.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Νήφων Επίσκοπος Κωσταντιανής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Νήφων Επίσκοπος Κωσταντιανής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο τόπος και ο τρόπος της σωτηρίας

Σ’ ευχαριστώ, πάτερ, για όσα μου εξήγησες ως εδώ, είπε ο αδερφός. Πες μου όμως κάτι ακόμα. Πώς δηλαδή, μολονότι υπάρχουν ενάρετοι που δεν έκαναν ποτέ κακό σε κανέναν, οι άνθρωποι σκανδαλίζονται μαζί τους και βαρυγγωμούν και λένε:
«Τι κάθονται αυτοί ανάμεσά μας και μας παριστάνουν τους ευλαβείς; Ας πάνε στην έρημο ν’ αγιάσουν! Αλλά, να! Όσοι είναι κενόδοξοι και ανθρωπάρεσκοι, μένουν στον κόσμο για ν’ απολαύσουν τη δόξα των ανθρώπων».
– Δεν είναι, παιδί μου, ο τόπος που σώζει, αλλά ο τρόπος, η επιμέλεια, η προθυμία και η εγρήγορση του καθενός. Πρόσεξε, και θα σου το αποδείξω με πολλά παραδείγματα: Πρώτα-πρώτα ο Ενώχ, όπως μαρτυρεί και η Γραφή, ευαρέστησε τον Θεό, μολονότι και στον κόσμο ήταν και οικογένεια είχε και – το πιο αξιοθαύμαστο – ανάμεσα σε ασεβείς ανθρώπους ζούσε...
Θυμήσου έπειτα τον Αβραάμ. Τι φίλος του Θεού αναδείχθηκε! Και να σκεφτείς ότι κι αυτός είχε γυναίκα και τριακόσιους δεκαοκτώ συγγενείς και δούλους και κοπάδια και χρυσάφι και ασήμι πολύ. Ωστόσο, τίποτε απ’ αυτά δεν στάθηκε εμπόδιο στην ευλάβειά του και στην αγάπη του στον Θεό και, τελικά, στη σωτηρία του. Τι να πούμε όμως και για τον Λωτ; Πού κατοικούσε;
Μέσα στα σκάνδαλα του διαβόλου, ανάμεσα στους Σοδομίτες! Και μολονότι τους έβλεπε ο δίκαιος ν’ αμαρτάνουν συχνά μπροστά στα μάτια του, ποτέ δεν κατέκρινε κανένα. Γι’ αυτό τον αγάπησε ο Θεός και δεν του στέρησε τη βασιλεία Του. Για σκέψου και τον Ιώβ, που ήταν «εὐγενὴς τῶν ἀφ᾿ ἡλίου ἀνατολῶν» (Ιώβ α’ 3).
Και πλούτη είχε και δόξα ασύγκριτη και γυναίκα και παιδιά και δούλους και δούλες. Μα πέτυχε κι αυτός τη σωτηρία του, όπως οι άλλοι. Το ίδιο και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ και ο Ιωσήφ και αναρίθμητοι άλλοι, που ευαρέστησαν τον Θεό με τη ζωή τους. Ο Μωυσής πάλι, σε ποιον τόπο επικαλέστηκε τον Θεό; Εκεί, στην Ερυθρά θάλασσα. Και ο Θεός αμέσως του απάντησε: «Μωυσή, Μωυσή, τι με φωνάζεις;» Ο Δανιήλ και οι Τρεις Παίδες πού προσευχήθηκαν;
Ο ένας στον λάκκο, οι άλλοι στο καμίνι. Και ο Θεός τούς άκουσε και έστειλε τον άγγελό Του και τους έσωσε. Κοίταξε και τον Ιωνά, που εισακούστηκε μέσ’ από την κοιλιά του κήτους, και τον ληστή, που από τον σταυρό του άνοιξε με δυο μονάχα λόγια προσευχής τον παράδεισο. Αφήνω από την Παλαιά Διαθήκη τον Εζεκία, τον Μανασσή, τον Δαβίδ, τη Ραάβ και τόσους άλλους. Βλέπεις, λοιπόν, αδελφέ μου, πώς ευαρέστησαν τον Θεό όλοι αυτοί σε διάφορους τόπους, λάμποντας με ποικίλες αρετές; Α, και ο μακάριος Παύλος τι έκανε; Καθόταν στο εργαστήρι του κι έραβε σκηνές.
Ξέρεις όμως ποιος ήταν, πώς κήρυξε και τι έγραψε! Αλλά νομίζω πως είπα ήδη αρκετά. Πιστεύω να έχεις πια πεισθεί, ότι σε κάθε τόπο μπορεί να ευαρεστήσει κανείς τον Θεό. Παντού υπάρχει σωτηρία γι’ αυτόν που προσέχει. Γιατί και ο Θεός παντού είναι παρών.

Πηγή: Ένας ασκητής επίσκοπος: Όσιος Νήφων επίσκοπος Κωνσταντιανής, έκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής

Ἡ θάλασσα τοῦ κόσμου



Προσευχόταν πάλι μιά μέρα, ὅταν ὁ νοῦς του πῆγε στό θάνατό του καί στήν ἀναχώρησή του γιά τήν ἄλλη ζωή. Κι ἐνῶ συλλογιζόταν ἐκείνη τή μεγάλη καί φοβερή ὥρα, ἔπεσε σέ ἔκσταση.
Βλέπει τότε μιά μεγάλη θάλασσα, ὅπου κολυμποῦσαν ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι. Ὅλοι ἔδειχναν πώς ἀγωνίζονταν νά φτάσουν σέ κάποιαν ἀκτή, πού βρισκόταν ἀπέναντι, ἀρκετά μακριά. Μερικοί ὅμως, καθώς κολυμποῦσαν, σήκωναν στόυς ὥμους τους τεράστια φορτία-πέτρες, λάσπη, ξύλα, στάχτη, μπακίρι, χρυσάφι...ὅλα τά ὑλικά τοῦ κόσμου. Οἱ πιό πολλοί ἀπ' αὐτούς-ἀλίμονο!-πνίγονταν κάτω ἀπ' τό βάρος τοῦ φορτίου τους. Ἄλλοι πάλι σήκωναν μικρά φορτία, κολυμπώντας ὅμως μάζευαν κι ἄλλα πράγματα. Κι ἐνῶ οἱ ταλαίπωροι βούλιαζαν, πρόσθεταν συνέχεια βάρος στό φορτίο τους, ὥσπου πνίγονταν κι αὐτοί!
Ἡ θάλασσα ἦταν φουρτουνασμένη. Κι ὁλόγυρά της βασίλευε σκοτάδι πηχτό. Παγωνιά καί φόβος παντοῦ.
Ἀρκετοί κομυμβητές δέν εἶχαν φορτίο. Ὁρισμένοι προχωροῦσαν σταθερά πρός τήν ἀκτή, περνώντας ἄνετα μέσ' ἀπό τά κύματα. Ἄλλοι ὅμως, ἐκεῖ πού κολυμποῦσαν, ἔκαναν ξαφνικά ἕνα μακροβούτι, καί χάνονταν γιά πάντα μέσα στή θανάσιμη ἀγκαλιά τοῦ βυθοῦ.
Μερικοί περπατοῦσαν πάνω στό νερό σάν σέ στέρεο ἔδαφος. Μά τό πιό θαυμαστό ἦταν, ὅτι κάποιοι εἶχαν φωτεινά φτερά. Μ' αὐτά πετοῦσαν πάνω ἀπό τή θάλασσα κι ἔφταναν γοργά στήν ἀκτή.
Ἀπ' αὐτούς πού κολυμποῦσαν, οἱ περισσότ σταματοῦσαν πότε-πότε, γιατί, καθώς φαίνεται κουράζονταν. Πολλοί, ἐνῶ κινδύνευαν νά πνιγοῦν ἀπό τό βάρος τοῦ φορτίου τους, μάζευαν κι ἄλλα πράγματα. Ἀντίθετα, κάποιοι βαρυφορτωμένοι, θέλοντας νά σωθοῦν, τά πετοῦσαν λίγα-λίγα ἀπό πάνω τους, καί ξαλαφρωμένοι κολυμποῦσαν γρήγορα πρός τήν ἀκτή. Ὅσα ὅμως πετοῦσαν ἐκεῖνοι, τά μάζευαν ἄλλοι, πού ἔρχονταν ἀπό πίσω.
Θλιβερό θέαμα...Ἕνας ἔσπρωχνε τόν μπροστινό του. Ἄλλος ἔπνιγε τό διπλανό του. Καί οἰ περισσότεροι, ἐνῶ εἶχαν τή δυνατότητα νά μποῦν σέ πλοῖα, προτιμοῦσαν νά θαλασσοπνίγονται σφιχταγκαλιασμένοι μέ τά φορτία τους
Μέ βαρειά τήν καρδιά παρακολουθοῦσε ὁ Ἅγιος τό ὄραμα.
-Τί θέλουν νά ποῦν ἄραγε ὅλα τοῦτα; μουρμούρισε.
Καί ἄκουσε φωνή, πού τοῦ ἐξήγησε:


-Θάλασσα εἶναι ὁ κόσμος. Καί κολυμβητές οἱ ἄνθρωποι. Τό πέρασμα ἀπό τή μιάν ἀκτή στήν ἄλλη σημαίνει τήν παρούσα ζωή. Καί οἱ διάφοροι τρόποι τοῦ περάσματος φανερώνουν τό πόσο εἶναι κάθε ἄνθρωπος δεμένος μέ τήν ὕλη καί μέ τίς βιοτικές μέριμνες. Ὅποιος λοιπόν θέλει νά φτάσει μέ ἀσφάλεια στήν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἄς ξέρει πώς πρέπει νά πετάξει ἀπό πάνω του κάθε μάταιο φορτίο καί ν' ἀναγεννηθεῖ πνευματικά. Ἀλλιῶς, ἄν προσπαθήσει νά περάσει τή θάλασσα τῆς ζωῆς αὐτῆς φορτωμένος μέ τήν ὕλη καί τή ματαιότητα, ἀργά ἤ γρήγορα θά βρεθεῖ στό βυθό του ἅδη... 

ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Ὅσιος Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντιανῆς
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Ἡ παρουσία τῶν Ἁγίων (καί ἡ κατάσταση τῶν χριστιανῶν στή συντέλεια τῶν αἰώνων!)

Καί ὁ Γρηγόριος συνέχισε:
-Σέ παρακαλῶ λοιπόν, πές μου καί κάτι ἀκόμα: Γιατί στήν ἐποχή μας φανερώθηκαν τόσοι ἅγιοι σ' ὅλο τόν κόσμο; Πολλοί λάμπουνε σήμερα σάν τόν ἥλιο καί τά ὀνόματά τους διαλαλοῦνται παντοῦ. Καί πρῶτα-πρῶτα ὁ Ἀντώνιος, ὁ Ἱλαρίων, ὁ Συμεών, ὁ Παῦλος ὁ ἁπλούστατος καί τόσοι ἄλλοι, πού τούς ξέρει ὁ Κύριος...
-Πρέπει νά ξέρεις, ἀδελφέ μου, ὅτι μέχρι τή συντέλεια τοῦ κόσμου δέν θά λείψουν οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, ὅπως δέν θά λείψουν, βέβαια, καί οἱ ἐργάτες τοῦ σατανᾶ. Στίς ἔσχατες ἡμέρες, ὡστόσο, ὅσοι θά εἶναι ἀληθινά εὐάρεστοι στόν Κύριο, θά κρύβονται ἔξυπνα ἀπό τούς ἀνθρώπους.
Δέν θά κάνουν σημεῖα καί τέρατα, ὅπως οἱ σημερινοί, ἀλλά θά βαδίζουν στό δρόμο τῶν πρακτικῶν ἀρετῶν μέ πολλή ταπείνωση. Ἔ, λοιπόν, αὐτοί θά δοξαστοῦν στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν πιό πολύ κι ἀπ' τούς θαυματουργούς Ἁγίους! Καί ξέρεις γιατί; Ἐπειδή τότε δέν θά ὑπάρχει κανείς πού νά κάνει θαύματα μπροστά στά μάτια τους, ὅπως γίνεται σήμερα, κ ἔτσι νά θερμαίνεται ἡ πίστη τους καί νά τονώνεται τό ἀγωνιστικό τους φρόνημα. Ἀκόμα καί ἐκεῖ πού θά ἔχουν τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, θά εἶναι ἄνθρωποι ἀσήμαντοι οἱ περισσότεροι, ἀνίδεοι ἀπό ἀρετή. Μά καί τῶν μοναχῶν οἱ πρόκριτοι δέν θά εἶναι καλύτεροι. Κενόδοξοι καί γαστρίμαργοι, θ' ἀποτελοῦν ὄχι ὑπόδειγμα ἀλλά μᾶλλον σκάνδαλο γιά τούς ἀνθρώπους. Γι' αὐτό καί θά παραμεληθεῖ γενικά ἡ ἀρετή. Θά βασιλεύει παντοῦ ἡ φιλαργυρία καί ἡ πλεονεξία. Μοναχοί καί λαϊκοί θά συνάζουν χρήματα καί θά τά τοκίζουν. Δέν θά τά προσφέρουν στόν Θεό, δίνοντάς τά ἐλεημοσύνη στούς φτωχούς. Καί οἱ περισσότεροι, ἀπό ἄγνοια, θά πλανηθοῦν μέσα στό χάος τοῦ ἄνετου δρόμου τῆς ἀπώλειας... 


