Εάν κάποιος πεθαίνη για επαίνους, ενεργεί όχι όπως θέλει ο ίδιος, αλλά σύμφωνα με την όρεξι των άλλων. Έτσι γρήγορα ξεφεύγει από τον δρόμο της αρετής.
Τι θα είχαμε να συμβουλεύαμε σ’ αυτό το ζήτημα; Τι άλλο παρά να κοιτάμε προς τον Θεόν, να πράττουμε όλα όσα Εκείνος υιοθετεί, να εφαρμόζουμε το καλό και να μη χάσκουμε προς τα ανθρώπινα πράγματα και τον ανθρώπινο έπαινο. Ο υπολογισμός στον ανθρώπινο έπαινο φθείρει και την νηστεία και την προσευ­χή και την ελεημοσύνη· και όλο μας τον πνευματικό πλούτο τον αδειάζει. Για να γλυτώσουμε από όλα αυτά, ας φύγουμε μακρυά από το πάθος της φιλοδοξίας. Και πάντοτε να κοιτάμε ένα πράγμα, τον έπαινο του Θεού, την ιδική Του γνώμη, την επευφημία αυτού που είναι Δεσπότης όλων μας. Έτσι θα δια­νύσουμε ενάρετα την επίγεια ζωή μας και θα αξιωθούμε μαζί με όλους τους φίλους τού Θεού των μελλοντικών αγαθών.
Εκείνος που έχει μάθει να μη πέφτη σε πορνεία, ούτε σε μοιχεία θα πέση, ενώ εκείνος που έχει παραδοθή στο πρώ­το, γρήγορα θα κατάληξη και στο δεύτερο.
Τι έχω να σας συμβουλεύσω; Θα σας συμβουλεύσω κάτι για να κόψουμε τις ρίζες του κακού.
Όσοι έχετε νέα παιδιά και πρόκειται να τα οδηγήσετε στον κοσμικό βίο, να τα παρακινήτε γρήγορα για τον γάμο. Στους νέους είναι εξημμένες και ενοχλητικές οι σαρκικές επιθυμίες. Γι’ αυτό στον προ του γάμου καιρό να τους συγκρατήτε με συμβουλές, με απειλές, με φόβους, με υποσχέσεις, με αναρί­θμητα άλλα. Όταν όμως είναι καιρός γάμου, να μη αναβάλλετε να τους στεφανώνετε.
Μόλις το παιδί μεγαλώση, πριν πάη στρατιώτης, πριν από τις άλλες βιωτικές υποθέσεις, φρόντιζε για τον γάμο του. Και όταν εκείνο ιδή ότι γρήγορα του φέρνεις την νύμφη και ότι είναι σύντομος ο χρόνος, θα μπόρεση να δαμάση την φλόγα. Αν όμως ιδή ότι αμελείς και αργείς και περιμένεις πότε θα αυξηθή η περιουσία, θα απελπισθή από το μακρό χρονικό διά­στημα και θα γλυστρήση στην ανηθικότητα. Αλλά αλλοίμονο! Και εδώ ρίζα τού κακού η φιλαργυρία!
Κανένας δεν ενδιαφέρεται πως το παιδί θα αποκτήση σεμνότητα, σωφροσύνη, επιείκεια, αλλά κοιτούν με μανία πως να συγκεντρώσουν χρήματα. Χάριν του χρυσού παραγκωνίζονται όλα τα άλλα.
Σας παρακαλώ λοιπόν να φροντίζετε πρώτα για τις ψυχές των παιδιών σας.
Αν το παιδί σας πλησίαση αγνό τη νύφη, τότε η χαρά θα είναι πιο ευλογημένη, ο φόβος τού Θεού μεγαλύτερος και ο γάμος πραγματικά τίμιος, αφού θα υποδέχεται σώματα κα­θαρά και αμόλυντα, και τα παιδιά που θα γεννηθούν θα είναι γε­μάτα από πολλή ευλογία, και μεταξύ τους οι σύζυγοι θα ομο­νοούν.
Όταν όμως ο νέος αρχίζη να διαπράττη ασέλγειες και συνηθίση στην ζωή της ανηθικότητος, τότε και όταν παντρευθή τα ίδια θα κάνη. Η γυναίκα του την πρώτη και την δεύτερη ημέρα θα τού φανή καλή και επαινετή. Αμέσως θα επανέλθη στην προηγούμενη ασέλγεια, στα ασύδοτα και άσεμνα γέλια, στα αισχρά λόγια, στα σχήματα και στις κινήσεις της μαλθακότητος και σ’ όλη την άλλη απρέπεια, που δεν μας επιτρέπεται να την περιγράψουμε.
Η σοβαρή και αξιοπρεπής γυναίκα του δεν εκθέτει τον εαυτό της σε τέτοιες απρέπειες. Διότι εδόθηκε στον άνδρα για να ζήσουν μαζί, να αποκτήσουν παιδιά, όχι για ασχημίες και γέλια· για να παραμένη στο σπίτι και να το τακτοποιή, για να τον διδάσκη να είναι σεμνός και εγκρατής.
