.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιατί ο Θεός δημιούργησε (αν και γνώριζε εκ των προτέρων) αυτούς που επρόκειτο να αμαρτάνουν και να μη μετανοούν;



Ο Θεός από αγαθότητα δημιουργεί εκ του μηδενός τα δημιουργήματά Του και είναι προγνώστης αυτών που θα συμβούν.

Αν βέβαια δεν επρόκειτο να υπάρχουν, ούτε θα επρόκειτο να είναι κακοί και ούτε θα τους γνώριζε εκ των προτέρων. Διότι η γνώση αναφέρεται σ’ αυτά που υπάρχουν και η πρόγνωση αναφέρεται σ’ αυτά που οπωσδήποτε θα συμβούν, προηγείται δηλαδή η ύπαρξη και μετά ακολουθεί η καλή ή κακή ύπαρξη. Αν όμως – παρ’ όλο που επρόκειτο να δημιουργηθούν χάρη στην αγαθότητα του Θεού – τους εμπόδιζε να δημιουργηθούν το ότι επρόκειτο να γίνουν κακοί εξ αιτίας της δικής τους προαίρεσης, τότε το κακό θα νικούσε την αγαθότητα του Θεού.

Ο Θεός λοιπόν τα δημιουργεί αγαθά όλα όσα δημιουργεί, γίνεται δε ο καθένας καλός ή κακός εξ αιτίας της δικής του προαίρεσης.

Λοιπόν αν και είπε ο Κύριος: ¨Συνέφερε τω ανθρώπω εκείνω, ει ουκ εγεννήθη¨ (Ματθαίος 26/κς: 24) το έλεγε όχι επικρίνοντας την δημιουργία του, αλλά την κακία που προστέθηκε στο δημιούργημά Του εξ αιτίας της δικής του προαίρεσης και απερισκεψίας.

Διότι η απερισκεψία της γνώμης του αχρήστευσε την ευεργεσία του Δημιουργού, όπως ακριβώς αν κάποιος, αφού δεχτεί πλούτο και εξουσία από έναν βασιλιά, θα καταδυναστεύσει τον ευεργέτη του, αυτόν ο βασιλιάς, αφού τον υποτάξει όπως του αξίζει, θα τον τιμωρήσει, αν τον δει να παραμένει μέχρι τέλους στην εξουσία του τυράννου.

Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός
(Απόδοση βασισμένη στο: Ιω. Δαμασκηνού, “Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως” Ε.Π.Ε., Τόμος 19ος, σελ. 530 – 533. Επιλογή – επιμέλεια κειμένου: π. Νεκτάριος Κουτρουμάνης)

Τὶ μποροῦμε νὰ κάνουμε γι΄ αὐτοὺς ποὺ πέθαναν;



Γι' αὐτούς πού πέθαναν "ἐν πίστει" καί περί τῆς ψυχικῆς ὠφελείας πού προκύπτει ἀπό τίς Λειτουργίες καί τίς φιλανθρωπίες πού γίνονται γι' αὐτούς.

Α' Τά ὡραῖα καί ἀκριβά φαγητά ἑλκύουν ὄχι μόνον ὅσους πεινοῦν ἀλλά πολλές φορές καί αὐτούς πού εἶναι ἤδη πολύ χορτάτοι τοὺς ἀναγκάζουν νά φᾶνε καί πάλι. Τό ἴδιο καί τά εὐφρόσυνα καί εὐώδη ποτά θέλγουν ὄχι μόνον ὅσους διψοῦν ἀλλά ἑλκύουν νά πιοῦν καί πάλιν, αὐτοί πού ἤπιαν. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί ὅσοι ἀγαποῦν τά χρήματα καί ἀποχτήσουν μεγάλη περιουσία, ὁ ἔρωτας τῶν χρημάτων τούς σπρώχνει κάθε μέρα νά βρίσκουν ἀφορμές νά ἀποκτοῦν περισσότερα...
Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί Σᾶς ἐκλεκτά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἱερεῖς καί πατέρες ἀδελφοί καί μητέρες καί ἀγαπημένα τέκνα, ὄχι πείνα γιά τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ οὔτε δίψα γιά τά ἱερά μαθήματα, οὔτε πάλι ἄγνοια καί φτώχια θεϊκῆς γνώσεως σᾶς ἔφεραν νά ἀκούσετε τόν λόγο αὐτόν, ἀλλά ἐπιθυμία αὐξανομένη ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, γιά βαθύτερη γνώση καί περισσότερη χάρη καί μεγαλύτερη πνευματική δύναμη.
Πολλές φορές αὐτό πού λείπει ἀπό τούς ἐνήλικες τό ἔχουν βρεῖ μικρά παιδιά καί αὐτό πού διέφυγε τῶν σοφῶν ἔχει γίνει κτῆμα τῶν ἀγραμμάτων καί ἐκεῖνο πού ξέφυγε τῆς προσοχῆς τοῦ δασκάλου τό κατέχουν οἱ μαθητές! Ἐγώ βέβαια δέν τολμῶ οὔτε αὐτό νά πῶ ἀλλά εἶμαι σάν τσαμπί σταφυλιοῦ πού ξέμεινε ἀπό τόν τρύγο καί σάν στάχυα πού πέσανε στόν θερισμό καί σάν καρπός πού ξεχάστηκε στό δέντρο. Ἀφοῦ τά μαζέψω ὅλα αὐτά θά προσπαθήσω νά σᾶς κάνω τραπέζι, σ' ὅσους θέλουν, μέ τήν βοήθεια Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν ὁ ὁποῖος καί θά βεβαιώνει μέ ἔργα καί ἀποδείξεις τά λόγια.

Β' Ὁ διάβολος πού μισεῖ τά καλά καί θεοφιλῆ πράγματα καί νοήματα, αὐτός πού τοξεύεται μέ τήν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν καί κόβεται στά δύο μέ τήν πίστη καί νεκρώνεται μέ τήν ἐλπίδα στόν Χριστό, ἔβαλε ὁ παράνομος στό μυαλό μερικῶν μία σκέψη ξένη καί ἔκφυλη καί ἐντελῶς ἀντίθετη μέ τίς ἱερές συνήθειες τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι δηλαδή ὅλα τά θεάρεστα ἔργα, μετά θάνατον, σέ τίποτε δέν ὀφελοῦν αὐτούς πού "ἔφυγαν" ἀπό αὐτή τήν ζωή. Γιατί λέει: "Ἔκλεισε γι' αὐτούς τά σπλάγχνα του ὁ Θεός" καί ὅτι "θά ἀπολαύσει καθένας ἀναλόγως μέ τά ὅσα ἔπραξε διά τοῦ σώματος εἴτε καλά εἴτε κακά" καί ὅτι "Στόν ἅδη ποιός θά σέ ἀναγνωρίσει Θεό"; καί ἐπί πλέον "Σύ θά ἀποδώσεις στόν καθένα κατά τά ἔργα του" καί ὅτι τέλος "ὅτι ἔσπειρε καθ' ἕνας αὐτό καί θά θερίσει".
Ὅμως, ἐρευνῆστε καί διδαχθεῖτε ἀπό τίς Γραφές ὅτι εἶναι πολύς μέν ὁ φόβος τοῦ Κυρίου τῶν ὅλων Θεοῦ, εἶναι ὅμως περισσότερη ἡ καλοσύνη! Φοβερές οἱ ἀπειλές, ἀπερίγραπτη ὅμως ἡ φιλανθρωπία! Φρικτές οἱ καταδίκες, ἀφάνταστο ὅμως τό πέλαγος τῶν οἰκτιρμῶν Του.

Γ' Εἴδατε τί λέει ἡ ἁγία Γραφή γιά τόν Ἰούδα τόν Μακαβαῖο ὅταν εἶδε τόν λαόν του φονευθέντα ἀπό τούς ἀλλόφυλους ἐχθρούς, ἔψαξε τά ροῦχα τους καί βρῆκε στούς κόλπους τους μικρά εἴδωλα! Καί παρά ταῦτα ἔστειλε ἐξιλαστήριες θυσίες γιά τόν καθένα ἀπό αὐτούς στόν πάντα φιλεύσπλαγχνο Κύριο, πράγμα εὐσεβές καί φιλάδελφο, τό ὁποῖο στήν θεία Γραφή τόν ἔκανε, μαζί μέ τά ἄλλα καί γι' αὐτό ἀξιοθαύμαστον.
Οἱ μαθηταί καί ἔμπιστοι τοῦ Θεοῦ Λόγου, αὐτοί πού "ἐψάρεψαν" ὅλο τόν κόσμο, οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι, ἐθέσπισαν ὅταν προσφέρονται τά φρικτά καί ζωοποιά καί ἄχραντα μυστήρια νά μνημονεύονται καί οἱ κεκοιμημένοι πιστοί, πράγμα πού κάνει ἔκτοτε μέχρι τώρα ἡ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ παγκόσμιος ἀποστολική Ἐκκλησία καί θά τό κάνει ὅσο ὑπάρχει κόσμος καί μέχρι τό τέλος του, γιατί εἶναι πράγμα πού οἱ ἀπόστολοι δέν τό ἐθέσπισαν ἀνόητα ἤ ματαιόδοξα ἤ τυχαῖα. Τίποτε ἄλλωστε δέν τελεῖ ἀσκόπως ἡ Ἐκκλησία τῶν Χριστιανῶν ἀλλά ὅσα κάνει εἶναι ἐπωφελῆ καί θεάρεστα καί καρποφόρα καί προξένα μεγάλης καί σωτηριώδους ὠφελείας.

Δ' Ὁ μέγας καί βαθύς στήν θεολογία Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, στήν γιά τούς κεκοιμημένους μυστική θεωρία του, λέει ὅτι: "Οἱ προσευχές τῶν ἁγίων καί σ' αὐτήν τήν ζωή, πολύ βεβαίως περισσότερο, μετά θάνατον, ἐνεργοῦν σ' ὅσους εἶναι ἄξιοι ἐκ τῶν πιστῶν" καί συνεχίζει: "Ὁ Θεός θέλει νά συγχωρεῖ ὅλα τά ἐξ ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας ἁμαρτήματα τῶν κεκοιμημένων καί νά τούς κατατάσσει στήν Χώρα τῶν Ζώντων, στούς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ καί Ἰσαάκ καί Ἰακώβ ὅπου δέν ὑπάρχει ὀδύνη λύπη ἤ στεναγμός παραβλέποντας, ὁ Παντοδύναμος, τίς κηλίδες τῶν ἁμαρτιῶν ἀφοῦ ὅπως λέει ἡ Γραφή "οὐδείς καθαρός ἀπό ρύπου". Ἀντιλαμβάνεσαι, βεβαιώνει ὁ Διονύσιος, πόσο εἶναι ἐπωφελεῖς οἱ δεήσεις γι' αὐτούς ποὺ ἔφυγαν μέ τήν ἐλπίδα στόν Χριστό;

Ε' Μετά ἀπό αὐτόν ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στόν ἐπιτάφιο στόν ἀδελφό του Καισάριο λέει σχετικά μέ τήν μητέρα τους: "Ἀκούσθηκε κάτι πού ἀξίζει νά τό ἀκούσουν ὅλοι, ὅτι ἐλευθερώθηκε ἡ μητέρα ἀπό τήν ὀδύνη, ἐξ αἰτίας μιᾶς καλῆς καί ὁσίας ὑποσχέσεως. Νά δώσει ὅλον τόν πλοῦτον χάριν τοῦ παιδιοῦ ἐλεημοσύνη μεταθανάτιο" καί συνεχίζει: "Αὐτά ἀπό ἐμᾶς• ἄλλα δώσαμε καί ἄλλα θά δώσουμε στά ἐτήσια μνημόσυνα, ἐμεῖς πού εἴμαστε ζωντανοί". Βλέπεις πῶς βεβαιώνει καί ὀνομάζει καλές καί ὅσιες τίς προσφορές στόν Θεό γιά τούς νεκρούς καί ἀποδέχεται τά ἐτήσια μνημόσυνα;

ΣΤ' Ἐν συνέχειᾳ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ διδάσκαλος τῆς ἐλεημοσύνης καί ὁδηγός τῆς μετανοίας στήν ἑρμηνεία του στίς ἐπιστολές πρός Φιλιππισίους καί πρός Γαλάτας λέει: Ἄν οἱ εἰδωλολάτρες καῖνε μαζί μέ τόν νεκρό καί ὅ,τι τοῦ ἀνήκει, πόσο μᾶλλον σύ ὁ πιστός πρέπει νά "δώσεις" στόν νεκρό σου "ἐφόδιο" τά δικά του! Ὄχι γιά νά γίνουν στάχτη ὅπως τῶν εἰδωλολατρῶν, ἀλλά γιά νά τόν κάνεις, μ' αὐτά, ἐνδοξότερο. Καί, ἄν εἶναι ἁμαρτωλός ὁ νεκρός, νά τοῦ συγχωρηθοῦν τά ἁμαρτήματα, ἄν εἶναι δίκαιος νά τοῦ αὐξηθοῦν, ὁ μισθός καί ἡ ἀνταπόδοση". Καί σέ ἄλλον λόγο λέει: "Ἄς ἐπινοήσουμε γι' αὐτούς πού ἔφυγαν τρόπους ὠφελείας, ἄς τούς δώσουμε τήν βοήθεια πού ἁρμόζει, ἐννοῶ τίς ἐλεημοσύνες καί τίς προσφορές καί εἶναι γι' αὐτούς πολύ μεγάλη ὠφέλεια τό πράγμα αὐτό καί κέρδος καί προσθήκη. Αὐτά, δηλαδή τό νά προσεύχεται τήν ὥρα τῆς φρικτῆς θυσίας τῶν Μυστηρίων ὁ Ἱερέας ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων, δέν ἔχουν θεσπισθεῖ τυχαῖα ἀπό τούς πάνσοφους μαθητές τοῦ Χριστοῦ στήν Ἐκκλησία, οὔτε χωρίς νά εἶναι βέβαιοι οἱ ἀπόστολοι γιά τό μέγα κέρδος καί τήν πολλή ὠφέλεια".

Ζ' Μαζί μ' αὐτούς καί ὁ πάνσοφος ἐπίσκοπος Νύσσης Γρηγόριος λέει: "Τίποτε δέν μᾶς παραδόθηκε ἀπό τούς κήρυκες τοῦ Χριστοῦ καί Ἀποστόλους ἀνόητα καί χωρίς ὠφέλεια γιά τήν οἰκουμενική Ἐκκλησία• ἀλλά ἡ συνήθεια εἶναι ὁπωσδήποτε ἐπωφελής καί θεάρεστη, τό νά μνημονεύουμε δηλαδή στήν Θεία καί Λαμπρά Μυσταγωγία τῆς Εὐχαριστίας τῶν ζώντων καί τῶν κεκοιμημένων ὀρθοδόξων χριστιανῶν.

Η' Ὅταν λέει ἡ Γραφή: "Σύ θά ἀποδώσεις στόν καθένα κατά τά ἔργα του" καί ὅτι "θά θερίσει καθένας ὅ,τι ἔσπειρε" ἐννοεῖ τήν ἡμέρα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου καί τῆς φρικτῆς ἀπόφασης. Τότε δέν ὑπάρχει δυνατότητα καμμίας βοηθείας καί κάθε διάθεση παρηγοριᾶς εἶναι ἄκαρπη, ὅπως ὅταν διαλυθεῖ τό παζάρι καί δέν ὑπάρχει ὑλικό συναλλαγῆς. Δέν ὑπάρχουν τότε φτωχοί, οὔτε ἱερεῖς, οὔτε προσευχές, οὔτε καλά ἔργα!! Γι' αὐτό πρίν ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα ἄς βοηθήσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί ἄς παρουσιάσουμε στόν φιλάνθρωπο καί φιλόψυχο Δεσπότη τά ἔργα τῆς ἐλεημοσύνης, ἀφοῦ δέχεται, εὐχαρίστως καί γι' αὐτούς πού δέν πρόλαβαν καί πέθαναν ἀνέτοιμοι, τίς προσφερόμενες ὅπως εἴπαμε ἐλεημοσύνες ὡσάν ἐνέργειες τῶν ἴδιων τῶν κεκοιμημένων. Ἔτσι θέλει ὁ φιλάνθρωπος Κύριος νά ζητᾶμε• καί δίδει τά "πρός σωτηρίαν" τῶν δικῶν του κτισμάτων• καί τούς ἀγκαλιάζει στοργικά, ὅποιους δέν ἀγωνίζονται μόνον γιά τήν ψυχή τους ἀλλά καί γιά τούς ἄλλους. Μέ τέτοιες ἐνέργειες μοιάζει κανείς τοῦ Χριστοῦ• ὅταν ζητάει γιά τούς ἄλλους, σάν γιά τόν ἑαυτό του, καί φτάνει στό μέτρο τῆς τελείας ἀγάπης καί γίνεται μακάριος καί εὐεργετεῖ, μαζί μέ τῶν ἄλλων, ἰδιαιτέρως τήν δική του ψυχή.

Θ' Τί; Σοῦ φαίνεται ὑπερβολικό αὐτό ποὺ λέω; Θυμήσου, δέν ἔσωσε τήν Φαλκονίλλα ἡ πρωτομάρτυς Θέκλα μετά τόν θάνατο; Μπορεῖς βέβαια νά πεῖς ὅτι ἀξίως συνέβη, ἐπειδή ἡ Θέκλα ἦταν πρωτομάρτυς καί ἔπρεπε νά εἰσακουσθεῖ. Σύμφωνοι! Ἀλλά σκέψου γιά ποιόν προσευχόταν; Γιά εἰδωλολάτρισσα καί ἀσεβῆ καί ἄλλου Κυρίου ὑπηρέτρια. Στίς Ἐκκλησίες, πιστός προσεύχεται γιά Χριστιανό, πρός τόν κοινό τους Δεσπότη! Σκέψου τά παραλλήλως καί θά ξεπεράσεις τούς δισταγμούς.

