.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Τύχων Ζαντόσκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Τύχων Ζαντόσκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο αγώνας εναντίον της αμαρτίας



“Δύσκολος είναι, το αναγνωρίζω, ο αγώνας εναντίον αυτού του εχθρού, είναι όμως απαραίτητος. Πολλοί κάνουν πολέμους και νικούν άλλους ανθρώπους, είναι όμως αιχμάλωτοι και δούλοι σταπάθη τους. Δεν υπάρχει πιο ένδοξη νίκη από τη νίκη πάνω στον εαυτό μας. Βραβείο χωρίς νίκη δεν υπάρχει. Και νίκη χωρίς αγώνα δεν υπάρχει. 

Αδελφέ μου, ας καταπιαστούμε μ΄αυτόν τον αγώνα, για να κερδίσουμε με τη βοήθεια του Χριστού τη νίκη, να πάρουμε απ΄Αυτόν το στεφάνι της αρετής και να θριαμβεύσουμε αιώνια στη βασιλεία Του. 

Ας διατυπώσουμε τώρα μερικές σκέψεις, που δίνουν βοήθεια και ενίσχυση στον αγώνα: 

Α΄
Ν΄ακούς και να προσπαθείς να κατανοείς το λόγο του Θεού. Εκεί μας αποκαλύπτονται η αμαρτία και η αρετή, ώστε ν΄αποφεύγουμε την πρώτη και να επιδιώκουμε τη δεύτερη: «Πάσα γραφή θεόπνευστος και ωφέλιμος πρός διδασκαλίαν, πρός έλεγχον, πρός επανόρθωσιν, πρός παιδείαν, τήν εν δικαιοσύνη, ίνα άρτιος ή ό του Θεού άνθρωπος, πρός πάν έργον αγαθόν εξηρτισμένος» (Β΄Τιμ.3,16-17). Ο λόγος του Θεού είναι η «μάχαιρα του Πνεύματος» (Εφεσ. 6,17), με την οποία σφαγιάζεται ο εχθρός της ψυχής. 

Β΄
Ο Θεός βρίσκεται παντού. Όπου κι αν βρεθούμε, είναι δίπλα μας. Ό,τι κι αν κάνουμε, γίνεται μπροστά Του.
Πώς λοιπόν θ΄αμαρτάνουμε και θα καταπατούμε το άγιο θέλημά Του μπροστά στα μάτια Του;
Ντρέπεσαι, αλλά και φοβάσαι να φερθείς με ασέβεια μπροστά στο βασιλιά ή και στον παραμικρό εκπρόσωπο της κοσμικής εξουσίας. Πόσο πιο πολύ πρέπει να αισθάνεσαι το ίδιο μπροστά στο Θεό; Μην ξεχνάς ότι κάθε αμαρτία είναι ασέβεια και παρανομία ενώπιόν Του. 

Γ΄
Να θυμάσαι τα τέλη σου, το θάνατο, τήν Κρίση του Χριστού, τον άδη, τη βασιλεία των ουρανών. Αυτό θα σε απομακρύνει από την αμαρτία. «Έν πάσι τοίς λόγοις σου», λέει ο Σειράχ, «μιμνήσκου τα έσχατά σου καί… ούχ αμαρτήσεις» (Σοφ.Σειρ.7,36) 

Δ΄
Ν΄απομακρύνεσαι από συνθήκες που ξέρεις ότι παρασύρουν στην αμαρτία, όπως λ.χ. συμπόσια, διασκεδάσεις, κακές και άπρεπες συζητήσεις. «Φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι (συναναστροφές)κακαί» (Α΄Κορ.15,33) 

Ε΄
Να συγκρατείς στη σκέψη και στη μνήμη σου ότι είναι δυνατόν να πεθάνει ο άνθρωπος την ώρα της αμαρτίας, κι έτσι να χαθεί αιώνια. Ο Φαραώ, ο βασιλιάς της Αιγύπτου, καταδίωκε τους Ισραηλίτες θέλοντας να τους ξαναγυρίσει στη σκλαβιά, και πάνω σ΄αυτό το παράνομο έργο του πέθανε (Έξοδ.14,27-28). Και ο Αβεσσαλώμ, ο γιος του Δαβίδ, ζητούσε να σκοτώσει τον άγιο πατέρα του, και πέθανε πάνω σ΄αυτό του το εγχείρημα(Β΄Βασ.18,14) 

Το ίδιο συμβαίνει και τώρα: Βλέπουμε πώς οι άσωτοι και οι μοιχοί χτυπιούνται από το θάνατο πολλές φορές πάνω στο αισχρό τους έργο, οι βλάσφημοι στη βλασφημία τους, οι κλέφτες και οι άρπαγες στην αρπαγή τους και οι άλλοι παράνομοι στην παρανομία τους.
Δηλαδή η δίκαιη κρίση του Θεού χτυπάει τους αμαρτωλούς, για να φοβόμαστε και να μήν αμαρτάνουμε. 

ΣΤ΄
Συλλογίσου πώς ο Χριστός βασανίστηκε και πέθανε για τις αμαρτίες σου. «Αυτός δέ ετραυματίσθη διά τάς αμαρτίας ημών και μεμαλάκισται (ταλαιπωρήθηκε) διά τάς ανομίας ημών» (Ησ. 53,5). Κι εσύ, ο χριστιανός, να κάνεις αυτό για το οποίο ο Κύριος ήπιε το πικρό ποτήρι των Παθών, κι έτσι να ξανασταυρώνεις τον Υιό του Θεού;
(Εβρ. 6,6). 

Ζ΄
Ας μην κοιτάζουμε τι κάνουν οι άλλοι άνθρωποι, αλλά τι μας προστάζει ο λόγος του Θεού. Έτσι δεν θα επηρεαζόμαστε από τους πειρασμούς του κόσμου. «Ειρήνη πολλή τοίς αγαπώσι τόν νόμον σου, καί ούκ έστιν αυτοίς σκάνδαλον» (Ψαλμ.118,165). Αγάπα το νόμο του Θεού, και δεν θα σε βλάψουν οι πειρασμοί της κοινωνίας.