Αλλά σου φαίνονται γλυκά τα κινήματα της αμαρτωλής γυναίκας; Το ξέρω κι’ εγώ. Το διακηρύσσει και η Γραφή: «Από τα χείλη της ανήθικης γυναίκας στάζει μέλι» (Παροιμ. ε’, 3). Για αυτό σου ομιλώ έτσι, για να μη γευθής εκείνο το μέλι, διότι αμέ­σως μετατρέπεται σε χολή. Και αυτό το τονίζει η Γραφή: «Αυτή η γλυκύτητα για λίγο ευχαριστεί τον φάρυγγά σου, και έπειτα το μέλι γίνεται πικρότερο από την χολή και σφάζει περισσότερο απ’ ό,τι το ακονισμένο δίκοπο μαχαίρι» (Παροιμ. ε’, 4).
Είπα προς τους πατέρες σας ότι πρέπει γρήγορα να σας οδηγούν στον γάμο, αλλά όμως και εσείς οι νέοι δεν είσθε ανεύ­θυνοι. Δεν φταίει το νεαρό της ηλικίας, διότι θα έπρεπε τότε όλοι οι νέοι να είναι ανήθικοι, αλλά εσείς οι ίδιοι σπρώχνετε τον εαυτό σας στην φωτιά.
Όταν πας στο θέατρο και αφήσης τα μάτια σου να χορ­ταίνουν με τα άσεμνα και τα γυμνά, για λίγο αισθάνθηκες ηδονή, αλλά κατόπιν απεκόμισες από εκεί πολλή έξαψι και φλό­γα. Όταν παρακολουθής θεάματα και τραγούδια που δεν έχουν κανένα άλλο θέμα παρά τον παράνομο έρωτα… πως θα μπόρεσης να δείξης σωφροσύνη και εγκράτεια; Αυτά τα διηγήματα, αυτά τα θεάματα, αυτά τα τραγούδια σου κυρίευσαν την ψυχή. Και το βράδυ που θα κοιμηθής θα τα ιδής και στα όνειρά σου, διότι συνήθως η ψυχή φαντάζεται στα όνειρα ό,τι σκέπτεται και επι­θυμεί κατά την ημέρα.
Όταν λοιπόν πηγαίνης σ’ αυτά τα θεάματα, και βλέπης αισχρά πράγματα και ακούς λόγια αισχρότερα, και τραυματί­ζεσαι, χωρίς έπειτα να χρησιμοποιής φάρμακα, πως δεν θα αυξηθή η σήψις; Πως δεν θα χειροτέρευση η αρρώστεια; Όταν λοιπόν επισωρεύουμε επάνω μας αυτά που βλάπτουν, και καθό­λου δεν φροντίζουμε γι’ αυτά που ωφελούν, πως μπορεί να έχουμε κάποια υγεία;
Εύκολο είναι να αποκτήση κανείς εγκράτεια και σωφροσύνη, αρκεί να το θελήση, αρκεί να απομακρύνεται από τις επι­βλαβείς αιτίες.
Δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να περιπατή ο άνθρωπος. Και όμως και αυτό γίνεται κουραστικό και δύσκολο σε μερικές γυναίκες, αλλά και σε άνδρες, από την ζωή της χλι­δής, της ανέσεως και της μαλθακότητος.
Όταν θελήσουμε κάτι, δεν υπάρχει καμμιά δυσκολία. Και όταν δεν το θελήσουμε, δεν υπάρχει καμμιά ευκολία. Όλα εξαρ­τώνται από εμάς. Από το εάν θέλουμε ή εάν δεν θέλουμε.
Ο Παύλος γράφοντας προς τους Εβραίους ομιλεί και συμβουλεύει ως εξής: «Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλους, και τον αγιασμό, διότι χωρίς αυτόν κανείς δεν θα ιδή το πρόσωπον τού Κυρίου» (Εβρ. ιβ’, 14). Εδώ λέγοντας αγιασμό εννοεί την σωφροσύνη, να αρκήται δηλαδή ο καθένας στην ιδική του γυ­ναίκα και να μη πηγαίνη σε άλλη.
Όποιος δεν αρκείται στην ιδική του, δεν υπάρχει τρόπος να σωθή, αλλά οπωσδήποτε θα απολεσθή, έστω κι’ αν έχη αναρί­θμητα καλά έργα. Εξ αιτίας της πορνείας δεν πρόκειται να εισέλθη στην βασιλεία των ουρανών. Αλλά δεν πρέπει αυτό να το ονομάσουμε πορνεία, θα το ονομάσουμε μοιχεία. Όπως η συζευγμένη γυναίκα, αν πάη με άλλον άνδρα, γίνεται μοιχαλίδα, έτσι και ο συζευγμένος με γυναίκα, αν πλησιάζη σε άλλη, γί­νεται μοιχός.