Ι' Σκέψου ἐπίσης καί ἄλλα ἀνάλογα. Στήν Λαυσαϊκή Ἱστορία τοῦ Παλλαδίου περιγράφονται ἀληθῶς τά κατορθώματα τοῦ θαυματουργοῦ Μακαρίου. Αὐτός ρώτησε τό ξερό κρανίο γιά τήν κατάσταση τῶν νεκρῶν καί ἔμαθε ἀπό αὐτό ὅλα τά σχετικά. Τό ρώτησε: "Στήν κόλαση δέν ἔχετε καμμιά παρηγοριά;" (Ὁ ἅγιος συνήθιζε νά προσεύχεται γιά τούς νεκρούς καί ἤθελε νά μάθει ἄν τελεσφοροῦν αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ προσευχές) καί ὁ φιλόψυχος Κύριος θέλοντας νά πληροφορήσει τόν ὑπηρέτη του, ἔδωσε λόγο ἀληθείας στό ξερό κρανίο, πού ἀπάντησε: "Ὅταν προσεύχεσαι γιά τούς νεκρούς ἔχουμε μικρή παρηγοριά."

ΙΑ' Καί σέ ἄλλον πάλι θεοφόρο Πατέρα πού εἶχε μαθητή πού ἔζησε λανθασμένα καί ὅταν πέθανε προσευχόταν γι' αὐτόν μετά δακρύων ὁ γέροντας, ὁ ἐλεήμων καί φιλόψυχος Κύριος (ὅπως στήν παραβολή τοῦ Λαζάρου καί τοῦ πλουσίου πού βασανιζόταν στίς φλόγες) τοῦ τόν ἔδειξε νά εἶναι "βυθισμένος" στίς φλόγες μέχρι τόν λαιμό! Ὁ γέροντας πρόσθεσε κόπους καί προσευχές γιά τόν νεκρό καί ὁ Θεός τοῦ τόν ἔδειξε "στίς φλόγες" μέχρι τήν μέση τοῦ σώματος. Ἡ ἐπιμονή τοῦ γέροντος στόν κόπο καί στίς προσευχές ἔκανε τόν Θεό νά τοῦ τόν "δείξει" παντελῶς ἐλεύθερο ἀπό τίς "φλόγες" καί σωθέντα.

ΙΒ' Καί ποιός βεβαίως μπορεῖ μέ σειρά νά διηγηθεῖ τέτοιου εἴδους μαρτυρίες πού ὑπάρχουν σέ βίους ὁσίων καί μαρτύρων καί σέ ἀποκαλύψεις πού φανερώνουν ἐναργῶς ὅτι τά μέγιστα ὠφελοῦνται οἱ ἀπελθόντες ἀπό τίς προσευχές τίς λειτουργίες καί τίς ἐλεημοσύνες, πού γίνονται γι' αὐτούς. Τίποτε πού προσφέρεται στόν Θεό δέν χάνεται, ἀντίθετα ἀνταποδίδεται ἀπό Αὐτόν μέ προσθήκη.

ΙΓ' Γιά τό ὅτι ὁ προφήτης γράφει "Στόν ἅδη ποιός θά σέ ἀναγνωρίσει Θεό καί σωτήρα του"; ἔχουμε ἤδη εἰπεῖ ὅτι οἱ ἀπειλές τοῦ Κριτοῦ εἶναι φρικτές ἀλλά τίς νικᾶ ἡ ἀνέκφραστη φιλανθρωπία του. Ἄλλωστε, ἀφοῦ τά εἶχε πεῖ αὐτά ὁ προφήτης, ἀναγνώρισαν Θεό καί Σωτήρα τους τόν Χριστό κάποιοι ἀπό τούς "ἀπ' αἰώνων νεκρούς" καί ἐσώθησαν, ὅταν κατέβηκε σ' αὐτούς στόν ἅδη.

ΙΔ' Ἔγινε φανερό λοιπόν μέ τήν συνέργεια τοῦ Χριστοῦ, ὅτι καί στόν ἅδη ἔχει γίνει ὁμολογία τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ! Αὐτά τά λέμε ὄχι, γιά νά ἀναιρέσουμε τήν προφητεία• μή γένοιτο• ἀλλά θέλοντας νά φανερώσουμε τόν ὑπεράγαθο Κύριο νά "νικιέται" ἀπό τήν δική του φιλανθρωπία! Ὅπως παλαιότερα εἶχε πεῖ "ἡ Νινευΐ θά καταστραφεῖ" καί δέν κατεστράφη, ἀλλά "νίκησε" τήν ἀπόφαση ἡ καλωσύνη. Καί στόν βασιλιά Ἐζεκία• "Ταξινόμησε μέ διαθήκη τά τοῦ οἴκου σου. Θά πεθάνεις καί δέν θά ζήσεις", καί ὁ βασιλιάς δέν πέθανε! Καί στόν βασιλιά Ἀχαάβ• "Θά σοῦ φέρω κακά" καί δέν ἔφερε, ἀλλά εἶπε γι' αὐτόν: "Δές πῶς συνετρίβη καί κατενύγη ὁ Ἀχαάβ! Γι' αὐτό δέν θά φέρω στήν ζωή του κακά". Καί σ' αὐτές τίς περιπτώσεις ὑπερνίκησε τήν ἀπόφαση τῆς καταδίκης ἡ καλωσύνη ὅπως καί σέ πολλές ἄλλες ἀποφάσεις καί πάντα θά νικᾶ μέχρι τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως, ὅταν τελειώσει ἡ πανήγυρις τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καί δέν θά ὑπάρχει καιρός γιά βοήθεια, ἀλλά θά εἶναι μόνος ὁ κάθε ἄνθρωπος μέ τό "φορτίο" του. Τώρα εἶναι καιρός πνευματικοῦ "ἐμπορίου" καί "συναλλαγῆς"• Καιρός κόπου καί δρόμου καί καταπόνησης, καί μακάριος ὅποιος δέν "βαρέθηκε" καί δέν ἔχασε τήν ἐλπίδα, ὅμως περισσότερο μακάριος αὐτός πού ἀγωνίστηκε καί γιά τόν ἑαυτό του καί γιά τόν πλησίον του.

ΙΕ' Αὐτό τέρπει καί εὐφραίνει ἰδιαιτέρως τόν φιλεύσπλαγχνο Κύριο, τό νά σπεύδει καθένας μας σέ βοήθεια τοῦ πλησίον! Αὐτό θέλει καί ἐπιθυμεῖ ὁ ἐλεήμων Κύριος, νά εὐεργετούμεθα ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον καί ζῶντες καί μετά τόν θάνατο. Ἄλλωστε ἄν δέν ἦταν ἀποδεκτό ἀπό τόν Χριστό, δέν θά μᾶς προέτρεπε νά μνημονεύουμε τούς κεκοιμημένους στήν ἀναίμακτη λατρεία, οὔτε νά κάνουμε τρίτα καί ἔννατα καί τεσσαρακοστά καί ἐτήσια μνημόσυνα, τά ὁποῖα ὅλη ἡ Ἐκκλησία καί ὁ εὐσεβής καί θεοσύλλεκτος λαός της ἀνέκαθεν καί ἀναντιρρήτως τελοῦσε. Ἄν αὐτό τό γεγονός δέν ἦταν σωστό ἀλλά ἦταν χωρίς κέρδος καί ὠφέλεια, κάποιος ἀπό τούς τόσους ἁγίους καί θεοφόρους Πατέρες καί Πατριάρχες, θά φωτιζόταν ἀπό τόν Χριστό νά τό διακόψει, ἀλλά κανείς ἀπό ὅλους αὐτούς ὄχι μόνον δέν τό ἀπεδοκίμασε ἀλλά τό ἐπιβεβαίωσε καί τό ἐπικύρωσε διαρκῶς καί περισσότερο.

ΙΣΤ' Ἄς θυμηθοῦμε ἐπιπλέον μαζί μέ τά προηγούμενα καί μερικά ἄλλα γεγονότα. Ὅλοι γνωρίζουμε τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Διάλογο ἐπίσκοπο Ρώμης, τόν περιβόητο στήν γνώση καί τήν ἁγιότητα γιά τόν ὁποῖο μαρτυρεῖται ὅτι ὅταν λειτουργοῦσε εἶχε οὐράνιους ἀγγέλους συλλειτουργούς. Αὐτός λοιπόν κάποτε περπατώντας στήν πέτρινη ἀγορά πού εἶχε φτιάξει ὁ βασιλεύς Τραϊανός, στάθηκε ἐξεπίτηδες καί ἔκανε παρατεταμένη προσευχή πρός τόν φιλόψυχο Χριστό γιά τήν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ βασιλέως Τραϊανοῦ! Πάραυτα τοῦ δόθηκε φωνή ἀπό τόν οὐρανό πού ἔλεγε: "Εἰσήκουσα τήν προσευχή σου καί συγχώρησα τόν Τραϊανό, ἀλλά ἐσύ νά μή ξανακάνεις προσευχή ὑπέρ σωτηρίας ἀσεβῶν". Βεβαιώνουν τό συμβάν ὅλη ἡ Δύση καί ἡ Ἀνατολή! Νά λοιπόν καί κάτι μεγαλύτερο ἀπό ἐκεῖνο τῆς Φαλκονίλλας, ἀφοῦ ἐκείνη δέν ἔγινε αἰτία νά πάθει κάποιος κακό, ἐνῶ αὐτός (ὁ Τραϊανός) φόνευσε μέ ὀδυνηρό θάνατο πολλούς μάρτυρες.

ΙΖ' Θαυμαστός εἶσαι, Κύριε, καί θαυμαστά τά ἔργα σου. Δοξάζουμε τήν ἀνέκφραστη φιλανθρωπία σου. Πάντοτε "κλίνεις" πρός φιλανθρωπίαν καί δίδεις στούς δούλους σου ἀφορμές φιλαδελφείας καθώς καί βεβαίας πίστεως καί ἐλπίδας γιά τό πρόσωπό σου. Μᾶς δίδαξες, μέσω τῶν δούλων σου, νά εὐεργετοῦμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί νά προσφέρουμε, ὄχι στά χαμένα καί ματαίως, ἐξιλαστήριες θυσίες καί προσφορές καί ὕμνους καί ψαλμωδίες καί προσευχές. Εἶσαι, Κύριε, ἀπλανής ὁδηγός καί εὔκολος χορηγός καί ἀνταποδίδεις χίλιες φορές περισσότερα γιά ὅ,τι προσφέρει κάποιος "εἰς δόξαν σου", καί δέν ὑπάρχει σ' ὅλα αὐτά τίποτε χωρίς ὠφέλεια.

ΙΗ' Λοιπόν, ἀδελφοί καί πατέρες, ἄς ἀποδεχθοῦμε ὅλοι τό ὅτι, ὅσα προσφέρονται στόν Θεό μέ πίστη, δίνουν πολλαπλάσια ὠφέλεια καί σ' αὐτόν πού τά προσφέρει καί σ' αὐτούς γιά τούς ὁποίους τά προσφέρει. Εἶναι ἀκριβῶς ὅπως τά ἀρώματα ἤ τό ἅγιο Ἔλαιο• ὅταν κάποιος θέλει νά ἀλείψει ἕναν ἄρρωστο, πρῶτος αὐτός ἀλείφεται καί ἔτσι κατόπιν ἀλείφει καί τόν ἄλλον. Μέ τόν ἴδιο τρόπο ὅποιος ἀγωνίζεται γιά τήν σωτηρία τοῦ ἄλλου, τόν ἑαυτό του πρῶτα ὠφελεῖ καί ὕστερα τοὺς ἄλλους. Γιατί δέν εἶναι ἄδικος ὁ Θεός νά ξεχάσει τά γενόμενα, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος.

ΙΘ' Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στόν ὡραιότατο λόγο του γιά τούς κεκοιμημένους, λέει: "Μήν ἀρνῆσαι νά φέρνεις, λάδι καί κεριά καί νά ἀνάβεις στόν τάφο, ἐπικαλούμενος τόν Χριστό. Εἶναι δεκτά ἀπό Αὐτόν καί δίδουν πολύ ἀνταπόδοση. Τό λάδι καί τό κερί εἶναι "ὁλοκαύτωσις". Ἡ Θεία καί ἀναίμακτη Λειτουργία "ἐξιλασμός". Ἡ δέ ἐλεημοσύνη, εἶναι ἀφορμή καί αὔξηση κάθε καλῆς ἀντιδόσεως ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Ὅταν κάποιος προσφέρει γιά νεκρούς εἶναι, ὅπως, ὅταν ἔχει κάποιος ἕνα πολύ μικρό νήπιο ἀδύναμο καί χωρίς νά μιλάει καί αὐτό ἀρρωστήσει, καί τότε προσφέρει μέ πίστη στόν ναό κεριά καί θυμίαμα καί λάδι χάριν τοῦ παιδιοῦ, καί τότε αὐτό εἶναι σάν νά τά προσέφερε τό ἴδιο τό νήπιο• ἤ ὅπως γίνεται στήν ὁμολογία τοῦ Βαπτίσματος. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ νεκρός ἐν Κυρίῳ προσφέρει τά κεριά καί τό λάδι καί ὅσα ἀπό ἄλλους προσφέρονται πρός χάριν του καί ἐπιτυγχάνει διά τῆς πίστεως τόν σκοπό τῆς σωτηρίας.
Ὅλα, οἱ θεοκήρυκες Ἀπόστολοι καί διδάσκαλοι ἱερεῖς καί πνευματέμφοροι Πατέρες, πού ἔφτασαν στήν (ἀνθρωπίνως δυνατή) ἐμπειρία τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί "γεύθηκαν" τήν μεγάλη Του δύναμη, ὅλα τά ἐθέσπισαν κινούμενοι ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Λειτουργίες, εὐχές καί ψαλμωδίες, κατ' ἔτος στίς ἡμέρες μνήμης τῶν κεκοιμημένων. Μέχρι τώρα, "χάριτι Χριστοῦ" ὅλα αὐτά αὐξάνουν καί προστίθενται σ' ὅλα τά μήκη τῆς γῆς εἰς δόξαν καί αἴνεση τοῦ Κυρίου τῶν Κυρίων καί Βασιλέως τῶν Βασιλευόντων.

Κ' Σ' ὅλα αὐτά μπορεῖ κάποιος νά ἔχει ἀντίθετη γνώμη καί νά πεῖ: "Ἐάν ὅλα τά σχετικά μέ τούς κεκοιμημένους ἔχουν ἔτσι, τότε λοιπόν ὅλοι θά σωθοῦν καί κανένας δέν θά χαθεῖ;" Μπράβο καί μακάρι!! Αὐτό διψᾶ καί θέλει καί ζητάει καί ἐπιδιώκει καί σ' αὐτό χαίρει καί εὐφραίνεται ὁ Πανάγαθος Κύριος, νά μή χαθεῖ κανένας!!! Ἄλλωστε τά βραβεῖα καί τούς στεφάνους δέν τά ἑτοίμασε γιά τούς ἀγγέλους! Οὔτε ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά σώσει τίς οὐράνιες ὑπάρξεις. Δέν σαρκώθηκε ἀδιαφθόρως ἀπό τήν Παρθένο καί ἔγινε δυνατός καί ἐγεύθη τῶν παθῶν καί τοῦ θανάτου γιά νά πεῖ στούς ἀγγέλους: "Ἐλᾶτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου κληρονομῆστε τήν Βασιλεία ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει γιά σᾶς!!" Ὅλα γιά τόν ἄνθρωπο ἔγιναν καί ἑτοιμάσθηκαν.
Ποιός κάνει γιορτή καί καλεῖ τούς φίλους του καί δέν θέλει νά 'ρθοῦν ὅλοι καί νά ἀπολαύσουν τῶν ἑτοιμασμένων; Γιατί τότε ἑτοίμασε τήν εὐωχία τῆς γιορτῆς; Καί ἄν αὐτό εἶναι φυσικό καί εὐγενής φιλοτιμία γιά μᾶς, πόσο περισσότερο ἰσχύει γι' Αὐτόν πού εἶναι ἐκ φύσεως ἀγαθός καί φιλάνθρωπος, ὁ ὁποῖος μοιράζοντας καί δίνοντας χαίρει περισσότερο ἀπό ὅσο αὐτός πού παίρνει καί ἐξασφαλίζει τήν σωτηρία του.

ΚΑ' Σκέψου καί αὐτό σύ πού ἀμφισβητεῖς τά λεχθέντα! Κάθε ἄνθρωπος πού ἀπόχτησε μιὰ μικρή "ζύμη" ἀρετῆς ἀλλά δέν πρόλαβε νά τήν ὁλοκληρώσει σέ "ψωμί", καί παρ' ὅτι τό θέλησε δέν τό κατόρθωσε, ἤ ἀπό ραθυμία, ἤ ἀπό ἀμέλεια, ἤ ἀπό δειλία, ἤ ἀπό ἀναβολή ἀπ' τήν μιὰ ἡμέρα στήν ἄλλη, καί γιά τόν ὁποῖο (ἄνθρωπο) ἀπρόοπτα ἦρθε ὁ θάνατος, καί αὐτόν δέν θά τόν "ξεχάσει" ὁ δίκαιος Κριτής καί Δεσπότης!!
Ὁ Κύριος θά ξυπνήσει μετά τόν θάνατο ἐκείνου στίς καρδιές τῶν συγγενῶν καί τῶν φίλων του, τήν διάθεση βοήθειας καί θά κατευθύνει (ὁ Κύριος) τήν γνώμη καί θά ἑλκύσει τήν καρδιά καί θά κάμψει τήν ψυχή τους πρός ἀρωγή καί βοήθειά του καί θά ἀναπληρώσουν αὐτοί τά ὑστερήματα αὐτοῦ πού ἔφυγε.
Βέβαια, ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἔζησε πονηρά, ἀναμεμιγμένος σέ κάθε ἁμαρτία καί γεμάτος μέ ὑλικό νοσηρό, πού ἀδιαφόρησε ἀκόμα καί γιά τήν συνείδησή του καί ἦταν παραδομένος στίς ἡδονές κάθε μορφῆς (ψυχικές καί σωματικές) ἱκανοποιώντας ἐγωϊστικά κάθε του ἐπιθυμία χωρίς καθόλου νά φροντίζει γιά τήν ψυχή του• βουλιαγμένος ἐντελῶς στόν ἐγωϊσμό καί πού σ' αὐτή τήν κατάσταση φθάνει νά πεθάνει, σ' αὐτόν κανένας δέν μπορεῖ νά προσφέρει βοήθεια. Οὔτε ἡ γυναίκα του οὔτε τά παιδιά του οὔτε τά ἀδέλφια του ἤ οἱ φίλοι του μποροῦν νά τόν βοηθήσουν ἀφοῦ αὐτός εἶχε καί ἔχει ἐξορίσει ἀπό τήν ζωή του τόν Χριστό.