Ἀλλά εἶπα κιόλας πολλά, παιδί μου, σάν φλύαρος πού εἶμαι. Συγχώρεσέ με, τόν ἀμαρτωλό, καί μήν ξεχνᾶς νά προσεύχεσαι γιά μένα τόν ἄθλιο, πού σπατάλησα μέσα στίς ἀνομίες καί τά νιάτα καί τά γηρατειά μου...
Θαυμάζοντας τήν ταπείνωση τοῦ γέροντα ὁ Γρηγόριος, ἔπεσε στά πόδια του, ζητώντας αὐτός μᾶλλον τίς προσευχές του. Πρέπει νά πώς κι ὁ Γρηγόριος ἦταν ἄνθρωπο θεοφοβούμενος, ἐνάρετος, σπαλχνικός καί φιλομόναχος. Εἶχε μεγάλη ἀγάπη καί ἀφοσίωση στόν γέροντα. Ἀγωνιζόταν νά τοῦ μοιάσει στήν ἐγκράτεια, στήν προσευχή, στήν πραότητα, στήν ταπείνωση, στή φιλοξενία, σέ ὅλα. Μέ τή συνετή καί θεάρεστη πολιτεία του καί μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἔκανε μεγάλη προκοπή στήν πνευματική ζωή. 


ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Ὅσιος Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντιανῆς
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Ἡ αἰτία τῶν συμφορῶν


ΜΑΣ ΑΦΟΡΑ ΑΜΕΣΑ 
ΓΙΑΤΙ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑΜΕ. 
ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΤΟ!

Ἐκεῖνο τόν καιρό ἔπεσε φοβερό θανατικό στή γῆ. Οἱ ἄνθρωποι πέθαιναν ξαφνικά καί μέ φρικτό τρόπο.
Ἕνας φίλος τοῦ Ὁσίου, πού λεγόταν Γρηγόριος, ἦρθε στό κελλί του καί τόν ρώτησε:
-Σέ παρακαλῶ, πάτερ, πές μου, πῶς ἔγινε καί μᾶς βρῆκε τοῦτο τό κακό;
-Ἦταν φυσικό, παιδί μου, ἀποκρίθηκε ὁ δίκαιος χωρίς δισταγμό. Πικραίνομαι τόσο πολύ τόν ἀθάνατο Θεό, παραβαίνοντας συνέχεια τό νόμο Του. Γι' αὐτό μᾶς ἔστειλε τοῦτο δερπάνι, πού μᾶς θερίζει. Εἶναι γραμμένο ὅτι "ἁμαρτία θάνατον κατεργάζεται". Νά, χθές εἶδα ἕναν ἄνδρα φοβερό, πού ἀπειλοῦσε τῆ γῆ καί τῆς ἔλεγε: "Ὅλους τούς ἀκόλαστους πού ζοῦνε πάνω σου, ὄλους τούς μέθυσους καί τούς κοιλιόδουλους, ὅλους τούς φιλάργυρους καί τούς τοκογλύφους, ὅλους τούς ψεῦτες καί τούς συκοφάντες, μά προπαντός ὅλους τούς σοδομίτες, που δέν μετανοοῦν, ἐγώ θά τούς ἐξολοθρεύσω!...
"Ἄν λοιπόν, παιδάκι μου, δέν εἴχαμε παροργίσει τόν Πλάστη καί προστάτη μας, δέν θά παθαίναμε ὅ,τι πάθαμε". Ἀλλά ποῦ ν' ἀκούσεις καί πόσα ἄλλα χειρότερα εἶπε! Δέν θά τ' ἀντέξεις...Ἀπείλησε πώς θά μᾶς θερίσει μέ δρεπάνι καί θά μᾶς περάσει ἀπό λεπίδι, γιατί δέν βλέπει νά ἔχουμε καθόλου μετάνοια, οὔτε τήν παραμικρή διόρθωση. Ἡ δοξασμένη Του Μητέρα στεκόταν δίπλα Του περίλυπη καί Τόν ἱκέτευε ν' ἀναβάλει τήν τιμωρία. Τό ἴδιο κι ἕνας ἱεράρχης-δέν μπόρεσα νά καταλάβω ποιός, μόνο θυμᾶμαι πώς ἦταν λευκότριχος καί λίγο φαλακρός. Ἀλλά μάταια. "Μήπως ἐσεῖς εἶστε πιό σπλαχνικοί ἀπό μένα;", τούς ἔλεγε. "Μήπως πονᾶτε περισσότερο;...Δέν βλέπετε τί κακό γίνεται; Ὅλοι σχεδόν περιφρονοῦν τόν ἅγιο νόμο μου! Κανείς δέν μέ σέβεται"....
-Πραγματικά, πάτερ, εἶπε ὀ Γρηγόριος, ὀ λαός ἀποδεκατίστηκε. Οἱ πιό πολλοί βασανίζονται στό κρεβάτι τοῦ πόνου...Πές μου ὅμως, ποιά εἶναι ἡ κύρια αἰτία τοῦ θανατικοῦ αὐτοῦ, ἀλλά καί ὅλων γενικά τῶν ἀσθενειῶν;
-Παιδί μου Γρηγόριε, ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας, γι' αὐτούς πού ἀρρωσταίνουν βαριά εἶναι γραμμένο τό"κατέβαλες αὐτούς ἐν τῷ ἐπαρθῆναι", ἐνῶ γιά τούς ὑγιεῖς ἐναρέτους τό "ὁ ἰώμενος τους συντετριμμένους τήν καρδίαν". Ἀκοῦς; "...τούς συντετριμμένους τήν καρδίαν"! Τούς ταπεινούς δηλαδή! Σκέψου, λοιπόν: Ἄν ὁ Θεός δέν λυπήθηκε οὔτε τόν ἀπόστολο
Παῦλο, τόν μεγάλο φωστῆρα, ἀλλά τοῦ ἔδωσε ἀρρώστια ἁγιαστική, "ἄγγελον σατᾶν, ἵνα αὐτόν κολαφίζῃ", κι ἔτσι νά μήν ὑπερηφανεύεται γιά τό πλῆθος τῶν ἀποκαλύψεων πού τοῦ ἔγιναν, πῶς δέν θά δώσει ἐξουσία στό σατανᾶ νά χτυπήσει μέ τήν ἀρρώστια κι ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς, ὥσπου νά γίνουμε ταπεινοί; Γιατί δέν φτάνει πού εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἀλλά τό παίρνουμε καί πάνω μας! Ἀλλά τί λέει ἡ Γραφή; Ὅτι "τό ἐν ἀνθρώποις ὑψηλόν βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ". 

ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Ὅσιος Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντιανῆς
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Ἡ ἐξουδετέρωση τῆς ὑπερηφάνειας



Χάρη σ' ὄλες αὐτές τίς διδαχές καί ἀποκαλύψεις του, ὀ ὅσιος εἶχε γίνει γνωστός σέ ἀρκετούς, πού ἔτρεχαν νά τόν ἀκούσουν καί νά ὠφεληθοῦν. Μερικοί μάλιστα τόν τιμοῦσαν σάν ἄγιο.
Κάποια μέρα λοιπόν τόν ἐπισκέφθηκε κι ἕνας ἀδλεφός, πού διψοῦσε νά μάθει πολλά ἀπ' ἀυτόν. Καί σέ μιά στιγμή, καθώς συζητοῦσαν, τοῦ λέει:
-Πάτερ, ἀπορῶ μαζί σου, πῶς δέν ὐπερηφανεύεσαι, πού τόσοι σέ τιμοῦν καί σέ παινεύουν;
-Μά δέν ξέρεις, παιδί μου, τό πῶς;
-Ὄχι, πάτερ. Ἄν τό ἤξερα, δέν θά ρωτοῦσα τήν ἁγιωσύνη σου.
-Ἔ, τότε ἄκουσε: 
Δυό καί τρεῖς καί τέσσερις φορές κάθε μέρα φέρνω στό νοῦ μου τίς ἁμαρτίες, πού ἔκανα τόν καιρό τῆς ἀποστασίας μου. Καί ὅσο τίς σκέφτομαι, τόσο σπαράζει ἡ ψυχή μου, γιατί, χωρίς ἀμφιβολία, δέν βρίσκω πῶς ἔκανα ποτέ κάτι ἀρεστό στόν Θεό. Ὅταν πάλι ἀκούω κανένα ἔπαινο γιά μένα, ἐξουθενώνω καί τόν ἑαυτό μου καί τόν ἔπαινο. Ἐσύ, λόγου χάρη, μ' ἐπαινεῖς μιά-δυό φορές τήν ἑβδομάδα; Ἐγώ ὅμως, ἀπό τήν ἄλλη, ἀδιάκοπα βρίζω τόν ἑαυτό μου καί τόν ἐξευτελίζω καί τόν σιχαίνομαι σάν ψόφιο σκυλί, σκουληκιασμένο καί βρωμισμένο. Νά γιατί λοιπόν δέν ὑπερηφανεύομαι. 


ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Ὅσιος Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντιανῆς
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Ἐγκράτεια καί πάθη

Πες μου, πάτερ, ρώτησε πάλι ὁ ἐπισκέπτης, πῶς μερικοί, ἄν καί λιώνουν τά σώματά τους ἀπό τήν ἐγκράτεια, κυριεύονται ὡστόσο ἀπό τά πάθη; Τήν ὀργή πρῶτα-πρῶτα, κι ἔπειτα τήν ἔχθρα, τή μνησικακία, τό φθόνο, τήν ἀσπλαχνία; Ἐνῶ ὑπάρχουν, ἀντίθετα, ἄνθρωποι, πού καί τρῶνε ἀπ’ ὅλα καί πίνουν κρασί, κι ὅμως εἶναι πολύ ἐνάρετοι καί δέν τούς βρίσκεις ψεγάδι. Πῶς γίνεται αὐτό;
-Νομίζω, παιδί μου, πώς ὅσοι δέν διορθώνονται, μολονότι νηστεύουν πολύ, εἶναι γαιτί δέν προσέχουν τή γλώσσα τους. Ὅποιος δέν κλείνει τό στόμα του, κι ἄν ἀκόμα νηστεύει ὅλο τό χρόνο, προκοπή δέν κάνει. Ἐνῶ ὅποιος ξέρει νάσωπαίνει, μπορεῖ εὔκολα νά νικήσει ὅλα τά πάθη. Σέ κάνει λ.χ. ὁ διάβολος νά ὀργιστεῖς; Μή μιλήσεις, καί νίκησες. Σέ σπρώχνει σέ φθόνο; Μή κατακρίνεις, καί ντρόπιασε τόν πονηρό· γιατί ἡ κατάκριση γεννιέται ἀπ’ τό φθόνο. Ἄν πάλι ὁ ἐχθρός σέ ἀνάψει καί σέ σπρώχνει στή σαρκική ἁμαρτία, κλεῖσε γι’ ἄλλη μιά φορά τό στόμα στου. Μή μιλήσεις σέ γυναίκα, μή φᾶς καί μήν πιεῖς πολύ. Ἔτσι θά τόν κατατροπώσεις. Στήν ἀνάγκη, πάρε μιά βέργα καί χτύπα τό κορμί σου ἀλύπητα. Ὁ πόνος θά διώξει τόν πόλεμο. Τό ξέρεις, ἄλλωστε, ὅτι «συμφέρει σοι ἵνα ἀπόληται ἕν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν»167...... Ἄν κανείς σὲ βρίσει, θυμήσου πόσο βρωμᾶνε τά νεκρά σώματα μέσα στους τάφους. Ἡ παράβασή μας φταίει πού καταλήγουμε ἐκεῖ. Σκέψου, λοιπόν, ὅτι καί τό δικό σου σῶμα θά εἶναι μέσα στόν τάφο μιά σαπίλα καί δυσωδία, καί θ’ ἀξίζει ὅσο κι ἕνας σωρός κοπριά. Εὔκολα θ’ ἀγνοήσεις ἔτσι αὐτόν πού σ’ ἔβρισε.... Ἄν ἕνας φτωχός σοῦ ζητήσει βοήθεια, μήν τσιγγουνευτεῖς νά τοῦ δώσεις ἀπ’ τά ἐπίγεια καί φθαρτά ἀγαθά σου, γιά νά μή στερηθεῖς τά οὐράνια και ἄφθαρτα, «ἅ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη»168.... Ἄν ὁ πανοῦργος διάβολος σέ φουσκώνει μέ κενοδοξία, ἔπαρση, ἀλαζονεία, ρίξε μιά ματιά στίς παλιότερες γενιές καί δές: Ποιοί ἐγωιστές πῆγαν ποτέ καλά; Ὅλοι τους ἦρθαν σέ ρήξη μέ τό Θεό καί εἶχαν κακό τέλος. Γιατί «ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν»169, λέει ἡ Γραφή. Καί ἀλλοῦ: «Ὁ Θεὸς διεσκόρπισεν ὀστᾶ ἀνθρωπαρέσκων»170. Ἀλλοῦ πάλι: « Λαός μου, οἱ μακαρίζοντες ὑμᾶς πλανῶσιν ὑμᾶς καὶ τὸν τρίβον τῶν ποδῶν ὑμῶν ταράσσουσιν»171. Αὐτά νά τά κρατᾶς πάντα μέσα στό νοῦ σου, καί θά σέ βοηθᾶνε νὰ μένεις ταπεινός.... Ἄν πάλι ὁ πονηρός σοῦ ἀνοίξει τήν ὄρεξη γιά πλούσια φαγητά, πήγαινε στό ἀποχωρητήριο, κι ἐκεῖ θά νιώσεις καλά τήν εὐωδία τους!...