Η΄
Οι προσπάθειές μας και οι αγώνες μας εναντίον της αμαρτίας δεν είναι αποτελεσματικοί χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Χρειάζεται λοιπόν συνδυασμός αγώνα και προσευχής, για να μας βοηθήσει ο Κύριος σ΄αυτή τη σοβαρή υπόθεση. Ο Θεός τους επιμελείς βοηθάει, τους αγωνιστές ενισχύει, τους νικητές στεφανώνει. 

Αδελφέ μου! Βλέπεις τους εχθρούς της ψυχής μας, που θέλουν να μας καταστρέψουν όχι προσωρινά, αλλά αιώνια. Βλέπεις και τη βοήθεια του Θεού στον αγώνα μας εναντίον τους. Ας πάρουμε λοιπόν θέση -«στώμεν καλώς»- και ας εξοπλιστούμε με τη δύναμη του Παντοδύναμου Ιησού Χριστού. Ποτέ δεν θα τους επιτρέψουμε να μας καταβάλουν. Κι έτσι θα λάβουμε το στεφάνι της νίκης από τον αγωνοθέτη Ιησού. 

Κύριε Ιησού, νικητή του θανάτου και του άδη, βοήθησέ μας, χωρίς Εσένα δεν μπορούμε τίποτα, μ΄Εσένα τα πάντα!…” 

Αγίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ

“Ουδείς αγαθός ει μη εις ο Θεός” (Ματθ. 19, 17). ''[...]Τα παντοδύναμα χέρια Του μας έπλασαν. Μας έπλασαν όχι όπως και τ΄ άλλα πλάσματα, δίχως αισθήματα, δίχως λογική''

“Αγαπητοί χριστιανοί, συνηθίζουμε να λέμε: “Αλλοίμονο! Πώς είναι δυνατόν να μην αγαπάει κανείς το Θεό; Ποιον ν΄αγαπήσεις, αν όχι το Θεό;” Και πολύ σωστά. 
Ο Θεός είναι το ύψιστο, αδημιούργητο, άναρχο, ατελεύτητο και αναλλοίωτο Αγαθό.“Ουδείς αγαθός ει μη εις ο Θεός” (Ματθ. 19, 17). Όπως ο ήλιος πάντοτε φέγγει, όπως η φωτιά πάντοτε θερμαίνει, έτσι και ο Θεός που από τη φύση Του είναι αγαθός, πάντοτε αγαθοποιεί. Τα παντοδύναμα χέρια Του μας έπλασαν. Μας έπλασαν όχι όπως και τ΄ άλλα πλάσματα, δίχως αισθήματα, δίχως λογική. Μας έπλασαν 
με την ξεχωριστή θεία Του βουλή. “Ποιήσωμεν άνθρωπον…” (Γεν. 1, 26), είπε. Για τ΄άλλα δημιουργήματα “αυτός είπε, και εγενήθησαν, αυτός ενετείλατο (πρόσταξε) και εκτίσθησαν” (Ψαλμ. 148, 5). Αλλά για τον άνθρωπο δεν έγινε το ίδιο. Αλλά τι; “Ποιήσωμεν“, είπε, “άνθρωπον“.
Ω! αγιοτάτη και γεμάτη αγάπη βουλή του Θεού! Ο τρισυπόστατος Θεός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, είπε για τον άνθρωπο: “Ποιήσωμεν άνθρωπον“. Αλλά τι άνθρωπο; “Κατ΄εικόνα“, είπε, “ημετέραν και καθ΄ομοίωσιν“. Ω! θαυμαστή αγαθότητα του Θεού για τον άνθρωπο! Ω! ύψιστη ανθρώπινη τιμή! Ο άνθρωπος πλάστηκε “κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωσιν“. Ποιο πλάσμα αξιώθηκε μια τέτοια τιμή; Δεν ξέρουμε άλλο όμοιο. Μόνο ο άνθρωπος τιμήθηκε από το Θεό να γίνει η θεία εικόνα Του. Ω! αγαπημένο και ωραιότατο δημιούργημα του Θεού! Ο άνθρωπος! Έχει την εικόνα του Θεού επάνω του σαν βασιλική σφραγίδα. Τιμάται ο βασιλιάς, τιμάται και το πορτραίτο του. 
Ο Θεός, ο βασιλιάς των ουρανών, είναι άξιος για κάθε τιμή. Το ίδιο και ο άνθρωπος, η εικόνα Του. Τέτοια χάρη μας έδωσε ο Θεός στη δημιουργία μας. Πώς λοιπόν να μην Τον αγαπήσουμε; Ξεπέσαμε από τον Παράδεισο, και μάλιστα τόσο χαμηλά, που δεν μπορούσαμε να κλάψουμε επάξια την πτώση μας. “Άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς” (Ψαλμ. 48,13). Μα ο Φιλάνθρωπος, και στην κατάσταση αυτή, δεν μας εγκατέλειψε. Βρήκε τον θαυμαστό τρόπο της σωτηρίας μας. Έστειλε τον Μονογενή Του Υιό να μας συναντήσει, να μας σώσει και να μας φέρει κοντά Του πάλι. “Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον” (Ιω. 3, 16). Πώς λοιπόν το Θεό που μας αγάπησε τόσο, να μην Τον αγαπήσουμε; Ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, όπως όλοι Τον ονομάζουν. Αλλά και ο άνθρωπος πρέπει να είναι φιλόθεος. Η αγάπη δεν ανταποδίδεται με τίποτε άλλο, παρά με αγάπη και ευγνωμοσύνη.
Ο Θεός είναι ο προνοητής μας. Προνοεί και φροντίζει για όλους. Μας δίνει την τροφή, τα ρούχα και το σπίτι που μένουμε. Δικά Του είναι ο ήλιος, το φεγγάρι και τ΄άστρα που μας φωτίζουν. Με τη δική Του φωτιά ζεσταινόμαστε και ετοιμάζουμε το φαγητό μας. Με το δικό Του νερό πλενόμαστε και δροσιζόμαστε. Τα ζώα Του μας υπηρετούν. Ο αέρας Του μας ζωογονεί. Το οξυγόνο Του μας κρατάει στη ζωή. Με λίγα λόγια, από την αγάπη και τ΄αγαθά Του εξαρτιόμαστε. Χωρίς αυτά, ούτε στιγμή δεν μπορούμε να ζήσουμε. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να μην αγαπήσουμε κι εμείς τέτοιον ευεργέτη;Κάθε άνθρωπο που μας ευεργετεί, τον αγαπάμε. Πόσο περισσότερο πρέπει ν΄αγαπάμε τον ευεργέτη Θεό, στον οποίο ανήκουν όλα, και ο εαυτός μας και ό,τι έχουμε! Όλη η δημιουργία και ο ίδιος ο άνθρωπος είναι κτήμα του Θεού. “Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής” (Ψαλμ. 23,1).
Ο Θεός είναι Πατέρας μας. Όταν προσευχόμαστε Του λέμε: “Πάτερ ημών ο εν τοίς ουρανοίς“. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να μην αγαπάμε τον Πατέρα μας; Τ΄αφοσιωμένα παιδιά αγαπούν αδιάκριτα τον πατέρα τους. Αν λοιπόν κι εμείς θέλουμε να είμαστε αληθινά παιδιά του Θεού και να Τον ονομάζουμε Πατέρα, τότε πρέπει και να Τον αγαπάμε. Δίκαια επομένως λέμε: “Πώς να μην αγαπήσεις το Θεό;”
Μα όπως κάθε αρετή, έτσι και η αγάπη πρέπει να ζει στην καρδιά. Όταν δεν ζει στην καρδιά, τότε δεν υπάρχει ούτε στην πράξη. Γιατί ο Θεός δεν το είπε για τ΄αυτιά μας, “αγάπα”, “ταπεινώσου”, “σπλαχνίσου”, “προσευχήσου” κ.λ.π., αλλά για την καρδιά μας. Πρέπει λοιπόν να έχουμε αγάπη, ταπείνωση, ευσπλαχνία, προσευχή και όλες τις άλλες αρετές μέσα στην καρδιά μας. Και όταν υπάρχουν στην καρδιά τότε οπωσδήποτε θα εκδηλώνονται και εξωτερικά, όπως ξεχύνεται από τη φωτιά η θερμότητα και από το μύρο η ευωδία.
Με τον ίδιο τρόπο και ο προφήτης Δαβίδ εκδήλωνε την αγάπη του προς το Θεό με τους γλυκούς του ύμνους: “Αγαπήσω σε, Κύριε, η ισχύς μου. Κύριος στερέωμά μου και καταφυγή μου και ρύστης μου. Ο Θεός μου βοηθός μου, ελπιώ επ΄αυτόν, υπερασπιστής μου και κέρας σωτηρίας μου και αντιλήπτωρ μου” (Ψαλμ. 17, 2-3). Η αγάπη, αν και φυλάγεται μέσα στην καρδιά, δεν μπορεί να κρυφτεί. Φανερώνεται με τα δικά της εξωτερικά σημάδια”.