ΚΒ' Ὅσον ἀφορᾶ, τά δικά μου καί ὅποιου εἶναι φίλος μου, μακάρι, ἄν εἶναι δυνατόν, νά τόν βοηθήσω ὥστε νά μήν ἀφίσει πίσω του ὑστερήματα. Ἄν γίνει καί πεθάνω χωρίς νά ἔχω τελειώσει τήν προσπάθειά μου, μακάρι ὁ πολυεύσπλαγχνος Κύριος νά "κάμψει" τούς συγγενεῖς καί φίλους καί νά "θερμάνει" τίς ψυχές καί τίς καρδιές τους, ὥστε πολύ πρόθυμα νά μέ βοηθήσουν μέ καλά καί θεάρεστα ἔργα καί ἔτσι, ὅ,τι σάν ἀδύναμος ἄνθρωπος δέν πρόλαβα νά κάνω, νά τό ἀναπληρώσουν αὐτοί μετά τόν θάνατό μου. Ναί, Κύριε, θαυμαστέ καί Ἐλεήμων, κανένα ὑστέρημα νά μήν ἔχω, οὔτε μικρό οὔτε μεγάλο, ὅταν θά 'ρθεις Κριτής μας, οὔτε καί κανείς ἄλλος ἀπό αὐτούς πού ἐλπίζουν σέ Σένα.
Ἔτσι ἄλλωστε μᾶς διδάσκει διακηρύσσοντας παντοῦ ὁ κήρυκας τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ Χρυσόστομος: " Ἄν δέν πρόλαβες, ὄντας ζωντανός, νά ρυθμίσεις ὅλα τά τῆς ψυχῆς σου, τουλάχιστον στό τέλος τῆς ζωῆς, δῶσε ἐντολή στούς δικούς σου, ὅταν πεθάνεις νά σοῦ ἀποδώσουν τά δικά σου καί νά σέ βοηθήσουν μέ καλά ἔργα, ἐννοῶ ἐλεημοσύνες καί προσφορές. Μέ αὐτά θά καταλλαγεῖς μέ τόν Λυτρωτή, γιατί τοῦ εἶναι καί ἀποδεκτά καί διευκόλυνση. Στήν διαθήκη σου μαζί μέ τά παιδιά καί τούς συγγενεῖς γράψε κληρονόμο καί τόν Χριστό! Νά ἔχει ἡ διαθήκη τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί νά μή ξεχνάει τούς φτωχούς. Σᾶς βεβαιώνω ἐγώ (ὁ Χρυσόστομος) γιά ὅλα αὐτά. Αὐτό δέν εἶναι προτροπή στό νά μή κάνει κάποιος ὅταν εἶναι ζωντανός ἐλεημοσύνες καί νά περιμένει μετά τόν θάνατο, αὐτό εἶναι ἀπαράδεκτο καί βέβηλο, ξένο ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά εἶναι ἐπεξήγηση ὅτι, κάθε ἄνθρωπος θεοσεβής καί φιλόχριστος πρέπει νά "καθαρίζει" τόν ἑαυτό του μέ κάθε εἴδους ἀγαθοεργία ἀπέχοντας ἀπό κάθε ἀκαθαρσία, καί ὅτι αὐτό εἶναι πάρα πολύ καλό καί θεάρεστο καί εὐπρόσδεκτο ἀπό τόν Χριστό, ἔργο. Πρέπει νά τηρεῖ κάθε ἄνθρωπος τά ὁλόφωτα προστάγματα τοῦ Θεοῦ, ὥστε φθάνοντας στό τέλος τῆς ζωῆς νά μπορεῖ νά πεῖ στόν Χριστό: "Ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ὁ Θεός, ἑτοίμη ἡ καρδία μου" καί νά ὑποδεχθεῖ εὐχαρίστως τούς ἐπισπεύδοντας ἀγγέλους. Αὐτό βέβαια συμβαίνει λίγες φορές καί γιά λίγους• ὅπως λέει ὁ Χριστός:"Ὀλίγοι οἱ σωζόμενοι". Αὐτό βέβαια ἡ τῶν ὅλων Σοφία ὁ Χριστός τό εἶπε μέ θαυμασμό ἀπορίας, γιατί νά εἶναι ὀλίγοι οἱ σωζόμενοι! Λοιπόν συνειδητοποιώντας ὅτι εἶναι πολύ δύσκολο νά βρεθεῖ κάποιος σ' αὐτήν τήν πρώτη ὁμάδα καί κατάσταση, ἐκ τῆς πραγματικότητος, πᾶμε στήν δεύτερη, ἀκολουθώντας τίς ἀποστολικές καί πατερικές διδασκαλίες πού λένε ὅτι: οἱ νεκροί ὠφελοῦνται, ἐξαιτίας τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ, καί αὐξάνεται ἡ ἀγάπη γιά τούς ἀδελφούς καί βεβαιώνεται ἡ ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καί δυναμώνει ἡ προσευχή πρός τόν Θεό καί γεμίζουν οἱ ναοί προσευχομένους καί διαδίδεται ἡ ἐλεημοσύνη πρός τούς φτωχούς.

ΚΓ'-ΚΔ' Θαύμασε λοιπόν μέ πόσους τρόπους εἶναι ὠφέλιμο καί "ἐπικερδές" τό πράγμα αὐτό καί πόση ὠφέλεια προκύπτει γιά τούς νεκρούς, ἀφοῦ γίνεται ἀφορμή σωτηρίας τῶν καταδικασμένων. Ἄν λοιπόν ἀφαιρέσεις τό ἀποτέλεσμα θά χαθοῦν μαζί του καί αὐτά πού τό προκαλοῦν! Ποιά κατάσταση θά πείσει τούς μικρόψυχους νά ξεσηκωθοῦν καί νά τήν ὑπηρετήσουν, ἄν δέν ἔχουν βεβαιότητα ὅτι θά τούς συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες;
Ἄν αὐτά δέν κατανοηθοῦν, θά παύσουν νά ἀφίνουν στούς φτωχούς κληρονομίες. Καί βέβαια θά παύσουν οἱ λειτουργίες γιά τούς νεκρούς, οἱ προσευχές καί οἱ ψαλμωδίες, τά τεσσαρακοστά, τά ἔνατα καί τά τριήμερα μνημόσυνα, τά ὁποῖα βέβαια ὅλα δέν ὡρίσθηκαν ματαίως ἀπό τούς διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά νά μή δώσει ὁ Θεός νά ἐπικρατήσουν τέτοιες ἀντιλήψεις ἤ νά παραληφθοῦν ὅλα τά ἀνωτέρω.

ΚΕ' Ἄν τώρα κάποιος σ' ὅλα αὐτά ἀντείπει, γιά τούς φτωχούς καί ξένους, ποὺ δέν ἔχουν αὐτούς ποὺ θά ἀγωνιστοῦν γι' αὐτούς οὔτε μποροῦν νά ἀφίσουν παρακαταθήκη στούς δικούς τους (οἱ φτωχοί) γιά ἐλεημοσύνες ἤ λειτουργίες, ἄν λέω ἀντείπει: Τί θά γίνουν λοιπόν αὐτοί; Μήπως ἐπειδή εἶναι φτωχοί καί δέν ἔχουν ποιός νά τούς νοιαστεῖ καί νά τούς συμπονέσει, θά χάσουν τήν σωτηρία; Καθένας πού ρωτᾶ πρέπει νά ξέρει ὅτι δέν εἶναι ἄδικος ὁ Θεός, ὥστε νά δώσει σέ ὅποιον ἔχει καί ὅποιον δέν ἔχει νά τόν παραβλέψει! Θεός φυλάξοι! Διῶξε ἀμέσως ἀπό μέσα σου τέτοια σκέψη. Ὁ Θεός εἶναι Δίκαιος καί Κύριος ἤ μᾶλλον εἶναι ὁ ἴδιος ἡ δικαιοσύνη ἡ σοφία καί ἡ καλωσύνη καί ἡ μόνη πραγματική Δύναμη. Σάν Δίκαιος λοιπόν θά βρεῖ τρόπο παροχῆς στόν φτωχό. Σάν Σοφός θά ρυθμίσει τήν κάλυψη τῶν ὑστερημάτων. Σάν Δυνατός θά πάρει ἀπό τόν "ἰσχυρό" καί θά ἐνισχύσει τόν φτωχό. Σάν Καλωσύνη θά σώσει τό πλάσμα τῶν χειρῶν του• ἐκτός καί ἄν πρόκειται γιά κάποιον ἀναίσχυντα ἁμαρτάνοντα πού "ἀποπτύει" (φτύνει) τήν πίστη, τοῦ ὁποίου ἡ "ἀριστερή πλάστιγγα" ἔχει βαρύνει πάρα πολύ.
Διδάσκουν οἱ ἅγιοι ἄνδρες, πού φωτίσθηκαν ἀπό τόν Θεό, ὅτι τήν τελευταία στιγμή τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου οἱ πράξεις ἐλέγχονται σάν μέ μιὰ ζυγαριά. Ἄν ὁ δεξιός ζυγός βαρύνει περισσότερο τότε φανερό ὅτι πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος στά "χέρια"ἁγίων ἀγγέλων. Ἄν ἰσοζυγήσει, τότε νικᾶ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά καί ἄν, ὅπως λένε οἱ θεοφόροι Πατέρες, ἡ στάθμη γύρει λίγο πρός τά ἀριστερά, καί τότε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ θά ἀναπληρώσει τό ἐλλεῖπον καί ἀναγκαῖο.
Νά λοιπόν εἶναι τριῶν βαθμίδων οἱ θεϊκές κρίσεις τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ: ἡ πρώτη εἶναι ἁπλῶς δικαία, ἡ δεύτερη φιλάνθρωπη καί ἡ τρίτη μεγίστη καλωσύνη! Μετά ἀπό αὐτές ἡ τετάρτη ἡ καταδίκη, ὅταν οἱ πράξεις εἶναι ὑπερβολικά βαρύνουσες. Ἀλοίμονο, ἀδελφοί, καί αὐτή εἶναι ὁπωσδήποτε πολύ δίκαιη, ἀφοῦ ἀποφασίζει γιά τούς καταδικασμένους μέ δικαιοσύνη.

ΚΣΤ' Ὑπάρχουν μερικοί πού λένε, ὅτι ὁ μακάριος καί οἰκουμενικός φωστήρας καί διδάσκαλος Βασίλειος λέει:"Μή πλανάσθε δέν ἀπατᾶται ὁ Θεός. Νεκρά ζῶα δέν προσφέρονται σέ θυσία. Ὁ Νόμος λέει νά εἶναι ζωντανό τό ζῶο τῆς θυσίας. Εἶναι δυνατόν νά κάνεις τραπέζι στούς ἀπεσταλμένους τοῦ Βασιλιᾶ τά ἀποφάγια τοῦ τραπεζιοῦ σου; Δέν δέχεται ὅ,τι ἁπλῶς σοῦ περίσσεψε. Σύ μετά τήν κατασπατάληση τῆς ζωῆς σου, προσφέρεις ὅ,τι σοῦ ἀπόμεινε;" τούς ἀπαντᾶμε τά ἑξῆς:
Σωστά ὁ Μέγας Βασίλειος καί γράφει καί διδάσκει• ἀλλά πρόσεξε σέ ποιούς. Στούς πλεονέκτες, στούς ἅρπαγες, στούς ἀπάνθρωπους καί ἄσπλαγχνους, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπισημαίνει λέγοντας: "Κάνουμε συζήτηση μέ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν πέτρινη καρδιά" καί συνεχίζει ἀπευθυνόμενος σ' αὐτούς: "Στήν ζωή σου ἐπιδιώκοντας τήν τρυφηλότητα καί ἡδονή οὔτε νά κυττάξεις δέν ἀνεχώσουν τούς φτωχούς. Ὅταν λοιπόν πεθάνεις ποιά ἀνταπόδοση καλοσύνης σοῦ ὀφείλεται; Σέ ἐνοχλοῦσε τοῦ γείτονα τό σπίτι! Ὁ πλεονέκτης δέν σέβεται τόν χρόνο τῆς ζωῆς του οὔτε βάζει ὅρια στίς ἐπιθυμίες ἀλλά αὐτές (οἱ ἐπιθυμίες του) σάν φωτιά πού τρέχει, κατατρῶνε τά πάντα καί τά κάνουν δικά τους, σάν ποτάμι πού κυλάει ξεχειλισμένο καί παρασύρει κάθε ἀντίσταση παίρνοντάς την μαζί του."
Καί ἄλλα πολλά γράφει ὁ ἅγιος τά ὁποῖα τά γνωρίζουν ὅσοι διάβασαν τόν λόγο καί κατανόησαν ὅτι ἀφορᾶ ὅσους, ὄχι ἁπλῶς δέν ἔδωσαν κάτι στούς φτωχούς ἀλλά τούς ἅρπαξαν καί ὅτι αὐτοί (οἱ φτωχοί) εἶχαν.

ΚΖ' Μή μοῦ πεῖ κάποιος, δέν εἶναι δυνατόν νά βρεθεῖ τέτοιος ἄνθρωπος πλουσιώτατος καί ἄσπλαγχνος!! Βρίσκεται καί παραβρίσκεται. Σέ κάθε ἐποχή ὑπάρχουν. Τώρα θέλω νά σᾶς θυμήσω τόν Πέτρο τόν τελώνη πού, στήν ἐποχή τοῦ ἀειμνήστου ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονα, ἔφτασε ἀπό τό ἄκρο τῆς ἐγωϊστικῆς ἀπανθρωπίας εἰς τελεία ἐλεημοσύνη καί ἁγνότητα. Ἀναφέρεται στόν βίο του ὅτι ἀσθένησε καί ἔπεσε σέ ἔκσταση καί εἶδε τήν ζωή του νά τήν "ζυγίζουν" (ὅπως προείπαμε) καί νά βαραίνει ὁ ἀριστερός δίσκος περισσότερο. Καί ἐνῶ βρισκόταν σέ τρόμο ἀπό τό γεγονός, ὁ ἄγγελός του ἔβαλε στήν "ζυγαριά" ἕνα καρβέλι ψωμί, πού ὁ Πέτρος εἶχε πετάξει ἀπάνθρωπα στό κεφάλι ἑνός φτωχοῦ, καί παρά ταῦτα ἀντισταθμίστηκε! Μετά ἀπό τό ὅραμα αὐτό ὁ Πέτρος ἔγινε εὐσεβέστατος καί ἔφτασε σέ μέτρα ἁγιότητας.

ΚΗ' Φαίνεται, ἀναμφίβολα λοιπόν, ἀπ' ὅλα αὐτά γιά ποιούς ὁ ἅγιος Βασίλειος ἔγραψε τόν λόγο. Ἄλλωστε σ΄ ἐκεῖνον τόν καιρό εἶχε συμβεῖ καί μεγάλη πείνα. Οἱ πλούσιοι νικώμενοι ἀπό τήν τσιγκουνιά ἔκρυβαν τόν πλοῦτο, οἱ φτωχοί πέθαιναν ἀπό τήν ἀνάγκη! Ὁ ἅγιος Βασίλειος μέ τά ὠμά καί γοητευτικά, καταπληκτικά του λόγια, "ἄνοιξε" ἄφοβα τίς ἀποθῆκες τῶν πλουσίων. Ἄν δέν μιλοῦσε ἔτσι, οὔτε οἱ φτωχοί θά ζοῦσαν οὔτε οἱ πλούσιοι θά γινόντουσαν ἐλεήμονες. Αὐτός (ὁ ἅγιος Βασίλειος) αὐτά.

ΚΘ' Ἐμεῖς, ἄς προσπαθήσουμε μέ ὅλη μας τήν δύναμη, τήν "φρικτή" καί φοβερή ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ νά μή κατηγορηθοῦμε ἀπό τούς οἰκείους μας, ὅτι τούς ξεχάσαμε. Πολύ περισσότερο ὅσοι εἶχαν ἐντολή καί παράκληση γι' αὐτό. Ἐκείνη τήν ἡμέρα θά γνωρίζει ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ὄχι ἀπό τό σχῆμα τῆς σωματικῆς παρουσίας ἀλλά ἀπό ἐσωτερική ψυχική ὅραση. Ἄν ἀπορεῖς πῶς θά γίνει, ἄκουσε τόν Χριστό στήν παραβολή τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου νά τό λέει καταφάνερα. Σήκωσε, λέει, τά μάτια του ὁ πλούσιος καί γνώρισε τόν φτωχό Λάζαρο πού βρισκόταν στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ, ὅπως ἐπίσης ὅτι γνώρισε καί τόν Ἀβραάμ! Μή μοῦ πεῖ κάποιος εἶναι παραβολή καί δέν εἶναι σίγουρο! Οἱ παραβολές τοῦ Χριστοῦ ἀναφέρονται ἀναγωγικά σέ πραγματικά θέματα πού θά ζήσουν οἱ ἀκροατές ὁπωσδήποτε.