Μετά ἀπό μικρή παύση, ὁ ὅσιος συνέχισε:
-Ἀλλά μοῦ μίλησες γιά κάποιους ἐνάρετους, πού πίνουν κρασί καί τρῶνε ἀπ’ ὅλα. Πρόσεξε, παιδί μου! Σ’ ὅσους τό εἶδες αὐτό, εἶναι γενναῖοι στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ. Καταπάτησαν πρῶτα τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη. Καί τώρα εἶναι κυρίαρχοι τῶν παθῶν, στολισμένοι ἀπ’ τό Θεό μέ τό χάρισμα τῆς ἀπάθειας. Γι’ αὐτό καί τρῶνε καί πίνουν χωρίς ἐμπάθεια. Ἐγκρατεύτηκαν. Ἀγωνίστηκαν σκληρά. Πέτυχαν τό σκοπό πού ἔχουμε ὅλοι μας. Ντύθηκαν μέ τήν πανίσχυρη πανοπλία τοῦ Θεοῦ. Καί κανείς πιά δέν μπορεῖ νά τούς νικήσει.... Πάντως, ἡ νηστεία εἶναι μεγάλο ὅπλο τῆς ψυχῆς, ἀλλά χρειάζεται νά συνδυαστεῖ μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, τήν ἡσυχία καί τή σιωπή. Τότε ἔχει τά καλύτερα ἀποτελέσματα. Ὅλ’ αὐτά πάλι ἔχουν ἀνάγκη τή μελέτη. «Εἰ μὴ ὅτι ὁ νόμος σου μελέτη μού ἐστι, τότε ἄν ἀπωλόμην ἐν τῇ ταπεινώσει μου»172. Πήγαινε λοιπόν, παιδί μου, καί ἀγωνίσου ν’ ἀποκτήσεις κι ἐσύ τό χάρισμα τῆς ἀπάθειας μέ τήν ἐγκράτεια. Τότε θά μπορεῖς, ἀκόμα κι ἄν τρῶς καί πίνεις, νά βρίσκεσαι ἔξω ἀπό τά πάθη. Πρέπει πάντως νά ξέρεις πώς οἱ ἐνάρετοι ἄνθρωποι τό κάνουν αὐτό μόνο μπροστά στούς ἄλλους, ὅταν τό ἀπαιτήσει κάποια ἀνάγκη. Ὅταν ὅμως εἶναι μόνοι τους, ἀκολοθοῦν τούς νόμους τῆς εὐσέβειας καί ἀναπληρώνουν μέ αὐστηρότερη νηστεία τήν κατάλυση πού ἔκαναν μπροστά στούς ἀνθρώπους.

Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
(σελ.256-259)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004

Ἡ παρουσία τῶν ἁγίων

Καί ὁ Γρηγόριος συνέχισε:
-Σέ παρακαλῶ λοιπόν, πές μου καί κάτι ἀκόμα: Γιατί στήν ἐποχή μας φανερώθηκαν τόσοι ἅγιοι σ’ ὅλο τόν κόσμο; Πολλοί λάμπουνε σήμερα σάν τόν ἥλιο καί τά ὀνόματά τους διαλαλοῦνται παντοῦ. Καί πρῶτα-πρῶτα ὁ Ἀντώνιος, ὁ Ἱλαρίων, ὁ Συμεών, ὁ Παῦλος ὁ ἁπλούστατος καί τόσοι ἄλλοι, πού τούς ξέρει ὁ Κύριος...
-Πρέπει νά ξέρεις, ἀδελφέ μου, ὅτι μέχρι τή συντέλεια τοῦ κόσμου δέν θά λείψουν οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, ὅπως δέν θά λείψουν, βέβαια, καί οἱ ἐργάτες τοῦ σατανᾶ. Στίς ἔσχατες ἡμέρες, ὡστόσο, ὅσοι θά εἶναι ἀληθινά εὐάρεστοι στόν Κύριο, θά κρύβονται ἔξυπνα ἀπό τούς ἀνθρώπους Δέν θά κάνουν σημεῖα καί τέρατα, ὅπως οἱ σημερινοί, ἀλλά θά βαδίζουν στό δρόμο τῶν πρακτικῶνἀρετῶν μέ πολλή ταπείνωση. Ἔ, λοιπόν, αὐτοί θά δοξαστοῦν στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν πιό πολύ κι ἀπ’ τούς θαυματουργούς ἁγίους! Καί ξέρεις γιατί; Ἐπειδή τότε δέν θά ὑπάρχει κανείς πού νά κάνει θαύματα μπροστά στά μάτια τους, ὅπως γίνεται σήμερα, κι ἔτσι νά θερμαίνεται ἡ πίστη τους καί νά τονώνεται τό ἀγωνιστικό τους φρόνημα. Ἀκόμα καί ἐκεῖνοι πού θά ἔχουν τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, θά εἶναι ἄνθρωποι ἀσήμαντοι, οἱ περισσότεροι, ἀνίδεοι ἀπό ἀρετή. Μά καί τῶν μοναχῶν οἱ πρόκριτοι δέν θά εἶναι καλύτεροι. Κενόδοξοι καί γαστρίμαργοι, θ’ ἀποτελοῦν ὄχι ὑπόδειγμα ἀλλά μᾶλλον σκάνδαλο γιά τούς ἀνθρώπους. Γι’ αὐτό καί θά παραμεληθεῖ γενικά ἡ ἀρετή. Θά βασιλεύει παντοῦ ἡ φιλαργυρία καί ἡ πλεονεξία. Μοναχοί καί λαϊκοί θά συνάζουν χρήματα καί θά τά τοκίζουν. Δέν θά τά προσφέρουν στό Θεό, δίνοντάς τα ἐλεημοσύνη στούς φτωχούς. Καί οἱ περισσότεροι, ἀπό ἄγνοια, θά πλανηθοῦν μέσας στό χάος τοῦ ἄνετου δρόμου τῆς ἀπώλειας... Ἀλλά εἶπα κιόλας πολλά, παιδί μου, σάν φλύαρος πού εἶμαι. Συγχώρεσέ με, τόν ἁμαρτωλό, καί μήν ξεχνᾶς νά προσεύχεσαι γιά μένα, τόν ἄθλιο, πού σπατάλησα μέσα στίς ἀνομίες καί τά νιάτα καί τά γηρατειά μου...

Θαυμάζοντας τήν ταπείνωση τοῦ γέροντα ὁ Γρηγόριος, ἔπεσε στά πόδια του, ζητώντας αὐτός μᾶλλον τίς προσευχές του.
Πρέπει νά πῶ, πώς κι ὁ Γρηγόριος ἦταν ἄνθρωπος θεοφοβούμενος, ἐνάρετος, σπλαχνικός, καί φιλομόναχος. Εἶχε μεγάλη ἀγάπη καί ἀφοσίωση στό γέροντα. Ἀγωνιζόταν νά τοῦ μοιάσει στήν ἐγκράτεια, στήν προσευχή, στήν πραότητα, στήν ταπείνωση, στή φιλοξενία, σέ ὅλα. Μέ τή συνετή καί θεάρεστη πολιτεία του καί μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἔκανε μεγάλη προκοπή στήν πενυματική ζωή.

Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς

(σελ.251-253)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004

«Πρόσεχε σεαυτῷ».

Μια μέρα πού ὁ ὅσιος καθόταν στό κελλί του καί μελετοῦσε τό λόγο τοῦ Θεοῦ, ἦρθε κάποιος γιά νά τοῦ ἀναγγείλει τόν ξαφνικό καί πρόωρο θάνατο κάποιου παλιοῦ φίλου του. Γυρίζοντας, λέει, ἀπ’ τό κτῆμα του στήν πόλη, σωριάστηκε ἀκαριαῖα στό δρόμο νεκρός!
Ὅταν τ’ ἄκουσε ὁ μακάριος, ἄρχισε νά καλίει καί νά ὀδύρεται γι’ αὐτόν, γιατί ἤξερε ὅτι ζοῦσε μέσα στίς ἁμαρτίες καί πέθανε ἀμετανόητος. Τοῦτο ἦταν πού τόν ἔθλιβε πιό πολύ.
Μέ τήν καρδιά γεμάτη ὀδύνη καί συντριβή, συλλογίστηκε καί τοῦ δικοῦ του θανάτου τήν ἄγνωστη ὥρα, καί βάλθηκε νά νουθετεῖ τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό, παρακινώντας τήν ψυχή σέ σκληρό ἀγώνα:
-Σ’ ἐξορκίζω, ψυχή μου, μπροστά στό Θεό τ’ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, νά προχωρᾶς μέ σύνεση. Κι ἐσύ, αἰσχρό σῶμα, πρόσεχε! Νά βαδίζεις μέ σωφροσύνη. Σᾶς παρακαλῶ νά κάνετε πάντα πρόθυμα τό καλό, ἀλλιῶς θά σᾶς βασανίσω ὅπως ξέρω.... Ταλαίπωρε Νήφων, «βλέπε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖς»155. Κοίτα, καϋμένε, μή χαθοῦμε! Πρόσεχε, ἄθλιε, μήν πλανηθοῦμε! Σέ ἱκετεύω, περιφρόνησε τά ἐπίγεια. Τίποτα δέν ἔχουμ’ ἐμεῖς ἐδῶ στή γῆ. Ξένα εἶναι ὅλα, φθορά καί ἀπάτη, ὄνειρο καί σκιά, καπνός καί στάχτη.... Πρόσεχε, ψυχή μου! Τί θά κερδίσουμε ἀπό τόν κόσμο καί τά καλά του; Κοπριά εἶν’ ὁ πλοῦτος! Καπνός ἡ δόξα! Ἐκεῖνα πού θ’ ἀποκτήσει ἐδῶ κανείς, γίνονται δεσμά καί δίχτυα καί σκοινιά, πού τόν παγιδεύουν καί τόν σφίγγουν. Μή ζητᾶς ν’ ἀποκτήσεις λοιπόν γήινα ἀγαθά! .... Διῶξε μακριά σου τήν ἀλαζονεία, τήν ἔπαρση, τήν ὑπερηφάνεια. Μή σκεφτεῖς ποτέ πώς ἔκανες τάχα κανένα καλό. Νά θυμᾶσαι μόνο πώς ἁμάρτησες πολύ. Καί νά τό ξέρεις, δέν θά εἴχαμε ἐλπίδα σωτηρίας, ἄν δέν ἦταν τόσο μεγάλο τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ... Γίνε, ταλαίπωρη ψυχή μου, «καινὴ κτίσις»156. Ντύσου μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή. Βάλε στήν καρδιά σου τή βαθειά εὐσπλαχνία γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Μά τόν ἑαυτό σου νά τόν κατηγορεῖς, νά τόν ταπεινώνεις καί νά τόν ἐξευτελίζεις. Μήν ξεχνᾶς ὅτι πενήντα χρόνια εἶσαι βυθισμένη στόν ἅδη, πενήντα χρόνια εἶσαι δεμένη μέσα στό βοῦρκο καί τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας. Τί σοῦ μένει λοιπόν; Ἡ ἀναπόφευκτη αἰώνια κόλαση! Γιατί «εἰ ὁ μὲν δίκαιος μόλις σώζεται, ἡμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ ποῦ φανούμεθα;»157.....
Ποτάμι ἔτρεχαν τά δάκρυα ἀπ’ τοῦ ὁσίου τά μάτια, καθώς μελετοῦσε τίς ἁμαρτίες του, τό θάνατο, τήν κόλαση...
-Νά, συνέχισε, ἔρχεται καί σ’ ἐμᾶς ὁ θάνατος! Ἔρχεται νά μᾶς ἁρπάξει ὁ ἄρχοντας τοῦ σκότους καί νά μᾶς ρίξει στή φωτιά! Ἄς προστρέξουμε λοιπόν ἀμέσως στή μετάνοια. Ἐλεεινό θά ’ναι τό τέλος μας, ἀναίσθητη ψυχή, κι ἐμεῖς κοιμόμαστε μακάρια! Ἄς ξυπνήσουμε, ἄς κουνηθοῦμε! Κοίτα, ὁ κόσμος φεύγει γοργά. Ἡ κρίση πλησιάζει. Γιά νά μήν καταδικαστοῦμε, δόλια μου ψυχή, δούλευε μ’ ὅλη σου τή δύναμη στήν ἀρετή. Πολλά θ’ ἀπολαύσουμε στόν οὐρανό, ἄν ἀγωνιστοῦμε τώρα. Πολλά ἀγαθά μᾶς ἔχουν ἑτοιμαστεῖ ἐκεῖ, φτάνει νά πορευθοῦμε στό δρόμο τοῦ Θεοῦ, τόν ἅγιο, τόν μακάριο... Τό τέλος, ψυχή μου, δέν θ’ ἀργήσει. Οἱ ἄγγελοι τοῦ Κυρίου περιμένουν, ἄν κάνουμε τά ἔργα Του, νά μᾶς πάρουν μέσα σέ ἡδονή ἀνείπωτη καί νά μᾶς φέρουν κοντά Του. Κι ἔπειτα... βασιλεία αἰώνια, στέμματα οὐράνια, χιτῶνες φωτεινοί, παλάτια θεϊκά, ἡ χαρά τῶν ἁγίων, ἡ δόξα τοῦ Πατρός, τό κάλλος τοῦ Υἱοῦ, ἡ τέρψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!.... Ὤ, τότε «καυχήσονται ὅσιοι ἐν δόξῃ, καὶ ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὐτῶν»158! Ὅλ’ αὐτά νά συλλογιέσαι, ψυχή μου, καί νά κάνεις τό καλο, γιά νά γευθεῖς τή γλυκύτητα τῆς οὐράνιας εὐφροσύνης καί νά ζήσεις αἰώνια στοῦ παραδείσου τή μακαριότητα.
Αὐτά εἶπε στόν ἑαυτό του ὁ δίκαιος, καί ἀπό τότε ἄρχισε νά μνημονεύει στίς προσευχές του τό φίλο του, πού πέθανε ξαφνικά, γιά νά λυπηθεῖ ὁ φιλάνθρωπος Θεός τή δύστυχη ψυχή του.

Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος 
Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
(σελ.245-247)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004

Ἡ αἰτία τῶν συμφορῶν

Eκεινο τόν καιρό ἔπεσε φοβερο θανατικό στή γῆ. Οἱ ἄνθρωποι πέθαιναν ξαφνικά καί μέ φρικτό τρόπο.
Ἕνας φίλος τοῦ ὁσίου, πού λεγόταν Γρηγόριος, ἦρθε στό κελλί του καί τόν ρώτησε:
-Σέ παρακαλῶ, πάτερ, πές μου, πῶς ἔγινε καί μᾶς βρῆκε τοῦτο τό κακό;
-Ἦταν φυσικό, παιδί μου, ἀποκρίθηκε ὁ δίκαιος χωρίς δισταγμό. Πικραίνουμε τόσο πολύ τόν ἀθάνατο Θεό, παραβαίνοντας συνέχεια τό νόμο Του. Γι’ αὐτό μᾶς ἔστειλε τοῦτο τό δρεπάνι, πού μᾶς θερίζει. Εἶναι γραμμένο ὅτι «ἁμαρτία θάνατον κατεργάζεται»159. Νά, χθές εἶδα ἕναν ἄνδρα φοβερό, πού ἀπειλοῦσε τή γῆ καί τῆς ἔλεγε: ‟Ὅλους τούς ἀκόλστους πού ζοῦνε πάνω σου, ὅλους τούς μέθυσους καί τούς κοιλιόδουλους, ὅλους τούςφιλάργυρους καί τούς τοκογλύφους, ὅλους τούς ψεῦτες καί τούς συκοφάντες, μά προπαντός ὅλους τους σοδομίτες, πού δέν μετανοοῦν, ἐγώ θά τούς ἐξολοθρεύσω!....’’. Ἄν λοιπόν, παιδάκι μου, δέν εἴχαμε παροργίσει τόν Πλάστη καί προστάτη μας, δέν θά παθαίναμε ὅ,τι πάθαμε. Ἀλλά ποῦ ν’ ἀκούσεις καί πόσα ἄλλα χειρότερα εἷπε! Δέν θά τ’ ἀντέξεις... Ἀπείλησε πώς θά μᾶς θερίσει μέ δρεπάνι καί θά μᾶς περάσει ἀπό λεπίδι, γιατί δέν βλέπει νά ἔχουμε καθόλου μετάνοια, οὔτε τήν παραμικρή διόρθωση. Ἡ δοξασμένη Του Μητέρα στεκόταν δίπλα Του περίλυπη καί Τόν ἱκέτευε ν’ ἀναβάλει τήν τιμωρία. Τό ἴδιο κι ἕνας ἱεράρχης –δέν μπόρεσα νά καταλάβω ποιός, μόνο θυμᾶμαι πῶς ἦταν λευκότριχος καί λίγο φαλακρός. Ἀλλά μάταια ‟Μήπως ἐσεῖς εἶστε πιό σπλαχνικοί ἀπό μένα;’’., τοῦς ἔλεγε: ‟Μήπως πονᾶτε περισσότερο;.... Δέν βλέπετε τί κακό γίνεται; Ὅλοι σχεδόν περιφρονοῦν τόν ἅγιο νόμο μου! Κανείς δέν μέ σέβεται!’’....
-Πράγματι, πάτερ, εἶπε ὁ Γρηγόριος, ὁ λαός ἀποδεκατίστηκε. Οἱ πιό πολλοί βασανίζονται στό κρεββάτι τοῦ πόνου... Πές μου ὅμως πιά εἶναι ἡ κύρια αἰτία τοῦ θανατικοῦ αὐτου, ἀλλά καί ὅλων γενικά τῶν ἀσθενειῶν;
-Παιδί μου Γρηγόριε, ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας, γι’ αὐτούς πού ἀρρωσταίνουν βαριά εἶναι γραμμένο τό «κατέβαλες αὐτοὺς ἐν τῷ ἐπαρθῆναι»160, ἐνῶ γιά τούς ὑγιεῖς ἐναρέτους τό «ὁ ἰώμενος τοὺς συντεριμμένους τὴν καρδίαν»161. Ἀκοῦς; «...τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν»! Τούς ταπεινούς δηλαδή! Σκέψου, λοιπόν: Ἄν ὁ Θεός δέν λυπήθηκε οὔτε τόν ἀπόστολο Παῦλο, τόν μεγάλο φωστήρα, ἀλλά τοῦ ἔδωσε ἀρρώστια ἀγιάτρευτη, «ἄγγελον σατᾶν, ἵνα αὐτὸν κολαφίζῃ»162, κι ἔτσι νά μήν ὑπερηφανεύεται γιά τό πλῆθος τῶν ἀποκαλύψεων πού τοῦ ἔγιναν, πῶς δέν θά δώσει ἐξουσία στόν σατανά νά χτυπήσει μέ τήν ἀρρώστια κι ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς, ὥσπου νά γίνουμε ταπεινοί; Γιατί δέν φτάνει πού εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἀλλά τό παίρνουμε καί πάνω μας! Ἀλλά τί λέει ἡ Γραφή; Ὅτι «τό ἐν ἀνθρώποις ὑψηλὸν βδέλυγμα ἐνώπιον του Θεοῦ»163.

Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος 
Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
(σελ.248-249)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004

Ὑποθῆκες ζωῆς

Μια μέρα εἶχε πάει στό ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, πού βρίσκεται στήν περιοχή τῶν Χαλκουργείων. Ἐκεῖ τόν πλησίασε ἕνα παιδί, που ξεχώριζε γιά τήν ἀρετή του κι ἔτρεχε ἀκούραστα στίς ἀκολουθίες τῆς ἐκκλησίας. Τόν ἔλεγαν Νεόφυτο, κι ἦταν γιός ἑνός ἀπ’ τούς ὀνομαστούς ἄρχοντες.
-Πάτερ, τόν ρώτησε, τί νά κάνω γιά νά κερδίσω τή σωτηρία;
Ὁ γέροντας τόν κοίταξε μέ συμπάθεια καί τοῦ εἶπε:
-Πῶς ἐσύ, ἕνα ἁγνό παιδί, ζητᾶς συμβουλή ἑνός γέρου, πού σάπισε μέσα στήν ἁμαρτία;
-Ἡ Γραφή, πάτερ, λέει: «Ἐπερώτησον τόν πατέρα σου, καὶ ἀναγγελεῖ σοι, τοὺς πρεσβυτέρους σου, καὶ ἐροῦσί σοι»140. Γι’ αὐτό λοιπόν ζητάω ν’ ἀκούσω κι ἐγώ ἕνα καλό λόγο ἀπὸ σένα, καί μήν περιφρονήσεις τήν ἀναξιότητά μου.
Συγκαταβαίνοντας τότε ὁ ὅσιος, τόν ρώτησε:
-Γιά πές μου πρῶτα-πρῶτα, τί σκέφτεσαι; Νά γίνεις μοναχός ἤ νά ζήσεις θεάρεστα μέσα στόν κόσμο;
-Τώρα σκέφτομαι νά ζήσω στόν κόσμο, πάτερ...ἔ, καί ἀργότερα.... ὅ,τι θέλει ὁ Θεός.
-Ἄν θέλεις νά κατοικήσεις ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, τοῦτα πρέπει νά φυλάξεις. Κανένα νά μήν κατηγορεῖς, νά μήν περιγελᾶς, νά μήν πικραίνεις. Νά μήν ὀργίζεσαι. Μή σκεφτεῖς ποτέ πώς ἔχεις κάποια ἀρετή. Φυλάξου νά μή λές, ‟ὁ τάδε ζεῖ καλά, ὁ δεῖνα ζεῖ ἄσωτα’’, γιατί αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει τό «μὴ κρίνετε»141. Ὅλους νά τούς βλέπεις μέ τό ἴδιο μάτι, μέ τήν ἴδια διάθεση, μέ τήν ἴδια σκέψη, μέ ἁπλή καρδιά. Ὅλους νά τούς δέχεσαι σάν τό Χριστό. Μήν ἀνοίξεις τ’ αὐτιά σου σέ ἄνθρωπο πού κατακρίνει, οὔτε, πολύ περισσότερο, νά εὐχαριστιέσαι μ’ αὐτά πού λέει. Ἐσύ νά κρατᾶς τό στόμα σου κλειστό. Λίγο νά μιλᾶς καί πολύ νά προσεύχεσαι. Μά οὔτε κι αὐτόν πού κατακρίνει ἤ κάνει ὁποιαδήποτε ἄλλη ἁμαρτία νά καταδικάσεις μέ τό λογισμό σου. Τά δικά σου σφάλματα νά βλέπεις πάντα καί τόν ἑαυτό σου μόνο νά καταδικάζεις καί νά ἐξουθενώνεις. Νά, ἔτσι θά κερδίσεις τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
-Ὅσα μοῦ εἶπες, πάτερ, εἶναι γιά τούς φτασμένους ἀγωνιστές, παρατήρησε μέ κάποια θλίψη τό παιδί. Πότε θά φτάσω κι ἐγώ, ὁ ταλαίπωρος, σέ τέτοια μέτρα, γιά νά εὐαρεστήσω τό Θεό;
-Μήν ἀπελπίζεσαι, παιδί μου, τόν παρηγόρησε ὁ ὅσιος. Ἀπό τά νιάτα δέν ζητάει ὁ Θεός παρά ταπείνωση κι ἁγνεία. Αὐτά φτάνουν. Κι ἐσύ λοιπόν, μαζί μέ τήν ἁγνότητά σου, ν’ ἀγωνίζεσαι καί γιά τήν ταπείνωση: Νά εἶσαι γλυκύς καί καλοσυνάτος μέ κάθε ἄνθρωπο, πράος, εἰρηνικός, σπλαχνικός. Νά θεωρεῖς τόν ἑαυτό σου χειρότερο ἀπ’ ὅλους καί νά τόν βάζεις κάτω ἀπ’ ὅλους. Ἔτσι θά εἶσαι πραγματικά κοντά στό Θεό. Ἀγωνίσου ἀκόμα νά μή φαντάζεσαι ὅτι ἔφτασες στήν ἀρετή τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο ἅγιο, ἀλλά συνεχῶς νά λές στόν ἑαυτό σου:‟Ξέρεις, ψυχή μου, ὅτι ξεπεράσαμε καί τούς δαίμονες στίς ἁμαρτίες; Καί ὅτι δέν κάναμε οὔτε μιά τόσα δά καλή πράξη; Ἀλίμονό μας, δύστυχη! Τί θ’ ἀπολογηθοῦμε τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως;’’....
Ἐδῶ ὁ ὅσιος ἔκανε μιά μικρή παύση καί ὕστερα συνέχισε:
-Καί τήν προσευχή σου, παιδί μου, νά τήν ἔχεις σάν τοῦ χειρότερου ἁμαρτωλοῦ. Γιατί ἁμαρτάνουμε βαριά ὅταν νομίζουμε πώς ἡ προσευχή μας εἶναι ἅγια καί καθαρή. Ἀκόμα κι ἄν κάνει κανείς σημεῖα καί τέρατα πρέπει νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἀναπολόγητο, γιατί, ὅταν προσεύχεται, δίχως ἄλλο ἁμαρτάνει μέ τίς ἐσωτερικές αἰσθήσεις, μέ τίς κινήσεις τῆς καρδιᾶς καί μέ τούς ἄτοπους λογισμούς. Συχνά τό στόμα μιλάει στό Θεό καί ὁ νοῦς τρέχει ἀλλοῦ. Νά γιατί πρέπει πάντα νά θεωρεῖς τόν ἑαυτό οσυ ἁμαρτωλό καί νά λές μέ ταπείνωση στόν Κύριο: «Ἐκ τῶν κρυφίων μου καθάρισόν με καὶ ἀπὸ ἀλλοτρίων φεῖσαι τοῦ δούλου σου»142.... Πρόσεξε ὅμως, παιδί μου, κάτι ἄλλο: Ποτέ νά μήν εὐχαριστιέσαι μέ τά καλά σου ἔργα οὔτε νά ὑπολογίζεις σ’ αὐτά, γιατί δέν ξέρεις ἄν εἶναι εὐάρεστα ἤ ὄχι στό Θεό. Γι’ αὐτό καλύτερα νά στηρίζεσαι στή δύναμη καί τό ἔλεος τοῦ Κυρίου, θεωρώντας τόν ἑαυτό σου χῶμα. Ἄχ! Πόσες ἁμαρτίες κάνουμε καί δέν τίς ξέρουμε! .... Λοιπόν, μέ τόν ἑαυτό σου νά τά βάζεις, ἀκόμα κι ὅταν βλέπεις κάποιον ἄλλο ν’ ἁμαρτάνει! Κι ἄν κανείς σέ βρίσει, σέ κατακρίνει ἤ σέ κοροϊδέψει, ὄχι μόνο νά μήν ἀντιδράσεις, ἀλλά νά προσθέσεις κι ἐσύ περισσότερες βρισιές καί κατηγορίες ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ σου!.. Νά, τοῦτα ὅλα ἄν ἐφαρμόσεις, ἔφτασες στήν τελειότητα!
-Πάτερ, ρώτησε τώρα ὁ Νεόφυτος, πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά νικάει κάθε πειρασμό τοῦ πονηροῦ;
-Ὅλοι οἱ πειρασμοί ἀντιμετωπίζονται μέ τή σιωπή καί τήν ταπείνωση. Τί μεγάλη ἀρετή ἡ σιωπή! Ἀλλά καί ἡ ταπείνωση; Ὅλα τά ἔργα τοῦ ταπεινοῦ εἶναι ἀρεστά στό Θεό καί θαυμαστά στούς ἀγγέλους Του, φρικτά ὅμως καί φοβερά στούς δαίμονες. Γίνε λοιπόν πολύ ταπεινός, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα θά κατοικήσει μέσα σου καί θά νεκρώσει κάθε βιοτική μέριμνα. Τό νοῦ σου, παιδί μου, γιατί φοβᾶμαι πώς οἱ μέριμνες εἶναι πού σ’ ἐμποδίζουν πιό πολύ ἀπό τά ἔργα τοῦ Θεοῦ καί σέ παρασύρουν σ’ ἀνώφελα πράγματα. Σέ τί θά μᾶς ὠφελήσουν αὐτά τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Σέ τίποτα! Καί μήπως μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος τή ζωή αὐτή γιά νά τήν σπαταλήσουμε μέ μάταιες φροντίδες; Ὄχι, βέβαια! Δῶσε λοιπόν ὁλόκληρο τόν ἑαυτό σου στό Θεό. Φρόντισε ἐσύ γιά τήν ψυχή σου, κι Ἐκεῖνος θά φροντίσει γιά τίς ὑλικές σου ἀνάγκες. «Τίς ἐξ ἡμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα;»143 Πές ὅτι συνάξαμε μέσα στίς ἀποθήκες μας ὅλα τά καλά τοῦ κόσμου. Τί κερδίσαμε; Ἔρχεται ξαφνικά ὁ σκληρός ἀπαιτητής, ὁ θάνατος, καί τότε; Τ’ ἀφήνουμε ὅλα ἐδῶ καί πᾶμε νά κατοικήσουμε στόν τάφο! Καί τό μόνο πού θά μᾶς ἔχουν ἐξασφαλίσει θά εἶναι αἰώνια κόλαση!.... Αὐτά σοῦ τά λέει, παιδί μου, ὁ Θεός μέ τό στόμα ἑνός ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Κόψε λοιπόν ἀπό δῶ καί πέρα τίς περιττές φροντίδες, καί ζῆσε ὅπως θέλει Ἐκεῖνος.
Οἱ νουθεσίες αὐτές ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση στόν νεαρό Νεόφυτο κι ἔφεραν κατάνυξη στήν καρδιά του. Ἔπεσε στά πόδια τοῦ γέροντα καί τοῦ ἔβαλε μετάνοια, εὐχαριστώντας τον γιά ὅσα τόν δίδαξε. Μά κι ὁ ὅσιος ἔπεσε ταπεινά στά πόδια τοῦ παιδιοῦ καί τό ἀποχαιρέτησε στοργικά.
Ἀπό τότε ὁ Νεόφυτος περνοῦσε τόν περισσότερο καιρό μαζί μέ τόν ὅσιο. Πήγαινε συχνά καί στό κελλί του, ρουφώντας ἀχόρταγα τή θεϊκή διδαχή του, τή γλυκειά σάν τό μέλι. Μ’ αὐτά ἀνατράφηκε καί μεγάλωσε κι ἔγινε ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Καί τόσο ὁσιακά ἔζησε, ὥστε, ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα, παρέδωσε εἰρηνικά τήν ψυχή του στά χέρια Ἐκείνου πού ὑπηρέτησε ἀπό τά παιδικά του χρόνια.

Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
(σελ.229-233)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004

Μεγάλη δοξολογία



ετα τά τελευταῖα τοῦτα λόγο ὁ Κύριος ἀναλήφθηκε ἔνδοξα στούς οὐρανούς, ἐνῶ ὁ δίκαιος, ἀλλοιωμένος ἀπό τή θεωρία καί συνεπαρμένος ἀπό μιάν ἀνέκφραστη ἡδονή, ἀκολουθοῦσε μέ τό βλέμμα του τόν οὐράνιο ἐπισκέπτη, πού ξεμάκραινε..... 
Τά χείλη του κινήθηκαν αὐθόρμητα σέ μιά δοξολογική προσευχή:

-Ἅγιος, ἅγιος εἶσαι, ἅγιος,
Κύριος Ἰησοῦς Χριστός,
ὁ Υἱός τοῦ Πατρός,
«ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ
ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»133!
Εὐλογημένος εἶσ’ Ἐσύ καί δοξασμένος
καί ὑπερύμνητος καί ὑπεραινετός,
τό θεϊκό ἀπαύγασμα καί τό γλυκύ ἀποτύπωμα
τοῦ μοναδικοῦ Θεοῦ Πατρός,
ὅλος ὁ ἴδιος ὁ Πατέρας,
ὅλος ὁ ἄναρχος, ὁ ἄρρητος καί ὁ φρικτός,
ὁ «ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον»134,
τό κάλλος τό μακάριο!
Δόξα σοι ὁ Θεός,
ὁ μεγάλος καί φοβερός,
πού Σέ τρέμουνε τά σύμπαντα,
πού ὅλα Σ’ εὐλαβοῦνται,
πού δίνεις χαρά στά πέρατα!
Ἡ Ἀγάπη ἡ ἀθάνατη,
τοῦ Πατέρα τό πολύτιμο κλαδί
τό φορτωμένο μ’ ὅλες τίς εὐεργεσίες!
Μ’ ἕνα Σου νεῦμα
σαλεύεις τά θεμέλια τῆς γῆς!
Μέ τῆς εἰρήνης Σου τό βάλσαμο
καί μέ τήν ἀγαλλίαση τοῦ Πνεύματός Σου
τά πρόσωπα φαιδρύνεις ὅλων τῶν ἀγγέλων.
Τοῦ Παρακλήτου ἡ ἀνάπαυση!
Τό μεγάλο μάτι καί ἀκοίμητο!
Ὁ Θεός μου καί ἄνθρωπος,
ὁ Ἕνας, μά καί ὁ Διπλός,
τό γέννημα τοῦ φοβερό,
ἡ ὡραιότητα τῶν ὡραίων,
ὁ ἅγιος καί ὁ μακάριος,
ὁ ἀχώριστος καί ἀκατάληπτος.
Δόξα σ’ Ἐσένα, πού ἡ ἐξουσία Σου ἁπλώνεται
ἀπ’ τ’ ἀνατολικά ὥς τά δυτικά τοῦ οὐρανοῦ
κι ἀπ’ τή μιά ὥς τήν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς.
Νά ὑμνεῖσαι πρέπει Ἐσύ,
ὁ Πατέρας, ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα,
ὁ Θεός, πού συντηρεῖς ὁλόκληρη τήν κτίση,
τήν ὁρατή καί τήν ἀόρατη,
πού συγκρατεῖς καί κυβερνᾶς
καί τρέφεις καί ποτίζεις
τά γένη τ’ ἀναρίθμητα
τῶν ἔργων καί τῶ δημιουργημάτων Σου.
Θ’ ἀνοίξω τό στόμα μου
και θά Σοῦ μιλήσω, σοφέ καί αἰώνιε Θεέ,
νεουργέ, ἄρρητε, ἀνέγγιχτε,
ἀψηλάφητε νοῦ, Λόγε, εἰρήνη,
γλυκύτητα, εὐωδία, χάρη,
μαργαριτάρι ὁλόασπρο, ἀστέρι, αὐγή,
θεμέλιο στέρεο, φῶς, πέλαγος ἀκαταληψίας,
ἄβυσσε τῶν ἀβύσσων,
ἀπρόσιτε κι ἀπ’ τόν ἀπρόσιτο γεννημένε,
δύναμη, ἐξουσία, κυριαρχία,
ἄναρχε, ζωοδότη, τεχνουργέ,
ἐφευρέτη, ἀσάλευτε, καθαρέ,
πού ὑψώνεις καί γκρεμίζεις,
πού σοφίζεις καί μωραίνεις,
Παντοκράτορα, ἐξουσιαστή, Νυμφίε!
Χαῖρε Συ, πού μᾶς χάρισες
«οὐρανόν καινὸν καί γῆν καινήν»135!
Πῶς νά Σ’ ὀνομάσω,
τῶν αἰώνων δημιουργέ;
Πῶς νά Σ’ ἀποκαλέσω ἀλλιῶς,
ἄπειρη Ἀγάπη τοῦ Πατέρα;
Καί πῶς, ἡ λάσπη ἐγώ, ν’ ἀπολογηθῶ
σ’ Ἐσένα, πού κρατᾶς στή χούφτα Σου
τήν τιποτένια μου ζωή;....
Ἅγιε, τρισάγιε, Σέ δοξολογῶ! Ἀμήν.

Ὕστερ’ ἀπ’ αὐτή τή δοξολογία, ἡ καρδιά τοῦ ὁσίου γέμισε εὐρφροσύνη καί γλυκύτητα. Καί πιό πολύ, ἐπειδή ἄκουσε ἀπό τόν Κύριο, πώς εἶχε προστάξει τίς οὐράνιες ταξιαρχίες νά τόν μνημονεύουν στίς ἀδιάκοπες ἀναίμακτες θυσίες τους.


Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
(207-209)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004

Τα βήματα που μετράει ο άγιος άγγελος…

Κάποτε τον Άγιο Νήφων (Επίσκοπος Κωνσταντιανής της κατ’ Αλεξάνδρειαν) τον βασάνισε ο εξής λογισμός:

«Μήπως, αντί να τρέχω στους ναούς, είναι καλύτερα να κάθομαι σ’ ένα μέρος και να ζητάω το έλεος του Θεού;».

Δεν άργησε ο φιλάνθρωπος Θεός να του αποκαλύψει, ότι κάθε φορά πού ένας άνθρωπος πάει σε εκκλησία για να προσευχηθεί, είτε μέρα είναι είτε νύχτα, τα βήματά του μετριούνται από τούς αγίους αγγέλους, για να μετατραπούν σε ουράνιο μισθό την ημέρα της Κρίσεως.
Είπε πάλι: Ο Θεός δεν κρίνει τον χριστιανό, επειδή αμαρτάνει, αλλά επειδή δεν μετανοεί. Γιατί το να αμαρτάνει κανείς και να μετανοεί είναι ανθρώπινο, ενώ το να μη μετανοεί είναι γνώρισμα του διαβόλου και των δαιμόνων του. Επειδή δεν ζούμε συνεχώς στη μετάνοια γι΄ αυτό θα κριθούμε.


Μακάριοι ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς, (Ματθ. 5:11)



Εδω, εἶν’ ἀλήθεια, σχεδόν κανένας δέν ἔδινε σημασία στόν μακάριο Νήφωνα. Ἐλάχιστοι ἦταν ἐκεῖνοι πού ἀναγνώριζαν τήν ἁγιότητά του. Αὐτό, βέβαια, εἶχε ζητήσει κι ὁ ἴδιος ἀπό τό Θεό: Νά τόν θεωροῦν οἱ ἄνθρωποι μηδαμινό. Κι Ἐκεῖνος τόν ἄκουσε. Ἔτσι ὄχι μόνο ἅγιο δέν τόν θεωροῦσαν, ἀλλά καί πολλοί, ἄσωτοι μάλιστα καί ἀκόλαστοι οἱ ἴδιοι, τόν κορόιδευαν καί τόν κακολογοῦσαν ἀπερίφραστα.
Καμμιά φορά πήγαινε κανένας γνωστός του καί τοῦ ἔλεγε:
-Πάτερ, εἶναι μερικοί πού λένε φοβερά πράγματα ἐναντίον σου.
Αὐτό ἀπαντοῦσε ἤρεμα:
-Τίποτε φοβερόν δέν μπόρεσε νά κάνει ὥς τώρα κανείς στό Νήφωνα, παρά μόνο ὁ διάβολος. Αὐτος κι ἐγώ, ὅσο θά εἴμαστε στό τοῦτο τόν κόσμο, θά τρωγόμαστε...
Προσευχόταν μάλιστα γιά τούς κατηγόρους του, λέγοντας:

-Ἐλέησε, Κύριε, ὅσους μέ περιγελοῦν,
ὅσους μέ κακολογοῦν ἤ μέ μισοῦν
ἤ μοῦ κάνουν ὁποιοδήποτε κακό.
Ἐσύ δά ξέρεις, Κύριε, ὅτι κι αὐτούς
ὁ πονηρός διάβολος τούς σπρώχνει
μές στή βρωμιά καί τήν ἀκολασία,
ὅπως παραικινεῖ κι ἐμένα κάθε μέρα
τό ἅγιο Σου νά καταπικραίνω Ὄνομα.
Σέ παρακαλῶ λοιπόν, Πατέρα παντοκράτορα,
Θεέ καί Κύριε του ἐλέους,
σκύψε μέ εὐσπλαχνία πάνω ἀπό τούς ἀνθρώπους
πού σκέφτονται τό πονηρό γιά μένα,
καί κάνε τους ὅλους φωτεινούς,
ὅλους ἁγίου μεγάλους.
Δῶσ’ τους ἀγαθοσύνη, Κύριέ μου, καί πραότητα.
Χάρισέ τους εἰρήνη, Δέσποτά μου, καί φωτισμό,
Κι ἀξίωσέ τους ν’ ἀπολαύσουν τήν αἰώνια δόξα Σου,
ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος.