Άγιος Τύχων, αρχιεπίσκοπος Βορονέζ και Ζαντόνσκ
(Ἀπό τό βιβλίο: “ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ”, Ἱερά Μονή Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττική)

Πρός τήν αἰωνιότητα – Ὁ Θάνατος



“Η σκέψῃ τοῦ θανάτου εἶναι ἱκανὴ νά παρακινήσει τὸν ἁμαρτωλὸ σὲ μετάνοια. Μᾶς εἶναι καὶ γνωστὸς καὶ ἄγνωστος ὁ θάνατος. Γνωστός, γιατὶ ξέρουμε ὅτι ὅλοι θὰ πεθάνουμε. Ἄγνωστος, γιατὶ δέν ξέρουμε πότε, ποῦ καὶ πῶς θὰ πεθάνουμε. Ὅσο περισσότερο ζοῦμε, τόσο περισσότερο μικραίνει ἡ ζωὴ μας, τόσο λιγοστεύουν οἱ μέρες μας καὶ πλησιάζουμε στό θάνατο. Εἴμαστε πιὸ κοντὰ του σήμερα ἀπ΄ ὅ,τι χθές, αὐτὴ τὴν ὥρα ἀπ΄ ὅ,τι τὴν προηγούμενη. Ὁ θάνατος βαδίζει ἀόρατος πίσω ἀπ΄τὸν καθένα καὶ τὸν ἁρπάζει τότε πού δέν τὸ ὑποπτεύεται. Ἐντούτοις, σχεδὸν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι – καὶ μάλιστα οἱ ὑγιεῖς καὶ οἱ δυνατοὶ – κάνουν τίς ἀκόλουθες σκέψεις γιά τὸν ἑυατὸ τους:
– Ἐγὼ θὰ ζήσω ἀκόμη ἀρκετά. Εἶναι πολὺ μακριὰ τὸ τέλος μου. Θὰ μαζέψω πλούτη καὶ θὰ εὐφραίνομαι. Μὰ ὁρμάει ξαφνικὰ ἐναντίον τους ὁ θάνατος καὶ σβήνουν τὰ ὄνειρα καὶ οἱ ἐπιθυμίες. Καὶ πεθαίνει γρήγορα ἐκεῖνος πού ἔταξε στόν ἑαυτὸ του μακροζωία. Καὶ ἀφήνει τ΄ ἀγαθὰ του καὶ τὸ σῶμα του στόν κόσμο ἐκεῖνος πού ἤθελε νά συγκεντρώνει πλούτη. Ἄγνωστο, λοιπὸν, μᾶς εἶναι τὸ τέλος, χριστιανοί.
Ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ποὺ φροντίζει γιά τὸ καλὸ μας, τὰ καθόρισε ἔτσι, ὥστε νά εἴμαστε πάντα ἕτοιμοι καὶ νά καταφεύγουμε στήν εἰλικρινῆ μετάνοια. Μὲ ὅ,τι θὰ φύγει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ δῶ, μ΄ αὐτὸ καὶ θὰ παρουσιαστεῖ μπροστὰ στό κριτήριο τοῦ...
Χριστοῦ.

