.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΓΙΑΤΙ “ΚΟΙΝΩΝΑΜΕ”;

Ἡ Θεία Εὐχαριστία δὲν εἶναι μία πράξη ἀτομικῆς εὐσέβειας. Δὲν κοινωνοῦμε ἁπλῶς γιὰ νὰ γίνουμε καλύτεροι, γιὰ νὰ πάρω ἐγὼ τὸν Χριστὸ μέσα μου, ὁ καθένας ξεχωριστά· ὁ σκοπὸς τῆς κοινωνίας, ὁ σκοπὸς ποὺ ὅρισε ὁ Χριστὸς νὰ κοινωνοῦμε, δὲν εἶναι μόνον αὐτός: ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ πραγματώσουμε τὴν Ἐκκλησία, νὰ κτίσουμε τὴν Ἐκκλησία, στὶς φλέβες τοῦ καθενὸς ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ρέει τὸ ἴδιο αἷμα, τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι τὸ αἷμα τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, κάνοντάς μας ἔτσι ἕνα σῶμα, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Θεία Εὐχαριστία λοιπόν, ἡ Λειτουργία μὲ τὴν ὁποία τελεῖται ἡ Θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἡ ἐν τόπῳ καὶ ἐν χρόνῳ ἔκφραση καὶ πραγμάτωση τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἶναι ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου σημαίνεται ἡ Ἐκκλησία καὶ σώζεται ὁ ἄνθρωπος· καὶ ἐφ᾽ ὅσον ἡ Ἐκκλησία οἰκοδομεῖται ἀπὸ τοὺς μετέχοντες στὴ Θεία Εὐχαριστία, αὐτοὶ γίνονται «λίθοι ζῶντες» (Α´ Πέτρ. β´ 5), μὲ τοὺς ὁποίους οἰκοδομεῖται αὐτὸ τὸ πνευματικὸ οἰκοδόμημα, ἡ θεία οἰκοδομὴ («Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε», Α´ Κορ. γ´ 9). Μία οἰκοδομή, τῆς ὁποίας θεμέλιο εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, ποὺ τοὺς ἔθεσε ὁ Χριστὸς ὡς θεμέλιο, καὶ γι᾽ αὐτὸ ὀνομάζουμε ἀποστολικὴ τὴν Ἐκκλησία. […]

Τὸ κυριότερο συμπέρασμα ἐκ τῶν λεχθέντων μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στὴν προαναφερθεῖσα φράση τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, ὅτι «ἡ Ἐκκλησία σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις». 
Καὶ τὸ βασικότερο μυστήριο, τὸ ἕνα μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία. 
Ἡ Ἐκκλησία δομεῖται μὲ τὴν Θεία Εὐχαριστία καὶ ἡ Θεία Εὐχαριστία «σημαίνει» τὴν Ἐκκλησία. Πηγαίνουμε στὴν Ἐκκλησία ὄχι γιὰ νὰ «παρακολουθήσουμε ἐν κατανύξει», ἀλλὰ γιὰ νὰ κοινωνήσουμε
Ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα ὅλης τῆς Λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ ὅλης τῆς ἑβδομάδας ποὺ πέρασε καὶ ὅλης τῆς ζωῆς μας ποὺ πέρασε μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμή. Ὅλα αὐτὰ κορυφώνονται στὴ στιγμὴ ποὺ κοινωνεῖ ὁ λαὸς καὶ γίνεται λαὸς τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερέας ἀμέσως μετὰ τὴν Θεία Κοινωνία λέει: «Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου». Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα, τὸ τέλος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς καινῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, καὶ συγχρόνως ἡ δομικὴ πράξη, μὲ τὴν ὁποία κτίζεται ἡ Ἐκκλησία. 
Δὲν ἀρκεῖ νὰ παρακολουθοῦμε, ἔστω ἐν κατανύξει, ἂν δὲν μετέχουμε ἐν κατανύξει στὴν Θεία Εὐχαριστία.

Τέλος, διὰ τῆς βρώσεως τῆς Θείας Εὐχαριστίας αἴρονται οἱ συνέπειες τῆς βρώσεως ποὺ ἔβγαλε τοὺς Πρωτοπλάστους ἀπὸ τὸν παράδεισο. Διὰ τῆς μετοχῆς στὸ Δεῖπνο τῆς Θείας Εὐχαριστίας γινόμαστε μέτοχοι κάποιου ἄλλου δείπνου, τοῦ ἐσχατολογικοῦ δείπνου, στὸ ὁποῖο μᾶς ἐκάλεσε ὁ Θεὸς (πρβλ. παραβολὴ Μεγάλου Δείπνου). 
Μᾶς καλεῖ νὰ μετάσχουμε στὸ δεῖπνο ἐκεῖνο: «ἔνθα ὁ τῶν ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καὶ ἡ ἀπέραντος ἡδονὴ τῶν καθορώντων τοῦ σοῦ προσώπου τὸ κάλλος τὸ ἄρρητον. Σὺ γὰρ εἶ τὸ ὄντως ἐφετόν, καὶ ἡ ἀνέκφραστος εὐφροσύνη τῶν ἀγαπώντων σε, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν… ». 
Αὐτὸ τὸ κάλλος τὸ ἄρρητο τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ θὰ δοῦν ὅσοι θὰ βρίσκονται στὰ δεξιά Του, κατὰ τὴν παραβολὴ τῆς μελλούσης κρίσεως, αὐτὴ τὴν θέα τοῦ ἀρρήτου κάλλους τοῦ Θεοῦ θὰ ἀξιωθοῦν οἱ φίλοι του νὰ ἀπολαύσουν.