Πολύ τόν παρηγοροῦσαν καί τόν γλύκαιναν τέτοιες προσευχές. Ὅταν παρακαλοῦσε τόν Κύριο γιά τούς ἐχθρούς καί τούς συκοφάντες του, τό πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπό πνευματική ἡδονή καί γινόταν ρόδινο, σάν δροσερό τριαντάφυλλο.
-Ἄς ἔρθουν ἐδῶ, ἔλεγε ἀλλοιωμένος. Ἄς ἔρθουν ἐδῶ νά τούς φιλήσω τά πόδια! Χωρίς νά τό καταλαβαίνουν, μοῦ πλέκουν μεγάλα στεφάνια. Γι’ αὐτό τούς ἀποζητάει ἡ ψυχή μου «ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων»63.
Καί πρόσθετε:
-Αὐτός πού μισεῖ τίς βρισιές καί τίς κακολογίες καί τούς ἐξευτελισμούς τῶν ἀνθρώπων, δέν βρίσκεται μέσα στή δόξα του Θεοῦ οὔτε θά κληρονομήσει τή βασιλεία Του. Ὅποιος θέλει νά σωθεί, ἄς τό ξερει: ὅπου οἱ ἄνθρωποι μᾶς περιφρονοῦν καί μᾶς ἐξουθενώνουν, ἐκεῖ νά μένουμε, κάνοντας ὑπομονή, καί θά στεφανωθοῦμε ἀπό τό Θεό μέ μεγάλη δόξα. 
Ἀντίθετα, ὅπου ἀπολαμβάνουμε τιμή κι ἐπαίνους ἀπό τούς ἀνθρώπυς, νά μήν καθόμαστε, ἀλλά νά φεύγουμε σ’ ἄλλο τόπο. Ἔτσι θά μπορέσουμε νά σωθοῦμε καί νά κερδίσουμε ἐπάξια τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Στούς δουλους τοῦ Θεοῦ λοιπόν εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἐξουθένωση, ὅπως ἀπαραίτητα εἶναι στήν ἐκκλησία τό ἱερό εὐαγγέλιο καί ἡ κατανυκτική ψαλμωδία. Γιατί -πράγμα θαυμαστό- ὅταν μᾶς κατηγοροῦν οἱ ἄνθρωποι, τότε εἶναι πού βαδίζουμε στό δρόμο του Θεου μέ πολλή ταπείνωση, τηρώντας μέ ἐπιμέλεια τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου μας Ἰησου Χριστοῦ. Ὅταν ὅμως, ἀντίθετα, ἀρχίσουν νά μᾶς παινεύουν, τότε μᾶς κυριεύει ἡ ἀλαζονεία, ἡ ματαιοδοξία, ἡ κενοδοξία. Κι ἔτσι φεύγουμε μακριά ἀπό τό Θεό.


60.Ματθ. 25:21.
61.Πρβλ. Ἐφεσ.4:10.
62. Α΄Κορ. 10:27.
63. Ψαλμ. 41:1.


Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
(σελ.132-134)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004

Η συγκλονιστική ιστορία ενός μαύρου ληστού, ο οποίος μετανόησε και μυρόβλυσε

Σε παλιότερα χρόνια ζούσε ένας μαύρος ληστής. Ηταν πανύψηλος άνδρας με φοβερό παρουσιαστικό. Λήστευε στα μέρη της Παννέφου (της Αιγύπτου) κι ήταν τόσο τρομερός, ώστε όταν μούγγριζε, πέθαινες από τον φόβο σου.

Μια νύκτα όμως είδε ένα τρομακτικό όνειρο…
Ήταν, λέει, μια απέραντη πεδιάδα κι αυτός στεκόταν στην μέση. Σε μια στιγμή στρέφει το βλέμμα του και βλέπει ένα πύρινο ποταμό, που κυλούσε με πολύ θόρυβο, κι έτρωγε στο διάβα του ακόμη και το χώμα και τις πέτρες. Έκανε λίγα βήματα πιο κοντά για να δη. Μόλις όμως πλησίασε, βγήκαν τέσσερις φλόγες, τον άρπαξαν από τα μαλλιά και τον τραβούσαν να τον ρίξουν μέσα στο φλεγόμενο ποτάμι, για να τόν κατακάψουν. 

Του φάνηκε τότε ότι την ώρα που τον έσερναν, ένα πνεύμα του είπε:

« Άθλιε, αν μετανοούσες και γινόσουν Μοναχός δεν θα μπορούσαμε να σε καταποντίσουμε εδώ μέσα».

Ξύπνησε κατατρομαγμένος.
Τον είχε καταλάβει ίλιγγος και φρίκη απ τὸ φοβερό θέαμα. Τι να σημαίνει;…αναρωτιόταν. Και καθώς δεν μπορούσε να δώσει εξήγηση, αποφάσισε να πάει σ ένα αναχωρητή Μοναχό και να τον ρωτήσει τι είναι αυτός ο πύρινος ποταμός, που oνειρεύτηκε.

Παρευθύς πέταξε τα ληστρικά του σύνεργα και πήρε το δρόμο που οδηγούσε στην Πάννεφο. Βάδισε κάμποσο και σε λίγο, ρίχνοντας γύρω του μια ματιά, βλέπει ένα αναχωρητικό κελλί. Πλησίασε και κτύπησε την πόρτα.

Ενας Γέροντας του άνοιξε αμέσως.
-«Καλώς ήρθες, λεβέντη! Πως και μπήκες σ αυτὸ τον κόπο; Μήπως σε θορύβησε ο πύρινος ποταμός και οι τέσσερις φλόγες που σε άρπαξαν να σε ρίξουν μέσα; Τι φοβερή που είναι, παιδάκι μου, η απειλή εκείνου του ποταμού! Θέλεις να γλιτώσεις από τη φρίκη του; Μετανόησε για τα ληστρικά σου κακουργήματα και γίνε Μοναχός. Τότε θα σωθείς».

Ο ληστής άκουσε εμβρόντητος τα λόγια του ασκητή. Πέφτει αμέσως στα πόδια του:

-«Λυπήσου με, τίμιε πάτερ, τον μαύρο στο σώμα και στην ψυχή», παρακάλεσε, «ελέησέ με τον άθλιο και κάνε με ο,τι σε προστάξει ο Θεός».

Με δάκρυα εξακολουθούσε να τον ικετεύει, ώσπου ο άγιος εκείνος Γέροντας τον έκειρε Μοναχό. Και αφού τον δίδαξε όλα τα καθήκοντα της μοναχικής ζωής, του άφησε το κελί του κι εκείνος αποσύρθηκε πιο βαθιά στην έρημο, για να ζήση ανάμεσα στα θηρία…

Εκείνος λοιπόν ο μαύρος με την πολλή άσκηση έφτασε σε τέτοια μέτρα αρετής, ώστε την ώρα που προσευχόταν έμοιαζε ολόκληρος σαν πύρινος στύλος που λαμποκοπούσε. Χιλιάδες, αμέτρητοι δαίμονες ρίχνονταν εναντίον του, αλλ' αὐτὸς τους περιφρονούσε όλους. Η προσευχή του τους έκαιγε και τους αφάνιζε ολότελα.

Η σοφία του Θεού είχε καταυγάσει τον νου του. Εγραφε βιβλία κι έστελνε επιστολές στους Πατέρες της Σκήτης και σε πολλούς άλλους.

Όλους τους ωφελούσε διδάσκοντάς τους ανόθευτη και ξάστερη τήν αλήθεια του Χριστού. Και όταν ο μαύρος αυτός πέθανε, το άγιο λείψανό του ανέβλυσε πολύ μύρο, που, καθώς βεβαιώνουν όλοι στα μέρη εκείνα, θεράπευε τους δαιμονισμένους και όλους τους αρρώστους.


Πέτρου Ιερομονάχου, Ενας Ασκητὴς Επίσκοπος – Αγιος Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντιανής, 
έκδοσις θʹ, σελ. 72-73, Εκδοσις Ιερᾶς Μονής Παράκλητου, 
Ωρωπὸς Αττικής 1987

Το πονηρό πνεύμα της κενοδοξίας είναι πολύμορφο



Eνώ καθόμασταν και συζητούσαμε για την κενοδοξία και άλλα πνευματικά θέματα, μου λέει:
- Το πονηρό πνεύμα της κενοδοξίας είναι πολύμορφο, και χρειάζεται πολλή βία για να ξεφύγει κανείς απ’ αυτό. Γιατί κάνει τον ενάρετο να καμαρώνει για τα κατορθώματά του.Αν λ.χ. είναι εξαντλημένος από τη νηστεία, του λέει: «Κοίταξε στο νερό το πρόσωπό σου. Πόσο λιπόσαρκο είναι! Πώς να μη σ’ έχουνε μετά οι άνθρωποι για μεγάλο νηστευτή;» Άλλοτε τον ορμηνεύει: «Περπάτα σκυφτός. Μίλα ψιθυριστά. Βάδιζε αργά. Έτσι θα σε τιμούν οι άνθρωποι.» Και άλλοτε τον κεντρίζει:«Καθώς προχωράς, αναστέναζε πότε-πότε. Σήκωνε και τα μάτια σου ικετευτικά στον ουρανό, ώστε να προκαλείς την προσοχή των άλλων. Έτσι θα λένε: Να ένας μεγάλος άγιος!»
Τέτοια και άλλα παρόμοια του ψιθυρίζει το πνεύμα της κενοδοξίας, για να καταλήξει σε κάτι σαν κι αυτό: «Σου πρέπει λοιπόν να γίνεις επίσκοπος ή τουλάχιστον ιερέας ή αρχιδιάκονος, αφού όλοι σε λένε και σε θεωρούν άγιο. Φρόντισε μόνο να κάνεις και μερικά θαύματα για να δοξαστείς πιο πολύ. 
Άρχισε να λες στους ανθρώπους τα μελλούμενα -ε, από τα πολλά που θα πεις, θα βγει και κανένα αληθινό, οπότε θα σε θεωρήσουν σπουδαίο-, επιτίμα τα δαιμόνια –ίσως κι αυτά, με την επίκληση του Ιησού, να φυγαδευτούν, οπότε θα δοξαστείς κι εσύ σαν προφήτης ή απόστολος»... 
Αλλά γιατί να πολυλογώ; συνέχισε ο όσιος. Τότε που άρχισα να μετανοώ για τις αμέτρητες αμαρτίες μου, μου επιτέθηκε το πνεύμα της κενοδοξίας, γεμίζοντας την καρδιά μου με χαρά και αγαλλίαση. Μου έδιωξε κάθε θλίψη. Μ’ έκανε να νιώθω ειρηνικός και ευτυχισμένος. και μου έβαζε τον λογισμό: «Εσύ πια έφτασες σε ψηλά μέτρα αρετής! 
Πού να βρεθεί όμοιός σου πάνω στη γη!» Πότε-πότε μου έφερνε στη μύτη υπέροχες ευωδίες θυμιαμάτων και με απατούσε λέγοντας: «κοίτα πώς σε παραστέκουν οι άγγελοι, θυμιάζοντας την αγιοσύνη σου και την αρετή σου!» Κι έπειτα, χωρίς εγώ να το καταλάβω, με κορόιδευε για τα καλά: «Μακάριος είσαι, Νήφων, γιατί νίκησες τον διάβολο!» Όλ’ αυτά τα έπαιρνα στα σοβαρά, ο ανόητος, και πλανούσα τον εαυτό μου, νομίζοντας πως είναι όπως μου τον έδειχνε το δαιμόνιο της κενοδοξίας.
Ο Θεός, όμως, που δεν θέλει την απώλεια του αμαρτωλού, μου χάρισε διάκριση λογισμών και αγαθή σκέψη. Όταν λοιπόν ερχόταν ο διάβολος και μου έλεγε, «Μα εσύ από τώρα είσαι στ’ αλήθεια ο άγιος Νήφων! Ποιος άλλος πάνω στη γη καλλιεργεί τόσες αρετές ζώντας μέσα στους θορύβους;», τότε εξουδετέρωνα τις πανουργίες του με τη διάκριση.
Μια φορά, όπως μου είπε ο όσιος, το δαιμόνιο της κενοδοξίας έπεσε πάνω του ορμητικά, φουσκώνοντάς τον με βροχή επαίνων:
- Να, ο πιο διάσημος απ’ τους ανθρώπους! Να, ο μεγάλος φωστήρας! Να, ο γενναίος αγωνιστής! Να, ο πιο ενάρετος της οικουμένης!...
Φλυάρησε πολλά ακόμα, πασχίζοντας να τον πλανέψει. Ο άγιος όμως κατάλαβε την κακουργία του διαβόλου, αναλογίστηκε τη δική του αδυναμία και είπε μέσα του:
- Πρόσεξε, αμαρτωλέ Νήφων, μη σε ξελογιάσει ο απατεώνας! Τον νου σου, μωρόπιστε, μη σε τυλίξει! Άνθρωπος είσα κι εσύ σαν τους άλλους. Κοίτα μην υποκύψεις. Μην περηφανευτείς και φουσκώσεις. Σε τι ξεχωρίζει ένας σπόρος στάρι μέσα στον σωρό; Σε τίποτα. Είναι ο ίδιος με τους άλλους σπόρους. Έτσι κι εσύ, δεν ξεχωρίζεις σε τίποτε από τους άλλους ανθρώπους. Απ’ τη λάσπη είναι όλοι πλασμένοι, απ’ τη λάσπη είσαι κι εσύ. Για δες, ταλαίπωρε, τη γη! Κι εσύ «γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γεν. γ’ 19). 
Να σκέφτεσαι πως είσαι αμαρτωλός και θα κριθείς. «Πρόσεχε σεαυτῷ» (Δευτερ. ιε’ 9) και «νῆφε ἐν πᾶσι» (Β’ Τιμ. δ’ 5). Θρήνησε, άθλιε, για την αιώνια πικρή κόλαση, όπου θα κατακαίγεσαι για τις αμαρτίες σου! Αυτά να στοχάζεσαι, αυτά να μελετάς συνεχώς, και να μην κομπάζεις λέγοντας «είμαι ενάρετος», «είμαι δίκαιος», «είμαι συνετός»... Γιατί μ’ αυτές τις αλαζονικές αυταπάτες κρατάς τον Θεό μακριά σου.
Έτσι ελέγχοντας αυστηρά τον εαυτό του ο δίκαιος, πολεμούσε αποτελεσματικά το πνεύμα της κενοδοξίας. 