Ἀδελφοί, ἂς συλλογιστοῦμε προσεκτικὰ αὐτὰ τὰ λόγια κι ἂς μετανοήσουμε, γιά νά μὴν ταξιδέψουμε πρὸς τὴν αἰωνιότητα μὲ τίς ἁμαρτίες μας καὶ ἐμφανιστοῦμε μ΄ αὐτὲς σ΄ ἐκεῖνο τὸ δικαστήριο. Ὁ φιλεύσπλαχνος Θεὸς μᾶς ὑποσχέθηκε τὸ ἔλεός Του, δέν μᾶς ὑποσχέθηκε ὅμως ὅτι θὰ ζοῦμε τὸ ἑπόμενο πρωί. Καὶ τοῦτο, γιά νά εἴμαστε προσεκτικοί, καὶ ὅταν ξυπνᾶμε, νά θυμόμαστε τὸ θάνατό μας, νά διορθώνουμε τὸν ἑαυτὸ μας, νά ἑτοιμαζόμαστε γιά τὴν ἔξοδο μας, ὥστε νά ἔχουμε μακάριο τέλος. Εἶναι φοβερὴ ἡ ὥρα τοῦ θανάτου.

Ὅλοι οἱ ἅγιοι τή σκέφτονταν κι ἔκλαιγαν, ἱκετεύοντας τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ νά τοὺς ἐλεήσει ἐκείνη τὴν ὥρα. Ἐκπληκτικό! Νά κλαῖνε οἱ ἅγιοι στή σκέψη τοῦ θανάτου, καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ νά μὴν συγκινοῦνται, ἂν καὶ βλέπουν καθημερινὰ κάποιον νά πεθαίνει. Φτωχοὶ ἁμαρτωλοί! Γιατὶ κοιμόμαστε, ἐνῶ ὁ διάβολος σὰν κλέφτης ἁρπάζει τή σωτηρία μας; Ἂς γράψουμε στή μνήμη μας τὴν ὥρα τοῦ θανάτου καὶ ἂς εἴμαστε ἕτοιμοι. Ἀπ΄ αὐτὴν θὰ ἑξαρτηθεῖ, ἂν ὁ ἄνθρωπος θὰ εἶναι αἰώνια εὐτυχισμένος ἢ αἰώνια δυστυχισμένος.

Ἀπὸ τὸ θάνατο ἀνοίγουν γιά τὸν καθένα οἱ πύλες τῆς αἰωνιότητας, ὁ δρόμος γιά τὴν αἰώνια μακαριότητα ἢ τὴν αἰώνια δυστυχία. Ἀπ΄ αὐτὸν τὸν σταθμὸ ἀρχίζει ὁ ἄνθρωπος νά ζεῖ ἢ νά πεθαίνει αἰώνια. Ποῦ βρίσκονται τώρα ὅσοι ἔζησαν πρὶν ἀπὸ μᾶς καὶ πέρασαν τή ζωή τους ἀμετανόητα, μὲ κραιπάλες καὶ ἡδονές; Ἔφυγαν ἀπ΄αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀφήνοντας ἐδῶ ὅλες τους τίς χαρές. Ὁδηγήθηκαν καθένας στόν τόπο του, περιμένοντας τὴν τελευταία Κρίση, ὁπότε θὰ λάβουν τὴν ἀμοιβὴ τῶν ἔργων τους.

Γι΄ αὐτὸ, ἐφόσον δέν ἦρθε ἀκόμα γιά μᾶς ἐκείνη ἡ ὥρα, ἂς στραφοῦμε ὁλόψυχα πρὸς τὸν Θεὸ μας μὲ τὴν πίστη καὶ τή μετάνοια, ὥστε νά κερδίσουμε τὴν αἰωνιότητα. Ἀγαπητὲ χριστιανέ! Ὁ θάνατος μᾶς ἀκολουθεῖ βῆμα πρὸς βῆμα χωρὶς νά τὸν βλέπουμε, καὶ τὸ τέλος φτάνει τότε πού δέν τὸ περιμένουμε. Γι΄ αὐτὸ νά βρίσκεσαι συνέχεια σὲ κατάσταση μετανοίας, ἕτοιμος παντοῦ καὶ πάντοτε γιά τὴν ἀναχωρήσή σου. Ὁ συνετὸς δοῦλος εἶναι πάντα ἄγρυπνος καὶ περιμένει πότε θὰ τὸν καλέσει ὁ Κύριός του.

Ἀγρύπνα κι ἐσὺ καὶ περίμενε πότε θὰ σὲ καλέσει ὁ Κύριός σου, ὁ Χριστός. Νά ζεῖς ὅπως θὰ ἤθελες νά σὲ βρεῖ ὁ θάνατος. Νά ζεῖς μὲ εὐσέβεια καὶ νά ἐργάζεσαι μὲ φόβο καὶ τρόμο γιά τή σωτηρία σου. Ἔτσι, δέν θὰ στερηθεῖς τὴν αἰώνια σωτηρία, ποὺ μᾶς δώρισε ὁ Κύριός μας μὲ τὸ Αἷμα Του καὶ τὸ θάνατό Του. Ἔτσι, θὰ τελειώσεις τή ζωή σου χριστιανικά. Καὶ εἶναι, πραγματικὰ, μακάριοι οἱ νεκροὶ ἐκεῖνοι πού πεθαίνουν πιστοὶ στόν Κύριο καὶ ἑνωμένοι μαζὶ Του. “.


Ἁγίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο “ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ”, 
Ε’ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ – Ὁ Θάνατος )
Ἔκδοσις: ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Ποια είναι τα σημάδια της αγάπης μας προς το Θεό;



Σε τίποτε άλλο δεν απατάται ο άνθρωπος περισσότερο, όσο στο θέμα της αγάπης!

Τα σημάδια της αληθινής αγάπης είναι τα εξής:

Α΄
Ο ίδιος ο Κύριος καθορίζει και λέει: «Ο έχων τάς εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος έστιν ο αγαπών με» (Ιω. 14, 21). Όποιος αγαπάει ειλικρινά το Θεό, προσπαθεί να φυλάγεται απ΄όσα δεν αρέσουν σ΄Εκείνον και αγωνίζεται να εφαρμόζει όσα Εκείνος αγαπάει.
Γι΄αυτό εκτελεί τις άγιες εντολές του Κυρίου. Επόμενο είναι λοιπόν να μην έχουν αγάπη προς το Θεό όσοι χριστιανοί δεν δείχνουν ενδιαφέρον για τις εντολές Του. Σ΄αυτούς συγκαταλέγονται και οι κακοποιοί, όσοι βλάπτουν τους άλλους με ποικίλους τρόπους, οι άσωτοι, οι μοιχοί, οι αισχροί, οι κλέφτες, οι άρπαγες, οι ληστές, οι άδικοι…
Σ΄αυτούς συγκαταλέγονται οι πονηροί, οι δόλιοι, οι γόητες, οι απατεώνες και οι υποκριτές. Σ΄αυτούς συγκαταλέγονται ακόμα οι μάγοι κι εκείνοι που τους φωνάζουν στα σπίτια τους και γενικά όλοι οι παράνομοι. Αυτοί, όπως δεν αγαπούν το νόμο του Θεού, έτσι δεν αγαπούν κι Αυτόν τον ίδιο. Αυτοί αγαπούν τον εαυτό τους και τα πάθη τους, και όχι το Θεό και τον άγιο νόμο Του.

Β΄
Φανερό δείγμα της αγάπης μας προς το Θεό είναι και η χαρά της καρδιάς μας. Γιατί είναι φυσικό να αισθανόμαστε χαρά για ό,τι αγαπάμε. Έτσι και η αγάπη μας προς το Θεό, χωρίς τη χαρά δεν μπορεί να νοηθεί. Όσες φορές ο άνθρωπος νιώθει στην καρδιά του τη γλυκύτητα της αγάπης για το Θεό, τόσες φορές και πλημμυρίζει από χαρά. Όπως το μέλι ευφραίνει τη γεύση μας, έτσι και η αγάπη του Θεού χαροποιεί την καρδιά μας, γιατί γευόμαστε και βλέπουμε «ότι χρηστός ο Κύριος» (Ψαλμ. 33,9).
Αυτή η χαρά για το Θεό φαίνεται σε πολλά σημεία της Αγίας Γραφής και πολύ περισσότερο στους ιερούς ψαλμούς. Αυτή η πνευματική, η ουράνια χαρά είναι η πρόγευση της χαράς που θ΄απολαύσουμε στην αιώνια ζωή.

Γ΄
Όποιος αγαπάει αληθινά το Θεό, μόνο προς Αυτόν στρέφεται, και αποστρέφεται τον κόσμο και όλα τα του κόσμου. Την τιμή, τη δόξα, τον πλούτο και όλες τις αναπαύσεις του, που τα επιζητούν οι «υιοί του αιώνος τούτου», τα λογαριάζει για ένα μηδενικό. Αυτόν τον ικανοποιεί ο Ένας, ο Θεός, το άκτιστο αγαπημένο του Αγαθό. Μόνο στο Θεό βρίσκει απόλυτη τιμή, δόξα, πλούτο και ανάπαυση. Γι΄αυτόν ο Θεός είναι ο πολυτιμότερος μαργαρίτης, μπροστά στον οποίο όλα τ΄άλλα έχουν μικρή αξία.
Αυτός τίποτα δεν επιθυμεί ούτε στον ουρανό ούτε στη γη, παρά μόνο το Θεό. Τέτοιου είδους αγάπη εκφράζουν τα λόγια του ψαλμού: «Τι γάρ μοι υπάρχει εν τω ουρανώ και παρά σού τι ηθέλησα επί της γης; εξέλιπεν η καρδία μου και η σάρξ μου, ο Θεός της καρδίας μου και η μερίς μου ο Θεός είς τον αιώνα» (Ψαλμ. 72, 25-26). Την τροφή, το ποτό, τα ρούχα τα χρησιμοποιεί για τις ανάγκες του μόνο και όχι για ηδονή.
Όποιος αγαπάει τον κόσμο δεν αγαπάειτο Θεό, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αποστόλου: «Εάν τις αγαπά τον κόσμον, ούκ έστιν η αγάπη του πατρός εν αυτώ». (Α΄Ιω. 2, 15). Τέτοιοι είναι όσοι θέλουν να ζουν στη ζωή αυτή με πολυτέλεια, να κατοικούν σε βίλες, να περνούν με πλούσιες άμαξες, να ντύνονται με βαρύτιμα ρούχα, να δοξάζονται και να τιμούνται απ΄όλους. Αυτοί έχουν σαρκικό φρόνημα, φιλοδοξία και εγωισμό, δηλαδή ό,τι εχθρεύεται ο Θεός.

Δ΄
Όποιος αγαπάει πραγματικά το Θεό, Τον έχει αδιάκοπα στη μνήμη του, Αυτόν, την αγάπη Του και τις ευεργεσίες Του. Το βλέπουμε και στην αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. Τον άνθρωπο που αγαπάμε, τον σκεφτόμαστε συχνά. Παρόμοια συμβαίνει και με την αγάπη μας προς το Θεό. Όποιος Τον αγαπάει, Τον σκέφτεται συχνά, αναπαύεται κοντά Του και σ΄Αυτόν στρέφεται με θαυμασμό. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός του, εκεί είναι και η καρδιά του (πρβλ. Ματθ. 6, 21).
Γι΄αυτόν ο ατίμητος και πολυαγαπημένος του θησαυρός είναι ο Θεός. Έτσι και η καρδιά του βρίσκεται πάντα κοντά στον Κύριο. Και η καρδιά, που είναι ξέχειλη από αγάπη προς το Θεό, φανερώνει και εξωτερικά τα σημεία της αγάπης της. Όσοι ξεχνούν το Θεό, δεν Τον αγαπούν. Η λησμοσύνη είναι φανερή απόδειξη ότι λείπει η αγάπη. Όποιος αγαπάει, δεν μπορεί να ξεχάσει αυτόν που αγαπάει.

Ε΄
Δύο πρόσωπα που αγαπιούνται, θέλουν να βρίσκονται παντοτινά αχώριστα. Πολλοί βέβαια χριστιανοί επιθυμούν να είναι μαζί με το Χριστό δοξασμένοι, αλλά δεν θέλουν να είναι μαζί Του και στην ατίμωση και στο Σταυρό. Προσεύχονται να κληρονομήσουν τη βασιλεία Του, αλλά δεν θέλουν να υποφέρουν μαζί Του. Έτσι φανερώνουν ότι η καρδιά τους δεν είναι ειλικρινής και ότι δεν αγαπούν αληθινά το Χριστό. Και, για να πούμε την αλήθεια, αγαπούν περισσότερο τον εαυτό τους παρά το Χριστό.
Γι΄αυτό ο Κύριος λέει: «Και ός ού λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου ούκ έστι μου άξιος» Ματθ. 10, 3. 
Ο πραγματικός φίλος μας φαίνεται στη δυστυχία μας. Έτσι και ο άνθρωπος που αγαπάει πραγματικά το Χριστό: Στον κόσμο αυτό συμπορεύεται με το Χριστό. Η καρδιά του προσκολλάται σ΄Αυτόν. Υπομένει μαζί Του αγόγγυστα τα πάθη και το Σταυρό. Και θα είναι στην αιωνιότητα αχώριστα πια κοντά Του. Ο άνθρωπος αυτός λέει απ΄την καρδιά του: «Εμοί δε το προσκολλάσθαι τω Θεώ αγαθόν έστι» (Ψαλμ. 72, 2)

ΣΤ΄
Δείγμα της αγάπης μας προς το Θεό είναι η αγάπη μας προς τον πλησίον. Όποιος αγαπάει ειλικρινά το Θεό, αυτός αγαπάει και τον πλησίον του. Όποιος αγαπάει πολύ ένα πρόσωπο, αγαπάει και εκείνον που συνδέεται μ΄αυτό. Η πηγή της αγάπης προς τον πλησίον είναι η αγάπη προς το Θεό. Και αντίστροφα, η αγάπη προς το Θεό φαίνεται από την αγάπη προς τον πλησίον. Είναι φανερό λοιπόν ότι όποιος δεν αγαπάει τον πλησίον του, δεν αγαπάει και το Θεό, όπως διδάσκει ο Απόστολος: «Εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν, ο γάρ μη αγαπών τον αδελφόν αυτού όν εώρακε, τον Θεόν, όν ούχ εώρακε πώς δύναται αγαπάν; Και ταύτην την εντολήν έχομεν απ΄αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν αγαπά και τον αδελφόν αυτού». (Α΄ Ιω. 4, 20-21).
Αυτά είναι τα σημάδια της αγάπης μας προς το Θεό!
Αγαπητοί χριστιανοί, ας μετανοήσουμε και ας αποστραφούμε τη ματαιότητα του κόσμου. Ας καθαρίσουμε την καρδιά μας με τη μετάνοια και τη συντριβή, για να κατοικήσει μέσα μας η αγάπη του Θεού.«Ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ» (Α΄ Ιω. 4, 16).Ο Θεός είναι το ύψιστο Αγαθό, από το οποίο πηγάζουν όλα τα αγαθά και η μακαριότητα. Χωρίς το Θεό κάθε ευτυχία είναι καταραμένη και φτωχή, η ζωή, ο θάνατος, η χαρά και η γλυκύτητα πίκρα. Με το Θεό και η δυστυχία είναι ευτυχία, η φτώχεια πλούτος, η αδοξία δόξα, η ατιμία τιμή, οι δοκιμασίες γεμάτες παρηγοριά.
Χωρίς το Θεό δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αληθινή ανάπαυση, ειρήνη και παρηγοριά. Γι΄αυτό, να Τον αγαπάς σαν το πιο μεγάλο σου αγαθό και σαν την πραγματική σου μακαριότητα. Να Τον αγαπάς πάνω από κάθε δημιούργημα. Περισσότερο από τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, τη γυναίκα και τα παιδιά σου. Πάνω και από τον ίδιο τον εαυτό σου. Σ΄Αυτόν και μόνο να δώσεις την καρδιά σου, και πιο πολύ από κάθε τι Αυτόν να επιθυμείς και να ποθείς.
Γιατί ο Θεός είναι η αιώνια ευτυχία σου, το αιώνιο αγαθό σου.Χωρίς Αυτόν ούτε στον παρόντα κόσμο, ούτε στο μέλλοντα υπάρχει ζωή και ευτυχία. Κάθε δημιούργημα του Θεού είναι καλό, αλλά ο Δημιουργός είναι ασύγκριτα καλύτερος. Αγάπα λοιπόν και ζήτα αυτό το ίδιο το Αγαθό, το μόνο αυθύπαρκτο, άναρχο, αιώνιο, πανταχού παρόν και αναλλοίωτο, από το οποίο πλάστηκαν αριστοτεχνικά όλα τα δημιουργήματα.

Από το βιβλίο «Πορεία προς τον ουρανό»,

Αγίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ


Ὁ Χριστὸς προσκαλεῖ τὴν ἁμαρτωλὴ ψυχή



Γιατὶ μὲ ἐγκατέλειψες, ἄνθρωπε; Γιατὶ ἀποστράφηκες ἀπὸ τὸν ἀγαπήσαντά σε; Γιατὶ πάλιν ἑνώθηκες μὲ τὸν ἐχθρό μου; Θυμήσου πώς κατέβηκα γιά σένα ἀπὸ τοὺς οὐρανούς. Θυμήσου πώς ἔγινα γιά σένα σάρκα. Θυμήσου πώς γεννήθηκα γιά σένα ἀπὸ τὴν Παρθένο. Θυμήσου πώς ἔγινα γιά σένα βρέφος. Θυμήσου πώς ταπεινώθηκα γιά σένα. Θυμήσου πώς ἐφτώχυνα γιά σένα. Θυμήσου πώς ἔζησα γιά σένα ἐπὶ τῆς γῆς. Θυμήσου πώς ὑπέμεινα γιά σένα διωγμούς.
Θυμήσου πώς ἀποδέχτηκα, γιά σένα, τὶς κακολογίες,τὶς ὕβρεις, τὶς ἀτιμώσεις, τὶς πληγές, τοὺς ἐμπτυσμούς,τοὺς κολαφισμούς, τὶς κοροϊδίες καὶ τὶς καταδίκες. Θυμήσου πώς γιά σένα «μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθην». Θυμήσου πώς γιά σένα ἔλαβα τὸν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Θυμήσου πώς γιά σένα ἐνταφιάστηκα. Κατέβηκα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς γιά νά σὲ ἀνεβάσω στούς οὐρανούς. Ταπεινώθηκα γιά νά σὲ ὑψώσω. Ἐπτώχευσα γιά νά σὲ πλουτίσω. Ἀτιμάστηκα γιά νά σὲ δοξάσω. Πληγώθηκα γιά νά σὲ ζωντανέψω.
Ἐσὺ ἔκανες τὴν ἁμαρτία, καὶ Ἐγὼ πῆρα αὐτὴ τὴν ἁμαρτία ἐπάνω μου. Ἐσὺ φταῖς, καὶ Ἐγὼ ἐκτελέστηκα. Ἐσὺ εἶσαι ὀφειλέτης, καὶ Ἐγὼ πλήρωσα τὸ χρέος. Ἐσὺ...
καταδικάστηκες σὲ θάνατο, καὶ Ἐγὼ πέθανα γιά σένα.
Μὲ προσέλκυσε νά τὸ κάνω ἡ ἀγάπη μου καί ἡ εὐσπλαχνία μου. Δέν μπόρεσα νά ἀντέξω νά ὑποφέρεις, εὑρισκόμενος σὲ τόση δυστυχία. Καὶ ἐσὺ περιφρονεῖς αὐτὴν τὴν ἀγάπη μου; Ἀντὶ ἀγάπης μοῦ ἀνταποδίδεις τὸ μῖσος. Ἀντὶ Ἐμένα ἀγαπᾶς τὴν ἁμαρτία. Ἀντὶ νά μὲ ὑπηρετεῖς, λειτουργεῖς τὰ πάθη σου. Ἀλλὰ τὶ βρῆκες σὲ Μένα πού θὰ ἔπρεπε νά ἀποφύγεις;
Γιατὶ δέν θέλεις νά ἔρθεις σ΄ Ἐμένα; Ἀναζητᾶς καλὸ γιά τὸν ἑαυτὸ σου; Κάθε καλὸ τὸ ἔχω Ἐγώ. Ἀναζητᾶς τὴν μακαριότητα; Κάθε μακαριότητα τὴν ἔχω Ἐγώ. Ἀναζητᾶς τὴν ὀμορφιά; Τὶ ὑπάρχει πιὸ ὄμορφο ἀπὸ Μένα; Ἀναζητᾶς τὴν εὐγένεια; Ποιός εἶναι πιὸ εὐγενὴς ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Παρθένο; Ἀναζητᾶς τὸ ὑψηλό; Τὶ εἶναι πιὸ ὑψηλὸ ἀπὸ τὸ Βασιλέα τῶν οὐρανῶν;
Ἀναζητᾶς τὴν δόξα; Ποιός εἶναι πιὸ ἔνδοξος ἀπὸ Μένα; Ἀναζητᾶς τὸν πλοῦτο; Ὅλα τὰ πλούτη βρίσκονται σὲ Μένα. Ἀναζητᾶς τή σοφίᾳ; Ἐγὼ εἶμαι ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ. Ἀναζητᾶς τὴν φιλία; Ποιός εἶναι φιλικότερος ἀπὸ Μένα, πού ἔδωσα τὴν ψυχή μου γιά ὅλους σας; Ἀναζητᾶς τὴν βοήθεια; Ποῖος μπορεῖ νά σὲ βοηθήσει ἐκτὸς ἀπὸ Μένα;
Ἀναζητᾶς τὸν γιατρό; Ποιός μπορεῖ νά σὲ θεραπεύσει ἐκτὸς ἀπὸ Μένα; Ἀναζητᾶς τὴν ἀγαλλίαση; Ποιός θὰ σοῦ τὴν δώσει ἐκτὸς ἀπὸ Μένα; Ἀναζητᾶς τὴν παρηγορία μέσα στίς θλίψεις σου; Ποιός θὰ σὲ παρηγορήσει ἐκτὸς ἀπὸ Μένα; Ἀναζητᾶς τὴν ἡσυχία; Σ’ ἐμένα θὰ βρεῖς τὴν ἡσυχία γιά τὴν ψυχή σου. Ἀναζητᾶς τὴν εἰρήνη; Ἐγὼ εἶμαι ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς.
Ἀναζητᾶς τή ζωή; Ἐγὼ ἔχω πηγὴ ζωῆς. Ἀναζητᾶς τὸ φῶς; Ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Ἀναζητᾶς τὴν ἀλήθεια; Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀλήθεια. Ἀναζητᾶς τὴν ὁδό; Ἐγὼ εἶμαι ἡ ὁδός. Ἀναζητᾶς τὸν ὁδηγὸ στόν Οὐρανό; Ἐγὼ εἶμαι ὁ πιστὸς ὁδηγός. Λοιπόν, γιατὶ δέν θέλεις νά ἔρθεις σ’ Μένα; Δέν τολμᾶς νά μὲ πλησιάσεις; Ποιός, ἀλήθεια, εἶναι πιὸ εὐπρόσιτος ἀπὸ Μένα; Φοβᾶσαι νά Μὲ παρακαλεῖς; Πότε, ἀλήθεια, ἀρνήθηκα νά πραγματοποιήσω κάτι, ὅταν Μὲ παρακαλέσαν μὲ πίστη;

Δέν σοῦ ἐπιτρέπουν οἱ ἁμαρτίες; Ὅμως Ἐγὼ πέθανα γιά τοὺς ἁμαρτωλούς. Στενοχωριέσαι γιά τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν σου; Ἀλλὰ ἡ εὐσπλαχνία μου εἶναι πιὸ μεγάλη. «Δεῦτε πρὸς Μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς».

Ἅγιος Τυχών Ζαγκόρσκ

Ο φιλάνθρωπος Θεός τα καθόρισε έτσι, ώστε να είμαστε πάντα έτοιμοι και να καταφεύγουμε στην ειλικρινή μετάνοια



Η σκέψη του θανάτου είναι ικανή να παρακινήσει τον αμαρτωλό σε μετάνοια. Μας είναι και γνωστός και άγνωστος ο θάνατος. Γνωστός, γιατί ξέρουμε ότι όλοι θα πεθάνουμε. Άγνωστος, γιατί δεν ξέρουμε πότε, πού και πώς θα πεθάνουμε. Όσο περισσότερο ζούμε, τόσο περισσότερο μικραίνει η ζωή μας, τόσο λιγοστεύουν οι μέρες μας και πλησιάζουμε στο θάνατο. Είμαστε πιο κοντά του σήμερα απ΄ό,τι χθές, αυτή την ώρα απ΄ό,τι την προηγούμενη. Ο θάνατος βαδίζει αόρατος πίσω απ΄τον καθένα και τον αρπάζει τότε που δεν το υποπτεύεται. 

Εντούτοις, σχεδόν όλοι οι άνθρωποι - και μάλιστα οι υγιείς και οι δυνατοί - κάνουν τις ακόλουθες σκέψεις για τον εαυτό τους:
- Εγώ θα ζήσω ακόμη αρκετά. Είναι πολύ μακριά το τέλος μου. Θα μαζέψω πλούτη και θα ευφραίνομαι. Μα ορμάει ξαφνικά εναντίον τους ο θάνατος και σβήνουν τα όνειρα και οι επιθυμίες. Και πεθαίνει γρήγορα εκείνος που έταξε στον εαυτό του μακροζωία. Και αφήνει τ΄αγαθά του και το σώμα του στον κόσμο εκείνος που ήθελε να συγκεντρώνει πλούτη. Άγνωστο λοιπόν μας είναι το τέλος, χριστιανοί.

Ο φιλάνθρωπος Θεός, που φροντίζει για το καλό μας, τα καθόρισε έτσι, ώστε να είμαστε πάντα έτοιμοι και να καταφεύγουμε στην ειλικρινή μετάνοια. Με ό,τι θα φύγει ο άνθρωπος από δω, μ΄αυτό και θα παρουσιαστεί μπροστά στο κριτήριο του Χριστού.


Αδελφοί, ας συλλογιστούμε προσεκτικά αυτά τα λόγια κι ας μετανοήσουμε, για να μην ταξιδέψουμε προς την αιωνιότητα με τις αμαρτίες μας και εμφανιστούμε μ΄αυτές σ΄εκείνο το δικαστήριο. Ο φιλεύσπλαχνος Θεός μας υποσχέθηκε το έλεός Του, δεν μας υποσχέθηκε όμως ότι θα ζούμε το επόμενο πρωί. Και τούτο, για να είμαστε προσεκτικοί, και όταν ξυπνάμε, να θυμόμαστε το θάνατό μας, να διορθώνουμε τον εαυτό μας, να ετοιμαζόμαστε για την έξοδό μας, ώστε να έχουμε μακάριο τέλος. Είναι φοβερή η ώρα του θανάτου.

Όλοι οι άγιοι τη σκέφτονταν κι έκλαιγαν, ικετεύοντας τον φιλάνθρωπο Θεό να τους ελεήσει εκείνη την ώρα. Εκπληκτικό! Να κλαίνε οι άγιοι στη σκέψη του θανάτου, και οι αμαρτωλοί ωστόσο να μη συγκινούνται, αν και καθημερινά κάποιον βλέπουν να πεθαίνει. Φτωχοί αμαρτωλοί! Γιατί κοιμόμαστε, ενώ ο διάβολος σαν κλέφτης αρπάζει τη σωτηρία μας; Ας γράψουμε στη μνήμη μας την ώρα του θανάτου και ας είμαστε έτοιμοι. Απ΄αυτήν θα εξαρτηθεί, αν ο άνθρωπος θα είναι αιώνια ευτυχισμένος ή αιώνια δυστυχισμένος.

Από το θάνατο ανοίγουν για τον καθένα οι πύλες της αιωνιότητας, ο δρόμος για την αιώνια μακαριότητα ή την αιώνια δυστυχία. Απ΄αυτόν τον σταθμό αρχίζει ο άνθρωπος να ζει ή να πεθαίνει αιώνια. Πού βρίσκονται τώρα όσοι έζησαν πρίν από μας και πέρασαν τη ζωή τους αμετανόητα, με κραιπάλες και ηδονές; Έφυγαν απ΄αυτόν τον κόσμο, αφήνοντας εδώ όλες τους τις χαρές. Οδηγήθηκαν καθένας στον τόπο του, περιμένοντας την τελευταία Κρίση, οπότε θα λάβουν την αμοιβή των έργων τους.


Γι΄αυτό εφόσον δεν ήρθε ακόμα για μας εκείνη η ώρα, ας στραφούμε ολόψυχα προς το Θεό μας με την πίστη και τη μετάνοια, ώστε να κερδίσουμε την αιωνιότητα. Αγαπητέ χριστιανέ! Ο θάνατος μας ακολουθεί βήμα προς βήμα χωρίς να τον βλέπουμε, και το τέλος φτάνει τότε που δεν το περιμένουμε. Γι΄αυτό να βρίσκεσαι συνέχεια σε κατάσταση μετάνοιας, έτοιμος παντού και πάντοτε για την αναχώρησή σου. Ο συνετός δούλος είναι πάντα άγρυπνος και περιμένει πότε θα τον καλέσει ο Κύριός του.

Αγρύπνα κι εσύ και περίμενε πότε θα σε καλέσει ο Κύριός σου, ο Χριστός. Να ζεις όπως θα ήθελες να σε βρει ο θάνατος. Να ζεις με ευσέβεια και να εργάζεσαι με φόβο και τρόμο για τη σωτηρία σου. Έτσι δεν θα στερηθείς την αιώνια σωτηρία, που μας δώρισε ο Κύριός μας με το αίμα Του και το θάνατό Του. Έτσι θα τελειώσεις τη ζωή σου χριστιανικά. Και είναι πραγματικά μακάριοι οι νεκροί εκείνοι πού πεθαίνουν πιστοί στον Κύριο και ενωμένοι μαζί Του".

Από το βιβλίο “ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ”, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