Ο μοιχός δεν θα κληρονομήση την βασιλεία, αλλά θα πέση στην κόλασι. Άκου τι λέγει γι’ αυτούς ο Χριστός: «Το σκουλήκι που θα τους τρώγη δεν θα πεθαίνη, και η φωτιά που θα τους καίη, δεν θα σβήση» (Μαρκ. θ’, 45). Καμμιά συγχώρησι δεν έχει αυτός που έχοντας τόση ανάπαυση στην γυναίκα του παρανομεί με άλλη.Αυτό είναι ακράτεια. Εάν τόσοι άνδρες απέχουν και από την ιδική τους γυναίκα, όταν είναι καιρός νη­στείας, όταν είναι καιρός προσευχής, τι να ειπούμε γι’ αυτόν που ούτε στην ιδική του αρκείται, αλλά και άλλη πλησιάζει; Πόση φωτιά επισωρεύει επάνω του;
Ο άνδρας που θα απομακρύνη και θα διώξη την ιδική του γυναίκα, δεν επιτρέπεται να πλησίαση άλλη, γιατί αυτό αποτελεί μοιχεία. Για σκεφθήτε τώρα τι αμάρτημα είναι, να έχη κανείς την ιδική του και να εισάγη και άλλη. Κανείς ας μη αφήση αυτό το νόσημα στην ψυχή του, αλλά ας το ξερριζώση αμέσως. Γιατί δεν ζημιώνει τόσο την γυναίκα του, όσο τον εαυτό του. Πρόκει­ται για πολύ βαρύ και ασυγχώρητο αμάρτημα. Γι’ αυτό, αν μία γυναίκα έχη ειδωλολάτρη σύζυγο και τον χωρίση παρά την θέ­λησή του, τιμωρείται από τον Θεόν. Εάν όμως χωρίση αυτόν που την εξαπατά, δεν τιμωρείται.
«Εάν μια γυναίκα Χριστιανή έχη άνδρα άπιστο (ειδωλο­λάτρη), και αυτός συγκατανεύει να συγκατοική μαζί της, ας μη τον αφίνη» (Α’ Κορ. ζ’, 15). Όταν όμως έχουμε στην μέση πορνεία, η Γραφή ομιλεί διαφορετικά: «Εάν κάποιος διώξη την γυναίκα του, χωρίς να υπάρχη λόγος πορνείας, την κάνει να γίνη μοιχαλίδα» (Ματθ. ε’, 32).
Εκείνος που θα συνέλθη με πόρνη, θα γίνη κατ’ ανάγκη ένα σώμα μαζί της. Πως λοιπόν η σεμνή σύζυγός που είναι μέ­λος τού σώματος τού Χριστού, θα τον δεχθή; Πως θα ενωθή με αυτόν που έγινε μέλος τού σώματος της πόρνης;
Και πρόσεξε τι άλλο αναφέρει η Γραφή: Αυτή που έχει σύζυγο ειδωλολάτρη δεν είναι ακάθαρτη, «διότι έχει αγιασθή ο σύζυγος δια της γυναικός» (Α’ Κορ. ζ’,14). Ενώ για την πόρνη ομιλεί διαφορετικά: «Να πάρω λοιπόν τα μέλη τού Χριστού και να τα κάνω μέλη πόρνης»; (Α’ Κορ. στ’,15). Στην πρώτη περίπτωσι, παρά την συνοίκησι με ειδωλολάτρη, ο αγιασμός παραμένει και δεν απομακρύνεται, ενώ στην δεύτερη περίπτωσι φεύγει.
Φοβερό λοιπόν αμάρτημα η πορνεία. Φοβερό και πρόξενο αθανάτου κολάσεως. Αλλά και σ’ αυτήν την ζωή επιφέρει αναρίθμητα κακά, διότι αυτός που πορνεύει, αναγκάζεται να κάνη ζωή κουραστική, αγωνιώδη και ταλαίπωρη. Μπαίνοντας στο ξένο σπίτι, κατέχεται από υποψία, υποψιάζεται τους υπηρέ­τες, υποψιάζεται τους υπολοίπους, ζει μια ζωή που δεν είναι κα­λύτερη από τη ζωή των κολασμένων.
Γι’ αυτό σάς παρακαλώ, φροντίστε να απαλλαγήτε από το νόσημα αυτό. Διαφορετικά μη εισέρχεσθε στον ιερό χώρο της Εκκλησίας. Τα γεμάτα ψώρα πρόβατα δεν πρέπει να είναι μαζί με τα υγιή, αλλά μακρυά, μέχρις ότου θεραπευθούν. Έχουμε γίνει μέλη τού Χριστού. Ας μη γίνουμε μέλη της πόρνης. Εδώ δεν είναι οίκημα αμαρτίας, αλλά Εκκλησία. Εάν εσύ έχης καταστήση τον εαυτό σου μέλος της πόρνης, μη στέκεσαι στην Εκ­κλησία, για να μη μολύνης τον τόπο.