Λ' Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει ὅτι, ὄχι μόνον τούς γνωστούς μας θά δοῦμε ἀλλά καί αὐτούς πού ποτέ δέν εἴχαμε δεῖ μέ τά μάτια μας, καί αὐτούς θά τούς γνωρίσουμε. Οὔτε τόν Ἀβραάμ, οὔτε τόν Ἰσαάκ, οὔτε τόν Ἰακώβ οὔτε τούς παλαιούς πατέρες, οὔτε τούς προφῆτες, οὔτε τούς ἀποστόλους καί μάρτυρες εἴχαμε δεῖ ποτέ, ἀλλά ὅταν θά συναντηθοῦμε μαζί τους σέ κεῖνο τό φοβερό παγκόσμιο πανηγύρι, θά ποῦμε: νά ὁ Ἀβραάμ, νά ὁ Πέτρος καί ὁ Παῦλος, καί οἱ ἀπόστολοι. Νά ὁ Δαβίδ καί Προφῆτες. Νά ὁ πρόδρομος Ἰωάννης καί ὁ Στέφανος ὁ πρωτομάρτυς.
Ὁ ἅγιος Βασίλειος στόν λόγο του γιά τούς πλεονέκτες λέει: "Δέν φοβᾶσαι τήν κρίση τοῦ Θεοῦ; Θά εἶναι γύρω σου καί θά σέ καταγγέλουν ὅσοι ἀδίκησες! Ὅπου καί νά γυρίσει τότε τό βλέμα σου θά ἔχεις ζωντανές εἰκόνες τῶν κακῶν πού ἔκανες. Ἀπό τήν μία ὀρφανά, ἀπό τήν ἄλλη χῆρες. Ἀπό ἐδῶ φτωχοί πού ἐξευτέλισες, ὑπηρέτες σου πού βασάνισες, ἀπό ἐκεῖ γείτονες πού ἐξόργιζες μέ τίς ἀδικίες σου!!

ΛΑ' Ὁ δέ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ μύστης τῆς Δευτέρας τοῦ Χριστοῦ Παρουσίας, λέει: "Τότε τά παιδιά θά κατακρίνουν τούς γονεῖς ὅτι δέν τούς εἶδαν νά κάνουν τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ. Θά βλέπουν τότε οἱ ταλαίπωροι τοὺς γνωστούς τους καί ὅταν κάποιος (ἀπό τούς γνωστούς) θά πορεύεται στά δεξιά τοῦ Χριστοῦ, θά θρηνοῦν τόν ἀποχωρισμό καί τήν δική τους κατάσταση". Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέει: "Τότε θά δῶ τόν Καισάριο λαμπρόν ἔνδοξο εὐτυχισμένο, ὅπως καί μοῦ φάνηκε ὅταν τόν εἶδα καθ' ὕπνους". Ὁ δέ θεμέλιος τῆς Ἐκκλησίας ὁ περιφανής στά ἔργα καί στά λόγια Ἀθανάσιος, λέει τά ἑξῆς γι' αὐτούς πού πεθαίνουν "ἐν Κυρίῳ": Ὁ Θεός χάρισε ἐπιπλέον στούς σωζομένους καί τήν δυνατότητα (μέχρι νά γίνει ἡ κοινή Ἀνάσταση) νά ὑπάρχουν μαζί καί νά εἶναι εὐτυχεῖς ἀπό τήν συναναστροφή καί ἀπό τήν προσδοκία τῆς σωματικῆς Ἀναστάσεως καί ἀρτιώσεώς τους ὡς ἀνθρώπων καί ἀπό τήν προσδοκία τῶν μελλόντων ἀγαθῶν.
Οἱ ἁμαρτωλοί στεροῦνται μιᾶς τέτοιας παρηγοριᾶς ἀφοῦ οὔτε μεταξύ τους δέν γνωρίζονται. Σ' ἐκεῖνο λοιπόν τό παγκόσμιο θέατρο, καθώς θά εἶναι ἐμφανεῖς οἱ πράξεις ὅλων, θά εἶναι ἐπίσης καί τά πρόσωπα ὅλων γνωστά ἀπ' ὅλους, μέχρις ὅτου γίνει ἡ τελική κρίσις καί πορευθεῖ καθένας στήν κατάσταση πού "ἑτοίμασε" γιά τόν ἑαυτό του. Οἱ δίκαιοι μαζί μέ τόν Χριστό καί μαζί μέ τούς ἀδελφούς τους, οἱ δέ ἁμαρτωλοί στήν κόλαση ὅλοι μαζί ἀλλά ἄγνωστοι μεταξύ τους! Ὅπως εἴπαμε, ἔχουν στερηθεῖ καί ἀπό τήν παρηγοριά τῆς ἀνθρώπινης παρουσίας!

ΛΒ' Πόσο μεγάλη ντροπή θά βιώνουν οἱ κολασμένοι ὄντας καταφανεῖς σέ ὅλους. Θά ζοῦν μεγίστη ντροπή ἐπειδή καί θά γνωρίζουν καί θά γνωρίζονται, ἀφοῦ βεβαίως ντρέπεται κανείς αὐτούς πού τόν γνωρίζουν• ἀνάμεσα σ' ἀγνώστους ὅπως ὅλοι ξέρουμε δέν ὑπάρχει ντροπή. Εἶναι ἀναμφίβολο καί ἀναντίρρητο ὅτι θά εἴμαστε ὅλοι γνώριμοι καί φυσικά στά μάτια τοῦ καθενός θά εἶναι ὁρατές οἱ ἁμαρτίες ὅλων.

ΛΓ' Οὐαί καί ἀλοίμονο λοιπόν σ' ὅσους εἶναι ὅπως καί ἐγώ στήν "ἀριστερή πλευρά" τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ!
Πανευτυχεῖς καί μακάριοι ὅσοι θά τούς πάρει ὁ Χριστός "στά δεξιά" του καί θά ἀκούσουν τήν μακαρία καί εὐλογημένη φωνή "εἴσελθε, δοῦλε, εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου".
Μακάρι νά ἀξιωθοῦμε ΟΛΟΙ νά τήν ἀκούσουμε ὅσοι "φυλάξαμε" τήν πίστη στόν Χριστό.
Μακάρι νά ζήσουμε τά ἀγαθά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ πού δέν τά ἔχει δεῖ ἀνθρώπινο μάτι καί δέν ἔχει μπορέσει νά τά σκεφτεῖ ἀνθρώπινη καρδιά ποτέ, οὔτε ἔχει ἀκούσει γι' αὐτά ἀνθρώπινο αὐτί.

Ἀμήν. Γένοιτο Δέσποτα Ζωοδότα• μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Παναγνῆς Μητέρας Σου καί τῶν ἀΰλων καί σεβασμίων ἀγγέλων καί πάντων τῶν ἁγίων Σου, Χριστέ Λόγε, τῶν εὐαρεστησάντων Σοι ἀπ' αἰῶνος. ΑΜΗΝ.-

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός


"Αγρυπνείτε εν παντί καιρὠ δεόμενοι, ίνα καταξιωθήτε εκφυγείν πάντα τα μέλλοντα γίνεσθαι"!