Ἀπόσπασμα μελετήματος 
τοῦ Γεωργίου Γ. Γαλίτη
Ἡ Ἐκκλησία ὡς χορηγός τῆς σωτηρίας
στὸν τόμο «Ἀποκάλυψη καὶ Ἐκκλησία»
ἔκδ. Ἱ. Μητροπόλεως Ἠλείας,
Πύργος 2006, σελ. 56 ἑπ.

Περί της Εν Χριστώ Ζωής

Λόγος πρώτος: «Η εν Χριστώ ζωή πραγματοποιείται με τα Ιερά Μυστήρια Βαπτίσματος, του Χρίσματος και της θείας Κοινωνίας»
Μ’ αυτά ο άνθρωπος γεννιέται, μορφοποιείται και συνάπτεται με το Σωτήρα του. Ειδικά, με το πρώτο μυστήριο ο άνθρωπος εισάγεται στη ζωή. Το χρίσμα, στη συνέχεια, προσφέρει την κατάλληλη ενέργεια γι’ αυτή τη ζωή. Τέλος, η θεία Ευχαριστία συντηρεί και διατηρεί τη ζωή. Και τα τρία δημιουργούν σχέση υιοθεσίας και φιλίας μεταξύ των ανθρώπων και του Θεού, καταργώντας μια και για πάντα τη δουλική σχέση. Με τη συμμετοχή σ’ αυτά εξευτελίζεται ο διάβολος κι εγκαινιάζεται αγαπητική σχέση με το Χριστό...

Λόγος δεύτερος: «Η συμβολή του Αγίου Βαπτίσματος στην εν Χριστώ ζωή»
Το βάπτισμα είναι αρχή βίου και βάση και θεμέλιο ζωής. Γι’ αυτό και θεωρείται η ονομαστήρια ημέρα των πιστών και καθώς είναι φώτισμα μας φέρνει σε άμεση επικοινωνία με το Φως. Βυθιζόμενος – αναδυόμενος από την κολυμβήθρα ο άνθρωπος, γεννιέται αληθινά και γίνεται παιδί του Θεού: του Πατέρα που συμφιλιώθηκε, του Υιού που συμφιλίωσε και του Αγίου Πνεύματος που προσφέρθηκε ως δώρο, όταν συμφιλιωθήκαμε.

Λόγος τρίτος: «Ποιά η συμβολή του Αγίου Μύρου στην εν Χριστώ ζωή»
Το Άγιο Μύρο είναι η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος που χαρίζει στον κάθε βαπτιζόμενο πιστη, προσευχή, αγάπη, σωφροσύνη, ταπεινοφροσύνη, δικαιοσύνη, φιλανθρωπία και γενικά κάθε είδους αρετή.

Λόγος τέταρτος: «Η συμβολή του Μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας στην εν Χριστώ ζωή»
Η βρώση του Σώματος και η πόση του Αίματος του Χριστού ενοικίζει τους ανθρώπους στο Χριστό και το Χριστό στους ανθρώπους. Υπάρχει μεγαλύτερη μακαριότητα; Αυτή η ένωση του ανθρώπου με το Χριστό έχει διπλό αποτέλεσμα: άφεση αμαρτιών και κληρονομία της Ουράνιας Βασιλείας. Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστικό ότι το μυστήριο της Μετάνοιας δνε ενεργοποιείται, άν δεν υπάρξει συμμετοχή στο μυστικό τραπέζι του Χριστού. Έτσι ο άνθρωπος φωτίζεται, καθαρίζεται κι ενισχύεται στον αγώνα του κατά του πονηρού και των παθών. Αυτός είναι και ο λόγος της συνεχούς συμμετοχής στο Μυστήριο των Μυστηρίων.

Λόγος πέμπτος: «Ποιά η συμβολή του καθαγιασμού του ιερού θυσιαστηρίου στην εν Χριστώ ζωή»
Η Αγία Τράπεζα είναι ο χώρος αφόρμησης των Μυστηρίων. Γι’ αυτό και δίνεται ιδιαίτερη σημασία στον καθαγιασμό της: ο λευκός χιτώνας του επισκόπου, το γονάτισμα του, το πλύσιμο της με ζεστό νερό, το μύρωμα της, η επικάλυψη της με άσπρο σεντόνι και πολύτιμα καλύμματα έχουν όλα το βαθύτερο συμβολισμό τους. Μα, πάνω απ’ όλα, η τοποθέτηση λειψάνων μαρτύρων και το άναμμα της ακοιμήτης κανδήλας την ετοιμάζουν για την ιερουργία των Τιμίων Δώρων. Όλα συμβολίζουν το αληθινό θυσιαστήριο.

Λόγος έκτος: «Πως θα διαφυλάξουμε την εν Χριστώ ζωή που λάβαμε από τα μυστήρια»
Ο άνθρωπος παίρνει με τα Μυστήρια το δώρο της ζωής. Αλλά, για να συνεχίσει να ζει, χρειάζεται να καταβάλει και προσωπική προσπάθεια: είναι ανάγκη να τηρεί τις εντολές του Χριστού ως ρυθμιστικό παράγοντα της επίγειας ζωής του, να προσέχει ακοιμήτως, να προσεύχεται αδιαλείπτως, να μελετά το λόγο του Θεού συνεχώς. Κι όλα τούτα, για να ελέγχει τους λογισμούς και τις επιθυμίες του. Γιατί ο άνθρωπος, αμαρτάνοντας, γίνεται αχρείος ενώπιον του Θεού αλλά και του εαυτού του. Πρότυπο του κάθε πιστού άς είναι μονίμως ο Χριστός, για να μπορεί να επιδίδεται στην άσκηση της αρετής καταξιώνοντας τον εαυτό του κι αφθαρτίζοντας τον.