Και αν ακόμη δεν υπήρχε κόλασις, εσύ έπειτα από την ιερή συμφωνία, από τις λαμπάδες τού γάμου, από τον νόμιμο δεσμό, από την παιδοποιία, από τον σύνδεσμο, πως θα το ανεχθής να προσκολλάσαι σε άλλη γυναίκα; Και πώς δεν ντρέ­πεσαι; Πώς δεν κοκκινίζεις; Αγνοείς ότι πολλοί άνθρωποι κατα­δικάζουν και αυτούς που μετά τον θάνατο της συζύγου των παίρνουν άλλη, παρ’ όλο που το πράγμα δεν είναι κολάσιμο. Εσύ όμως, εισάγεις άλλη γυναίκα, ενώ ακόμη ζει η ιδική σου! Αυτά όλα πόση ακράτεια και σαρκικότητα δείχνουν!
Μάθε πως για όλα αυτά έχει λεχθή: «Το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει και η φωτιά δεν σβήνει» (Μάρκ. θ’, 45). Ας φρίξης την απειλή, ας φοβηθής την κόλασι. Η εδώ ηδονή δεν συγκρί­νεται με την εκεί κόλασι.
Πιο βλαβερή από όλες τις δαιμονικές ενέργειες είναι η υπερβολική αθυμία και μελαγχολία. Όποιους ο δαίμονας έχει δεμένους με αυτές, κυριαρχεί πλήρως επάνω τους. Αν όμως απαγκιστρωθούν, δεν μπορεί να τους κάνη κανένα κακό.
Την αθυμία και μελαγχολία τις τοποθέτησε ο Θεός μέσα στην ανθρώπινη φύσι όχι για να τις χρησιμοποιούμε αντικανο­νικά και απάνθρωπα και να καταστρέφουμε τους εαυτούς μας, αλλά για να ωφελούμεθα. Και πως μπορεί να ωφελούμεθα; Όταν τις χρησιμοποιούμε τότε που πρέπει. Όχι τότε που μας βλάπτουν οι άλλοι, αλλά τότε που βλάπτουμε εμείς τους άλλους. Εμείς όμως αντιστρέψαμε τους όρους και ενώ διαπράττουμε τόσες κακίες δεν στενοχωρούμεθα καθόλου. Αν τύχη όμως και μας βλάψη κανείς στο παραμικρό, τα παραδίνουμε όλα, απογοητευόμαστε, μας πιάνει ίλιγγος, είμαστε έτοιμοι να αυτοκτονήσουμε, να πεθάνουμε.
Ο θυμός είναι φοβερή φωτιά που κατατρώγει τα πάντα. Καταστρέφει το σώμα. Διαφθείρει και κάνει κακόμορφη και αηδιαστική την ψυχή. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αισχρό, πιο άτιμο, πιο φοβερό, πιο αποκρουστικό, πιο βλαβερό από τον θυμό. Αν μπορούσε ο οργίλος να παρατηρούσε τον εαυτό του την ώρα της οργής, δεν θα χρειαζόταν άλλη νουθεσία. Δεν υπάρχει τίποτε πιο άσχημο από το ωργισμένο πρόσωπο.
Η οργή είναι μια μέθη ή καλύτερα κάτι χειρότερο από την μέθη και αθλιώτερο από τον διάβολο. Εκείνος που κατα­λαμβάνεται από το πάθος της οργής είναι σαν μεθυσμένος. Το πρόσωπο του φουσκώνει, η φωνή του τραχύνεται, τα μάτια του κοκκινίζουν, το μυαλό του σκοτεινιάζει, ο νους του καταποντί­ζεται, η γλώσσα του τρέμει, τα μάτια του αναταράζονται, τα αυτιά του ακούνε άλλα αντ’ άλλων, τα μηνίγγια του κτυπώνται από την οργή πολύ περισσότερο απ’ ό,τι αν τα κτυπούσε το πιο δυνατό κρασί. Και επικρατεί επάνω του τέτοια ζάλη και ανατα­ραχή και τρικυμία που χειρότερες δεν γίνονται.
Αν όμως συγκρατούμε τον εαυτό μας να μη ξεσπά σε κραυγές, θα βρούμε μια σπουδαία και φιλοσοφημένη αντιμετώπισι. Γι’ αυτό και ο Παύλος μαζί με την οργή απαγορεύει και την κραυγή: «Κάθε οργή και κραυγή ας φύγη μακρυά σας» (Εφεσ. δ’,31).
Πρέπει να φεύγουμε μακρυά από την οργή, και στις συ­ζητήσεις μας να δείχνουμε την ειλικρίνειά μας όχι μόνο με την αποφυγή της οργής αλλά και της κραυγής. Η κραυγή είναι το υλικό της οργής. Ας δέσουμε το άλογο, για να εξοντώσουμε και τον καβαλάρη. Ας κόψουμε τα φτερά τού θυμού, και δεν πρόκειται να ανεβή προς τα ύψη το κακό. Η οργή ανήκει στα πάθη που χαρακτηρίζονται για ταχύτητα και οξύτητα, και μπορεί με πολλή ευκολία να ληστέψη τις ψυχές μας. Γι’ αυτό πρέπει από παντού να της κλείνουμε την πόρτα. Γιατί οπωσδήποτε δεν στέκει, τα μεν άγρια θηρία να κατορθώνουμε να τα εξημερώ­νουμε, ενώ την ψυχή μας να την αφίνουμε σε κατάστασι αγριότητος.