image
ΤΙΤΛ. Ζʹ. –Περὶ εὐχῆς· καὶ ὅσα δι' εὐχῆς κατορθοῦνται ὑμῖν.
Ἐξῆλθε Μωσῆς ἀπὸ Φαραὼ ἔξω τῆς πόλεως, καὶ ἐξεπέτασε τὰς χεῖρας αὐτοῦ πρὸς Κύριον, καὶ ἐπαύσαντο αἱ φωναὶ καὶ ἡ χάλαζα.
Ἀνεβόησε Σαμψὼν πρὸς Κύριον, καὶ εἶπε· Κύριε, μνήσθητι δή μου τὸ ἅπαξ τοῦτο, καὶ ἀνταποδώσω ἀνταπόδοσιν μίαν περὶ τῶν δύο ὀφθαλμῶν μου τοῖς ἀλλοφύλοις. Καὶ περιέλαβε Σαμψὼν τοὺς δύο στύλους τοὺς μέσους, ἐφ' οἷς ὁ οἶκος ἐπεστήρικτο, καὶ εἶπεν· Ἀποθανέτω ἡ ψυχή μου μετὰ τῶν ἀλλοφύλων. Καὶ ἔπεσεν ὁ οἶκος, καὶ ἐθανάτωσεν ὑπὲρ οὓς ἐθανάτωσεν ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ.
Προσηύξατο Ἐζεκίας ὁ βασιλεὺς, καὶ ἀπέστειλεν ὁ Κύριος ἄγγελον, καὶ ἐξέτριψε πάντα δυνατόν, καὶ πολεμιστήν, καὶ ἄρχοντα, καὶ στρατηγὸν ἐν τῇ παρεμβολῇ βασιλέως Ἀσσούρ.
Ἐλάλησε Κύριος ἐπὶ Μανασσῆν, καὶ κατέλαβον τὸν Μανασσῆν, καὶ ἔδησαν αὐτὸν ἐν πέδαις, καὶ ἤγαγον εἰς Βαβυλῶνα. Καὶ προσηύξατο πρὸς αὐτόν, καὶ ἤκουσε τῆς βοῆς αὐτοῦ.
Σχόλ. Ἱστόρηται παρὰ Ἀφρικανῷ, ὅτι ἐν τῷ λέγειν ᾠδὴν τὸν Μανασσῆ, τὰ δεσμὰ διεῤῥάγη σιδηρᾶ ὄντα, καὶ ἔφυγεν.
Ἀνεβόησεν Ἠλιοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν, καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεὸς Ἀβραάμ, καὶ Ἰσαάκ, καὶ Ἰακὼβ ἐπάκουσόν μου ἐν πυρί· καὶ ἔπεσε πῦρ παρὰ Κυρίου ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ κατέφαγε τὸ ὁλοκαύτωμα καὶ τὰς σχίζας, καὶ τοὺς λίθους, καὶ τὸν χοῦν, καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐξέλειξε τὸ πῦρ.
Ὤρθρισεν ὁ λειτουργὸς Ἑλισσαιέ, καὶ ἰδοὺ δύναμις κυκλοῦσα τὴν πόλιν, καὶ ἵπποι, καὶ ἅρματα. Καὶ εἶπε τὸ παιδάριον πρὸς αὐτόν· Τί ποιήσομεν; Καὶ εἶπεν Ἑλισσαιέ· Μὴ φοβοῦ, ὅτι τοῦ πλείους οἱ μεθ' ἡμῶν. Καὶ προσηύξατο Ἑλισσαιέ, καὶ εἶπε· Κύριε, διάνοιξον τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ παιδαρίου· καὶ εἶδε, καὶ ἰδοὺ τὸ ὅρος πλῆρες ἵππων, καὶ ἅρμα πυρὸς κύκλῳ Ἑλισσαιέ· καὶ προσηύξατο Ἑλισσαιέ, καὶ εἶπε· Πάταξον τὸ ἔθνος τοῦτο ἀορασίᾳ.
Ἦν Ἡσαΐας ἐν τῇ αὐλῇ μέσῃ, καὶ ῥῆμα Κυρίου ἐγένετο πρὸς αὐτόν· Ἐπίστρεψον, καὶ ἐρεῖς πρὸς Ἐζεκίαν· Τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ, Ἤκουσα τῆς προσευχῆς σου, καὶ εἶδον τὰ δάκρυά σου, καὶ προσθήσω ἐπὶ τὰ ἔτη σου ἔτη ιϛʹ.
Ὄρθριζε πρὸς Κύριον παντοκράτορα δεόμενος. Εἰ καθαρὸς εἶ καὶ ἀληθινός, ἐπακούσεται τῆς δεησεώς σου.
Θύσον τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως, καὶ ἀπόδος τῷ Ὑψίστῳ τὰς εὐχάς σου. Τὰς εὐχάς μου τῷ Κυρίῳ ἀποδώσω ἐναντίον παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. Προσεύξασθε πρός με, καὶ εἰσακούσομαι ὑμῶν, καὶ ἐκζητήσατέ με ἐν ὅλῃ καρδίᾳ ὑμῶν, καὶ ἐπιφανοῦμαι ὑμῖν.
Κύριε παντοκράτορ ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· ψυχὴ ἐν στεναγμοῖς, καὶ πνεῦμα ἀκηδιῶν ἐκέκραξε πρὸς σέ. Ἄκουσον, Κύριε, ἐλέησον, ὅτι Θεὸς ἐλεήμων εἶ, καὶ ἐλέησον.
Ἐν ψυχῇ συντετριμμένῃ, καὶ πνεύματι ταπεινώσεως προσδεχθείημεν, ὡς ἐν ὁλοκαυτώμασιν.
Μὴ ὀλιγοψυχήσῃς ἐν τῇ προσευχῇ σου· μὴ ἐμποδίσῃς τοῦ ἀποδοῦναι εὐχὴν ἐν καιρῷ.
Ὅταν προσεύχῃ, οὐκ ἔσῃ ὥσπερ ὑποκριταὶ σκυθρωποί, ὅτι φιλοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν ἑστῶτες προσεύχεσθαι, ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις. Ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. Σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸ ταμεῖόν σου. Προσευχόμενοι δέ, μὴ βαττολογήσητε, ὥσπερ οἱ ἐθνικοί· δοκοῦσι γὰρ ὅτι ἐν τῇ πολυλογίᾳ αὐτῶν εἰσακουσθήσονται. Μὴ οὖν ὁμοιώθητε αὐτοῖς. Οἶδε γὰρ ὁ Πατὴρ ὑμῶν,
Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῶν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε· κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν. Πᾶς γὰρ αἰτῶν λαμβάνει.
Προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ' ἰδίαν, εἶπον· Διὰ τί οὐκ ἐδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν· ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ· Μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύσεται, εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.
Γρηγορεῖτε, καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν.
Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅ τι ἂν αἰτήσετε τὸν Πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δώσει ὑμῖν.
Ἔλεγε παραβολὴν αὐτοῖς πρὸς τὸ δεῖν πάντοτε προσεύχεσθαι, καὶ μὴ ἐκκακεῖν. Κοιτής τις ἔν τινι πόλει, κ. τ. ἑ.
Ἀγρυπνεῖτε ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι, ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα τὰ μέλλοντα γίνεσθαι.
Γενόμενος ἐπὶ τοῦ τόπου, εἶπεν αὐτοῖς· Προσεύχεσθε μὴ εἰσελθεῖν εἰς πειρασμόν. Καὶ αὐτὸς ἀνεσπάσθη ἀπ' αὐτῶν ὡσεὶ λίθου βολήν, καὶ θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, λέγων· Πάτερ, εἰ βούλει, παρένεγκε τὸ ποτήριον τοῦτο ἀπ' ἐμοῦ. Πλὴν μὴ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ σὸν γενέσθω. Καὶ ἐλθὼν ἐπὶ τοὺς μαθητὰς, εὗρεν αὐτοὺς καθεύδοντας, καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν.
Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὃς ἂν εἴπῃ τῷ ὄρει τούτῳ· Ἄρθητι, καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ μὴ διακριθῇ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, ἔσται αὐτῷ ὃ ἐὰν εἴπῃ. Ὅταν στήκητε προσευχόμενοι, ἀφίετε εἴ τι ἔχετε κατά τινος, ἵνα καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἀφῇ ὑμῖν τὰ παραπτώματα ὑμῶν.
Οὗτοι πάντες ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει.
Καὶ προσκαλεσάμενοι οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπον· Οὐκ ἀρεστόν ἐστι καταλείποντας ἡμᾶς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, διακονεῖν τραπέζαις. Ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνεύματος καὶ σοφίας, οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης. Ἡμεῖς δὲ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου ἐσόμεθα προσκαρτεροῦντες.
Ἀνήρ τις ἦν ἐν Καισαρείᾳ, ὀνόματι Κορνήλιος, ἑκατοντάρχης, ἐκ σπείρης τῆς καλουμένης Ἰταλικῆς, εὐσεβής, καὶ φοβούμενος Θεὸν σὺν παντὶ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, ποιῶν ἐλεημοσύνας πολλὰς ἐν τῷ λαῷ, καὶ δεόμενος Θεοῦ διὰ παντός. Εἶδεν ἐν ὁράματι φανερῶς, ὡς περὶ ὥραν ἐννάτην τῆς ἡμέρας, ἄγγελον τοῦ Θεοῦ εἰσελθόντα πρὸς αὐτόν, καὶ εἰπόντα αὐτῷ, Κορνήλιε. Ὁ δὲ ἀτενίσας αὐτῷ, καὶ ἔμφοβος γενόμενος, εἶπε· Τί ἐστι, κύριε; Εἶπε δὲ αὐτῷ· Αἱ προσευχαί σου καὶ ἐλεημοσύναι σου ἀνέβησαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Διὰ πάσης εὐχῆς καὶ δεήσεως προσευχόμενοι ἐν παντὶ καιρῷ ἐν πνεύματι, καὶ εἰς αὐτὸ ἀγρυπνοῦντες ἐν πάσῃ προσκαρτερήσει, καὶ δεήσει περὶ πάντων τῶν ἁγίων, καὶ ὑπὲρ ἐμοῦ.
Παρακαλῶ πρὸ πάντων, ποιεῖσθαι δεήσεις, προσευχάς, ἐντεύξεις, εὐχαριστίας ὑπὲρ πάντων ἀνθρώπων, ὑπὲρ βασιλέων, καὶ πάντων τῶν ἐν ὑπεροχῇ ὄντων, ἵν' ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγωμεν ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι. Τοῦτο γὰρ καλὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Βούλομαι προσεύχεσθαι τοὺς ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ, ἐπαίροντες ὁσίας χεῖρας, χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ. Ὡσαύτως καὶ γυναῖκας.
Κακοπαθεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσευχέσθω. Εὐθυμεῖ τις; ψαλλέτω. Ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ' αὐτόν, ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου· καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα.
Σωφρονήσατε, καὶ νήψατε εἰς προσευχάς.
Μὴ μικρολογίαν καταγνωσθῶμεν, ἐν τῷ μικρὰ αἰτεῖν ἡμᾶς, καὶ τοῦ διδόντος ἀνάξια.
Εὔηχός ἐστιν ἐκείνη ἡ φωνή, καὶ μέχρι τῆς θείας ἀναβαίνουσα ἀκοῆς, οὐχ ἡ μετά τινος διατάσεως γινομένη κραυγή, ἀλλ' ἡ ἀπὸ καθαρᾶς συνειδήσεως ἀναπεμπομένη ἐνθύμησις.
Χωρίζεται Θεοῦ, ὁ μὴ συνάπτων ἑαυτὸν διὰ προσευχῆς τῷ Θεῶ. Οὐκοῦν τοῦτο χρὴ πρότερον ἡμᾶς διδαχθῆναι τῷ λόγῳ, ὅτι δεῖ πάντοτε προσεύχεσθαι, καὶ μὴ ἐκκακεῖν. Ἐκ γὰρ τοῦ προσεύχεσθαι περιγίνεται τὸ μετὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι· ὁ δὲ μετὰ Θεοῦ ὤν, τοῦ ἀντικειμένου κεχώρισται.
Προσευχὴ τῷ μὲν Ἰωνᾷ τὸ κῆτος οἶκον ἐποίησεν, τὸν δὲ Ἐζεκίαν ἐκ τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου πρὸς ζωὴν ἐπανήγαγε, τοῖς δὲ τρισὶ νέοις εἰς πνεῦμα δροσῶδες τὴν φλόγα ἔτρεψεν.
Ὁ ἐν καιρῷ προσευχῆς μὴ πρὸς τὰ λυσιτελοῦντα τῇ ψυχῇ τεταμένος, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἐμπαθεῖς τῆς διανοίας κινήσεις συνδιατίθεσθαι τὸν Θεὸν ἀξιῶν, λῆρός τίς ἐστιν ὡς ἀληθῶς, καὶ βαττολόγος, καὶ φληνάφης, καὶ φλυαρός, καὶ εἴ τι ἄλλο τῆς τοιαύτης σημασίας ἐστί. Παρὰ σοῦ μοι ζωή, παρὰ σοῦ γενέσθω καὶ ἡ πρὸς τὸ ζῇν ἀφορμή.
Ἐπειδὴ τῆς τοῦ ἀγαθοῦ κρίσεως ἀπεπλανήθη διὰ τῆς ἀπάτης ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, καὶ πρὸς τὸ χεῖρον ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων κατεκρατήθη, καλῶς εὐχόμεθα τοῦ Θεοῦ τὴν βασιλείαν ἐλθεῖν. Οὐ γὰρ ἔστιν ἄλλως ἐκδῦναι τὴν πονηρὰν τῆς φθορᾶς δυναστείαν, μὴ τῆς ζωοποιοῦ δυνάμεως ἐφ' ἡμῶν ἀντιλαβούσης τὸ κράτος. Ἐὰν οὖν προσευξώμεθα, ταύτῃ τῇ δυνάμει τὸν Θεὸν ἱκετεύωμεν· Ἀπαλλαγείην τῆς φθορᾶς· ἐλευθερωθείην τοῦ θανάτου· μηκέτι κατ' ἐμοῦ βασιλευέτω τὰ νῦν ἐπικρατοῦντα πάθη, μηδὲ ἀγέτω με ὁ πολέμιος διὰ τῆς ἁμαρτίας αἰχμάλωτον· ἀλλ' ἐλθέτω ἐπ' ἐμὲ ἡ βασιλεία σου, ἵνα ἀποχωρήσῃ ἡ τοῦ ἐναντίου τυραννίς. Οὐ γὰρ ὑπομένει τὸ σκότος τὴν τοῦ φωτὸς παρουσίαν, οὐ νόσος ὑγείας ἐπιλαβούσης ἵσταται, οὐκ ἐνεργεῖ τὰ πάθη, τῆς ἀπαθείας παρούσης. Φροῦδος ὁ θάνατος, ἀφανὴς ἡ φθορά, ὅταν ἐν ἡμῖν βασιλεύῃ ἡ ζωή, καὶ ἡ ἀφθαρσία τὸ κράτος ἔχῃ.
Γενηθήτω ἐν ἐμοὶ τὸ θέλημά σου, ἵνα σβεσθῇ τοῦ διαβόλου τὸ θέλημα. Ὥσπερ γὰρ ἐν τοῖς ζοφώδεσι τῶν σπηλαίων φωτὸς εἰσκομισθέντος ὁ ζόφος ἀφανίζεται, οὕτω τοῦ σοῦ θελήματος ἐν ἐμοὶ γενομένου, πᾶσα ἡ πονηρὰ καὶ ἄτοπος τῆς προαιρέσεως κίνησις εἰς τὸ μὴ ὂν περιΐσταται. Θέλημα γάρ σου ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἐστίν.
Ὁ τοῦ πονηροῦ ῥυσθῆναι εὐχόμενος, ἔξω τῶν πειρασμῶν γενέσθαι παρακαλεῖ.
Ὅταν δι' εὐχῆς αἰτησώμεθά τι τὸν Δεσπότην, μὴ ταχέως ἐξατονήσωμεν, ἀλλὰ τὸ συνεχὲς τῆς ἀποτυχίας τῇ συνεχείᾳ τῆς αἰτήσεως ἐκνικήσωμεν.
Ἐν ταῖς ἀναβολαῖς καὶ ταῖς ὑπερθέσεσι τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ μὴ προκάμωμεν, μηδὲ προαναπίπτωμεν. Πολλάκις γὰρ ὁ Δεσπότης τὴν δοκοῦσαν ἀναβολὴν εἰς πίστεως γυμνασίαν παρέλκει.
Καλὸν πάντοτε διὰ προσευχῆς ὁμιλεῖν τῷ Θεῷ. Εἰ γὰρ συντυχία ἀνδρὸς ἀγαθοῦ βελτιοῖ τὸν συντυγχάνοντα, πόσῳ μᾶλλον καὶ ἐν ἡμέρᾳ καὶ ἐν νυκτὶ προσομιλεῖν τῷ Θεῷ.
Μέγα ἀγαθὸν εὐχή, ἐὰν μετὰ διανοίας εὐχαρίστου γένηται, ἐὰν παιδεύσωμεν ἑαυτούς, μὴ μόνον λαμβάνοντας, ἀλλὰ καὶ ἀποτυγχάνοντας εὐχαριστεῖν τῷ Θεῷ. Καὶ γὰρ ποτὲ μὲν δίδωσι, ποτὲ δὲ οὐ δίδωσιν, ἀμφότερα χρησίμως. Ὥστε κἂν λάβῃς, κἂν μὴ λάβῃς, ἔλαβες ἐν τῷ μὴ ἀπολαβεῖν· κἂν μὴ ἐπιτύχῃς, ἐπέτυχες ἐν τῷ μὴ ἐπιτυχεῖν. Ἔστι γὰρ ὅτε τὸ μὴ λαβεῖν ὅπερ αἰτοῦμεν, τοῦ λαβεῖν λυσιτελέστερον. Εἰ γὰρ συμφέρον ἡμῖν πολλάκις τὸ λαβεῖν, πάντως ἔδωκεν ἄν. Τὸ δὲ συμφερόντως ἀποτυχεῖν, ἐπιτυχεῖν ἐστι.
Μέγα ὅπλον εὐχή, μέγας κόσμος, μεγάλη ἀσφάλεια. Ἀνθρώπων μὲν γὰρ δεόμενοι, καὶ δαπάνης καὶ χρημάτων δεόμεθα, καὶ κολακείας δουλοπρεποῦς, καὶ πολλῆς περιόδου καὶ πραγματείας. Οὐ γὰρ ἐξ εὐθείας αὐτοῖς τοῖς κύριοις τοῦ δοῦναι τὴν χάριν ἔνι διαλεχθῆναι πολλάκις, ἀλλ' ἀνάγκη πρότερον διακόνους, καὶ οἰκονόμους αὐτῶν, καὶ ἐπιτρόπους, χρήμασι καὶ ῥήμασι, καὶ παντὶ θεραπεῦσαι τρόπῳ, καὶ τότε δι' ἐκείνων τὴν αἴτησιν δυνηθῆναι λαβεῖν. Ἐπὶ δὲ Θεοῦ οὐκ ἔστιν οὕτως. Οὐ γὰρ δεῖται μεσιτῶν ἐπὶ τῶν ἀξιούντων, οὐδὲ οὕτως δι' ἑτέρων παρακαλούμενος, ὡς δι' ἡμῶν αὐτῶν τῶν δεομένων ἐπινεύει τῇ χάριτι. Καὶ ἐνταῦθα μέν, καὶ λαμβάνοντας, καὶ μὴ λαμβάνοντας ἔστι κερδαίνειν, ἐπὶ δὲ τῶν ἀνθρώπων ἐν ἑκατέρῳ πολλάκις ἐβλάβημεν. Ἐπεὶ οὖν μεῖζον τὸ κέρδος, καὶ πλείων ἡ εὐκολία τοῖς τῷ Θεῷ προσιοῦσι, μὴ καταφρονῶμεν εὐχῆς. Τότε γάρ σοι μᾶλλον δίδωσιν ἃ αἰτεῖς, ἂν σὺ διὰ σεαυτοῦ αἰτῇς, ἐὰν μὴ παρέργως αἰτῇς, ὅπερ ποιοῦσιν οἱ πολλοί. Ἡ γλῶσσα μὲν λέγει τὰ ῥήματα, ἡ δὲ ψυχὴ τῆς οἰκίας ἢ ἀγορᾶς τὰς ὁδοὺς περιέρχεται. Τοῦτο δὲ ὅλον τοῦ διαβόλου τὸ κατασκεύασμα. Ἐπειδὴ γὰρ οἶδεν ἡμᾶς κατ' ἐκεῖνον τὸν καιρὸν διαλεχθῆναι πρὸς τὸν Θεόν, ὅτι δυνάμεθα καὶ ἀφέσεως ἁμαρτημάτων τυχεῖν, βουλόμενος ἡμῖν τὸν τῆς εὐχῆς προσχῶσαι λιμένα, κατ' αὐτὸν ἐνίσταται τὸν καιρόν, ἐκκρούων ἡμῶν τὴν διάνοιαν τῶν λεγομένων, ὥστε ζημιωθέντας ἡμᾶς μᾶλλον ἢ κερδαίνοντας, ἀπελθεῖν. Ταῦτα οὖν εἰδώς, ἄνθρωπε, ὅταν προσίῃς Θεῷ, ἐννόησον τίνι προσέρχῃ, καὶ ἀρκεῖ σοι εἰς νῆψιν.
Ἐξῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος, καὶ ἰδοὺ γυνή, τὸ παλαιὸν ὅπλον τοῦ διαβόλου, ἡ τοῦ παραδείσου με ἐκβαλοῦσα, ἡ μήτηρ τῆς παρανομίας, ἡ ἀρχὴ τῆς ἁμαρτίας· αὐτὴ ἐκείνη ἡ γυνὴ ἔρχεται. Καινὸν πρᾶγμα καὶ παράδοξον! Ἰουδαῖοι φεύγουσι, καὶ γυνὴ καταδιώκει. Καὶ παρεκάλει αὐτὸν λέγουσα· Κύριε, Υἱὲ Δαβίδ, ἐλέησόν με. Εὐαγγελίστρια γίνεται ἡ γυνή, καὶ τὴν θεότητα, καὶ τὴν οἰκονομίαν ὁμολογεῖ· Κύριε, καὶ τὴν δεσποτείαν· Υἱὲ Δαβίδ, τῆς σαρκὸς τὴν ἀνάληψιν. Ἐλέησόν με. Οὐκ ἔχω κατόρθωμα βίου· οὐκ ἔχω παῤῥησίαν πολιτείας. Ἐπὶ ἔλεον καταφύγω, ὅπου ἀνεξέταστος σωτηρία. Καὶ τί εἶδες οὕτω, πονηρὰ οὖσα καὶ παράνομος; Πῶς ἐτόλμησας προσελθεῖν; Καὶ ὅρα γυναικὸς φιλοσοφίαν. Οὐ παρακαλεῖ Ἰάκωβον· οὐ δέεται Ἰωάννου, οὐδὲ προσέρχεται Πέτρον, ἀλλὰ διέτεμε τὸν χορόν. Οὐκ ἔχω μεσίτου χρείαν, ἀλλὰ λαβοῦσα τὴν μετάνοιαν συνήγορον, αὐτῇ τῇ πηγῇ προσέρχομαι. Διὰ τοῦτο κατέβη, διὰ τοῦτο σάρκα ἀνέλαβεν, ἵνα ἐγὼ αὐτῷ διαλεχθῶ. Ἄνω τὰ Χερουβὶμ αὐτὸν τρέμουσι, καὶ κάτω αὐτῷ πόρνη διαλέγεται. Ἐλέησόν με· ψιλὸν ῥῆμα, καὶ πέλαγος ἀχανὲς σωτηρίας. Ἐλέησόν με· διὰ τοῦτο παρεγένου, διὰ τοῦτο σάρκα ἀνέλαβες, διὰ τοῦτο ἐγένου ὅπερ εἰμί. Ἄνω τρόμος, καὶ κάτω παῤῥησία. Ἐλέησόν με· τί ἔχεις; Ἔλεον ζητῶ. Τί πάσχεις; Ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. Ἡ συμπαθεία γυμνάζεται, ἡ φύσις βασανίζεται. Ἐξῆλθε συνήγορος τοῦ θυγατρίου· οὐ φέρει τὴν νοσοῦσαν, ἀλλὰ φέρει τὴν πίστιν. Θεός ἐστι καὶ τὰ πάντα βλέπει. Ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. Πένθος χαλεπόν, τὸ κέντρον τῆς φύσεως, τὴν μήτραν διεσχίζει, κλυδώνιον τοῖς σπλάγχνοις εἰργάσατο. Τί ποιήσω; Ἀπόλλυμαι. Καὶ διὰ τί οὐκ εἶπεν, Ἐλέησον τὴν θυγατέρα μου, ἀλλά, Ἐλέησόν με; ἐκείνη γὰρ ἐν ἀσθενείᾳ ἔχει τὸ πάθος. Οὐκ οἶδε τί πάσχει, καὶ οὐκ αἰσθάνεται τῆς ἡδονῆς, παραπέτασμα τῆς συμφορᾶς ἔχουσα τὸ ἀνόδυνον, μᾶλλον δὲ τὸ ἀναίσθητον. Ἐμὲ δὲ ἐλέησον, τὴν θεωρὸν τῶν καθημερινῶν κακῶν. Θέατρον ἔχω συμφορᾶς ἐν τῇ οἰκίᾳ. Ποῦ ἀπέλθω; εἰς τὴν ἔρημον; ἀλλ' οὐ τολμῶ αὐτὴν καταλιπεῖν μόνην. Ἀλλ' εἰς τὴν οἰκίαν; ἀλλ' εὑρίσκω τὸν πόλεμον ἔνδον, τὰ κύματα ἐν τῷ λιμένι. Τί αὐτὴν καλέσω; νεκράν; ἀλλὰ κινεῖται. Ἀλλὰ ζῶσαν; ἀλλ' οὐκ οἶδε τί πάσχει. Οὐκ οἶδα εὑρεῖν ὄνομα ἑρμηνεῦον τὸ πάθος. Ἐμὲ ἐλέησον. Εἰ τεθνήκει τὸ θυγάτριόν μου, οὐκ ἂν τοιαῦτα ἔπαθον. Παρέδωκα ἂν τὸ σῶμα τοῖς κόλποις τῆς γῆς, καὶ τῷ χρόνῳ τὴν λήθην εἰσήγαγον, καὶ διεφόρησα τὸ ἕλκος. Νῦν δὲ νεκρὸν ἔχω διηνεκῆ μοι θεωρίαν ἐργαζόμενον, ὑφαίνοντά μοι τὰ τραύματα, πλεονάζοντά μοι τὸ ἕλκος. Πῶς εἶδον ὀφθαλμοὺς διαστρεφομένους, χεῖρας στραγγαλουμένας, πλοκάμους λυομένους, ἀφρὸν προϊεμένην, τὸν δήμιον ἔνδον ὄντα, καὶ μὴ φαινόμενον, τὰς μάστιγας φαινομένας; Ἕστηκα θεωρὸς τῶν ἀλλοτρίων κακῶν, τῆς φύσεώς με κεντριζούσης. Ἐλέησόν με. Χαλεπὸν τὸ κλυδώνιον, πάθος καὶ φόβος. Πάθος φύσεως, καὶ φόβος δαίμονος. Προσελθεῖν· οὐ δύναμαι, οὐδὲ κατασχεῖν. Ὠθεῖ με τὸ πάθος, καὶ διακρούεταί με ὁ φόβος. Ἐλέησόν με. Ἀλλ' ἐννόησον γυναικὸς φιλοσοφίαν. Οὐκ ἀπῆλθε πρὸς μάντεις· οὐ περίαπτα ἐποίησεν· οὐ μαγγανιστρίας γυναῖκας ἐμισθώσατο, ταύτας τὰς γυμναζούσας τοὺς δαίμονας, καὶ αὐξούσας τὸ ἕλκος, ἀλλ' ἀφῆκε τοῦ διαβόλου τὸ ἐργαστήριον. Ἐλέησόν με· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. Ὅσοι πατέρες ἐγένεσθε, βοηθήσατε τῷ λόγῳ, καὶ ὅσαι μητέρες κατεσκευάσθητε. Οὐ δύναμαι ἑρμηνεῦσαι τὸν χειμῶνα ὃν ὑπέμεινε τὸ γυναῖον. Εἶδες τὴν καρτερίαν, τὴν ἀνδρείαν, τὴν ὑπομονήν. Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. Καινὰ τὰ πράγματα! Παρακαλεῖ, δέεται, κλαίει τὴν συμφοράν· αὔξει τὴν τραγῳδίαν· διηγεῖται τὸ πάθος, καὶ ὁ φιλάνθρωπος οὐκ ἀποκρίνεται, ὁ Λόγος σιγᾷ, ἡ πηγὴ ἀποκλείεται, ὁ ἰατρὸς τὰ φάρμακα συστέλλει. Τί τὸ καινόν; τί τὸ παράδοξον; Ἄλλοις ἐπιτρέχεις, καὶ ταύτην ἐπιτρέχουσαν ἀπελαύνεις. Ἀλλ' ἐννόησον τοῦ ἰατροῦ τὴν σοφίαν. Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίνατο αὐτῇ λόγον. Τί οὖν; ἐπειδὴ οὐκ Ἐπέτυχεν ἀποκρίσεως, προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, λέγουσιν αὐτῷ, Ἀπολῦσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. Ἄλλος εὐαγγελιστὴς λέγει, ἔμπροσθεν ἡμῶν. Ἐναντία τὰ εἰρημένα, ἀλλὰ οὐ ψευδῆ. Ἀμφότερα γὰρ ἐποίει. Πρὸ τούτου ὄπισθεν ἔκραζεν. Ὅτε οὐκ ἀπεκρίθη, ἔμπροσθεν ἦλθεν, καθάπερ κύων περιλείχων τοὺς πόδας τοῦ δεσπότου. Ἀπόλυσον αὐτήν. Θέατρον περιέσεισεν, δῆμον συνήγαγεν. Ἀπόλυσον αὐτὴν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. Τί οὖν αὐτός· Οὐκ ἀπεστάλην, εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Ὅτε ἀπεκρίθη, χεῖρον ἐποίησεν αὐτῆς τὸ ἕλκος. Τί οὖν; διὰ τοῦτο ἄνθρωπος ἐγένου, σάρκα ἀνέλαβες, οἰκονομίας τοσαύτας εἰργάσω, ἵνα μίαν γωνίαν σώσῃς; Ἀπειρημένοι Χαναναῖοι, βδελυκτοὶ τῆς ἀσεβείας, ἐναγεῖς, μιαροί, ἀκάθαρτοι, οὔτε ἀκοῦσαι αὐτῶν ἠνείχοντο οἱ Ἰουδαῖοι, τὸν νόμον τελοῦντες, καὶ πληροῦντες αὐτόν. Ἐπειδὴ ἡ γυνὴ Χαναναία ἦν, καὶ τοῦ ὁρίου ἐκείνου τοῦ ἀπειρημένου, ἔνθα καὶ λύσσα, καὶ μανία, καὶ ἀσέβεια ἐπέκειτο, καὶ διαβόλου τυραννίς, καὶ δαιμόνων βάκχαι, καὶ φύσις πατουμένη, καὶ εἰς ἀλόγων ἀλογίαν κατενεχθεῖσα, εἰς δαιμόνων κακίαν. Προσέτασσε δὲ ὁ νόμος, Μηδέν σοι καὶ Χαναναίοις· μὴ δῷς, μὴ λάβῃς μετ' ἐκείνων. Μὴ γυναῖκα λάβῃς, μὴ συμβόλαια, μὴ συναλλάγματα. Διὰ τοῦτο φραγμὸν περιέθηκεν. Ἵνα οὖν μὴ λέγωσιν οἱ Ἰουδαῖοι, Ὅτι ἀφῆκας ἡμᾶς, καὶ ἀπῆλθες ἔξω, διὰ τοῦτο οὐκ ἐπιστεύσαμέν σοι. Ἰδοὺ ἀπὸ ἐθνῶν ἔρχονται, καὶ οὐ δέχομαι αὐτούς, ὑμᾶς δὲ φεύγοντας καλῶ· Δεῦτε πρός με, πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς, καὶ οὐκ ἔρχεσθε. Ταύτην δὲ ἀποῤῥίπτω, καὶ παραμένει. Ἐμφανὴς ἐγενόμην τοῖς ἐμὲ μὴ ζητοῦσιν. Ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. Ἴδωμεν οὖν τί λέγει· Οὐκ ἀπεστάλην, εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Ἡ δὲ ἀκούσασα, ἦλθε, καὶ προσεκύνησε λέγουσα· Ναί, Κύριε. Ὁ δέ φησιν, Οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων, καὶ βάλλειν τοῖς κυναρίοις. Τί οὖν; Ναί, Κύριε. Κύνα με λέγεις, ἐγώ σε Κύριον καλῶ· σύ με ὑβρίζεις, ἐγώ σε αἰνῶ. Ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. Ὦ σοφία γυναικός! Κύνα με λέγεις; ὡς κύνα με θρέψον. Οὐ παραιτοῦμαι τὸ ὄνειδος· λάβω οὖν τὴν τροφὴν τοῦ κυνός. Κύνα με ἐκάλεσας; δός μοι ψιχίον. Συνήγορος ἐγένου μοι τῇ αἰτήσει, ἐν τῇ παροχῇ τὴν συγκατάθεσιν ἐπίδειξον. Ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. Τί οὖν ὁ παραιτούμενος, ὁ διώκων, ὁ λέγων· Οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων, καὶ δοῦναι τοῖς κυναρίοις; ὁ λέγων· Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Τί φησιν, Ὦ γῦναι, ἐπαινέτης ἐγένου; ἀνακηρύττεις τὴν γυναῖκα, οὐκ ᾔσχυνες αὐτήν; οὐκ ἐδίωκες; διὰ τοῦτο ἐδίωκον. Εἰ γὰρ ἐξ ἀρχῆς αὐτὴν ἀπέλυσα, οὐκ ἂν ἔμαθες αὐτῆς τὴν πίστιν. Εἰ ἐκ προοιμίων ἔλαβεν, ἀνεχώρει, καὶ τὸν θησαυρὸν αὐτῆς οὐκ ἠπίστατο. Διὰ τοῦτο ἀνεβαλόμην τὴν δόσιν, ἵνα δείξω αὐτοῖς τὴν πίστιν. Ὦ γύναι. Θεὸς λέγει, Ὦ γύναι! Ἀκουέτωσαν οἱ εὐχόμενοι μετὰ βαναυσίας. Ὅταν εἴπω, Παρακάλεσον τὸν Θεόν, δεήθητι αὐτοῦ, ἱκέτευσον αὐτόν· λέγει, Παρεκάλεσα ἅπαξ καὶ δεύτερον, τρίτον, δέκατον, καὶ οὐκ ἔλαβον. Μὴ ἀποστῇς, ἕως ἐὰν λάβῃς. Τότε ἀπόστηθι ὅταν λάβῃς· μᾶλλον δὲ τότε· ἀλλὰ καὶ τότε παράμενε. Κἂν λάβῃς, αἴτει· ὅταν δὲ λάβῃς, εὐχαρίστησον, ὅτι ἔλαβες. Εἰσέρχονται πολλοὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ ἀπαρτίζουσι μυρίους στίχους εὐχῆς, καὶ ἐξέρχονται. Μὴ γὰρ πολλῶν χρείαν ἔχει ὁ Θεὸς λόγων; τῆς εὐχῆς σου μόνον χρῄζει. Καὶ τί, φησί· ἔκλινα, καὶ ηὐξάμην; Ἔκλινας τὰ γόνατα, ἀλλ' ἡ διάνοιά σου ἔξω ἐπέτατο. Τὸ σῶμά σου ἔσω, καὶ ἡ ψυχή σου ἔξω. Τὸ στόμα σου ἔλεγεν, καὶ ἡ διάνοιά σου ἠρίθμει τοὺς τόκους, συμβόλαια, συναλλάγματα, χωρία, κτήματα. Ὁ γὰρ διάβολος πονηρὸς ὤν, καὶ εἰδὼς ὅτι ἐν καιρῷ εὐχῆς μεγάλα ἀνύομεν, τότε ἐπέρχεται. Πολλάκις κείμεθα ὕπτιοι, καὶ οὐδὲν λογιζόμεθα, καὶ ὁ νοῦς ἠρεμεῖ. Ἤλθομεν εὔξασθαι, καὶ μυρίοι λογισμοὶ ἐπέρχονται, ἵνα ἡμᾶς ἐκβάλῃ κενούς. Ταῦτα εἰδὼς ἐν ταῖς εὐχαῖς, γίνωσκε τὴν Χαναναίαν. Ἀλλ' οὐκ ἔχεις θυγατέρα δαιμονιζομένην. Τί εἶπεν ἡ Χαναναία; Ἐλέησόν με· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. Μέγας ὁ δαίμων, ἁμαρτία· ὁ δαιμονιῶν ἐλεεῖται, ὁ ἁμαρτάνων μισεῖται. Ἐκεῖνος συγγνώμην ἔχει, οὗτος ἀπολογίας ἐστέρηται. Ἐλέησόν με· βραχὺ τὸ ῥῆμα, καὶ πέλαγος φιλανθρωπίας. Ὅπου γὰρ ἔλεος, πάντα τὰ ἀγαθά. Κἂν ἔξω ᾖς, κράζε καὶ λέγε, Ἐλέησόν με· μὴ κινῶν τὰ χείλη, ἀλλὰ τῇ διανοίᾳ βοῶν· καὶ σιωπώντων ἀκούει ὁ Θεός. Οὐ ζητεῖται τόπος, ἀλλ' ἀρκεῖ τρόπος. Ὁ Ἱερεμίας ἐν βορβόρῳ ἦν, καὶ τὸν Θεὸν ἐπεσπάσατο. Ὁ Δανιὴλ ἐν λάκκῳ λεόντων, καὶ τὸν Θεὸν ἐξευμενίσατο· οἱ τρεῖς παῖδες ἐν τῇ καμίνῳ ἦσαν, καὶ τὸν Θεὸν ἐδυσώπησαν. Ὁ λῃστὴς ἐσταυρώθη, καὶ ὁ σταυρὸς οὐκ ἐκώλυσεν, ἀλλὰ παράδεισον ἤνοιξεν. Ὁ Ἰὼβ ἐν κοπρίᾳ ἦν, καὶ τὸν Θεὸν ἵλεον κατεσκεύασεν. Ὅπου ἐὰν ᾖς, εὔχου. Κἂν δικαστῇ παραστῇς, εὔχου. Ὅταν ὀργίζηταί σοι δικαστὴς, εὔχου. Θάλασσα ἦν ἔμπροσθεν, ὄπισθεν οἱ Αἰγύπτιοι ἐδίωκον, μέσος ὁ Μωσῆς. Πολλὴ εὐχὴ ἐν τῇ στενοχωρίᾳ· ἀλλὰ μέγα τὸ πέλαγος τῆς εὐχῆς. Ὄπισθεν οἱ Αἰγύπτιοι ἐδίωκον, καὶ μέση ἡ εὐχή. Καὶ οὐδὲν ἐλάλει Μωσῆς· καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Θεὸς, Τί βοᾷς πρός με; Κἂν τὸ στόμα σου σιγᾷ, ἀλλ' ἡ καρδία σου βοᾷ. Καὶ σὺ ὅταν παραστῇς δικαστῇ μεμηνότι καὶ τυραννοῦντι, καὶ ἐπ' αὐτῶν τῶν δημίων, εὔχου τῷ Θεῷ. Εὐχομένου δέ σου, τὰ κύματα καταστέλλεται. Ὁ δικαστὴς ἐπὶ σέ; πρὸς τὸν Θεὸν φεῦγε· Ὁ ἄρχων πλησίον σου; σὺ τὸν Δεσπότην παρακάλεσον. Μὴ γὰρ ἄνθρωπός ἐστιν; ἀεὶ ἐγγύς ἐστι, καὶ πανταχοῦ ἐστι, καὶ πάντα πληροῖ. Ἐὰν θέλῃς παρακαλέσαι ἄνθρωπον, καὶ μαθεῖν τί ποιεῖ, διακονῶν οὐκ ἀποκρίνεται. Ἐπὶ δὲ τοῦ Θεοῦ οὐδὲν τοιοῦτον. Ὅπου δ' ἂν ἀπέλθῃς καὶ καλῇς, ἀκούει. Οὐ θυρωρός, οὐκ οἰκονόμος, οὐ μεσίτης, οὐ διάκονος, οὐδὲν τούτων. Εἰπέ· Ἐλέησόν με, καὶ ὁ Θεὸς παραγίνεται. Ἔτιλαλοῦντός σου ἐρεῖ· Ἰδοὺ πάρειμι. Ὦ ῥῆμα ἡμερότητος γέμον, οὐκ ἀναμένον τελέσαι τὴν εὐχήν. Οὐδέπω τελεῖς τὴν εὐχήν, καὶ λαμβάνεις τὴν δόσιν. Ἐλέησόν με· ταύτην μιμησώμεθα τὴν Χαναναίαν. Ἐλέησόν με· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. Καὶ τί ἤκουσεν; Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις· γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Ἐξηπορήθης, ὑβρίσθης παρ' ἐμοῦ. Ἀπεδίωξά σε, καὶ οὐκ ἀνεχώρησας, ἀλλὰ παρέμεινας. Ἀληθῶς, Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις. Ἀπέθανεν ἡ γυνή, καὶ τὸ ἐγκώμιον αὐτῆς μένει διαδήματος λαμπρότερον εἰς ὅσην ἥλιος ἐφορᾷ γῆν. Ἀκούεις τοῦ Χριστοῦ λέγοντος· Ὦ γύναι, Μεγάλη σου ἡ πίστις γενηθήτω σοι ὡς θέλεις σύ. Καὶ ἐξῆλθε τὸ δαιμόνιον, καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς. Πότε; ἀπὸ ὥρας ἐκείνης. Οὐκ ἐξ ἧς ἦλθεν ἡ μήτηρ αὐτῆς, ἀλλ' ἐξ ἧς ἤκουσε παρὰ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν, Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις· γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καὶ λοιπὸν ἦλθεν προσδοκοῦσα εὑρεῖν δαιμονιζομένην, καὶ εὗρεν ὑγιαίνουσαν, τῷ θελήματι αὐτῆς θεραπευθεῖσαν κατὰ τὴν κέλευσιν τοῦ Δεσπότου.
Ἀεὶ προσεύχεσθαι δεῖ, καὶ πρὸ τῶν ἀγώνων, καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀγῶσι, καὶ τὴν ἄνωθεν ἐπικουρίαν αἰτεῖν.
Ὑπὲρ τῆς κοινῆς τῶν ἀνθρώπων, χρὴ εὔχεσθαι πρότερον σωτηρίας, εἶθ' οὕτως ὑπὲρ ἑαυτῶν. Ἐπὶ γὰρ κοινωνίαν γεγόναμεν, καὶ ταύτην ὁ προτιμῶν τοῦ καθ' ἑαυτὸν ἰδίου, μάλιστα εἴη Θεῷ κεχαρισμένος.
Προσέταξε Κύριος, ἵνα ἐπικαλέσῃ αὐτὸν ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως. Διὸ οὐ χρὴ κατοκνεῖν, ἀλλὰ παντὶ μὲν καιρῷ ἐπικαλεῖσθαι τὸν Θεόν, μάλιστα δὲ ἐν τοῖς καιροῖς τῶν θλίψεων, ἵνα δείξωμεν τοῖς ἐχθροῖς, ὅτι κατεπόθημεν ὑπὸ τῶν περιστάσεων, ἀλλὰ μετὰ πεποιθήσεως πρὸς τὸν Θεὸν ἄνω βλέπομεν.
Πλειστάκις δεηθείς, καὶ ἀποτυχών, μὴ ἀποκάμῃς, μηδὲ ἀπελπίσῃς, ἀλλὰ ἀνακαινίσας τοὺς πρὸς τὸν Θεὸν λιβέλλους, πάλιν πρόσελθε ἀναιδῶς τῷ δεσπότῃ. Προτιμᾶται γὰρ ἐν ταῖς ἀνάγκαις τῆς αἰδοῦς ἡ ἀναίδεια. Διὰ γὰρ τὴν ἀναίδειαν αὐτοῦ δοθήσεται αὐτῷ ὅσον θέλει, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος. Ὥσπερ τὸ ἀναπνεῖν οὐδέποτε ἄκαιρον, οὕτως οὐδὲ τὸ αἰτεῖσθαι παρὰ Κυρίου τὰ αἰτήματα μυστικά, μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς.
Ἡμέρας, φησίν, ἐκέκραξα, καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου, Κύριε ὁ Θεός μου. Ὁρᾷς πῶς Δαβὶδ ὁ θεσπέσιος ὑποτύπωσις ὑμῖν γίνεται πρὸς τὸ ἀδιαλείπτως εὔχεσθαι, καὶ μὴ καταφέρεσθαι εἰς ἀκηδίᾳν.
Εἰ πλεονάκις ὠφελήθημεν ἀνδρὶ ἀγαθῷ συντυχόντες, πηλίκα κερδανοῦμεν καθ' ἡμέραν καὶ νύκτωρ προσδιαλεγόμενοι δι' εὐχῆς, καὶ ψαλμῳδίας τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων!
Οὐ τὸ τυχὸν ἀγαθόν, ἀλλὰ καὶ ἄγαν μέγα τὸ πάντοτε διὰ τῆς ἱκετείας ἑαυτοὺς τῷ κρείττονι παρατίθεσθαι. Οὐ μικρὸν τοῖς ἐλαχίστοις καὶ τὸ μίαν βαθμίδα τῆς τῶν ἀρετῶν κλίμακος ἀναθῆναι, καὶ τέως ἄνω γενέσθαι τῆς γῆς.
Τόλμησον προσελθεῖν μετὰ κλαυθμοῦ τῷ οὐρανίῳ ἀρχιάτρῳ Ἰησοῦ, καὶ πάντα τῆς ψυχῆς ἀπογυμνῶσαι τὰ τραύματα. Οὐδὲν γὰρ ἂν εἴη πάθος, ὅπερ μὴ ἰσχύει θεραπεῦσαι Χριστὸς ὁ φιλανθρωπότατος.
Τοὺς σκώληκας τῆς διανοίας ἐξαφανίζειν σπεῦδε δι' εὐχῆς, καὶ νηστείας, καὶ ἀγρυπνίας εὐτόνου.
Εὖ ἴσθι, καὶ εἰς τὸ γῆρας αὐτὸ ἐληλακότας τινὰς ἔγνωμεν, δι' εὐχῆς καὶ ἐλπίδος μέγιστον λελογχότας ἐπουρανίου χαρίσματος.
Οὐδὲν παντελῶς ἀντιτάξασθαι δύναται τῷ Κυρίῳ, οὐ χρόνος, οὐ τόπος, οὐ πρᾶγμα, οὐ διάβολος βρέμων, οὐ δαίμονες πολεμοῦντες, οὐκ ἀσθένεια ψυχικὴ ἢ σωματική, οὐ λογισμῶν στειρώσεις, οὐ νόμος μελῶν σαρκός τε καὶ αἵματος, ὧν κατακαυχᾶται ὁ Σατανᾶς καὶ δράκων, ὁ τὴν ἰσχὺν ἐπ' ὀσφύος κεκτημένος, τὴν δὲ δύναμιν αὐτοῦ τὴν μεστὴν βδελυγμίας, ἐπ' ὀμφαλοῦ τῆς γαστρός· οὐχ ἕξις κακίστη πολυπαθής· οὐ συνήθεια πολυετής τε καὶ χρόνιος.
Οὐ περιποιητέον ἡμῖν τοὺς ἀρέσκοντας τῷ διαβόλῳ λογισμούς, ἀλλὰ ἀναιρετέον τῇ τοῦ θείου λόγου παραξιφίδι.
Ἡ ψυχὴ ἡμῶν, φησίν, ὡς στρουθίον ἐῤῥύσθη ἐκ τῆς παγίδος τῶν θηρευόντων δαιμόνων. Ὥσπερ γὰρ τὰ στρουθία διὰ τῆς τῶν πτερῶν κινήσεως μετάρσια γίνεται ἄνω τῆς γῆς, οὕτω καὶ ὁ θεοσεβὴς ἄνθρωπος ἀπὸ τῶν ἐπιγείων πρὸς τὰ ἐπουράνια διὰ προσευχῶν μετατίθησιν ἑαυτόν.
Τὴν δύναμιν πληροῦτε τῆς προσευχῆς. Εἴτε γὰρ ἐσθίετε, φησίν, εἴτε πίνετε, εἴτε τί ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε. Καθεζόμενος ἐπὶ τραπέζης, προσεύχου· προσφερόμενος τὸν ἄρτον, τῷ δεδωκότι τὴν χάριν ἀποπλήρου. Παρῆλθεν ἡ χρεία τῶν βρωμάτων; ἡ μέντοι μνήμη τοῦ εὐεργέτου μὴ παρερχέσθω. Τὸν χιτῶνα ἐνδυόμενος, εὐχαρίστει τῷ δεδωκότι. Τὸ ἱμάτιον περιβαλλόμενος, αὔξησον τὴν εἰς Θεὸν ἀγάπην, ὃς καὶ χειμῶνι, καὶ θέρει ἐπιτήδεια ἡμῖν σκεπάσματα ἐχαρίσατο, τήν τε ζωὴν ἡμῶν συντηροῦντα, καὶ τὸ ἄσχημον περιστέλλοντα. Ἐπληρώθη ἡ ἡμέρα; εὐχαρίστει τῷ τὸν ἥλιον εἰς ὑπηρεσίαν τῶν ἡμερινῶν ἔργων χαρισαμένῳ ἡμῖν, πῦρ δὲ παρασχομένῳ τοῦ φωτίζειν τὴν νύκτα, καὶ ταῖς λοιπαῖς χρείαις ταῖς κατὰ τὸν βίον ὑπηρετεῖν. Ὅταν ἀναβλέψῃς πρὸς οὐρανόν, καὶ πρὸς τὰ τῶν ἀστέρων ἐνατενίσῃς κάλλη, προσεύχου τῷ Δεσπότῃ τῶν ὁρωμένων, καὶ προσκύνει τὸν ἀριστοτέχνην τῶν ὅλων Θεόν, ὃς ἐν σοφίᾳ τὰ πάντα ἐποίησεν.
Ὅταν περί τινος ἀγαθοῦ παρακαλέσῃς τὸν Θεόν, καὶ μὴ εἰσακούσῃ σου παραυτίκα, μὴ ὀλιγωρήσῃς, μηδὲ μικροψυχήσῃς. Πολλάκις γὰρ πρὸς τὸ παρὸν οὐ συμφέρει σοι τὸ αἴτημα. Πᾶς ὁ αἰτῶν λαμβάνει, φησί. Λαμβάνει δέ, εἴπερ ζητοίη τὰ συμφέροντα τῇ ψυχῇ.
Μὴ πλοῦτον ἐν προσευχῇ ζητήσῃς, μὴ ὑγείαν, μὴ τῶν ἐχθρῶν ἄμυναν, μὴ δόξαν ἀνθρωπίνην, ἀλλὰ μόνον τὰ συντελοῦντα πρὸς σωτηρίαν ψυχῆς.
Ἐὰν κακῶς καὶ ἀξυμφόρως αἰτεῖς, καθάπερ ὁ πυρέττων ἄνθρωπος παρακαλεῖ παρασχεῖν αὐτῷ οἶνον, προσβλέπων ὁ Θεὸς τὰ μέλλοντα, οὐ ποιεῖ τὸ θέλημά σου· οὐ παρέχει τὴν ἀλόγιστον αἴτησιν.
Μνησθῶμεν τοῦ προδότου Ἰούδα, καὶ μὴ ἐξέλθωμεν τῆς ἐκκλησίας. Ἐκείνῳ γὰρ ἀρχὴ ἀπωλείας γέγονε, τὸ μὴ παραμένειν τῇ εὐχῇ. Λαβὼν γὰρ τὸν ἄρτον πρῶτος τῶν λοιπῶν ἐξῆλθε, καὶ εὐθέως ἐχώρησεν εἰς αὐτὸν ὁ Σατανᾶς, καὶ εἰς τὴν προδοσίαν ἐσπούδασεν. Ἐὰν οὖν τις πρὸ τῆς ἀπολύσεως ἐξέλθῃ, τὰς τοῦ Ἰούδα εὐθύνας ἀποτίσει. Μὴ οὖν διὰ μίαν ὥραν μέλλωμεν μετὰ Ἰούδα κατακρίνεσθαι. Οὐδὲν ἡμᾶς βαρήσει ἡ παραμονή· οὐ χειμῶνας ἔνδον ἔχει, οὐ πῦρ, οὐχ ἕτερα κολαστήρια.
Εἰ λέγει τῷ ἀνθρώπῳ ὁ Κύριος ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις, ὅτι, Παντὶ τῷ αἰτοῦντί σε δίδου τὴν ἐλεημοσύνην, πολλῷ μᾶλλον αὐτὸς ὁ Κύριος παντὶ τῷ δεομένῳ δώσει πλούσια τὰ ἐλέη, καὶ τῶν ἁμαρτημάτων τὴν ἄφεσιν, καὶ τῶν λυπηρῶν τὴν λύσιν, τὰ μυρία καλά.
Χριστὸς ὁ παμβασιλεὺς Θεὸς οὐδαμῶς ἀποστρέφεται τοὺς πρὸς αὐτὸν κεχηνότας, καὶ ἀπὸ βάθους καρδίας στενάζοντας, κἂν πολλοῖς ἁμαρτήμασι πεφορτισμένοι τυγχάνωσιν, ἀλλὰ καὶ προσίεται, καὶ καθαρίζει τούτους, τῆς υἱοθεσίας δωρεῖται χάρισμα, καὶ ἀρετῶν ἐργάτας ἀποφαίνει προϊόντος τοῦ χρόνου.

Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ

(Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἱερὰ Παράλληλα, ΤΙΤΛ. Ζʹ. –Περὶ εὐχῆς· καὶ ὅσα δι' εὐχῆς κατορθοῦνται ὑμῖν, P.G. 95, 1436B- 1456C)


Περί αντιχρίστου

Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι ο αντίχριστος πρέπει να έλθει. Καθένας βέβαια που δεν παραδέχεται ότι ο Υιός του Θεού, και Θεός ο ίδιος, δεν έχει σαρκωθεί, ότι δεν είναι τέλειος Θεός και δεν έγινε τέλειος άνθρωπος παραμένοντας Θεός, αυτός είναι αντίχριστος.
Όμως ιδιαίτερα και ξεχωριστά Αντίχριστος ονομάζεται αυτός που θα έλθει στα τέλη των αιώνων. Πρώτα, δηλαδή, πρέπει το ευαγγέλιο να κηρυχθεί σε όλα τα έθνη, όπως είπε ο Κύριος, και τότε (ο Αντίχριστος) θα έλθει για να ελέγξει την ασέβεια των Ιουδαίων. Διότι ο Κύριος τους είπε: «Εγώ ήλθα απεσταλμένος από τον Πατέρα μου, και δεν με δέχεσθε· θα έλθει όμως άλλος από δική του πρωτοβουλία, και εκείνον θα τον δεχθείτε»...
Και ο απόστολος (λέει): «Επειδή δεν δέχθηκαν την αγάπη και την αλήθεια (δηλαδή το Χριστό), για να σωθούν, γι’ αυτό και ο Θεός θα τους στείλει μια πλάνη, για να πιστέψουν στο ψέμα, και έτσι να καταδικασθούν όλοι όσοι δεν πίστεψαν στην αλήθεια, αλλά τους άρεσε η αδικία». Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, αν και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού και Θεός ο ίδιος, δεν τον δέχθηκαν, ενώ θα δεχθούν τον απατεώνα που θα διαδίδει ότι δήθεν είναι Θεός.
Και πως θα τολμήσει να καλέσει τον εαυτό του Θεό, το πληροφορεί ο άγγελος στο Δανιήλ με τα εξής λόγια: «Δεν θα φροντίζει τους θεούς των πατέρων του». Το λέει και ο απόστολος: «Κανείς με κανένα τρόπο να μην σας εξαπατήσει· διότι (δε θα έρθει η ημέρα εκείνη της κρίσεως), εάν δεν έλθει πρώτα η αποστασία και δεν φανερωθεί ο άνθρωπος της αδικίας, ο γιός της απώλειας, αυτός που αντιτάσσεται και υψώνει τον ενάντια σε καθέναν που λέγεται θεός ή σέβασμα, ώστε αυτός να καθίσει σαν θεός στο ναό του Θεού, για να δείχνει τον εαυτό του ότι είναι θεός».
Εννοεί, βέβαια, όχι το δικό μας ναό του Θεού, αλλά τον παλαιό, τον Ιουδαϊκό. Διότι δεν θα έλθει σε μας, αλλά στους Ιουδαίους· δεν θα έλθει για το Χριστό, αλλά εναντίον του Χριστού και των χριστιανών, γι’ αυτό και ονομάζεται Αντίχριστος. Πρέπει, λοιπόν, πρώτα να κηρυχθεί το ευαγγέλιο σε όλα τα έθνη. «Και τότε θα φανερωθεί ο άνομος, του οποίου η παρουσία θα είναι σύμφωνα με την ενέργεια του σατανά με πολλή δύναμη, με σημεία και τέρατα ψεύδους, με κάθε απάτη αδικίας σ’ αυτούς που χάνονται· αυτόν ο Κύριος Ιησούς θα εξολοθρεύσει με την πνοή του στόματός του και θα τον καταργήσει με την επιφάνεια της παρουσίας του».
Ο Διάβολος βέβαια δεν γίνεται άνθρωπος, όπως ο Κύριος έγινε άνθρωπος –αλίμονό μας–, αλλά γεννιέται πρώτα ένας άνθρωπος με τρόπο πορνικό και δέχεται μετά όλη την ενέργεια του Σατανά. Επειδή, δηλαδή, ο Θεός προγνωρίζει τη διαστροφή της μελλοντικής προαιρέσεως (αυτού του ανθρώπου), επιτρέπει ( ο Θεός) να μπει μέσα του ο Διάβολος.
Γεννιέται, λοιπόν, (ο Αντίχριστος) όπως είπαμε, με πορνεία, και ανατρέφεται κρυφά· και ξαφνικά επαναστατεί, ανταρτεύει και κυριαρχεί ως βασιλιάς. Και στην αρχή της βασιλείας του –ή καλύτερα της τυραννίας του–, προσποιείται αγιότητα· όταν όμως στερωθεί καλά στην εξουσία, τότε καταδιώκει την Εκκλησία του Θεού και εκδηλώνει όλη την πονηριά του. Και θα έλθει «με σημεία και τέρατα ψεύτικα», πλαστά και όχι αληθινά· θα εξαπατήσει και θα απομακρύνει από το ζωντανό Θεό όλους αυτούς που έχουν ετοιμόρροπη και χωρίς θεμέλιο τη βάση της διάνοιάς τους, με αποτέλεσμα να σκανδαλισθούν «και οι εκλεκτοί, αν είναι δυνατόν». Τότε θα αποσταλεί ο Ενώχ και ο Ηλίας ο Θεσβίτης και θα επιστρέψουν οι καρδιές των πατέρων κοντά στα παιδιά τους· θα επιστρέψει, δηλαδή, η συναγωγή κοντά στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και στο κήρυγμα των αποστόλων, και τότε (ο Αντίχριστος) θα τους φονεύσει.
Και αμέσως ο Κύριος θα έλθει από τον ουρανό, όπως ακριβώς οι άγιοι απόστολοι τον είδαν ν’ ανεβαίνει στον ουρανό, με δόξα και δύναμη, δηλαδή ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, και θα εκμηδενίσει με την πνοή του στόματός του τον άνθρωπο της αδικίας και γιό της απωλείας (τον Αντίχριστο). Κανείς, λοιπόν, ας μην περιμένει ο Κύριος να έλθει από τη γη, αλλά από τον ουρανό, όπως ο ίδιος μας το βεβαίωσε.

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

paterikakeimena.blogspot.com

Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός για την Κοίμηση της Θεοτόκου



«Ἐντεῦθεν οὐ θάνατον τὴν ἱερὰν σου μετάστασιν λέξομαι, ἀλλὰ κοίμησιν ἢ ἐνδημίαν. Ἐκδημοῦσα γὰρ τῶν τοῦ σώματος, ἐνδημεῖς πρὸς τὰ κρείττονα… ὢ θαύματος ὄντως ὑπερφυοῦς! ὢ πραγμάτων ἐκπλήξεως. Ὁ πάλαι βδελυκτὸς καὶ μισούμενος θάνατος, καὶ εὐφημεῖται καὶ μακαρίζεται. Ὁ πάλαι πένθους καὶ κατηφείας, δακρύων τε καὶ σκυθρωπότητος πρόξενος, νῦν χαρᾶς ἀναδέδεικται καὶ πανηγύρεως αἴτιος.
»Τὸ θεῖον (δὲ) σῶμα καὶ ἱερὸν καὶ πανάμωμον, καὶ τῆς θείας εὐωδίας ἀνάπλεον, ἡ ἀφθονος κρήνη τῆς χάριτος, ἐν τῷ τάφῳ τεθέν, εἴτα πάλιν ἀναρπασθὲν πρὸς κρείττονα χῶρον καὶ ὑψηλότερον. Οὐκ ἀφῆκε (δὲ) τὸν τάφον ἀγέραστον, ἀλλὰ μεταδίδοσι μὲν τῆς θείας εὐωδίας καὶ χάριτος πηγὴν δὲ τῶν ἰαμάτων καὶ πάντων τῶν ἀγαθῶν τοῖς πίστει προσιοῦσι τὸ μνῆμα κατέλιπε».

(Ἰ. Δαμασκηνοῦ, P.G. τ. 96 σ.716 – 720)
«Σαράντα Εικόνες της Παναγίας», Αρχ. Νεκταρίου Ζιόμπολα.

Ὁ λέγων αὐτήν τὴν Εὐχήν κάθε ἑσπέρας, μετὰ κατανύξεως, ἐὰν ἐπέλθη ἐπ' αὐτὸν ἡ φοβερά ὥρα τοῦ θανάτου ἐν τῇ νυκτί ταύτη, λυτροῦται τῆς κολάσεως, ἐλέει Θεοῦ



Εὔσπλαγχνε καὶ πολυέλεε Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός μου, ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλούς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ, ἐλέησόν με πρὸ τῆς ἐμῆς τελευτῆς.

Οἶδα γὰρ ὅτι φρικτὸν καὶ φοβερὸν ἀναμένει με δικαστήριον ἐνώπιον πάσης τῆς κτίσεως, ὅτε καὶ τῶν ἐναγῶν καὶ παμβεβήλων μου πράξεων ἁπασῶν φανέρωσις γίνεται· ἀσύγγνωστα γὰρ ὡς ἀληθῶς καὶ ἀνάξια ὑπάρχουσι συγχωρήσεως, ὡς ὑπερβαίνοντα τῷ πλήθει ψάμμον θαλάσσιον.

Διὰ τοῦτο καὶ οὐ τολμῶ τὴν αἴτησιν τῆς ἀφέσεως τούτων ποιήσασθαι, Δέσποτα, ὅτι πλεῖον πάντων ἀνθρώπων εἰς Σέ ἐπλημμέλησα.

Ὅτι ὑπὲρ τὸν ἄσωτον ἀσώτως ἐβίωσα,

ὅτι ὑπὲρ τὸν μυρία τάλαντα χρεωφειλέτης Σου γέγονα,

ὅτι ὑπὲρ τὸν Τελώνην κακῶς ἐτελώνησα,

ὅτι ὑπὲρ τὸν Ληστήν ἐμαυτόν ἐθανάτωσα,

ὅτι ὑπὲρ τὴν Πόρνην ἐγώ ὁ φιλόπορνος ἔπραξα,

ὅτι ὑπὲρ τοὺς Νινευΐτας ἀμετανόητα ἐπλημμέλησα,

ὅτι ὑπὲρ τὸν Μανασσῆν «ὑπερῆραν τὴν κεφαλήν μου αἱ ἀνομίαι μου καὶ ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ' ἐμέ καὶ ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους»·

ὅτι τὸ Πνεῦμα Σου τὸ ἅγιον ἐλύπησα,

ὅτι τῶν ἐντολῶν Σου παρήκουσα,

ὅτι τὸν πλοῦτόν Σου διεσκόρπισα,

ὅτι τὴν χάριν Σου ἐβεβήλωσα,

ὅτι τὸν ἀρραβῶνα, ὅν μοι δέδωκας, ἐν ἀνομίαις ἀνήλωσα,

ὅτι τὸ τίμιον κατ' εἰκόνα Σου, τὴν ψυχήν μου, ἐμόλυνα,

ὅτι τὸν χρόνον, ὅν μοι δέδωκας εἰς μετάνοιαν, μετὰ τῶν ἐχθρῶν Σου ἐβίωσα,

ὅτι οὐδεμίαν ἐντολήν Σου ἐφύλαξα,

ὅτι τὸν χιτῶνά μου κατερρύπωσα, ὅν με ἐνέδυσας,

ὅτι τοῦ ὀρθοῦ λόγου τὴν λαμπάδα ἀπέσβεσα,

ὅτι τὸ πρόσωπόν μου, ὅ ἐφαίδρυνας, ἐν ἁμαρτίαις ἠχρείωσα,

ὅτι τοὺς ὀφθαλμούς μου, οὕς ἐφώτισας, ἑκουσίως ἐτύφλωσα,

ὅτι τὰ χείλη μου, ἅπερ πολλάκις τοῖς θείοις Σου μυστηρίοις ἡγίασας, αἰσχύναις ἐμόλυνα.

Καί οἶδα ὅτι πάντως τῷ φοβερῷ Σου βήματι παραστήσομαι ὡς κατάδικος ὁ παμμίαρος.