Ένας ασκητής επίσκοπος: Όσιος Νήφων επίσκοπος Κωνσταντιανής, 
έκδ. Ι.Μ. Παράκλητου

Τα βήματα που μετράει ο άγιος άγγελος…



Κάποτε τον Άγιο Νήφων (Επίσκοπος Κωνσταντιανής της κατ’ Αλεξάνδρειαν) τον βασάνισε ο εξής λογισμός:
«Μήπως, αντί να τρέχω στους ναούς, είναι καλύτερα να κάθομαι σ’ ένα μέρος και να ζητάω το έλεος του Θεού;».
Δεν άργησε ο φιλάνθρωπος Θεός να του αποκαλύψει, ότι κάθε φορά πού ένας άνθρωπος πάει σε εκκλησία για να προσευχηθεί, είτε μέρα είναι είτε νύχτα, τα βήματά του μετριούνται από τούς αγίους αγγέλους, για να μετατραπούν σε ουράνιο μισθό την ημέρα της Κρίσεως.
Είπε πάλι: Ο Θεός δεν κρίνει τον χριστιανό, επειδή αμαρτάνει, αλλά επειδή δεν μετανοεί. Γιατί το να αμαρτάνει κανείς και να μετανοεί είναι ανθρώπινο, ενώ το να μη μετανοεί είναι γνώρισμα του διαβόλου και των δαιμόνων του. Επειδή δεν ζούμε συνεχώς στη μετάνοια γι΄ αυτό θα κριθούμε.

-Θεέ μου, «ἐλέησόν με, τόν παραπεσόντα»*!


-Θεέ μου,
«ἐλέησόν με, τόν παραπεσόντα»*!
Μή μ’ ἀποστραφεῖς,
τόν ταπεινωμένο καί ντροπιασμένο,
τόν φτωχό, τόν ταλαίπωρο, τόν μετανοημένο,
ἀλλά σπλαχνίσου με,
σάν πολυέλεος καί πολυεύσπλαχνος.
Ἐσύ βέβαια ξέρεις, ἀγαθέ, καί φιλάνθρωπε,
τήν ἀνθρώπινη ἀσθένεια
καί τήν εὐτέλεια καί τήν ταλαιπωρία.
«Ἴασαί με, Κύριε, καὶ ἰαθήσομαι»31,
και μέ τή χάρη Σου θά διορθωθῶ στό νοῦ
καί θ’ ἀποκτήσω διάκριση τῶν λογισμῶν,
γιά νά μπορέσω νά ξεφύγω
ἀπ’ τ’ ἄνομα κρυφά μου πάθη-
«καὶ ἀπὸ ἀλλοτρίων φεῖσαι τοῦ δούλου σου»32.


31.Ἱερ. 17:14.
32.Ψαλμ. 18:1.
* Βλ. Κοντάκιο Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς


Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
(σελ.82-88)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004


Ἡ σημασία τῆς μετάνοιας.



Συνήθιζα νά τόν ἐπισκέπτομαι συχνά. Μιά μέρα λοιπόν, ὅταν πῆγα, τόν βρῆκα νά διαβάζει. Χάρηκε, ὅπως πάντα, πού μέ εἶδε. Σηκώθηκε, μέ ἀσπάσθηκε κι ἔκανε νά ξαναπιάσει τό βιβλίο. Ἐγώ ὅμως εἶχα πάει ἐκεῖ γιά ν’ ἀκούσω λόγο ψυχωφελή ἀπ’ τό στόμα του. Γι’ αὐτό τόν παρακάλεσα νά διακόψει τή μελέτη του καί νά μοῦ μιλήσει γιά τή μετάνοια. 

Χωρίς νά πολυσκεφτεῖ, μοῦ λέει:

-Πίστεψέ με, ἀδελφέ, ὅτι ὁ ἀγαθός Θεός μας δέν θά κρίνει τό χριστιανό ἐπειδή ἁμάρτησε.
Ξαφνιάστηκα. Μ’ ὅλο μου τό σεβασμό ἀπέναντί του, τόλμησα ν’ ἀντιδράσω.
-Δηλαδή, καταπώς λές, οἱ ἁμαρτωλοί δέν θά κριθοῦν; Μ’ ἄλλα λόγια, δέν ὑπάρχει κρίση;
Χαμογέλασε αἰνιγματικά.
-Ὑπάρχει καί παρϋπάρχει!
-Τότε ποιός θά κριθεῖ;
-Ἄκου, παιδί μου, νά σοῦ ἐξηγήσω. Δέν κρίνει ὁ Θεός τό χριστιανό γιατί ἁμάρτησε, ἀλλά γιατί δέν μετανοεῖ. Τό ν’ ἁμαρτάνει κανείς καί νά μετανοεῖ, εἶναι ἀνθρώπινο. Τό νά μή μετανοεῖ, ὅμως, εἶναι γνώρισμα τοῦ διαβόλου καί τῶν δαιμόνων του. Γι’ αὐτό λοιπόν, παιδί μου, θά κριθοῦμε. Γιατί δέν ζοῦμε συνεχῶς μέσα στή μετάνοια. 
Καί παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τή συζήτησή μας ἐκείνη, μοῦ διηγήθηκε μέ πολλή ἐνάργεια ἕνα θαυμάσιο γεγονός, πού, ἀκούγοντάς το καί μόνο, τά χάνει κανείς μέ τήν ἄφατη φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου.
Λίγο καιρό ἀφότου ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τόν εἶχε ὁδηγήσει γιά πρώτη φορά στή μετάνοια, βρισκόταν, λέει, σέ μιά περιοχή, πού λέγεται «τοῦ Ἀριστάρχου», καί ἀναλογιζόταν τίς ἁμαρτίες του. Ἔνιωσε ὅπως ὁ ἄσωτος γιός τῆς παραβολῆς. Ξαφνικά ἀπό μιά ἐσωτερική παρόρμηση, λέει στόν ἑαυτό του:
-Σήκω, ἁμαρτωλέ Νήφων, καί πήγαινε στήν ἐκκλησία, νά ἐξομολογηθεῖς τίς ἁμαρτίες σου στό Θεό. Δέν ξέρεις ἄν θά ζεῖς αὔριο. Βιάσου λοιπόν! Κουράστηκε νά σέ προσμένει ἐκεῖ ὁ πολυεύσπλαχνος Θεός, καρτερώντας τή μετάνοιά σου.
Δέν κατάλαβε γιά πότε ἔφτασε στό ναό. Λές κι εἶχαν φτερά τά πόδια του. Στάθηκε στά πρόθυρα. Στράφηκε στ’ ἀνατολικά, σήκωσε τά χέρια του ψηλά κι ἔκφραξε μέ στεναγμούς:

-Δέξου, Πατέρα, τόν νεκρό,
Πού ’χασε τήν ψυχή του
Δέξου τό καταγώγιο τῶν ἁμαρτιῶν,
τόν βλάσφημο καί τόν πονηρό,
τόν ἀδιάντροπο καί τόν αἰσχρό,
τόν μολυσμένο καί στό σῶμα καί στήν ψυχή.
Δέξου με, τόν βυθισμένο
σ’ ὅλες τίς δαιμονικές κακίες.
Ἐλέησέ με, τόν μοιχό,
τόν πόρνο καί τόν παιδοφθόρο,
τόν κλέφτη καί τόν παραβάτη,
τῆς ἁμαρτίας τό σίχαμα.
Ἐλέησέ με, τοῦ ἐλέους
ἡ πλούσια κι ἀστείρευτη πηγή.
Μήν ἀποστρέψεις ἀπό μένα
τό πρόσωπό Σου τ’ ἀγαθό.
Μήν πεῖς, Δέσποτα:
‟Ποιός εἶσαι τάχα; Δέν σέ ξέρω!’’.
Μήν πεῖς: ‟Ποῦ ἤσουνα ὥς τώρα;’’.
Μή μέ περιφρονήσει, τόν καπνό,
τό χῶμα, τή σαπίλα, τή ντροπή,
τό σίχαμα, τήν ἀνομία, τό σκουπίδι,
τῶν πονηρῶν τό λάφυρο
καί τῶν θνητῶν τό σκάνδαλο.
Μή μ’ ἀποστέρξεις, Δέσποτα·
ἔλεος δεῖξε, σῶσε με!
Τό ξέρω δά, φιλάνθρωπε,
ὅτι δέν θέλεις τό χαμό τοῦ ἁμαρτωλοῦ,
μά τήν ἐπιστροφή καί σωτηρία του.
Δέν θά Σ’ ἀφήσω, ἄν δέν μ’ ἐλεήσεις!
Δέν θά Σ’ ἀφήσω, ἄν δέν μέ βοηθήσεις!....

Δέν εἶπε μόνο αὐτά, μά καί πολλά ἄλλα, μέ τήν ψυχή φαρμακωμένη....
Ξάφνου, μιά βροντή ἀκούστηκε ἀπ’ τόν οὐρανό κι ἕνα φῶς, ἀκτινωτό καί φοβερό, ἔλαμψε. Κι ἐκεῖνο τό φῶς ἔγινε σάν ἀγκαλιά, πού ἔκλεισε μέσα της τόν ὅσιο καί τόν ἀσπάσθηκε τρυφερά! Συνάμα μιά γλυκειά, οὐράνια φωνή ἀκούστηκε νά λέει:

-Καλῶς ὅρισε ὁ γιός μου! Καλῶς το, τό παιδί μου, τό πικραμένο μου! Ξαναζωντάνεψε τό παλικάρι μου. Ξαναβρέθηκε τό χαμένο μου. Πῶς ἀναστέναζα, γιέ μου, γιά σένα! Πῶς καιγόταν ἡ καρδιά μου κι ἀδημονοῦσε κι ἔλεγε: ‟Νά, ὥρα τήν ὥρα θά γυρίσει. Κι ἄν ὄχι τό πρωί, σίγουρα ὅμως ὥς τό βράδυ....’’. Πῶς μ’ ἔλιωνε ἡ ἔγνοια σου! ..... Χαρά σ’ ἐμένα τώρα, πού φωτίστηκαν τά μάτια σου, ξανάνιωσε ἡ ψυχή σου, καί ἀπό μόνος σου πιά θά μ’ ὁμολογεῖς χωρίς δισταγμό!

Μέ τά λόγια αὐτά τόν ἀσπάσθηκε πάλι καί χάθηκε στόν οὐρανό. Κι ὁ δίκαιος, ἀπ’ τή γλυκύτητα τοῦ ἀσπασμοῦ, ἔπεσε σάν σέ ἔκστασση.
Μόλις συνῆλθε λίγο, ἄλλο τίποτα δέν μπόρεσε νά κάνει ἤ νά πεῖ, παρά μόνο νά ψελλίσει:
-Δόξα Σοι, ὁ Θεός! Δόξα Σοι!
Καί πάλι:
-Δόξα Σοι, ὁ Θεός!....
Τό ἔλεγε καί τό ξανάλεγε ἀκατάπαυστα μέ τήν καρδιά πλημμυρισμένη ἀπό θεϊκή εὐωδία καί τό στόμα ξέχειλο ἀπό μέλι πνευματικό.
Ὥρα πολλή προσευχόταν μετά ἀπό κεῖνο τόν ἀνέκφραστο ἀσπασμό. Ὕστερα κινησε γιά τό κελλί του σάν χαμένος ἀπ’ τήν ἔκσταση, πού τοῦ προκάλεσε ἡ θεϊκή ἐπίσκεψη. Ἀπό τότε, καθώς ἔλεγε, μέ πολλή εὐκολία καί προθυμία βάδιζε στό δρόμο τοῦ Θεοῦ.
Αὐτό τό παράδοξο καί σχεδόν ἀπίστευτο θαῦμα τό ἄκουσα – μάρτυράς μου ὁ Θεός! - ἀπό τό ἴδιο τό στόμα τοῦ ὁσίου. Μοῦ τό διηγήθηκε μέ δάκρυα καί δέος, ἀλλά καί μέ χαρά πνευματική. Γιατί συνήθιζα νά τοῦ ζητάω ἐπίμονα νά μοῦ διηγεῖται διάφορα περιστατικά ἀπό τή ζωή του. Κι ἐπειδή μ’ ἀγαποῦσε πολύ, ποτέ δέν μοῦ ἔκρυβε τίποτα.
Σάν ἔφτασε λοιπόν στό κελλί του, τό ἴδιο ἐκεῖνο βράδυ, πυρπολημένος ἀπό θεῖο πόθο, ἄρχισε πάλι νά προσεύχεται:

-Θεέ μου, Θεέ μου,
Σύ πού τόν οὐρανό «ἐξέτεινας ὡς δέρριν»22
καί πού τόν καταστόλισες μέ τ’ ἄστρα,
μέ τά σύννεφα, τόν ἥλιο, τή σελήνη,
κι ἐμένα καταστόλισε
μέ κάθε ἀρετή, ἀντί γι’ ἀστέρια.
Τό νοῦ μου φώτισε
μέ τ’ Ἅγιό Σου Πνεῦμα, ἀντί γιά ἥλιο.
Τό εἶναι μου πλημμύρισε
μέ τή σοφία Σου, ἀντί γιά σελήνη.
Μέ τήν πραότητα, τήν ὁσιότητα καί τή δικαιοσύνη
ἀντί γιά νέφη τύλιξέ με.
Περίζωσε τή μέση μου μέ τήν ἀλήθεια Σου.
Τά πόδια μου ἑτοίμασε
γιά τό χαρμόσυνο ἄγγελμα τῆς εἰρήνης Σου.
Θεέ μου, Θεέ μου,
Σύ πού ξεχύνεις πλούσιο στήν πλάση τόν ἀέρα
γιά ν’ ἀναπνέουν οἱ ἄνθρωποι
καί νά ζωογονοῦνται,
ξέχυσε πλούσια μέσα μου τή χάρη καί τή δωρεά
τοῦ Ἁγίου καί ζωοποιοῦ Σου Πνεύματος.
Κάνε με ὁλόκληρο θεόμορφο,
ὁλόφωτο καί καθαρό, σεμνό καί πράο,
γεμάτο χάρη καί ἀλήθεια,
γεμάτο γνώση καί σοφία πνευματική.

Μέ τά τελευταῖα τοῦτα λόγια, ἔλαμψε καί πάλι φῶς οὐράνιο. Τήν ἴδια στιγμή τοῦ παρουσιάστηκε ἄγγελος Κυρίου, κρατώντας ἕνα δοχεῖο γεμάτο μύρο. Ὅλο ἐκεῖνο τό μύρο τοῦ τό ἄδειασε στό κεφάλι. Ἀπό κεῖ κύλησε καί μούσκεψε ὅλο του τό σῶμα. Ὁ τόπος πλημμύρισε εὐωδία...
Τά ροῦχα του μοσχομύριζαν ἀρκετές μέρες, πράγμα πού ἔκανε τούς ἄλλους νά ἀποροῦν. Μερικοί ξεθάρρεψαν καί τόν ρώτησαν:
-Ἀπό τί εἶναι αὐτή ἡ εὐωδία;
Μά ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε:
-Ἐγώ εἶμαι ἀπ’ τά γεννοφάσκια μου βουτηγμένος στίς ἁμαρτίες. Αὐτό τό γνωρίζω καλά. Ὅσο γιά τήν εὐωδία, δέν ξέρω ἀπό τί εἶναι....

22.Πρβλ.Ψαλμ. 103:2.


Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
(σελ.65-70)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004

Ἡ μετάνοια



Τέτοιοι λογισμοί στριφογύριζαν στό νοῦ του, ὥσπου ἔφτασε τό σπίτι. Μπῆκε μέσα μέ τήν καρδιά πλακωμένη ἀπό τή θλίψη κι ἔπεσε στό κρεβάτι. Μά ποῦ νά τόν πάρει ὁ ὕπνος...
‟Ἄς κάνω καμιά προσευχή, μήπως μέ βοηθήσει ὁ Θεός’’, σκέφτηκε καί πῆγε νά σηκωθεῖ.
Μά ὁ διάβολος, καταλαβαίνοντας τό σκοπό του, θέλησε νά τόν ἐμποδίσει. Καί τί ἔκανε; Ἄρχισε νά σπέρνει στήν ψυχή του μεγάλο φόβο, τριβελίζοντάς του τό μυαλό μέ τήν ἑξῆς παράδοξη σκέψη:
‟Ἄν σηκωθεῖς τώρα, μέσα στή νύχτα, νά προσευχηθεῖς, θά πέσεις στά χέρια τοῦ διαβόλου. Καί ἀντί γιά καλό, θά σέ βρεῖ κακό μεγάλο. Θά τρελαθεῖς, θὰ δαιμονιστεῖς, κι ὅλοι θά γελᾶνε μαζί σου!’’.
Αὐτή ἡ σκέψη ἀρχικά ἀναστάτωσε καί φόβισε πολύ τό Νήφωνα. Σύντομα ὅμως κατώρθωσε νά κυριαρχήσει στόν πονηρό λογισμό, λέγοντας μέ τό νοῦ του:

‟Μά καλά, τότε πού ξενυχτοῦσα στίς ἀκολασίες, κανένα κακό δέν ἔπαθα. Καί θά πάθω τώρα, πού θέλω νά προσευχηθῶ στό Θεό; Ἀναθεμά σε, πνεῦμα πονηρό κι ἀκάθαρτο!’’. 
Κι ἐκεῖ, σωριασμένος στό κρεβάτι του, μέσα στό σκοτάδι, ἦρθε σέ συναίσθηση.... Τά μάτια του ἔγιναν βρύσες, ἀπ’ ὅπου ἔτρεχαν δάκρυα πικρά.

-Ὦ Θεέ μου, βογγοῦσε μέ πόνο ψυχῆς. Τί ἤμουνα καί ποῦ κατάντησα! Μακάρι νά ’χα πεθάνει τότε, πού ζοῦσα μέσα στήν εὐσέβεια καί τήν ἀρετή. Τώρα, νά, γέμισα τραύματα καί πληγές τήν ταλαίπωρη ψυχή μου. Ἀλλά, Κύριέ μου, «ἐπί σοὶ ἤλπισα· σῶσόν με ἐκ πάντων τῶν διωκόντων με καὶ ρῦσαί με, μὴ ποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τήν ψυχήν μου, μὴ ὄντος λυτρουμένου μηδὲ σῴζοντος!»6 .

Καί μ’αὐτή τήν ἱκετευτική κραυγή, πετάχτηκε ἀπό τό κρεβάτι του γεμάτος πόθο προσευχῆς. Μά μόλις στράφηκε στ’ ἀνατολικά, ἕνα μαῦρο σύννεφο τόν τύλιξε! Τρομοκρατήθηκε καί παρέλυσε. Δειλία καί φόβος κυρίεψαν πάλι τήν ψυχή του. Πήδησε πάνω στό κρεβάτι του κι ἔμεινε ἐκεῖ, πεσμένος μπρούμυτα, στενάζοντας ἀπό τή μιά γιά τίς ἁμαρτίες του καί συλλογιζέμενος ἀπό τήν ἄλλη τά ἐμπόδια πού τοῦ ἔφερνε ὁ διάβολος....
Μέ τό ξημέρωμα, ἔτρεξε στήν ἐκκλησία. Στάθηκε σέ μιά μισοσκότεινη γωνιά καί βυθίστηκε στήν προσευχή καί τήν ἱκεσία. Σέ μιά στιγμή σήκωσε ψηλά τά μάτια καί εἶδε πάνω ἀπό τό κεφάλι του τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας μας. Στέναξε βαθιά καί ψέλισσε:

-Ἐλέησόν με,
ἡ εὐωδία τῶν χριστιανῶν,
ἡ Κεχαριτωμένη,
ἡ Πανάχραντη,
καί βοήθησέ με,
δοξασμένη,
πλουσιόφωτη,
ἡ ἐλπίδα τῶν μετανοούντων,
«διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος».

Μ’ αὐτά τά λόγια, ἡ Θεοτόκος –παράδοξο!- τόν κοίταξε καί χαμογέλασε! Ὁ Νήφων ἔμεινε σάν ἐκστακτικός, ἐνῶ ἡ καρδιά του πλημμύρισε εὐφροσύνη κι ἄρχισε νά σκιρτάει γλυκά.
‟Τί φιλάνθρωπος πού εἶναι ὁ Θεός!’’, σκέφτηκε. ‟Πόσο μεγάλο τό ἔλεός Του! Πόση ἡ ἀγάπη καί ἡ εὐσπλαχνία Του! Καί πόση ἡ στοργή κι ἡ φροντίδα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου γιά τούς ἁμαρτωλούς πού μετανοοῦν!’’.
Ἤθελε νά καταφιλήσει αὐτή τήν ἁγία εἰκόνα, νά τή σφίξει μέσα στήν ἀγκαλιά του καί νά μήν τήν ἀποχωριστεῖ. Τόσος ἦταν ὁ ἱερός πόθος, πού εἶχε ἀνάψει γι’ αὐτήν μέσα στήν καρδιά του! 
Ὥρα πολλή προσευχήθηκε κι ἔκλαψε κι ἀπόλαυσε τῆς Θεοτόκου τήν αἰσθητή παρουσία. Ὕστερα βγῆκε καί κίνησε γιά τό σπίτι του.

Κάθησε στό κρεβάτι του καί μονολογοῦσε: ‟Εἶδες, ἄθλια ψυχή μου, πόσο μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Θεός; Κι ἐμεῖς Τόν ἐγκαταλείψαμε!.... Καί ἡ Θεοτόκος; Πῶς μᾶς βοήθησε ἀμέσως κι ἐκείνη, ἡ προστασία ὅλων τῶν χριστιανῶν καί ἡ παρηγορία τῶν μετανοούντων;’’.

Ἀποκαμωμένος, καθώς ἦταν, τόν πῆρε γιά λίγο ὁ ὕπνος. Καί νά! Ὁ διάβολος μπροστά του, μεταμορφωμένος σέ κάποιο παιδί, πού μαζί του εἶχε συνηθίσει ν’ ἁμαρτάνει! 
Κάθησε καταντικρύ του καί, μέ τό σαγόνι στηριγμένο στό ἕνα του χέρι, τόν κοίταζε ἐπίμονα, μέ βλέμμα λυπημένο, σκυθρωπό, μά καί ὀργισμένο μαζί.
-Πές μου, γιατί εἶσαι ἔτσι θλιμμένος καί κατσούφης; Τόν ρώτησε ὁ Νήφων.
-Γιατί ἔχεις τρεῖς μέρες πού πῆγες στόν ἀγαπητό σου φίλο Νικόδημο, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος ξεφυσώντας. Τρεῖς μέρες.... Καί σέ ξανακέρδισε ἡ Ἐκκλησία... Αὐτό βλέπω, καί δέν μπορῶ νά τό ἀνεχθῶ. Νά γιατί εἶμαι σέ τέτοιο χάλι....
-Καί γιά τοῦτο ἔχεις πέσει σέ τόση θλίψη; Μά.... αὐτό δέν εἶναι κακό.
Ὁ ἄλλος γύρισε ἀλλοῦ τό πρόσωπό του καί δέν εἶπε τίποτα. 
Τότε ὁ Νήφων ξύπνησε. Ἀμέσως κατάλαβε πώς ὁ διάβολος ἦταν πού τοῦ φανερώθηκε στόν ὕπνο, καί πώς τόν ἔκαιγε ἡ μετάνοιά του.

Τήν ἴδια στιγμή σηκώθηκε καί κίνησε πάλι γιά τήν ἐκκλησία. Πῆγε κατευθείαν τώρα στη σεβάσμια εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Μόλις ἔριξε πάνω της τά μάτια του, ἐκείνη ἀνταποκρίθηκε μέ τό γνωστό καί γλυκύτατο χαμόγελό της! Τί γλύκα ξεχύθηκε στά σπλάχνα του ἀπ’ τό χαμόγελο ἐκεῖνο! Αὐθόρμητα ἄρχισε νά κάνει ἐδαφιαῖες μετάνοιες, προσκυνώντας τή χάρη της. Μά, ὅποτε ἀνασκηκωνόταν καί τήν ἀτένιζε, τήν ἔβλεπε νά τοῦ χαμολγελάει σά νά ’ταν ζωντανή….

Μίαν ἄλλη μέρα, καθώς ἐρχόταν πάλι στήν ἐκκλησία, βλέπει στό δρόμο κάποιον ἄνθρωπο ν’ ἁμαρτάνει. Εὐθύς τόν κατέκρινε μέσα του γι’ αὐτό. Ὅταν ὅμως φτάνοντας στό ναό, πλησίασε τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, εἶδε τήν Πανάχραντη νά τόν παρατηρεῖ πρῶτα βλοσυρά, κι ἔπειτα νά στρέψει τό βλέμμα της μακριά του.
Ὁ Νήφων συγκλονίστηκε. Τά πόδια του κόπηκαν. Γονάτισε καί εἶπε μέ τό νοῦ του:
‟Ἀλίμονό μου! Τί κακό ἔκανα;..... Φαίνεται πώς ἡ ἁμαρτία τόσο πολύ μέ κυρίεψε, πού δέν ἔχω συναίσθηση τῶν παραπτωμάτων μου. Σέ τί ἔφταιξα, καί μ’ ἀποστρέφεται ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου μου;....’’.
Ἔστιβε τό μυαλό του γιά νά θυμηθεῖ σέ τί ἁμάρτησε. Ὥσπου τό θυμήθηκε. Εἶχε κατακρίνει μέ τό λογισμό του ἐκεῖνον τόν διαβάτη.
Στέναξε βαθιά.
-Θεέ μου, ἱκέτεψε μέ δάκρυα, ὁμολογώντας τήν ἁμαρτία του. Συγχώρεσέ με, μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας Μητέρας σου. Σοῦ ἅρπαξα, Κύριε, τή δόξα καί τήν ἀξία, κατακρίνοντας τόν πλησίον γιά τήν μικρή του ἁμαρτία. «Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, ἐλέησόν με, ὅτι ἐπὶ σοὶ πέποιθεν ἡ ψυχή μου!»7.

Μετά ἀπό πολλή προσευχή καί δάκρυα καί συντριβή, παρατηρεῖ πάλι τήν εἰκόνα, καί τή βλέπει χαμογελαστή ὅπως πρῶτα. Ἔτσι παρηγορημένος καί ἀνακουφισμένος, εὐχαρίστησε θερμά τή Θεοτόκο καί βγῆκε ἀπό τό ναό.
Ἀπό τότε πολλές φορές, ὅποτε ἔπεφτε σέ κάποιο ἀκούσιο σφάλμα, ἐλεγχόταν ἀπό τή Θεοτόκο μέ τόν ἴδιο τρόπο. Καί μετανοοῦσε, ἔπαιρνε συγχώρηση κι ἀγωνιζόταν νά διορθωθεῖ. 
6.Ψαλμ. 7:2-3.
7.Ψαλμ. 56:1
Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
(σελ.26-26)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004