Μερικές φορές ο θυμός είναι χρήσιμος. Πότε; Όταν επιτίθεται εναντίον των εχθρών μας. Αν μπόρεσες και κυριάρ­χησες επάνω του, τότε συντήρησέ τον, γιατί θα είναι χρήσιμος σαν άλλος σκύλος που δεν θα γαυγίζη τα πρόβατα ή τους ιδικούς μας, αλλά τους λύκους, τους πειρατές, τον λήσταρχο (διάβολο).
Σ’ εκείνον που αρχίζει να λέγη για τους άλλους, πες του:«Έχεις να επαινέσης και να εγκωμιάσης κάποιον; Τότε, ανοίγω τα αυτιά μου, για να δεχθώ τα αρώματα. Εάν όμως πρόκειται να τον κακολογήσης, κλείνω την είσοδο. Δεν δέχομαι κόπρο και βόρβορο. Τι ωφέλεια θα έχω εγώ, αν μάθω ότι ο τάδε είναι κακός; Αντιθέτως θα βλαβώ και θα ζημιωθώ υπερβολικά».
Πες του: «Ας κοιτάξουμε τα ιδικά μας, ας ενδιαφερθούμε για τις αμαρτίες μας και την ενοχή μας. Ας δείξουμε περιέργεια και φροντίδα για την ιδική μας ζωή. Τι απολογία θα έχουμε, τι συγχώρησι θα βρούμε, την στιγμή που τα ιδικά μας ούτε καν τα σκεπτόμαστε και ασχολούμεθα με πάθος για τα ξένα; Όπως είναι αυθάδεια περνώντας να σκύψουμε σ’ ένα ξένο σπίτι και να κοιτάμε μέσα, έτσι ακριβώς είναι κατωτερότης να περιεργαζώμεθα την ζωή τού άλλου».
Αν, βαδίζοντας στον δρόμο, ανακατέψη κάποιος βόρβο­ρο, δεν τον παρατηρείς και δεν τον ελέγχεις για την πράξι του; Αυτό χρειάζεται να κάνουμε και σε όσους κουτσομπολεύουν καικατηγορούν τους άλλους.
Ο βόρβορος που θα ανακατευθή δεν χτυπάει στο κε­φάλι με την δυσωδία του τόσο πολύ, όσο λυπούν και βλάπτουν την ψυχή των ακροατών ακάθαρτες διηγήσεις για την ζωή των άλλων.
Προσοχή στα λόγια σου. Μη κακολογής, για να μη μολύνης τον εαυτό σου. Να μη αναμειγνύης τον βόρβορο με την λάσπη και τους πλίνθους, αλλά να πλέκης στεφάνια από τριαν­τάφυλλα και μενεξέδες και άλλα άνθη.
Να μη βάζης κόπρο στο στόμα σου, όπως οι κάνθαροι. (Κάνθαροι είναι αυτοί που ομιλούν άπρεπα. Και γεύονται πρώ­τοι την δυσωδία αυτοί οι ίδιοι). Αλλά να πλησιάζης το στόμα σου στα άνθη σαν τις μέλισσες και να κατασκευάζης κηρύθρες όπως εκείνες, και σε όλους να είσαι ευγενής και γλυκομίλητος.
Τον άνθρωπο που κακολογεί όλοι τον αποστρέφονται σαν κάτι σάπιο που αναδίδει δυσοσμία, σαν την βδέλλα που πίνει αίμα και σαν τον κάνθαρο που τρέφεται με κόπρο, με ό,τι δηλαδή ακάθαρτο υπάρχει στους άλλους.
Και δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι στην ημέρα της Κρίσεως θα δώσουμε λόγο για κάθε μας «αργόν λόγον» (Ματθ. ιβ’, 36), πολύ δε περισσότερο για κάθε μας ύβρι και κακολογία.
Μη μου ειπής ότι δεν κάνεις ανήθικες πράξεις. Τι το όφελος αν δεν είσαι ανήθικος, αλλά είσαι φιλάργυρος; Το πουλί και αν δεν πιασθή ολόκληρο στην παγίδα, αλλά μόνο από το ένα του πόδι, όλο είναι πιασμένο και καταδικασμένο. Και τίποτε δεν το ωφελούν τα φτερά, αφού είναι πιασμένο από το πόδι.
Στον ψυχικό μας κόσμο, ο θυμός, η επιθυμία και τα άλλα, εάν ξεπεράσουν το όριό τους επιφέρουν φθορά.Έτσι συμβαίνει και με το φαγητό. Εάν υπερβή το κανονικό όριο, προξενεί στο σώμα αρρώστεια. Από που προέρχονται οι πόνοι στα πόδια, οι παραλυσίες, οι τρομώδεις κινήσεις;
Εάν ο οφθαλμός θελήση να καταλάβη περισσότερο χώρο στο σώμα ή να ιδή περισσότερο από ό,τι μπορεί ή να αποκτήση περισσότερο φως, οπωσδήποτε αντί για καλό ζημιώθηκε. Σκέψου μάλιστα να θελήση να αντικρύση δυνατώτερο φως!
Το αυτί, εάν δεχθή ισχυρό ήχο, μας δημιουργεί αναστάτωσι.
Το μυαλό, εάν σκεφθή όσα υπερβαίνουν την δύναμί του, σαστίζει και δεν κερδίζει τίποτε.
Όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο, παρά πλεονεξία.
Όταν θελήσουμε να αποκτήσουμε πολλά χρήματα, χωρίς να το καταλάβουμε, τρέφουμε μέσα μας ένα θηρίο. Τότε έχουμε πολλά, μας λείπουν πολλά, βάζουμε τον εαυτό μας σε αναρί­θμητες φροντίδες, προσφέρουμε στον διάβολο πολλές λαβές. Γι’ αυτό ο διάβολος δεν κουράζεται πολύ με τους πλουσίους. Εξ αιτίας τού πλούτου μπορεί εύκολα και τους καταβάλλη, όπως αντίθετα δυσκολεύεται πολύ με τους πτωχούς. Γι’ αυτό, σας παρακαλώ, φεύγετε μακρυά από την φιλοχρηματία.
Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από τον φιλάργυρο. Και τον εαυτό του βλάπτει και με όλο τον κόσμο και την κτίσι κα­ταντά εχθρός. Υποφέρει που δεν βγάζουν χρυσάφι αντί για στάχυα η γη και αντί για νερό οι βρύσες και αντί για πέτρες τα βουνά.
Σε κάθε καλή κατάστασι, σε κάθε κοινωφελή προσπάθεια παρουσιάζεται διστακτικός και αντίθετος και διώχνει κάθε τι που δεν πρόκειται να τού αποφέρη χρήματα. Αντίθετα υπομένει τα πάντα, προκειμένου να αποκτήση έστω και δύο δεκάρες.
Όλους τους ανθρώπους τους μισεί, και τους φτωχούς και τους πλουσίους. Τους φτωχούς μη τυχόν και τού ζητήσουν χρήματα. Τους πλουσίους γιατί δεν έχει τα χρήματά τους. Κατά την γνώμη του όσα έχουν οι άλλοι είναι ιδικά του. Γι’ αυτό και με όλους διάκειται δυσμενώς, σαν να τον έχουν αδικήσει.
Χορτασμό δεν γνωρίζει, ικανοποίησι δεν ξέρει, απ’ όλους είναι αθλιώτερος. Καθώς πάλι ο απηλλαγμένος από αυτό το πάθος είναι πιο αξιοζήλευτος από όλους τους φιλοσόφους.
Ας μη σκεπτώμαστε ότι είναι τυραννικό πάθος η φιλο­χρηματία, αλλά ότι εκείνο που μας τυραννεί είναι η αμέλεια και η ραθυμία μας. Υπάρχουν άνθρωποι που ούτε καν γνωρίζουν τα χρήματα. Δεν πρόκειται για μία φυσική επιθυμία. Οι φυσικές επιθυμίες τοποθετήθηκαν στον άνθρωπο από την δημιουργία του. Εξ αρχής. Το χρυσάφι όμως και το ασήμι, μέχρι πολλού χρόνου ήταν εντελώς άγνωστα.
Πως λοιπόν εμφανίσθηκε έντονη η φιλοχρηματία; Από υπερβολική κενοδοξία και αμέλεια και ραθυμία.
Υπάρχουν επιθυμίες αναγκαίες, φυσικές, ουδέτερες. Αναγκαίες είναι όσες επιφέρουν τον θάνατο, εάν δεν ικανοποιη­θούν. Αυτές είναι φυσικές και αναγκαίες, όπως λ. χ. το φαγητό, το ποτό, ο ύπνος. Η σαρκική επιθυμία είναι φυσική, αλλά δεν είναι αναγκαία, διότι πολλοί την ενίκησαν, χωρίς να πάθουν τίποτε. Ενώ ο πόθος της φιλοχρηματίας ούτε φυσικός είναι ούτε αναγκαίος, αλλά περιττός. Γι’ αυτό από την θέλησί μας εξαρτάται αν θα υποκύψουμε σ’ αυτήν.
Ο Χριστός ομιλώντας για την παρθενία λέγει: «Ο δυνά­μενος χωρείν χωρείτω» (Ματθ. ιθ’,12). Δηλαδή «όποιος μπορεί να νιώση και να εφαρμόση τον λόγο περί παρθενίας, ας τον νιώση και ας τον εφαρμόση». Ενώ για τα χρήματα δεν ωμίλησε έτσι, αλλά διαφορετικά: «Όποιος δεν απαρνηθή όλα τα υπάρ­χοντά του, δεν μου είναι άξιος» (Λουκ. ιδ’, 33).
Εκείνο δηλαδή που ήταν εύκολο, το επρότεινε, ενώ εκείνο που ήταν για λίγους, το άφινε στην εκλογή τού καθενός.
Ας προσέξουμε λοιπόν και ας μη καταστήσουμε τους εαυτούς μας αναπολόγητους. Γιατί εκείνος που θα νικηθή από το σκληρότερο πάθος, δεν θα τιμωρηθή πολύ, ενώ εκείνος που θα νικηθή από το μικρό, θα είναι αναπολόγητος.
Τι θα Τού απαντήσουμε τότε, όταν μας ειπή: «Με είδατε πεινασμένο και δεν με εθρέψατε»; (Ματθ. κε’,35). Τι θα Τού απολογηθούμε; Θα Τού προβάλουμε την φτώχεια μας; Αλλά δεν πρόκειται να είμαστε πιο φτωχοί από εκείνη την χήρα που έδωσε τους δύο οβολούς και τους ξεπέρασε όλους (Μαρκ. ιβ’, 42).
Άκου τι λέγει ο Παύλος: «Όσοι επιθυμούν να πλουτήσουν, πέφτουν μέσα σε πειρασμούς» (Α’ Τιμοθ. στ’, 9). Ας πει­σθούμε λοιπόν σ’ αυτόν, διότι και εκείνοι (οι συνταξιδιώτες του από την Κρήτη ως την Μάλτα — Πράξ., κεφ. κζ’) που δεν επείσθηκαν, είδατε τι κακό έπαθαν… Ας νομίζουμε ότι η οικουμένη είναι ένα πλοίο, όπου υπάρχουν οι κακούργοι και ελεεινοί, οι άρχοντες, οι φύλακες, οι δίκαιοι, όπως ο Παύλος, οι δέσμιοι, οι δεσμευμένοι από τις αμαρτίες. Εάν υπακούσουμε στον Παύλο, δεν θα χαθούμε δέσμιοι, αλλά και θα απαλλαγούμε από τα δεσμά. Προς χάριν του ο Θεός θα μας σώση κι’ εμάς (Πράξ. κζ’, 24).
Μήπως νομίζεις ότι οι αμαρτίες και τα πάθη δεν είναι δεσμός βαρύς και άσχημος; Γιατί σ’ αυτήν την περίπτωσι δεν είναι μόνο τα χέρια δεμένα, αλλά ολόκληρος ο άνθρωπος.
Πες μου, όταν κάποιος έχη στην κατοχή του πολλά χρή­ματα και δεν τα εξοδεύη, αλλά τα φυλάη, αυτός δεν δεσμεύεται με αδιάσπαστα δεσμά και δεν καταντά χειρότερος από κάθε δέσμιο;
Εάν κάποιος άλλος πιστεύη στην μοίρα, δεν παραδίνει τον εαυτό του σε δεσμά;
Εάν πάλι παραδίνη τον εαυτό του σε σαρκικές επιθυμίες και έρωτες;
Και ποιος θα μπόρεση να μας σπάση αυτά τα δεσμά;
Οπωσδήποτε χρειαζόμαστε την βοήθεια τού Θεού, για να μπορέσουμε να τα σπάσουμε.
Μερικά πράγματα που φαίνονται αδιάφορα, πλην όμως γεννούν αμαρτίες, ας τα διώξωμε από τη διάνοιά μας. Υπάρχουν πράγματα που είναι αμαρτήματα, και υπάρχουν άλλα που δεν είναι, αλλά προκαλούν. Π. χ. τα γέλια δεν είναι κατ’ ουσίαν αμαρτία, αλλά όταν προχωρήσουν πολύ, καταλήγουν. Δηλαδή από τα γέλια προέρχονται τα ευτράπελα, από τα ευτράπελα τα αισχρόλογα, από τα αισχρόλογα οι αισχρές πράξεις, και από τις αισχρές πράξεις η κόλασις και η τιμωρία. Εξουδετέρωσε λοιπόν από την αρχή τη ρίζα, και έτσι εξοντώνεις όλη την αρρώστεια.
Εάν προφυλασσώμεθα από αυτά που είναι αδιάφορα, δεν πρόκειται να φθάσουμε ποτέ σ’ αυτά που είναι απηγορευμένα. Το να κοιτάξη κανείς γυναίκες φαίνεται στους πολλούς αδιάφορο. Αλλά από το κοίταγμα δημιουργούνται ανήθικες επιθυ­μίες, από τις επιθυμίες ανήθικες πράξεις και από αυτές κόλασις και τιμωρία.
Δεν βλέπετε τους ηνιόχους με πόση ακρίβεια και εξά­σκηση, και κούρασι αγωνίζονται, και πως εγκρατεύονται από φαγητά και από όλα τα άλλα, ώστε να μη καταβληθούν και πέσουν κάτω από τα άρματα. Βλέπεις πόση τέχνη χρειάζεται. Και υπάρχουν ανδρείοι ηνίοχοι που αντί για έναν, αναλαμ­βάνουν δύο ίππους και τους ηνιοχούν με ευκολία.
Αναφέρεται ότι στην Ινδία το μεγάλο και φοβερό θηρίο που λέγεται ελέφαντας είναι δυνατόν να πειθαρχή φρόνιμα ακό­μη και σε παιδί δεκαπέντε ετών. Και γιατί τα είπα όλα αυτά; Για να μάθουμε να φροντίζουμε όχι πως να δαμάζουμε τους ελέ­φαντες και τους ίππους, αλλά τα πάθη που έχουμε μέσα μας.
Όταν κάποιος σε ταράζη και σε ενοχλή, μη κοιτάζης αυτόν, αλλά τον δαίμονα ο οποίος τον σπρώχνει, και όλη σου την οργή ας την στρέψης εναντίον του. Τον άνθρωπο που γίνεται όργανο του δαίμονος λυπήσου τον και δείξε του ευσπλαγχνία. Ο Χριστός λέγει ότι το ψεύδος προέρχεται από τον διάβολο (Ιωάν. η’, 44). Πολύ περισσότερο η αναίτιος οργή.
Όταν κάποιος σε περιγελά, σκέψου ότι ο διάβολος τον σπρώχνει.Αυτό δεν προέρχεται από τους Χριστιανούς. Διότι ο Χριστιανός έχει εντολή να πενθή, και ακούει τον Χριστόν να τού λέγη: «Αλλοίμονο σ’ αυτούς που γελούν» (Λουκ. στ’, 25). Εάν παρ’ όλα αυτά ονειδίζη και περιγελά και εξάπτεται, εμείς δεν πρέπει να τον περιγελούμε, αλλά να τον θρηνούμε.
Ο Απόστολος συνιστά: «Νεκρώσατε τα μέλη σας τα επί της γης» (Κολ. γ’, 5). Ας σβήσουμε λοιπόν την κακή επιθυμία, ας φονεύσουμε τον θυμό, ας θανατώσουμε τον φθόνο. Αυτό σημαίνει «θυσία ζωντανή» (Ρωμ. ιβ’, 1). Αυτή η θυσία δεν κατα­λήγει σε στάχτη, δεν σκορπίζεται σε καπνό, δεν έχει ανάγκη από ξύλα και φωτιά και μαχαίρι. Για φωτιά και μαχαίρι έχει το Άγιον Πνεύμα.
Χρησιμοποίησε και συ αυτό το μαχαίρι και κάνε περιτομή της καρδιάς σου. Κόψε από την καρδιά σου ό,τι περιττό και ξένο. Άνοιξε και ό,τι κλειστό υπάρχει στην ακοή σου. Διότι τα πάθη και οι αμαρτωλές επιθυμίες φράζουν την είσοδο τού λόγου τού Θεού. Όταν εμφανισθή επιθυμία για χρήματα, δεν μας αφίνει να ακούσουμε τον λόγο για την ελεημοσύνη. Όταν εμφανισθή φθόνος, εμποδίζει να ακούσουμε διδασκαλίες περί αγάπης. Και όταν παρουσιασθή κάποιο άλλο πάθος, φέρνει νωθρότητα στην ακοή για κάθε καλή διδασκαλία. Ας φονεύ­σουμε λοιπόν τις πονηρές επιθυμίες. Ας το θελήσουμε. Αν το θελήσουμε, αυτό είναι αρκετό· όλα τα πάθη θα σβήσουν.
Εκείνος μόνο είναι ελεύθερος και εκείνος μόνο είναι άρχοντας και πιο βασιλικός από τους βασιλείς, ο απηλλαγμένος από τα πάθη.
Αφού το γνωρίζουμε αυτό, ας επιζητήσουμε την αληθινή ελευθερία και ας απαλλάξουμε τον εαυτό μας από την κακή δουλεία. Και ας μη νομίσουμε τίποτε πιο αξιομακάριστο, ούτε τα μεγάλα αξιώματα ούτε τα τυραννικά πλούτη, αλλά μόνο την αρετή.
Τόσο πολύ απέχει από την υποδούλωσι σ’ ένα πάθος αυτός που αγαπά τον Χριστόν, όσο απέχει από το να δεχθή κηλίδες το καθαρό χρυσάφι που πυρακτώνεται στην φωτιά. Όπως ακριβώς οι μυΐγες δεν τολμούν να πέσουν μέσα στις φλόγες, αλλά φεύγουν μακρυά, έτσι και τα πάθη δεν τολμούν ούτε καν να πλησιάσουν σ’ έναν τέτοιο άνθρωπο.

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
(“ΦΛΕΓΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ” – ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι. Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ)

impantokratoros.gr