Λόγος έβδομος: «Σε ποιά κατάσταση φθάνει ο μυημένος, όταν διαφυλάξει με τη δική του προσπάθεια τη Χάρη που έλαβε από τα Μυστήρια»
Όσοι παίρνουν τα δώρα της χάριτος έχουν αγαθή θέληση ψυχής στραμμένη προς το Θεό, το μοναδικό στοιχείο που συνιστά τη μακαρία ζωή. Η οδός των Μυστηρίων είναι η μόνη οδός η οποία προετοιμάζει τον άνθρωπο για τη μέλλουσα ζωή, αφού, προηγουμένως, αποστραφεί την αμαρτία. Φυσικά, ο πιστός φοβάται για τα δεινά που επίκεινται στους ασεβείς, αλλά ελπίζει κι αγαπά το Θεό και το αγαθό. Απ’ αυτό το τελευταίο, ο πιστός μετέχει διαρκώς στη χαρά, γιατί, στην ουσία, χαίρεται με τα θεία αγαθά στα οποία συνυπάρχει ο Θεός. Ο μυημένος αγαπά και μένει στο Θεό κι ο Θεός σ’ αυτόν. Καρπός αυτής της αγάπης είναι η μίμηση του Χριστού. Η ζωή της Χάριτος είναι η όντως ζωή.

Αγίου Νικολάου Καβάσιλα

'Έτι προσφέρομεν σοι την λογικήν ταύτην λατρείαν υπέρ...


 

Λίγο μετά το Μυστήριο των Μυστηρίων,την επίκληση του Αγίου Πνεύματος και τον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, ακολουθούν οι Ικετευτικές Δεήσεις.
''Έτι προσφέρομεν σοι την λογικήν ταύτην λατρείαν υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριαρχών,
Προφητών, Αποστόλων, Κηρύκων, Ευαγγελιστών, Μαρτύρων,
Ομολογητών, Εγκρατευτών και παντός πνεύματος δικαίου εν πίστει τετελειωμένου''
Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τονίζει πως οι Άγιοι είναι οι κατεξοχήν αφορμές ευχαριστίας προς τον Θεό. Είναι οι λόγοι που ευχαριστούμε τον Θεό και γι'αυτό ο ιερέας με την εν λόγω ευχή δεν προσεύχεται για εκείνους αλλά ζητάει τις δικές τους προσευχές μέσω αυτής της δέησης που είναι κατά βάση ευχαριστιακή.
Αν λοιπόν, ευχαριστούμε τον Θεό για τους αγίους του, πόσο μάλλον θα πρέπει να τον ευχαριστούμε για εκείνη που ξεπέρασε κάθε όριο αγιοσύνης; 
Για εκείνη που έγινε όχι απλώς Μητέρα του Θεού αλλά κραταιά σκέπη ολόκληρης της Οικουμένης. Για εκείνη, που στα χέρια της βάσταξε την Αρχή και το Τέλος του Κόσμου. 
Για Εκείνη

Η μελέτη των ευεργεσιών και της αγάπης του Θεού

Κάθε πράξη ξεκινᾶ ἀπό τήν ἐπιθυμία καί κάθε ἐπιθυμία ἀπό τόν λογισμό. Γι’ αὐτό πρέπει νά προσπαθήσουμε νά ἀποσπάσουμε τόν ὀφθαλμό τῆς ψυχῆς ἀπό τά μάταια καί νά ἔχουμε τήν καρδιά μας γεμάτη καλούς λογισμούς, γιά νά μη μείνη σέ αὐτήν χῶρος γιά τούς κακούς.

Πολλά εἶναι ἐκεῖνα πού ἀξίζει νά γίνουν ἀντικείμενο μελέτης, ἐργασία τῆς ψυχῆς, τρυφή καί ἐνασχόληση τοῦ νοῦ. Τό γλυκύτερο ὅμως καί ὠφελιμώτερο ὅλων – καί νά τό λέμε καί νά τό σκεπτώμαστε – εἶναι τό νόημα τῶν Μυστηρίων καί ὁ πλοῦτος πού λάβαμε ἀπό αὐτά: 
Σέ ποιά κατάσταση βρισκόμασταν πρίν βαπτισθοῦμε καί τί γίναμε μετά τό Βάπτισμα καί τήν μετοχή μας στα Μυστήρια. Ποῦ ἤμασταν ὑποδουλωμένοι καί πῶς ἀπελευθερωθήκαμε καί κερδίσαμε τήν Βασιλεία. Ποια ἀπό τά ἀγαθά μᾶς ἔχουν ἤδη δοθῆ καί ποιά μᾶς ἐπιφυλάσσονται. Καί τό κυριώτερο, ποιός μᾶς τά χορηγεῖ ὅλα αὐτά, πόσο ὡραῖος καί ἀγαθός εἶναι, πῶς ἀγάπησε τό γένος μας καί πόσο μεγάλος εἶναι ὁ ἔρωτάς Του γιά τόν ἄνθρωπο. Ὅταν αὐτά κυριεύσουν τόν νοῦ καί τήν ψυχή μας, δύσκολα θά στρέψουμε σέ κάτι ἄλλο τόν λογισμό μας ἤ τήν ἐπιθυμία μας. Τόσο ὡραῖα, τόσο θελκτικά εἶναι αὐτά.

Γιατί καί οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ ὑπερέχουν σέ πλῆθος καί σέ μέγεθος, καί ἡ ἀγάπη πού Τόν ὤθησε σέ αὐτές εἶναι ἀσύλληπτη ἀπό τόν ἀνθρώπινο νοῦ. Καί, ὅπως ὅταν ἡ άγάπη δέν χωράη μέσα στόν ἄνθρωπο καί ξεχειλίση, τόν βγάζει ἀπό τόν ἑαυτό του, ἔτσι καί τόν Θεό Τόν «ἐκένωσεν» ὁ ἔρωτάς Του γιά τούς ἀνθρώπους. Δέν μένει στό θεϊκό Του ὕψος προσκαλώντας κοντά Του τόν δοῦλο πού ἀγάπησε, ἀλλά κατεβαίνει ὁ Ἴδιος καί τόν ἀναζητεῖ. Φθάνει ὁ Πλούσιος μέχρι τήν τρώγλη τοῦ πτωχοῦ καί ἀπό κοντά τοῦ δείχνει τήν ἀγάπη Του καί τοῦ ζητᾶ τήν δική του. Καί, ἐνῶ ὁ πτωχός ἀπαξιοῖ, Ἐκεῖνος δέν φεύγει οὔτε δυσανασχετεῖ γιά τήν προσβολή. Καί, ἐνῶ Τόν διώχνει, Ἐκεῖνος στέκεται ἐπίμονα ἔξω ἀπό τήν πόρτα καί κάνει τά πάντα, γιά νά τοῦ δείξη τόν ἔρωτά Του: Πάσχει, ὑπομένει, πεθαίνει.

Δύο εἶναι αὐτά πού φανερώνουν καί δοξάζουν τόν ἐραστή: 
Νά εὐεργετῆ μέ ὅποιον τρόπο μπορεῖ τό πρόσωπο πού ἀγαπᾶ, καί νά προτιμᾶ νά πάσχη γι’ αὐτό δεχόμενος, ἄν χρειασθῆ, καί πληγές. Τό δεύτερο ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς πολύ μεγαλύτερη ἀπόδειξη ἀγάπης. Γιά τόν Θεό ὅμως, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἀπαθής, ἦταν ἀδύνατον κάτι τέτοιο. Μποροῦσε βέβαια ὡς φιλάνθρωπος νά εὐεργετῆ τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ἦταν τελείως ἀδύνατον νά δεχθῆ πληγές γιά χάρη τοῦ ἀνθρώπου. Καί ἐνῶ ἦταν ἄπειρη ἡ ἀγάπη Του γιά τόν ἄνθρωπο, δέν ὑπῆρχε ἐκεῖνο πού θα μποροῦσε νά τήν φανερώση. Ἔπρεπε ὅμως νά μη μένη ἄγνωστη ἡ ὑπερβάλλουσα ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά μᾶς δώση νά τήν γευθοῦμε καί νά μᾶς δείξη ὅτι μᾶς ἀγαπᾶ μέ τόν σφοδρότερο ἔρωτα. Γι’ αὐτό προετοιμάζει καί πραγματοποιεῖ τήν κένωση αὐτή. Οἰκονομεῖ νά πάθη καί νά πονέση, γιά νά μᾶς πείση ὅτι ὄντως ἄμετρα μᾶς ἀγαπᾶ καί νά ἐπαναφέρη ἔτσι κοντά Του τόν ἄνθρωπο, πού εἶχε ἀπομακρυνθῆ ἀπό τόν Ἀγαθό Θεό, ἐπειδή εἶχε πιστέψει ὅτι Ἐκεῖνος τόν μισοῦσε.

Ἀλλά τό πιό παράδοξο ἀπό ὅλα εἶναι αὐτό: Ὄχι μόνον ὅταν ἔπασχε καί ἀπέθνησκε μέσα στις πληγές, δέχθηκε ὁ Χριστός τό Πάθος καρτερικά, ἀλλὰ καί μετά τήν ἀνάστασή Του, ὅταν ἐλευθερώθηκε τό Σῶμα Του ἀπό τήν φθορά, ἐξακολουθεῖ νά φέρη τις πληγές καί διατηρεῖ τίς οὐλές. Μέ αὐτές ἐμφανίζεται στα μάτια τῶν Ἀγγέλω­ν· στολίδι Του τις θεωρεῖ καὶ χαίρεται νά δείχνη ὅτι ὑπέμεινε δεινά. Καί, ἐνῶ ἀπέβαλε ὅλα τά τοῦ σώματος – γιατί τό Σῶμα Του εἶναι πλέον πνευματικό καὶ δέν ἔχει οὔτε βάρος οὔτε πάχος οὔτε κάτι ἄλλο σωματικό[1] – , τά τραύματα ὅμως δέν τά ἀπέβαλε οὔτε ἐξήλειψε τις πληγές, ἀλλὰ θέλησε νά τις διατηρήση ἀπό ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο. Διότι μὲ αὐτές βρῆκε τόν ἀπωλεσμένο καὶ μὲ τὸ κέντημα τῆς λόγχης κατέκτησε τὸν ἀγαπημένο.

Ἀλλιῶς, πῶς θα ἦταν λογικό νά παραμένουν τά ἴχνη τῶν πληγῶν σέ σῶμα ἀθάνατο, ὅταν ἀκόμη καί ἀπό θνητά και φθαρτά σώματα συχνά τά ἐξαλείφει ἡ ἰατρική καί ἡ φύση; Ἀλλά εἶναι φανερό ὅτι ὁ Χριστός ἐπιθυμοῦσε νά πονέση πολλές φορές γιά χάρη μας. Καί, ἐπειδή αὐτό δέν ἦταν δυνατόν – γιατί τό Σῶμα Του εἶχε μιά γιά πάντα διαφύγει τήν φθορά, ἀλλά καί γιατί λυπόταν τούς ἀνθρώπους πού θα Τόν πλήγωναν – , γι’ αὐτό θέλησε νά διατηρήση τουλάχιστον τά σημεῖα τοῦ σφαγιασμοῦ Του καί νά φέρη πάντοτε τά τραύματα πού, ὅταν σταυρώθηκε, σημάδεψαν τό Σῶμα Του. Καί τό ἔκανε αὐτό, γιά νά εἶναι πάντοτε φανερό ὅτι γιά τούς δούλους σταυρώθηκε καί κεντήθηκε στήν πλευρά, καί νά κοσμοῦν τά τραύματα αὐτά μαζί μέ τήν ἄρρητη ἐκείνη λάμψη τόν Βασιλιά.

Τι θα μποροῦσε νά συγκριθῆ μέ τήν ἀγάπη αὐτή; Τί ἀγάπησε ποτέ ἄνθρωπος τόσο πολύ; Ποιά μητέρα ὑπῆρξε τόσο τρυφερή; Ποιός πατέρας τόσο στοργικός; 
Ποιός καταλήφθηκε ἀπό τόσο μανικό ἔρωτα γιά τήν ὀμορφιά κάποιου, ὥστε γιά τήν ἀγάπη του αὐτήν ὄχι μόνον νά ἀνεχθῆ νά πληγωθῆ ἀπό τόν ἀγαπημένο χωρίς νά παύση νά ἀγαπᾶ τόν ἀχάριστο, ἀλλά καί νά θεωρῆ τά τραύματα αὐτά πολυτιμότερα ἀπό ὁτιδήποτε ἄλλο;

Καί ὅμως, ὅλα αὐτά δείχνουν ὄχι μόνο τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀλλά καί τήν μεγάλη τιμή πού μᾶς ἔκανε, καθόσον ἀπόδειξη ὕψιστης τιμῆς ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς τό ἑξῆς: Ὄχι μόνο δέν νιώθει ντροπή πού ἀνέλαβε τήν άσθένεια τῆς φύσεώς μας, ἀλλά καί κάθεται στόν βασιλικό θρόνο φέροντας τούς μώλωπες πού κληρονόμησε ἀπό αὐτήν. Καί δέν ἀξίωσε τέτοιας τιμῆς γενικά τήν ἀνθρώπινη φύση ἀδιαφορώντας γιά τόν καθένα χωριστά, ἀλλά μᾶς καλεῖ ὅλους νά λάβουμε τό στέμμα αὐτό. Μᾶς ἐλευθέρωσε ὅλους ἀπό τήν δουλεία, μᾶς κατέστησε ὅλους υἱούς. Ἄνοιξε γιά ὅλους τόν οὐρανό, μᾶς ὑπέδειξε τόν δρόμο πού πρέπει νά ἀκολουθήσουμε, μᾶς δίδαξε πῶς νά πετάξουμε, καί ἐπιπλέον, μᾶς ἔδωσε καί φτερά. Καί δέν ἀρκέσθηκε σέ αὐτό, ἀλλά καί μᾶς καθοδηγεῖ ὁ Ἴδιος καί μᾶς στηρίζει καί μᾶς παρακινεῖ, ὅταν ραθυμοῦμε.

Καί δέν ἀνέφερα ἀκόμη τό σπουδαιότερο: Ὄχι μόνο βρίσκεται κοντά σ’ ἐμᾶς τούς δούλους ὁ Δεσπότης, ἀλλά καί μᾶς κάνει κοινωνούς τῶν ἀγαθῶν Του. Δέν μᾶς δίνει ἁπλῶς τό χέρι Του, ἀλλά μᾶς προσέφερε ὁλόκληρο τόν Ἑαυτό Του καί μᾶς ἔκανε«ναόν Θεοῦ Ζῶντος»[2]. Χριστοῦ μέλη εἶναι τά μέλη μας. Αὐτῶν τῶν μελῶν τήν Κεφαλή προσκυνοῦν τά Χερουβίμ. Τά πόδια μας, τά χέρια μας ἐξαρτῶνται ἀπό τήν Καρδία Ἐκείνη.


*ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗΣ Λόγοι ἑπτὰ, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 32012, σ. 307, 309, 311, 313.
Ἐπιμέλεια: Μουρατίδης Χρῆστος Δάσκαλος
[1] Ἐδῶ ὁ Ἅγιος ἐννοεῖ τὰ ἀδιάβλητα πάθη, ὅπως πεῖνα, δίψα κ.λπ.
[2] Βλ. Β΄ Κορ. 6,16

http://www.enromiosini.gr

Ἡ Θεία Λειτουργία



Ὁ ρῶσος συγγραφέας Νικολάϊ Βασίλιεβιτς Γκόγκολ στοχαζόμενος στήν θεία Λειτουργία ἔγραφε «Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι, σύμφωνα μέ μία θεώρηση, ἡ διαρκής ἐπανάληψη τῆς ὑπέρτατης ἐκδηλώσεως ἀγάπης, πού φανερώθηκε “ ἐφ᾽ ἅπαξ” γιά χάρη μας… Ὅποιος θέλει νά προκόψει καί νά γίνει καλύτερος, πρέπει νά συμμετέχει ὅσο τό δυνατόν πιό συχνά στή θεία Λειτουργία, καί μάλιστα νά συμμετέχει προσεκτικά καί βιωματικά. Ἡ Λειτουργία, ἀδιόρατα καί μυστικά, οἰκοδομεῖ καί καταρτίζει τό χριστιανό. Κι ἄν ἡ κοινωνία μας δέν ἔχει ὁλότελα ἀποσυντεθεῖ καί ἐρειπωθεῖ, ἄν οἱ ἄνθρωποι δέν χωρίζονται ἀπό θανάσιμο καί ἄσβεστο μῖσος, ἡ μυστική αἰτία εἶναι ἡ θεία Λειτουργία, πού θυμίζει στόν καθένα μας τήν ἁγία, τήν οὐράνια ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό»1.

Ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας ἑρμηνεύοντας τήν Θεία Λειτουργία λέγει «Ἔργο τῆς ἱερουργίας τῶν θείων μυστηρίων εἶναι ἡ μεταβολή τῶν προσφερομένων δώρων σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ. Ὁ δέ σκοπός εἶναι ὁ ἁγιασμός τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι μέ τήν λήψη τῶν μυστηρίων αὐτῶν παίρνουν τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους, τήν κληρονομία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καί τά παρόμοια ἀγαθά. Προπαρασκευαστικά καί συντελεστικά γιά τό ἔργο καί τό σκοπό αὐτό εἶναι, προσευχές, ψαλμωδίες, ἀναγνώσεις τῶν ἁγίων Γραφῶν, καί γενικά ὅλα ὅσα ἱερά γίνονται καί λέγονται πρίν καί μετά τόν ἁγιασμό τῶν τιμίων δώρων. Διότι ἄν καί ὁ Θεός μᾶς δίνει δωρεάν ὅλα τά ἅγια πράγματα καί δέν συνεισφέρουμε προηγουμένως ἐμεῖς τίποτε σ᾽ Αὐτόν, ἀλλά εἶναι ὅλα ἀπολύτως δικά Του δωρήματα, ἐντούτοις ἀπαιτεῖ ἀναγκαστικά ἀπό ἐμᾶς νά γίνουμε ἱκανοί νά τά δεχτοῦμε καί νά τά φυλάξουμε, καί δέν μᾶς κάνει μετόχους τοῦ ἁγιασμοῦ, ἄν δέν ἔχουμε τέτοια διάθεση. Αὐτό τό φανέρωσε ὁ Θεός στήν παραβολή τοῦ Σπορέως. Διότι λέγει “ Βγῆκε ὁ Σπορεύς”, ὄχι γιά νά ὀργώσει τή γῆ, ἀλλά “γιά νά σπείρει”, δείχνοντας ὅτι τό ὄργωμα καί ὅλη ἡ προετοιμασία πρέπει νά ἔχουν γίνει ἀπό ἐμᾶς»2.

Ὁ ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς μιλώντας γιά τήν Ἐκκλησιαστική Λατρεία σημειώνει «Διά τῆς βιώσεως αὐτῆς τῆς λατρείας καί λατρευτικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, οἰκοδομεῖται τό πρόσωπο τοῦ χριστιανοῦ, δηλαδή τό πρόσωπον τοῦ κατά χάριν θεανθρώπου μέχρις ὅτου καταντήση “εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ”. Ἡ ὁδός τῆς λατρείας εἶναι ἡ πλέον ἀσφαλής ὁδός καί ἡ ἄσκησίς της ἡ πλέον σωτήριος γιά τόν ἄνθρωπον. Κάθε προσευχή καί ἱκεσία, κάθε δάκρυ καί κραυγή, κάθε ὀδυρμός καί ἐξομολόγησις, εἶναι μία νέα πέτρα εἰς τήν οἰκοδομήν καί τήν ἐν χάριτι θεανθρωπίνην αὔξησιν τοῦ ἀνθρώπου. Τό ἔργον αὐτό τῆς κατά χάριν θεανθρωπίνης αὐξήσεώς μας διά τῶν προσευχῶν καί τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας γίνεται πάντοτε μετά τῶν ἁγίων καί ὑπό τήν χειραγώγησίν των, διότι οὗτοι εἶναι “οἱ ὀφθαλμοί τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ” πού μᾶς ὁδηγοῦν εἰς τόν θεανθρώπινον προορισμόν τῆς ἀνθρωπίνης μας ὑπάρξεως»3.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σέ ὁμιλία του στήν “Πρός Ἑβραίους ἐπιστολή” παρατηρεῖ «Πολλοί μεταλαμβάνουν τήν θυσία αὐτή μία φορά τόν χρόνο, ἐνῶ ἄλλοι δύο καί ἄλλοι πολλές φορές. Τί λοιπόν; Ποιούς θά ἀποδεχθοῦμε; αὐτούς πού μεταλαμβάνουν μία φορά; αὐτούς πού πολλές φορές; αὐτούς πού λίγες; Οὔτε αὐτούς πού μεταλαμβάνουν μία φορά, οὔτε αὐτούς πού πολλές φορές, οὔτε αὐτούς πού λίγες, ἀλλά ἐκείνους πού μεταλαμβάνουν μέ καθαρή συνείδηση, μέ καθαρή καρδιά καί μέ βίο ἀνεπίληπτο. Ὅσοι εἶναι τέτοιοι, ἄς πλησιάζουν πάντοτε∙ ἐνῶ ὅσοι δέν εἶναι τέτοιοι, ἄς μή προσέρχονται οὔτε μία φορά. Γιατί ἆραγε; Διότι λαμβάνουν γιά τούς ἑαυτούς τους καταδίκη καί κατάκρισι καί κόλασι καί τιμωρία»4

Ὁ ὅσιος Θεόγνωστος θά σημειώση «Στή θεία Λειτουργία δέ θυσιάζεται τό σῶμα τοῦ Θεοῦ Λόγου πού ἔχει ἀναληφθεῖ στόν οὐρανό, κατεβαίνοντας ἀπό ἐκεῖ, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ ἄρτος καί ὁ ἴδιος ὁ οἶνος μεταβάλλονται σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ, καθώς ἱερουργοῦνται μέ πίστη καί φόβο καί πόθο καί εὐλάβεια ἀπό ὅσους ἔχουν ἀξιωθεῖ τήν θεία ἱερωσύνη, καί δέχονται αὐτή τήν μεταβολή μέ τήν ἐνέργεια καί τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δέ γίνεται σῶμα διάφορο ἀπό αὐτό τοῦ Κυρίου, ἀλλά ὁ ἄρτος μεταβάλλεται σέ αὐτό τό ἴδιο σῶμα καί γίνεται πρόξενος ἀφθαρσίας, χωρίς νά φθείρεται»5.

1. Ν.Β. Γκογκόλ Στοχασμοί στη θεία Λειτουργία Ἐκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου σελ. 13, 148
2. Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας Ἐκδ. Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας σελ. 21
3. Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί ὁ Οἰκουμενισμός Ἐκδ.Ὀρθόδοξος Κυψέλη σελ. 123
4.Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου Ε.Π.Ε. τόμ. 25 σελ. 39
5. Φιλοκαλία Ἐκδ. Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας σελ. 343

Oρθόδοξος Τύπος, 13/06/2014

Εἰς τήν Κοίμησιν...



«Ἥταν ἀνάγκη ἡ ψυχή τῆς Παναγίας νά χωρισθεῖ
ἀπό τό ὑπεράγιο σῶμα Της.
Μέ τήν κοίμησή Της χωρίσθηκε καί ἑνώθηκε μέ
τήν ψυχή τοῦ Υἱοῦ της.
Ἀλλά καί τό σῶμα Της, ἀφοῦ ἔμεινε γιά λίγο στή γῆ,
ἀναχώρησε κι αὐτό μαζί μέ τήν ψυχή.
Διότι ἔπρεπε νά περάσει ἀπό ὅλους τούς δρόμους,
ἀπό τούς ὁποίους πέρασε ὁ Σωτήρας.
Νά λάμψει καί στούς ζωντανούς, διά μέσου ὅλων,
τήν ἀνθρώπινη φύση».

( Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα,
Εἰς τήν Κοίμησιν, Ἡ Θεομήτωρ, σ. 215)

Λόγοι ἀφιερωμένοι εἰς τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον



Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἀναφέρει γιὰ τὴν Παναγία μας: 
«Ἂν καθ᾽ ὑπόθεσιν ὅλα τὰ ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων ἤθελαν κρημνισθῆ ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ γίνουν δαίμονες, ἂν ὅλοι οἱ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος ἄνθρωποι ἤθελαν γίνει κακοὶ καὶ ὅλοι νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν κόλασιν χωρὶς νὰ γλυτώση τίς, ἂν ὅλα τὰ κτίσματα, οὐρανός, φωστῆρες, ἄστρα, στοιχεῖα, φυτά, ζῶα ἤθελαν ἀποστατήσει κατὰ Θεοῦ, νὰ βγοῦν ἀπὸ τὴν τάξιν των καὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὸ μὴ ὄν, μὲ ὅλον τοῦτο, ὅλες αὐτὲς οἱ κακίες τῶν κτισμάτων, συγκρινόμεναι μὲ τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου, δὲν ἐδύναντο νὰ λυπήσουν τὸν Θεόν· διότι μόνη ἡ Κυρία Θεοτόκος ἦτο ἱκανὴ νὰ τὸν εὐχαριστήση κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα, καὶ νὰ μὴ τὸν ἀφήση νὰ λυπηθῆ διὰ τὸν χαμὸν καὶ τὴν ἀπώλειαν τῶν τόσων καὶ τόσων κτισμάτων του· διότι αὐτὴ μόνη ἀσυγκρίτως τὸν ἠγάπησεν ὑπὲρ πάντα· διότι αὐτὴ μόνη ὑπὲρ πάντα ὑπήκουσεν εἰς τὸ θέλημά του».

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν λόγο του «Στὴν πάνσεπτη κοίμηση τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας» λέγει: 
«Τόσο πολὺ εἶναι πλησιέστερα ἀπὸ τοὺς πλησιάζοντας τὸν Θεόν· τόσο μεγαλύτερα πρεσβεῖα ἀπὸ ὅλους ἀξιώθηκε ἡ Θεοτόκος· δὲν ἐννοῶ δὲ μόνο τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ κι᾽ αὐτὲς τὶς ἀγγελικὲς ἱεραρχίες ὅλες. 
Πραγματικὰ γιὰ τὴν ἀνώτατη ταξιαρχία τούτων γράφει ὁ Ἠσαΐας “καὶ τὰ Σεραφεὶμ εἰστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ”. Βλέπετε τὴν διαφορὰ τῆς στάσεως; Ἀπὸ αὐτὴν μπορεῖτε νὰ καταλάβετε καὶ τὴν διαφορὰ τῆς κατὰ τὴν ἀξία τάξεως· διότι τὰ Σεραφεὶμ ἦσαν γύρω ἀπὸ τὸν Θεό, πλησίον δὲ στὸν ἴδιο μόνο ἡ βασίλισσα, ἡ ὁποία θαυμάζεται καὶ ἐγκωμιάζεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Εἶναι δὲ ὄχι μόνο πλησίον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ δεξιά· ὄχι μόνο διότι ποθεῖ καὶ ἀντιποθεῖται περισσότερο ἀπὸ ὅλους, καὶ λόγῳ τῶν φυσικῶν θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἀληθινὰ θρόνος του· ὅπου δὲ κάθεται ὁ βασιλεύς, ἐκεῖ στέκεται καὶ ὁ θρόνος».

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στὴν ἀντίστοιχη ὁμιλία του θὰ πεῖ: 
« Ὢ πῶς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς μεταφέρεται στὴ ζωὴ περνώντας ἀπὸ τὸν θάνατο! Πῶς αὐτὴ ποὺ ξεπέρασε στὴ γέννα της τὰ ὅρια τῆς φύσης, σκύβει τώρα στοὺς νόμους της καὶ ὑποτάσσεται στὸ θάνατο τὸ ἀθάνατο σῶμα. Γιατί αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποθέσει τὴν θνητότητα καὶ νὰ ντυθεῖ τὴν ἀφθαρσία, ἀφοῦ καὶ ὁ κυρίαρχος τῆς φύσης δὲν ἀρνήθηκε νὰ ὑποβληθεῖ στὸ θάνατο. 
Πεθαίνει κατὰ τὴν σάρκα καὶ μὲ τὸν θάνατο καταργεῖ τὸν θάνατο καὶ μὲ τὴν φθορὰ μᾶς χαρίζει τὴν ἀφθαρσία καὶ κάνει τὴν νέκρωσή του πηγὴ τῆς ἀνάστασης. Ὢ πῶς ὁ δημιουργός τοῦ παντὸς δέχεται στὰ χέρια του τὴν ἱερὴ ψυχὴ τώρα ποὺ χωρίζεται ἀπὸ τὸ θεοδόχο σκήνωμα, τιμώντας νόμιμα αὐτὴν ποὺ ἔχει φύση δουλική, καὶ μὲ ποιὰ ἀνεξιχνίαστα πελάγη φιλανθρωπίας οἰκονομώντας σὲ ἔκανε μητέρα Του, αὐτὸς ποὺ ἔλαβε ἀληθινὸ σῶμα καὶ δὲν παρουσίασε ἀπατηλὴ τὴν ἐνανθρώπησή του».

Ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας γράφει στὸν λόγο του γιὰ τὴν κοίμηση τῆς Θεοτόκου: «Ὅταν πάλι χρειάσθηκε νὰ ὑποφέρει γιὰ μᾶς ὁ Σωτήρας καὶ νὰ πεθάνει, πόσο μεγάλες ἦσαν οἱ ὀδύνες, μὲ τὶς ὁποῖες τοῦ συμπαραστάθηκε ἡ Παρθένος! Τί βέλη τὴν διαπέρασαν! 
Γιατί κι ἂν ὁ Υἱὸς της ἦταν μόνο ἄνθρωπος καὶ τίποτε ἄλλο, τότε ὀδυνηρότερο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ προσθέσει κανεὶς σὲ μία μητέρα. Ἀλλὰ τώρα εἶναι ὁ μόνος Υἱός της, ποὺ τὸν ἔφερε στὸν κόσμο μόνη της, κατὰ τρόπο παράδοξο, ποὺ δὲν λύπησε ποτὲ οὔτε τὴν ἴδια οὔτε κανέναν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ τοὺς εὐεργέτησε, ἀντίθετα, ὅλους τόσο, ὥστε νὰ ξεπεράσει ὅλες τὶς προσδοκίες τους. 
Τί λοιπὸν συναισθήματα εἶναι φυσικὸ νὰ εἶχε ἡ Παρθένος, ὅταν ἔβλεπε τὸν Υἱό της σὲ τόσο φοβερὲς ὀδύνες; Προσωπικὰ πιστεύω ὅτι τέτοια ὀδύνη ποτὲ σὲ κανέναν ἄνθρωπο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει. Γιατί αὐτὴ εἶδε τὴν Σταύρωση σὰν μητέρα, ἀλλὰ καὶ σὰν ἄνθρωπος μὲ σωστὴ κρίση, σὰν κάποιος ποὺ μπορεῖ νὰ διακρίνει καθαρὰ τὴν ἀδικία». 

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης σημειώνει: 
«Νὰ προστρέχετε, ἀδελφοί μου, στὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὅταν τὸ σπίτι σας χάνει τὴν εἰρήνη του. Ἡ Κυρία Θεοτόκος εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ ἐλέους καὶ τῆς δυνάμεως. Μπορεῖ εὔκολα νὰ εἰρηνεύσει τὶς ἀνθρώπινες καρδιές. Ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ τῆς Εἰρήνης, μεσιτεύει σὲ Αὐτὸν γιὰ τὴν εἰρήνη ὅλου τοῦ κόσμου καὶ ὅλων τῶν χριστιανικῶν σπιτιῶν. 
Ἔχει τὴν ἐλεητικὴ δύναμη νὰ διώξει μὲ ἕνα νεῦμα της τὰ πονηρὰ πνεύματα, αὐτὰ ποὺ μὲ ἀκοίμητο ἀγώνα προσπαθοῦν νὰ χωρίζουν τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς κάνουν νὰ ἀλληλομισοῦνται. Εἶναι ἡ Γοργοεπήκοος, ποὺ ἀπαντᾶ γρήγορα στὶς παρακλήσεις μας καὶ μᾶς δίνει τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἀγάπη. Ἂς τὴν τιμᾶμε μὲ βαθὺ σεβασμὸ ὡς Μητέρα τοῦ Ὑψίστου, ὡς τὸ ἀνώτερο τῶν ποιημάτων του. Καὶ ἂς διατηροῦμε ταπεινὸ φρόνημα, ἀφοῦ καὶ Ἐκείνη ἦταν τόσο ταπεινὴ ἐδῶ κάτω στὴ γῆ καὶ τίποτε δὲν τῆς ἀρέσει ὅσο ἡ ταπεινοφροσύνη».

1.Ὁ Ἀόρατος πόλεμος Ἐκδ. Φῶς σελ. 174 
2. Γρηγ. Παλαμᾶ Ε.Π.Ε. τόμ. 10 σελ. 455 
3. Ἰ. Δαμασκηνοῦ Ε.Π.Ε. τόμ. 9 σελ. 261 
4. Νικολάου Καβάσιλα Ἡ Θεομήτωρ Ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία σελ. 211 
5. Ἁγίου Ἰωάννη τῆς Κρονστάνδης Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή μου σελ.76
Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1985 9 Αὐγούστου 2013

http://anavaseis.blogspot.gr