Οἶδα ὅτι πάντα τότε τὰ πεπραγμένα μοι ἐλεγχθήσονται καὶ οὐκ ἀποκρυβήσεται οὐδὲν παρὰ Σοί.

Ἀλλά δέομαί Σου, εὐσυμπάθητε, πολυέλεε, φιλανθρωπότατε Κύριε,
«μὴ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με, οὐ λέγω, μὴ παιδεύσῃς με, ἀδύνατον γὰρ τοῦτο ἀπὸ τῶν ἔργων μου, ἀλλὰ μὴ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με».

Κερδήσω τοῦτο παρὰ Σοί, ἐὰν μὴ τῷ θυμῷ Σου καὶ τῇ ὀργῇ Σου παιδεύσῃς με, μηδὲ φανερώσῃς αὐτὰ Ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων ἐνώπιον εἰς αἰσχύνην μου καὶ ὄνειδος.

«Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με»·
εἰ φθαρτοῦ βασιλέως θυμὸν οὐδεὶς ἐνεγκεῖν δύναται, πόσῳ μάλλον Σοῦ τοῦ Κυρίου τὸν θυμὸν ὁ ἄθλιος ὑποστήσομαι;

«Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με μηδὲ τῇ ὀργῇ Σου παιδεύσῃς με».

Οἶδα Λῃστήν αἰτήσαντα καὶ παρευθὺς συγχώρησιν ἐκ Σοῦ κομισάμενον.

Οἶδα Πόρνην ὁλοψύχως προσελθοῦσαν καὶ συγχωρηθεῖσαν.

Οἶδα Τελώνην ἐκ βάθους στενάξαντα καὶ δικαιωθέντα.

Έγώ δὲ ὁ πανάθλιος πάντας ὑπερβαίνων ταῖς ἁμαρτίαις, τῇ μετανοίᾳ τούτους οὐ θέλω μιμήσασθαι, οὐδὲ γὰρ ἔχω δάκρυον χτένες.

Οὐκ ἔχω ἐξομολόγησιν καθαρὰν καὶ ἀληθινήν,

οὐκ ἔχω στεναγμὸν ἐκ βάθους καρδίας,

οὐκ ἔχω καθαρὰν τὴν ψυχήν,

οὐκ ἔχω ἀγάπην κατά Θεόν,

οὐκ ἔχω πτωχείαν πνευματικήν,

οὐκ ἔχω προσευχὴν διηνεκή,

οὐκ ἔχω σωφροσύνην ἐν τῇ σαρκί,

οὐκ ἔχω καθαρότητα λογισμῶν,

οὐκ ἔχω προαίρεσιν θεοτερπῆ.

Ποίῳ οὖν προσώπῳ ἤ ἐν ποίᾳ παρρησίᾳ ζητήσω συγχώρησιν;

«Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με»·
Πολλάκις, Δέσποτα, μετανοεῖν συνεταξάμην.

Πολλάκις ἐν Ἐκκλησίᾳ κατανυγεὶς προσπίπτω Σοι, ἐξερχόμενος δὲ ταίς ἁμαρτίαις εὐθύς περιπίπτω.

Ποσάκις με ἠλέησας, ἐγὼ δὲ Σε παρώργισα!

Ποσάκις ἐμακροθύμησας, ἐγὼ δὲ οὐκ ἐπέστρεψα!

Ποσάκις με ἀνέστησας, ἐγὼ δὲ πάλιν ὀλισθήσας κατέπεσον!

Ποσάκις μου εἰσήκουσας, ἐγὼ δὲ Σου παρήκουσα!

Ποσάκις με ἐπόθησας, ἐγὼ δὲ ούδαμοῦ Σοι ἐδούλευσα!

Ποσάκις μέ ἐτίμησας, ἐγὼ δὲ οὐκ ηὐχαρίστησα!

Ποσάκις ἁμαρτήσαντα, ὡς ἀγαθός Πατήρ παρεκάλεσας καὶ ὡς υἱόν κατεφίλησας καὶ τὰς ἀγκάλας ὑφαπλώσας μοι ἐβόησας·
ἔγειρε, μὴ φοβοῦ, στήθι· πάλιν δεύρο,

οὐκ ὀνειδίζω σε,

οὐ βδελύσσομαι,

οὐκ ἀποῤῥίπτω,

οὐδὲ σκληρύνω τὸ ἐμὸν πλάσμα,

τὸ ἐμὸν τέκνον,

τὴν ἐμὴν εικόνα,

ὅν οἰκείαις χερσί διέπλασα ἄνθρωπον καὶ ἐφόρεσα,

ὑπὲρ οὗ τὸ αἷμα ἐξέχεα,

οὐκ ἀποστρέφομαι πρός με ἐρχόμενον τὸ λογικόν μου πρόβατον, τὸ ἀπολωλός,

οὐ δύναμαι μὴ ἀποδοῦναι τὴν προτέραν εὐγένειαν,

οὐ δύναμαι μὴ συναριθμῆσαι τοῖς ἐνενήκοντα ἐννέα προβάτοις·

διά γὰρ τοῦτο καὶ μόνον ἐπί τῆς γῆς κατελήλυθα καὶ τὸν λύχνον ἀνῆψα,

τὴν σάρκα μου τὴν οἰκείαν καὶ τὴν οἰκίαν ἐσάρωσα καὶ τὰς φίλας Δυνάμεις τὰς οὐρανίους συνεκαλεσάμην ἐπευφρανθῆναι τῇ τούτου εὑρέσει.

Πάντα οὖν τὰ τοιαῦτα ὡς ἀγαθός καὶ φιλάνθρωπος ἐχαρίσω μοι, Δέσποτα,
ἐγὼ δὲ πάντων καταφρονήσας ὁ ἄθλιος,
εἰς ἀλλοτρίαν καὶ μακράν χώραν τῆς ἀπωλείας ἀπέδρασα.

Ἀλλ' αὐτὸς με, πανάγαθε,
πάλιν ἐπανάγαγε καὶ μὴ ὀργισθῇς μοι τῷ τάλανι,

Κύριε, μηδὲ τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με, εὔσπλαγχνε,
ἀλλὰ μακροθύμησον καὶ ἔτι ἐπ' ἐμοὶ.

Μὴ σπεύσῃς ἐκκόψαι με ὡς τὴν συκῆν τὴν ἄκαρπον,
μηδὲ κελεύσῃς ἄωρον ἐκ τοῦ βίου θερίσαι με,
ἀλλὰ δός μοι ζωῆς προθεσμίαν καὶ ὁδήγησόν με εἰς μετάνοιαν, Κύριε,
καὶ «μή τῷ θυμῷ Σου ἐλέγξῃς με, Δέσποτα, μηδὲ τῇ ὀργῇ Σου παιδεύσης με».

«Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι τῇ ψυχῇ»,
ἀσθενής εἰμι τῷ λογισμῷ,

ἀσθενής τῇ γνώμη,

ἀσθενής τῇ προαιρέσει.

Ἐξέλιπε γὰρ μου ἡ ἰσχύς, ἐξέλιπέ μου ὁ χρόνος,
ἐξέλιπον ἐν ματαιότητι ἡμέραι μου πᾶσαι καὶ τὸ τέλος ἐφέστηκεν.

Ἀλλ' ἄνοιξον, ἄνοιξον, ἄνοιξόν μοι, Κύριε, ἀναξίως κρούοντι καὶ μὴ ἀποκλείσῃς μοι τὴν θύραν τῆς εὐσπλαγχνίας Σου.

Ἐάν γὰρ Σὺ κλείσης, τίς μοι ἀνοίξει;

Ἐάν Σὺ μὴ με ἐλεήσης, τίς μοι βοηθήσει;

Οὐδείς ἄλλος, οὐδείς, εἰ μὴ Σὺ ὁ φύσει ἐλεήμων καὶ εὔσπλαγχνος.

«Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενὴς εἰμι»·

Ἐξενεύρισε γάρ με ὁ ἐχθρὸς καὶ ἀσθενῆ καὶ συντετριμμένον ἐποίησεν,

ὁ ἀσθενής δὲ καὶ συντετριμμένος οὐ δύναται ἀναστῆσαι αυτόν,

οὐ δύναται ἰάσασθαι ἑαυτόν,

ὁ συντετριμμένος οὐ δύναται βοηθήσαι ἑαυτῷ,

λοιπόν ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι...

«Ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα»·

Σωματικὸς καὶ ψυχικός με κατέλαβε τάραχος, Δέσποτα,

ὅτι σαρκικοῖς περιέπεσα πάθεσιν,

ὅτι καὶ τὴν σάρκα καὶ τὴν ψυχήν τοῖς δαίμοσιν ἐποίησα παίγνιον.

Ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου τὰ συνδεσμοῦντα τὸν ἔσω ἄνθρωπον.

Ποῖα ταῦτα;
Ἡ πίστις, ἡ φρόνησις, ἡ ἐλπίς, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἐγκράτεια, ἡ εὐσέβεια, ἡ πραότης, ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡ ἐλεημοσύνη.

Ταύτα τὰ ὀστᾶ συνετρίβησαν, Δέσποτα,

«ἀλλ' ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου

καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα».

Ὁρῶ γὰρ λοιπόν τὴν ὥραν τῆς ζωῆς μου προφθάσασαν,
καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα.

Ὁρῶ τὴν πρός τὰ ἐκεῖσε χαλεπήν ὁδὸν καὶ μακράν,

κἀμέ πρός τὰ ἐκεῖσε ἐμαυτόν ἑτοίμως μὴ ἔχοντα,

καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα.

Ὁρῶ τὸν δανειστήν ἀπαιτοῦντά με καὶ μὴ ἀποδοῦναι ἰσχύοντα, καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα.

Ὁρῶ τὸν λογοθέτην μου τὸ χειρόγραφον ἐπισείοντα καὶ τοὺς δημίους βρύχοντας κατ' ἐμοῦ, καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα.

Ὁρῶ πολλούς κατηγοροῦντάς με καὶ οὐδὲνα συνήγορον, καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα.

Ὅλος δι' ὅλου ταραχῆς καὶ σκοτοδίνης πεπλήρωμαι καὶ ἀγωνιῶ καὶ τρέμω καὶ φρίττω καὶ τὰ σπλάγχνα σπαράττομαι καὶ τί πράξω οὐκ ἐπίσταμαι ἤ ποίῳ προσώπῳ τὸν Κριτήν μου θεάσωμαι!

Ἰλιγγιῶ, ταράττομαι, συνέχομαι καὶ ἀμηχανῶ, καὶ λοιπόν ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα.

«Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου καὶ ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα».

Ὁ πονηρὸς διενοχλεῖν οὐ παύεται, οἱ ἐχθροὶ μου τοῦ πολεμεῖν οὐκ ἀφίστανται, ὁ ἐμφύλιος τῆς σαρκός πόλεμος καταφλέγει με πάντοτε, οἱ πονηροί λογισμοί οὐδαμῶς ἡσυχάζουσι.

«Καί Σύ Κύριε, ἕως πότε;».
Ἰδοὺ ὁρᾷς, Κύριε, πάντα τὰ κατ' ἐμέ, ὅτι ἄπορα καὶ ἐλεεινὰ.

Ἰδοὺ βλέπεις τὴν κατ' ἐμοῦ ἔνστασιν καὶ τὸν πόλεμον τοῦ σώματος καὶ τὴν κάμινον τῶν παθῶν καὶ τὴν ἀτονίαν τῆς ψυχικῆς μου δυνάμεως.

Λοιπόν, Κύριε, ἕως πότε οὐ συμπαθεῖς;

Ἕως πότε οὐκ ἐκδικεῖς; Ἕως πότε οὐ σπεύδεις; Ἕως πότε οὐ βλέπεις; Ἕως πότε παρορᾷς;

Κύριε, ἐν τῷ ἐλέει Σου σῶσόν με.

Μὴ παρίδῃς με, Κύριε, τὸν ἀνάξιον, ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου.

Ἡ γὰρ Σὴ παρόρασις ἐμὴ κατάπτωσις γίνεται, Δέσποτα.

«Δι'ὅ ἐπίστρεψον, Κύριε, ρῦσαι τὴν ψυχήν μου καὶ σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου».

Ὡς συμπαθὴς ἐλέησον, ὡς ἐλεήμων συμπάθησον, ὡς φιλάνθρωπος σῶσόν με, ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου καὶ οὐχ ἕνεκεν τῶν ἔργων μου, πονηρὰ γὰρ εἰσιν.

Οὐχ ἕνεκεν τῶν πόνων μου, ἀσθενὴς γάρ εἰμι.

Οὐχ ἕνεκεν τῶν λογισμῶν ἤ τῶν λόγων μου, ρυπαροὶ γάρ εἰσι καὶ ἀκάθαρτοι, ἀλλ' ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, πολυέλεε Κύριε, σῶσόν με.

Εἰ δὲ δικάσασθαι πρός με βούλει, Δέσποτα, ἐγὼ πρῶτος ἐκφέρω κατ' ἐμαυτοῦ τὴν ψῆφον.

Ἐγώ καταδιαμαρτύρομαι ὅτι ἄξιος θανάτου εἰμί.

Λοιπόν σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, εἰς τὴν φιλανθρωπίαν Σου καταφεύγω, Πανάγαθε.

Οὐκ ἔχω τί Σοι προσαγαγεῖν ἄξιον, ἐλεημοσύνην ζητῶ,
μὴ ἀπαιτήσῃς με τὴν ταύτης τιμήν.

«Μνήσθητι τῶν λόγων Σου, Κύριε, ὅτι ἐπιμελῶς ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τὰ πονηρά ἐκ νεότητος αὐτοῦ». Καὶ «ἄνθρωπος ματαιότητι ὡμοιώθη καὶ αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὡσεὶ σκιά παράγουσι». Καί «ούδείς καθαρός ἀπὸ ῥύπου». Καὶ ὅτι «ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου». Ἐάν γὰρ ἀνομίας παρατηρήσῃς ἡμῶν, οὐδεὶς ὑποστήσεται, Κύριε, δι' ὅ σῶσόν με τὸν ἀνάξιον δούλόν Σου ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου καὶ οὐκ ἕνεκεν τῶν ἔργων μου.

Ἐάν γὰρ τὸν ἄξιον ἐλεήσῃς, οὐδὲν θαυμαστόν. Ἐάν τὸν δίκαιον σώσῃς, οὐδὲν ξένον. «Σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου», ἐπ' ἐμοὶ τὸ ἔλεός Σου θαυμάστωσον, Κύριε, εἰς ἐμὲ τὴν εὐσπλαγχνίαν Σου ἐμφάνισον, Δέσποτα, εἰς ἐμὲ τὴν φιλανθρωπίαν Σου μεγάλυνον, Ἅγιε.

Δεῖξον ἐπ' ἐμοί, Κύριε, τὰ ἀρχαῖα ἐλέη Σου, ὅτι τοὺς μέν δικαίους σῲζεις καὶ τοὺς ἁμαρτωλούς ἐλεεῖς.

Μὴ νικήσῃ ἡ ἐμὴ κακία τὴν Σήν ἀγαθότητα, Κύριε,
μηδὲ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου Σου.

Ἐάν γὰρ θελήσῃς μετ' ἐμοῦ δικάσασθαι,
φραγήσεταί μου τὸ στόμα, μὴ ἔχον τὶ φθέγξασθαι ἤ τὶ ἀπολογήσασθαι.

Δι' ὅ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου Σου, μηδὲ ἐπισταθμήσῃς τὰς ἐμὰς ἁμαρτίας τῇ Σῇ ἀπειλῇ. «Ἀλλ' ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον». Καί «σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, Κύριε, καὶ τὸ ἔλεός Σου καταδιώξῃ με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου».

Καταδιωξάτω με τὸ ἔλεός Σου, Κύριε, τὸν κακῶς ἀπὸ Σοῦ φεύγοντα, τὸν ἀεί ἀπὸ Σοῦ δραπετεύοντα καὶ πρός τὴν ἁμαρτία ἀεί κακῶς ἀποτρέχοντα.

Τοῦτο μόνον ἐπικαλοῦμαι καὶ ἱκετεύω καὶ δέομαι, «σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου».

Σῶσόν με πρὸ τοῦ με ἀπελθεῖν εἰς τὰ ἐκεῖσε δικαστήρια, ἤ μᾶλλον τἀληθές εἰπεῖν, εἰς τὰ ἐκεῖσε κολαστήρια, ἔνθα οὐκ ἔστι μετάνοια οὔτε ἐξομολόγησις. «Ἐν γὰρ τῷ ἃδῃ φησί, τίς ἐξομολογήσεταί Σοι;

Δι' ὅ σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, ὅτι οὐκ έστιν ἐν τῷ θανάτω ὁ μνημονεύων Σου», οὐδὲ ἐν τῷ ἃδῃ ὁ ἐξομολογούμενος. Ἐκεῖ γὰρ οὐκ ἔστι μετάνοια, οὐκ ἔστιν ἄφεσις τοῖς ὧδε μὴ μετανοοῦσι μηδὲ ἐξομολογουμένοις.

«Δι' ὅ σῶσόν με μετανοοῦντά Σοι καὶ ἐξομολογούμενον τὸν ἀνάξιον δοῦλόν Σου, ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, Κύριε, καὶ οὐχ ἕνεκεν τῶν ἔργων μου». Σὺ γὰρ εἶπας, Κύριε, «ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε, κρούετε καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν» καὶ «ὅσα ἄν αἰτήσητε πιστεύοντες, λήψεσθε».

Δι' ὅ σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους Σου, φιλάνθρωπε Δέσποτα, ἵνα καὶ ἐπ' ἐμοὶ δοξασθῇ τὸ πανάγιον καὶ ὑπερδεδοξασμένον ὄνομά Σου, Κύριε ὁ Θεός μου, ὁ δι' ἐμὲ κατ' ἐμὲ γεγονώς, ὡς ἄν κἀγὼ μετὰ πάντων τῶν ἁγίων συναριθμηθεὶς δοξάζω Σε τὸν ὑπεράγαθον καὶ φιλάνθρωπον Θεόν μου Ἰησοῦν Χριστὸν σὺν τῷ ἀνάρχῳ Σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ Σου Πνεῦματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Εὐχὴ Γ' (τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἄλλοι λέγουν Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτη)