.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιά τή λύπη καί τήν ἀθυμία



Όταν βλέπω το κακό να μεγαλώνει και να πολλα­πλασιάζεται και πάλι εσάς, ευλαβέστατοι, να έχετε αποκάμει από τις αδιάκοπες επιθέσεις, τότε και η δική μου καρδιά γεμίζει από αθυμία.

Όταν πάλι συνειδητοποιήσω τη μεγάλη δύναμη του Θεού, και ότι Εκείνος γνωρίζει να ανορθώνει τους τσακισμένους, να αγαπά τους δικαίους, να συ­ντρίβει τους υπερήφανους και να κατεβάζει τους ηγεμόνες που καταδυναστεύουν όσους κυβερνούν, τότε αισθάνομαι κάποια ανακούφιση και γεμίζω ελπίδα.

Γνωρίζω, και είμαι σίγουρος γι’ αυτό, πράγμα το οποίο θέλω και σεις να γνωρίζετε, ότι η επέμ­βαση του Θεού δεν είναι μακριά και ότι Εκείνος δεν εγκαταλείπει τελικά τον άνθρωπο.Γνωρίζω ότι, όσα υποφέρουμε, μας συμβαίνουν εξαιτίας της αμαρτίας μας και ότι ο φιλάνθρωπος Θεός θα κάνει φανερή την αγάπη και την ευσπλαγχνία που έχει για τους δούλους Του.

Είτε λοιπόν οι μάστιγες που μας δέρνουν, εξαιτίας της αμαρ­τίας μας, είναι μεγάλη τιμωρία για μας, ώστε να μη χρειάζεται να δεχθούμε και άλλες τιμωρίες από τον Θεό, είτε με τους πειρασμούς καλούμαστε να αγω­νισθούμε για την αλήθεια, ο δίκαιος Θεός που μας θέτει το άθλημα, δεν θα μας αφήσει να πειρασθούμε πέρα από τις δυνάμεις μας, αλλά θα μας αμείψει για όσα υποφέρουμε, με το στεφάνι της υπομονής και της ελπίδας (Α' Κορ. 10, 13).
Ποιός λοιπόν έχει τόσο σκληρή ψυχή σαν το διαμάντι; Ποιός είναι τόσο άσπλαγχνος και ανήμερος, ο οποίος θα άκουγε το στεναγμό που ολόγυρά μας βουίζει σαν το ίδιο το θρηνητικό τραγούδι πολλών ανθρώπων που ψάλλουν ομόφωνα, και δεν θα πο­νούσε η ψυχή του, δεν θα λύγιζε και δεν θα έλιωνε από όλα αυτά τα θλιβερά και αξιοθρήνητα;
Αυτά βέβαια δεν τα λέω για παρηγοριά -γιατί ποιός λόγος θα μπορούσε να γιατρεύσει αυτή τη συμφορά- αλλά τα λέω με την θρηνητική αυτή κραυγή μου, θέλοντας να καταδείξω τον πόνο και την οδύνη και της δικής μου ψυχής.

*

Συλλογίζομαι τη μεγάλη τέχνη του διαβόλου στον πόλεμο εναντίον μας. Αυτός, επειδή από πείρα γνωρίζει ότι, όταν πολεμείσθε από τους εχθρούς δαί­μονες, τότε αυξάνει και περισσότερο ζωντανεύει μέσα σας η αρετή, άλλαξε γνώμη.
Έτσι δεν σας πολεμά πια κατά πρόσωπο και φανερά, αλλά σας στήνει κρυφές παγίδες, καλύπτοντας τον κακό σκοπό του για σας, κάτω από το όνομα εκείνων που σας πολεμούν. Αυτό μας το κάνει για να πάθουμε κι εμείς εκείνο που έπαθαν και οι πρόγονοί μας: Δη­λαδή να μη θεωρήσουμε ότι τα παθήματά μας είναι για χάρη του Χριστού, αφού, δήθεν, εκείνοι που μας καταδιώκουν είναι αδελφοί χριστιανοί.
Αυτό ήταν που εξέπληξε και μένα και μ’ έκανε να φθάσω μέχρι παραλογισμού. Γιατί μαζί μ’ αυτή τη σκέψη μου μπήκε παράλληλα και ένας άλλος λογισμός και αυτός είναι: Μήπως εγκατέλειψε ο Κύριος τους δούλους Του; Μήπως ήρθαν τα έσχατα και αρχίζει η αποστασία με όλα τούτα που συμβαί­νουν, ώστε να αποκαλυφθεί ο «άνομος», «ο γιος της απώλειας», εκείνος που «αντιστρατεύεται και εξουσιάζει καθέναν που σχετίζεται με τον Θεό και τη λατρεία Του;» (Β' Θεσ. 2, 3-4).

Υπομείνατε λοιπόν τον πειρασμό, ως καλοί στρατιώτες του Χριστού. Υπομείνατε, και όταν ο πειρασμός είναι πρόσκαιρος, αλλά και όταν τα πάντα καταστραφούν. Ας μην πέσουμε σε βαριά λύπη για τα πράγματα αυτού του κόσμου.

Ας περιμένουμε τον ερχομό από τον ουρανό του μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού. Γιατί, εφόσον πρόκει­ται όλη η κτίση να σταματήσει να υπάρχει και να αλλάξει η μορφή και ο τρόπος ύπαρξης αυτού του κόσμου, τί το περίεργο θα είναι, αν και εμείς οι οποίοι αποτελούμε τμήμα αυτής της κτίσης, πάθουμε ό,τι συμβεί και σ’ όλους τους άλλους; Αν δηλαδή παραδοθούμε στις θλίψεις, αυτές που, ανάλογα με τις δυνάμεις μας, έχει ορίσει ο Δίκαιος Κριτής; Δεν είναι «Εκείνος ο Οποίος θα εμποδίσει να πειρασθούμε περισσότερο απ’ ό,τι αντέχουμε, αλλά θα δώσει μαζί με τον πειρασμό και την έκβαση, ώστε να μπορέσουμε να τον σηκώσουμε;» (Πρβλ. Α' Κορ. 10, 13).

Ας μην αποκάμουμε λοιπόν, αδελφοί μου, γιατί μας περιμένουν στεφάνια Μαρτύρων. Οι χοροί των Ομολογητών είναι έτοιμοι να απλώσουν τα χέρια, να μας υποδεχθούν και να μας συναριθμήσουν στη δική τους τάξη. Αναλογισθείτε τους Αγίους από τα παλιά χρόνια μέχρι σήμερα. Κανένας τους δεν αξιώθηκε να λάβει το στεφάνι της υπομονής, ζώντας μέσα στην τρυφή και στις περιποιήσεις των ανθρώπων. Όλοι αποδείχθηκαν δόκιμοι στην πίστη, περνώντας μέσα από μεγάλες θλίψεις και από τη φωτιά των πειρασμών.
Μακάριος είναι εκείνος που καταξιώθηκε να υποφέρει παθήματα για χάρη του Χριστού. Πιο μα­κάριος απ’ αυτόν είναι όποιος καταξιώθηκε να πε­ράσει μέσα από πληθώρα τέτοιων πειρασμών και θλίψεων. Γιατί «δεν είναι άξια τα παθήματα που περνάμε σ’ αυτή τη ζωή, αν συγκριθούν με τη δόξα που πρόκειται να μας αποκαλυφθεί» (Ρωμ. 8, 18).
Εκείνος που δεν θα λυγίσει κάτω από το βάρος των πειρασμών, αλλά θα υπομένει τις θλίψεις, με τη βοήθεια της ελπίδας προς τον Θεό, θα έχει ως μεγάλη ανταπόδοση από τον Θεό το χάρισμα της υπομονής.

Όπως ακριβώς τα σκουλήκια γεννιούνται κυ­ρίως μέσα στα μαλακότερα ξύλα, έτσι και οι λύπες βρίσκουν πρόσφορο έδαφος κυρίως στους πιο ευαί­σθητους ανθρώπους.
Δεν επιτρέπεται ούτε στους άνδρες ούτε στις γυναίκες να πενθούν και να κλαίνε υπερβολικά.
Όσο κι αν είναι κανείς λυπημένος, ας χύνει λίγα δάκρυα και αυτό με ήσυχο τρόπο, χωρίς δυνα­τές φωνές και μοιρολόγια, χωρίς σχίσιμο των ρούχων ή ρίξιμο στάχτης στο κεφάλι, χωρίς κάποια άλλη άσχημη έκφραση, από εκείνες που εκδηλώνουν όσοι δεν έχουν πνευματική καλλιέργεια, σε ό,τι σχετίζεται με τα γεγονότα της ανθρώπινης ζωής. Γιατί είναι δείγμα άνανδρης ψυχής και εκείνης που δεν παίρνει καμιά δύναμη από την ελπίδα στον Θεό, το να κλαίει απαρηγόρητα, σχίζοντας τα ρούχα και το να λυγίζει κάτω από το βάρος των λυπηρών. Τα δάκρυα έχουν το φυσικό ιδίωμα να γεννιούνται από κάποια πληγή, η οποία ερεθίζει την ψυχή και την μουδιάζει, χωρίς εκείνη να ενεργεί εκούσια και που επηρεάζει όλο τον συναισθηματικό χώρο του ανθρώπου.

Η χαρά είναι σαν κάποιο σκίρτημα της ψυχής που χαίρεται και αγάλλεται για καθετί, στο οποίο κι εκείνη συμφωνεί και συμμετέχει. Γι' αυτό ακριβώς και τα σημάδια που εμφανίζονται στο σώμα έχουν σχέση και είναι συνέπεια των καταστάσεων αυτών που διακατέχουν την ψυχή. Εκείνοι που είναι λυ­πημένοι είναι ωχροί και πελιδνοί και η όλη τους εμφάνιση είναι ανέκφραστη και παγερή.Εκείνοι πάλι που είναι χαρούμενοι, έχουν όψη ανθηρή και ροδοκόκκινη και, με μια λέξη, είναι σαν να χοροπηδά η ψυχή τους και να ωθείται από τη χαρά, για να εκφρασθεί με διάφορους τρόπους.

Γνωρίσαμε πολλούς που, όταν έπεσαν σε με­γάλες συμφορές, πίεσαν πολύ τον εαυτό τους για να μην κλάψουν. Μετά αυτοί οι άνθρωποι αρρώστησαν βαριά και ή έχασαν το λογικό ή έμειναν ανάπηροι. Άλλοι πάλι έχασαν κι αυτή τη ζωή τους, γιατί δεν είχαν δυνατό στήριγμα· και έτσι η λύπη τσάκισε τις λίγες δυνάμεις τους.
Εκείνο που συμβαίνει με τη φλόγα της φωτιάς, που καταπνίγεται από τον ίδιο τον καπνό της, όταν αυτός δεν βρίσκει διέξοδο και παραμένει στο χώρο, συμβαίνει και με τη δύναμη που έχει κάθε ζωντανή ύπαρξη.

Αυτή μαραίνεται, εξασθενεί και καταπνί­γεται από τα λυπηρά της ζωής, γιατί δεν βρίσκει καμιά διέξοδο, για να εκτονωθεί και να παραμείνει δυνατή.
Για ποιό λόγο ο Χριστός δάκρυσε για τον Λάζαρο; Οπωσδήποτε για να επανορθώσει την κατώδυνη και ταπεινωτική συμπεριφορά εκείνων, οι οποίοι θρηνούσαν υπερβολικά και οδύρονταν για τις συμφορές τους.
Και το ότι το δάκρυ του Κυρίου δεν γεννήθηκε από κάποιο πάθος, αλλά ήταν διδακτικό για τους ανθρώπους, γίνεται φανερό από αυτό που είπε: «Ο φίλος μου ο Λάζαρος κοιμήθηκε, αλλά θα πάω τώρα να τον ξυπνήσω» (Ιωάν. 11, 11). Ποιός από μας θα έκλαιγε και θα οδυρόταν για ένα φίλο του που κοιμόταν, τον οποίο σε λίγη ώρα επρόκειτο να τον ξυ­πνήσει; «Λάζαρε, βγες έξω» (Ιωάν. 11, 43).

Και ο νεκρός έπαιρνε ζωή και ο δεμένος περπατούσε, θαύμα πάνω στο θαύμα. Τα πόδια ήταν σφιχτοδεμένα και ταυτόχρονα δεν εμπόδιζαν στο βάδισμα, αφού ήταν μεγαλύτερη η κινητήρια δύναμη από τα δεσμά. Πώς λοιπόν, Εκείνος που επρόκειτο να κάνει τέτοιο θαύμα, θα θεωρούσε άξιο δακρύων το συμβάν του θανάτου του Λαζάρου;
Είναι ολοφάνερο ότι, επειδή γνώριζε την ασθένεια της φύσης μας σε όλες της τις πλευρές, οριοθέτησε μερικά από τα πάθη, που αναγκαστικά συνακολουθούν την ασθένειά μας. Έτσι, με αυτή τη συμπεριφορά Του, μας καθοδήγησε, ώστε και να αποφεύγουμε την έλλειψη συμμετοχής στον πόνο, θεωρώντας κάτι τέτοιο ως θηριωδία. Ταυτόχρονα όμως μας δίδαξε να μην υποχωρούμε στην τάση που μας ωθεί στην υπερβολική έκφραση της λύπης και σε θρήνους, γιατί αυτή είναι έλλειψη ευγένειας και χριστιανικού ήθους.

Τί να πούμε για τον Ιώβ; Μήπως αυτός είχε σκληρή καρδιά σαν το διαμάντι; Μήπως τα σπλάγχνα του ήταν πέτρινα; Σκοτώθηκαν σε μια στιγμή και τα δέκα παιδιά του, μέσα στο ολόχαρο σπιτικό. Και αυτό συνέβη γιατί τους κτύπησε η ίδια συμφορά, η οποία τους βρήκε την ώρα που όλοι γιόρταζαν χαρούμενοι, καθώς με ενέργεια διαβολική κατέπεσε το σπίτι και τους πλάκωσε.

Είδε έτσι ο Ιώβ το γιορτινό τραπέζι βαμμένο από αίματα. Είδε τα παιδιά του που χρονικά ήρθαν ξέχωρα στη ζωή, να φεύγουν όλα μαζί την ίδια ώρα. Και παρόλα αυτά, δεν έβγαλε ουρλιαχτά, δεν ξεμαλλιάσθηκε, δεν ξεφώνησε με απρέπεια, αλλά ξεστόμισε την αλησμόνητη εκείνη και χιλιοτιμημένη ευχαρι­στία προς τον Θεό: «Ο Κύριος έδωσε, ο Κύριος και τα πήρε. Όπως θεώρησε ο Κύριος καλό, έτσι κι έγινε. Ας είναι το Όνομά Του ευλογημένο» (Ιώβ 1, 21).
Μήπως αυτός ο άνθρωπος δεν αγαπούσε τα παιδιά του; Πώς είναι δυνατόν; Αυτός, κάνοντας λόγο για τον εαυτό του, λέει: «Εγώ έκλαιγα για κάθε θλιμ­μένο» (Ιώβ 30, 25). Μήπως όταν μιλούσε έτσι έλεγε ψέματα; Την ειλικρίνειά του την επιβεβαιώνει και το γεγονός ότι ήταν ολοκληρωμένος και γνήσιος και σε όλες τις άλλες αρετές. Λέει γι' αυτόν η Αγία Γραφή: «Ήταν άνθρωπος άμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, αληθι­νός» (Ιώβ 1, 1).

Οι περισσότεροι όμως άνθρωποι φτιάχνουν μοι­ρολόγια και θρηνούν και με γοερές φωνές κάνουν τις ψυχές τους να λιώνουν από τον πόνο και να φθείρονται. Όπως κάνουν οι σκηνοθέτες που στή­νουν τραγωδίες και αναπλάθουν σκηνές και συν­θέτουν έργα θεατρικά και γεμίζουν με θεατές τα θέατρα, έτσι νομίζουν μερικοί πως πρέπει να συμπε­ριφέρονται εκείνοι που πενθούν.

Πρέπει δηλαδή να φοράνε μαύρα, να μη λούζονται, να έχουν κλειστά τα παράθυρα και σκοτεινό το σπίτι, βρώμικο, γεμάτο σκόνη, βαρύθυμη έκφραση, πράγματα που κρατούν το τραύμα της λύπης πάντα νωπό στην ψυχή.
Δεν γνωρίζουν αυτοί οι άνθρωποι ότι η ψυχή εκείνη που γέμισε με τον πόθο του Δημιουργού της και που έχει συνηθίσει να ευφραίνεται με αυτή την πνευματική σχέση, δεν έχει τις συνηθισμένες ψυχικές μεταπτώ­σεις, εξαιτίας των παθημάτων που συμβαίνουν σ’ αυτή τη ζωή.
Αντίθετα, κι απ’ αυτά τα λυπηρά συμβάντα παίρνει αφορμή, για να ζήσει εντονότερα η ψυχή την πνευματική σχέση της με τον Θεό. Κι έτσι αυξάνει η ευφροσύνη που ήδη πριν απολάμβανε.

Όπως λοιπόν εκείνοι που έχουν κακή όραση δεν αντέχουν το πολύ φως, αλλά ξεκουράζουν τα μάτια τους, ατενίζοντας τα λουλούδια και την πρα­σινάδα, έτσι πρέπει να συμπεριφέρεται και κάθε ψυχή. Δεν πρέπει δηλαδή να επικεντρώνει τη σκέψη της στο λυπηρό γεγονός, ούτε να πολυασχολείται με τις δύσκολες περιστάσεις αυτής της ζωής, αλλά να απασχολεί τη σκέψη και το λογισμό της με τη θεωρία των πραγματικών και αιωνίων αγαθών.

Οι λύπες δοκιμάζουν την ψυχή, όπως η φω­τιά το χρυσάφι. Γι’ αυτούς που είναι γυμνασμένοι πνευματικά, οι θλίψεις μοιάζουν με τροφή και με αθλητικά γυμνάσματα που προβιβάζουν τον αγωνι­στή και τον οδηγούν στη δόξα των υιών του Θεού. Η πολλή όμως στενοχώρια γίνεται αφορμή αμαρτίας.
Η λύπη βουλιάζει το νου και τον αποχαυνώνει και αδρανεί η λειτουργία των λογισμών, η οποία είναι μητέρα της αχαριστίας. Γιατί είναι ντροπή μας να δοξάζουμε τον Θεό όταν όλα πάνε καλά και να σω­παίνουμε όταν συμβαίνουν Ρα δύσκολα και λυπηρά. Αντίθετα, τότε πρέπει περισσότερο να ευχαριστούμε τον Θεό, γνωρίζοντας ότι «όποιον αγαπά ο Κύριος τον παιδαγωγεί και μαστιγώνει κάθε παιδί που το θεωρεί δικό Του» (Εβρ. 12, 6-7).
Ο Θεός, θα γλυτώσει τους αγίους Του, από όλες τις θλίψεις όχι βέβαια με το να τους αφήσει χωρίς δοκιμασίες, αλλά χαρίζοντάς τους την υπομονή. Γιατί, «η θλίψη γεννά την υπομονή και η υπομονή, δοκιμασμένο και ώριμο άνθρωπο» (Ρωμ. 5, 3).

Εκείνος λοιπόν που αποφεύγει τη θλίψη, στε­ρεί τον εαυτό του από τη δοκιμασία, η οποία τον ωριμάζει και τον εδραιώνει στην αρετή. Όπως δεν στεφανώνεται κανείς αν δεν παλέψει με κάποιον, έτσι δεν μπορεί να αποδειχθεί κανείς δοκιμασμένος και έμπειρος με άλλο τρόπο, παρά μονάχα δια μέσου των θλίψεων.
Από όλες τις θλίψεις, λέει ο Απόστολος, θα τους γλυτώσει ο Κύριος, όχι βέβαια εμποδίζοντάς τους να πέσουν στους πειρασμούς, αλλά χαρίζοντάς τους «μαζί με τον πειρασμό και τη διέξοδο, ώστε να μπορέσουν να αντέξουν» (Α' Κορ. 10, 13).
Εκείνος που ισχυρίζεται ότι δεν ταιριάζει η θλίψη στον δίκαιο άνθρωπο, είναι σαν να λέει ότι δεν είναι στον αθλητή απαραίτητος ο αντίπαλος.
Επειδή προξενεί παρηγοριά στους πονεμένους το να συμπάσχει κανείς μαζί τους, είναι φανερό ότι πρέπει να συμμετέχουμε στον πόνο τους. Θα κάνεις πραγματικά τον εαυτό σου συμμέτοχο της συμφοράς των πονεμένων, όχι εκμηδενίζοντας την ένταση και τη σημασία των λυπηρών, ούτε περιφρονώντας τον πόνο των άλλων.

Δεν πρέπει βέβαια από την άλλη μεριά, να κάνει κανείς ό,τι κάνουν οι λυπημένοι. Δηλαδή, να φωνάζει ή να θρηνεί μαζί τους ή να συμπεριφέρεται όπως εκείνοι που είναι σκοτισμένοι από τη συμ­φορά. Δεν πρέπει, μ' άλλα λόγια, να κλείνεσαι μέσα, άνθρωπέ μου, ούτε να μαυροφορείς, ούτε να κάθεσαι καταγής και να μην κόβεις τα μαλλιά σου. Έτσι αν κάνεις, μεγαλώνεις στον πονεμένο τη συμφορά αντί να του τη λιγοστεύεις.
Αντίθετα, και εσύ πρέπει να πονάς για ό,τι συμβαίνει, αλλά να συμμετέχεις με ησυχία στα λυ­πηρά γεγονότα, με σοβαρότητα στο πρόσωπο και με σεμνή συμπεριφορά. Έτσι δηλαδή που να γίνεται στον αδελφό σου φανερή εξωτερικά η λύπη της ψυχής σου. Όταν πάλι εκφράζεται με έντονο τρόπο ο λυπημένος, δεν πρέπει να πετάγεται κανείς και να αρχίζει να τον επιτιμά για ό,τι λέει, σαν να θέλει να εκφράσει τη δική του αντίδραση και να επέμβει στα όσα γίνονται.

Γιατί είναι πολύ φορτικό πράγμα για τους λυπημένους τα επιτιμητικά λόγια. Δεν γίνονται αποδεκτά εύκολα και δεν υπάρχει περίπτωση να παρηγορήσουν όσα λέγονται από εκείνους που είναι έξω από τη συμφορά. Όπως σε ένα μάτι που έχει φλεγμονή και το πιο μαλακό πράγμα να βάλλουμε επάνω του τού προκαλεί πόνο, έτσι συμβαίνει και με την ψυχή που έχει βαρύ πόνο.
Ακόμα κι αν φέρνει πολλή παρηγοριά ο λόγος στην ψυχή του πονεμένου, όμως είναι σε ένα βαθμό ενοχλητικός, όταν προσφέ­ρεται την ώρα της μεγάλης οδύνης. Όταν όμως δεις τον αδελφό σου να κλαίει και να οδύρεται για τις αμαρτίες του, κλάψε και συ μαζί του και κακοπάθησε. Γιατί συμμετέχοντας στη μετάνοια των άλλων, επανορθώνεις και τα δικά σου σφάλματα.
Εκείνος που θα χύσει πικρά δάκρυα για την αμαρτία του άλλου, θεράπευσε ήδη τον εαυτό του, όσον αφορά τις αμαρτίες, για τις οποίες κλαίει με το να συμμετέχει στον πόνο του αδελφού.

Για την αμαρτία να κλαις. Αυτή είναι η αρρώ­στια και ο θάνατος της αθάνατης ψυχής και γι’ αυτή πρέπει να κλαίει κανείς συνέχεια και να οδύρεται.
Γι' αυτή πρέπει να χύνονται όλα τα δάκρυα και να μη σταματά κανείς να στενάζει από τα βάθη της καρδιάς του. Έτσι έκλαιγε ο Προφήτης Ιερεμίας, για εκείνους που είχαν χαθεί από την αμαρτία. Και επειδή δεν ήταν αρκετά τα φυσικά δάκρυα, ζητούσε αστείρευτη πηγή δακρύων (Ιερ. 8, 23-9, 1).
Τέλος, ας ευχαριστήσουμε τον Χριστό και Θεό μας, γιατί σ’ Εκείνον πρέπει κάθε τιμή και προσκύ­νηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το Πανάγιο και Ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Μέγας Βασίλειος

(Πηγή: Μεγάλου Βασιλείου P. G. 33, 1277 - Απόσπασμα από το βιβλίο «ΩΔΗ ΣΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ: Η Λύπη κατά τους Πατέρες», Εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα).

http://hristospanagia3.blogspot.gr

Να Ευχαριστούμε πάντοτε τον Θεό!



«Να προσεύχεσαι κάθε φορά που κάθεσαι στο τραπέζι.

Όταν δέχεσαι το ψωμί, να αποδίδεις την ευχαριστία σ’ Αυτόν που το έδωσε. Όταν με οίνο στηρίζεις την ασθένεια του σώματος, να θυμάσαι Αυτόν που σου παρέχει το δώρο για να ευφραίνεται η καρδιά και να καταπραΰνονται οι ασθένειες.
Πέρασε η ανάγκη των φαγητών; Η μνήμη όμως του Ευεργέτη να μην παρέλθει. Κάθε φορά που φοράς τον χιτώνα να ευχαριστείς Αυτόν που σου τον έδωσε. Όταν ντύνεσαι το ρούχο, να αυξήσεις την αγάπη στον Θεό, ο οποίος μας χάρισε κατάλληλα σκεπάσματα και για τον χειμώνα και για το καλοκαίρι, τα οποία και τη ζωή μας προφυλάσσουν και την ασχήμια καλύπτουν.
Τελείωσε η ημέρα; Να ευχαριστείς Αυτόν που μας χάρισε τον ήλιο για να μας εξυπηρετεί στα έργα της ημέρας και που έδωσε το φως για να φωτίζει τη νύχτα και να εξυπηρετεί τις λοιπές ανάγκες της ζωής».

Αγίου Βασιλείου Μεγάλου

«Η κοινωνίας πίστεως είναι το ουσιώδες εις τον βίον της Εκκλησίας»

«Αἱ προσπάθειαι τοῦ Μ. Βασιλείου
περὶ τῆς κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν»

Χρήστου Παναγιώτου
("Κληρονομία", τ. 13ο, σελ. 183-194)

Δια τον αρχιεπίσκοπον της Καισαρείας η κοινωνία δεν είναι απλή λέξις, αλλά κατάστασις υπάρξεως του εκκλησιαστικού οργανισμού ως σώματος του Χριστού και έδρας του Αγίου Πνεύματος, (τὸ Ὁποῖον) συνιστά τον κρίκον που συνδέει τα μέλη εν χρόνω και τόπω.
Επί μέρους τμήματα της Εκκλησίας ήσαν αι αυτοτελείς επισκοπαί, η δε ενότης αυτής κατά τας εγκοσμίους σχέσεις της εξεφράζετο δια της επικοινωνίας των επισκόπων μεταξύ των· τούτο είναι ό,τι συνήθως καλούμεν κοινωνίαν των Εκκλησιών. Οι ούτω επικοινωνούντες εκαλούντο "κοινωνικοί".

Ο Βασίλειος απέδιδεν μεγάλην σπουδαιότητα εις τας επισκοπικάς συναντήσεις δια την επίλυσιν των τοπικών ζητημάτων της Ανατολής, είχε δε πάντοτε προ οφθαλμών την σύγκλησιν μιας γενικής συνόδου δια τα θέματα της οικουμενικής Εκκλησίας.

Πάντως η επαφή των εκκλησιαστικών ηγετών, είτε δι' επιστολών είτε δια συνόδων είτε δια προσωπικών συναντήσεων, έχει νόημα και αξίαν, μόνον όταν απορρέη από ουσιώδεις αρχάς. 

Διέκρινε μεταξύ κοινωνίας αγάπης και κοινωνίας πίστεως, αυτή δε η δευτέρα είναι το ουσιώδες εις τον βίον της Εκκλησίας, ενώ η πρώτη είναι παρεπόμενον.
Η κοινωνία είναι αγαθόν το οποίον προσφέρεται και λαμβάνεται κατά την συμφωνίαν της ορθοδόξου πίστεως. Όθεν απομάκρυνσις ενός επισκόπου από την ορθοδοξίαν συνεπάγεται διακοπήν της κοινωνίας από τους άλλους. 
Ο Βασίλειος, όταν παρενεβάλλετο παρεκτροπή εις την πίστιν, δεν εδίσταζε να διάσπαση παλαιάς φιλίας.

Εις αυτήν την σύγχυσιν (σὲ καιρὸ αἱρέσεως), αν δεν προλάβη ο εχθρός να σε κτυπήση, σε πληγώνει ο σύντροφος. Συνδεόμεθα μεταξύ μας οι ομόφρονες επί τόσον μόνον χρόνον, επί όσον μισούμεν από κοινού τους εχθρούς. Όταν όμως οι εχθροί απομακρυνθούν, βλέπομεν ο εἷς τον άλλον ως εχθρόν. Αι τραχείαι κραυγαί από τας αντιλογίας των αλληλομαχομένων έχουν γεμίσει την Εκκλησίαν και η ευσεβής δογματική διδασκαλία διαστρέφεται από τας ακρότητας. 
Η αγάπη έχει γενικώς ψυχρανθή, η μεταξύ των αδελφών σύμπνοια έχει εξαφανισθή, το όνομα της ομονοίας έπαυσε να είναι γνωστόν (Μ. Βασιλείου, Περί Ἁγίου Πνεύματος 30, 76-78).

Όλα περνούν και μένουν πίσω σου...



«Ό χρόνος συνοδεύει τη ζωή και την κατευθύνει στό θάνατο. 

"Οπως οι επιβάτες των πλοίων οδηγούνται αυτομάτως στο λιμάνι, έστω κι αν κοιμούνται και δεν το αντιλαμβάνονται, έτσι και κάθε άνθρωπος με το πέρασμα του Χρόνου, σαν με μια συνεχή και ακατάπαυστη κίνηση, οδηγείται στο τέλος του. 

Κοιμάσαι και ο Χρόνος σε παρατρέχει. 
Είσαι ξυπνητός κι έχεις φροντίδες, άλλα ή ζωή δαπανάται, έστω και αν αυτό διαφεύγει την αντίληψη μας. 

"Ολοι τρέχουμε κάποιο δρόμο, σπεύδοντας ό καθένας προς το τέλος του... 

"Ολα περνούν και μένουν πίσω σου... 

Τέτοια είναι ή ζωή. 

Ούτε οι χαρές της είναι μόνιμες ούτε οί λύπες της διαρκείς. 

Και ό δρόμος δεν είναι δικός σου, ούτε τα παρόντα δικά σου».

(Μέγας Βασίλειος,Όμιλία εις Ψαλμόν 1, 4, Ρ.G. 29, 220 D-21Α)

«Καταπεφρόνηται τα των Πατέρων δόγματα» -- Η «νέα οριοθέτηση» της εκκλησίας!

Ο απληροφόρητος Ορθόδοξος Ελληνικός λαός δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει τη «νέα οριοθέτηση» της εκκλησίας από την λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο» της Κρήτης (Ιούνιος 2016).

Οι απαντήσεις πολλών πνευματικών–ιερέων στα πνευματικά τους παιδιά για τη σύνοδο αυτή, δεν εκφράζουν συνειδητή Ορθόδοξη στάση ζωής. Είναι μια στάση που χωρίζεται από τη στάση ζωής των Αγίων της Εκκλησίας μας, που έδωσαν και τη ζωή τους για τη διαφύλαξη της Ορθόδοξης αλήθειας (ομολογητές, μάρτυρες).
Για την επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος, η θεολογική ενημέρωση του πιστού λαού για τη σύνοδο της Κρήτης, ποτέ δεν ήταν θέμα προτεραιότητος.
Βιώνουμε μια φοβερή διάψευση των ελπίδων μας, σε ότι αφορά την στάση της Εκκλησίας μας έναντι του οικουμενισμού.
Η Συνοδική εξουσία, σεβαστοί Ιεράρχες, δεν στηρίζεται σε προσωπική δύναμη ή στη πραγματικότητα μιας πλειοψηφίας. Στηρίζεται στην διαχρονική ορθόδοξη αλήθεια.
Η εξουσία αυτή παρέχεται ως χάρη και αποστολή και οφείλεται στη θυσία του ίδιου του Χριστού.
Η Εκκλησία διοικείται με βάση το Θεανθρώπινο δίκαιο, χωρίς εγωισμούς και πολιτικοθρησκευτικές σκοπιμότητες.
Η επιλογή της Εκκλησίας της Ελλάδος να μην πραγματοποιήσει διευρυμένο και βαθύ θεολογικό διάλογο για τη σύνοδο της Κρήτης, σε επίπεδο απρόσβλητης ελευθερίας, είναι πράξη μη συμβατή με τα ορθόδοξα όρια της Συνοδικής εξουσίας, που εν συντομία αναφέραμε.
Οι θεολογικοί διάλογοι, συνοδικοί ή μη, όταν βιώνουν την αλήθεια της Ορθοδοξίας, τότε συγκρατούν και οικοδομούν την πνευματική υγεία του πληρώματος.
Αναμφίβολα, οι Οικουμενικές σύνοδοι, που καθόρισαν το Εκκλησιαστικό «είναι» σε επίπεδο θεολογικού διαλόγου, είχαν χαρισματικά μέγιστο ύψος ορθόδοξης συνειδητότητας και πνευματικής ποιότητας (Θεολογικής και Διοικητικής).
Πηγές τους ο ίδιος ο Χριστός, οι Άγιοι Απόστολοι και οι Πατέρες της Εκκλησίας.
Η σαφήνεια, η αρτιότητα – ορθοδοξότητα της θεολογικής αντίληψης και, ιδιαίτερα, η πνευματική ωρίμανση των Πατέρων, ένωσαν το πλήρωμα δογματικά έναντι των αιρέσεων.
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αχελώου (Ευθύμιος Στύλιος) σημειώνει: «Ο Χριστός δεν ήλθε να μας διδάξει μόνο, αλλά και να συζητήσει μαζί μας. Ιδρυταί ανθρωπίνων θρησκευμάτων, ακόμη και οι Προφήται της Π. Διαθήκης, χρησιμοποίησαν αποκλειστικά τον μονόλογο.
Ο Κύριος, δεν ήταν απλώς Διδάσκαλος, ήταν και άριστος συζητητής. Ο διδάσκαλος διδάσκει ενώ ο συζητητής ενδιαφέρεται για το συνομιλητή του.
Ο Κύριος απαντούσε στα ερωτήσεις, συμμετείχε στις αγωνίες και τα προβλήματα των ανθρώπων, συμμεριζόταν τις παθήσεις τους και έκλαιε στις δοκιμασίες τους». Άριστος συζητητής! Σήμερα, μετά από δεκαετίες έντονης μυστικής οικουμενιστικής δραστηριότητας, είδαμε στην Κρήτη μια συνοδική προσπάθεια αλλαγής της συνειδητότητας των Ορθοδόξων χωρίς Αγιοπνευματικό, αντιρρητικό διάλογο – συζήτηση και με περιφρόνηση της δογματικής γραμμής των Πατέρων.
Οι αμήχανες – ένοχες σιωπές στην Κρήτη μετασχηματίσθηκαν σε μήνυμα «ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΑΟ», για αποδοχή των αποφάσεών της. Σε όλα τα επίπεδα έχουμε παραβίαση των ορίων της Εκκλησίας, τόσο σε θεολογικό επίπεδο όσο και σε τεχνικό – διοικητικό.
Να θυμίσουμε, σεβαστοί Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος, ότι μια συνοδική απόφαση επιδέχεται συμφωνία και αποδοχή αλλά, επίσης, ασυμφωνία και απόρριψη, όταν δεν ορθοτομεί τον λόγο της Αλήθειας, όταν περιφρονεί τον δογματικό άξονα των Πατέρων.
Να θυμίσουμε επίσης, ότι ο Τριαδικός Θεός εκφράζεται προς τα έξω δημιουργήματά του, ως δημιουργικός λόγος, ως σωτηριολογικός λόγος και ως αγιαστικός λόγος (δια του Αγίου Πνεύματος εν τη Εκκλησία).
Τρεις πνευματικοί άξονες, στους οποίους δεν κινήθηκαν πιστά ούτε η σύνοδος της Κρήτης, ούτε και η σύνοδος της Ιεραρχίας της Ελλάδος στις εκτιμήσεις τους για τον οικουμενισμό.
Τέλος, να θυμίσουμε (σύντομα) τα όρια της Εκκλησίας, όπως αυτά έχουν βιωθεί – καταγραφεί στην Εκκλησιολογία της Ορθοδοξίας. Πιο συγκεκριμένα, η μοναδική και αληθινή Εκκλησία του Χριστού:
α) Είναι συνέχεια του Υπερώου της Πεντηκοστής (Αποστολική διαδοχή και Αποστολική διδαχή).
β) Τροφοδοτεί με θεία χάρη από τα μυστήρια του Χριστού.
γ) Δεν έχει αλλοιωθεί από αιρέσεις – πλάνες, διότι κινείται στα όρια των Αποστολικών διδαχών και των Οικουμενικών Συνόδων.
δ) Παραδέχεται όλα τα δόγματα – αποφάσεις των εννέα Οικουμενικών Συνόδων.
Ερώτημα: Στην λεγόμενη «αγία και Μεγάλη σύνοδο», στα κείμενά της περί Εκκλησίας, σε ποια σημεία τους εκφράζονται με σαφήνεια τα όρια της Εκκλησίας, τα οποία αβίαστα να χαρακτηρίζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία ως Σώμα Χριστού;
Σε ποια σημεία υπογραμμίζονται ως αιρέσεις ο παπισμός, ο προτεσταντισμός και ο οικουμενισμός;
Αντίθετα, στις αποφάσεις – κείμενά της καθώς και στο μήνυμα «ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΑΟ», διακρίνουμε την έντονη οικουμενιστική φόρτισή τους από τη συχνότητα του Π.Σ.Ε.
Στην πρώτη συνέλευση του Π.Σ.Ε. (Άμστερνταμ), ο ομιλητής Γουσταύος Ώλλεν είπε: «Η Εκκλησία είναι σύνθεση όλων των Εκκλησιών» και «πάντες οι Χριστιανοί είναι μέλη αυτής της Εκκλησίας».
Επίσης, ο καθηγητής Ιωάννης Γκρέγκ, χτύπησε τα όρια της Εκκλησίας λέγοντας: «Η Μεγάλη Εκκλησία του Χριστού περιλαμβάνει όλους τους Χριστιανούς, όλων των πεποιθήσεων».
Ιδού η «διευρυμένη» Εκκλησία του οικουμενισμού και η σκοπιμότητα του όρου «ετερόδοξες Εκκλησίες», που χρησιμοποίησαν στην σύνοδο της Κρήτης!
Δανειζόμενοι τα λόγια κάποιου Γέροντα, ερωτούμε: Από τις διατυπώσεις των συνοδικών κειμένων της Κρήτης (και Ελλάδος), μπορεί ένας απλός πιστός να διακρίνει τι είναι Ορθόδοξο και γιατί είναι Ορθόδοξο; Τι είναι μη Ορθόδοξο και γιατί δεν είναι Ορθόδοξο; Δυστυχώς όχι, διότι «καταπεφρόνηται τα των Πατέρων δόγματα» 

(Μ. Βασίλειος Επιστ. 90).

Νίκος Σακαλάκης, Μαθηματικός

Μ. Βασίλειος: Μεγαλύτερη η φθορά από την κοινωνία με αιρετικούς, από εκείνη με τους ηθικώς αμαρτάνοντες



Οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστὲς (καὶ δὴ οἱ τῶν Ἀδελφοτήτων) ρίχνουν ὅλο τὸ βάρος τοῦ Νόμου στὴν στενὴν ἔννοιαν τῆς ἠθικῆς καὶ προσέχουν τὴν κοινωνία μετὰ τῶν παρεκτρεπομένων ἠθικῶς. Ἀδιαφοροῦν, ὅμως, διὰ τὴν κοινωνίαν μετὰ τῶν αἱρετικῶν, κάνοντες ἕναν ἀδιανόητον διὰ τοὺς Ἁγίους Πατέρας διαχωρισμὸν τῶν αἱρετικῶν· τοὺς διαχωρίζουν εἰς ἐκείνους ποὺ ἔχουν καταδικασθεῖ ὑπὸ Συνόδου καὶ εἰς ἐκείνους πού, ἂν καὶ πεισμόνως κηρύττουν αἱρετικὲς κακοδοξίες, δὲν ἔχουν εἰσέτι καταδικασθεῖ, παρόλο ποὺ ὑπὸ ἁγίων ἀνδρῶν χαρακτηρίζονται ὡς παναιρετικοί.

Ἔτσι μὲ τοὺς μὲν πρώτους ἀποφεύγουν τὴν κοινωνίαν, μὲ τοὺς δευτέρους δέ (τοὺς Οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους ἐν προκειμένῳ) ἐπικοινωνοῦν, καὶ συλλειτουργοῦν, καὶ ἐπιτρέπουν ὡς πνευματικοί, νὰ ἐπικοινωνοῦν καὶ νὰ εὐλογοῦνται τὰ πνευματικά τους παιδιὰ ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς αὐτούς. Διαγράφουν ἔτσι τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, καὶ ἀπὸ μιὰ κακὴ νοοτροπία (ἀπόδειξη ὅτι ἔχουν προσβληθεῖ ἀπὸ τὸν οἰκουμενιστικὸ ἰό) ἀγωνίζονται ὄχι μόνο ἀναποτελεσματικῶς, ἀλλὰ κακῶς κατὰ τῆς αἱρέσεως, τὴν ὁποία φέρουν μεθ’ ἑαυτῶν.
Εἶναι δὲ ἀξιοσημείωτον, ὅτι στὸ παρατιθέμενο κείμενο τοῦ Μ. Βασιλείου, ὁ Ἅγιος θεωρεῖ περισσότερον ἐπικινδύνους τοὺς αἱρετικούς, ἀπ’ ὅ,τι τοὺς ἠθικῶς ἁμαρτάνοντας!

Πρὸς ἐνημέρωσή τους καὶ ἀφορμὴ ἀφυπνίσεως καταθέτουμε τὸ σχετικὸ κείμενο τοῦ Μ. Βασιλείου. Ἀναλογιζόμενοι τὴν εὐθύνη τῶν ψυχῶν ποὺ καθοδηγοῦν καί, φυσικά, τῆς δικῆς τους ψυχῆς, ἂς μελετήσουν τὸ κείμενο τοῦ Ἁγίου, καὶ ὁ Θεὸς ἂς τοὺς φωτίσει νὰ ἀποκομίσουν πνευματικὸν ὄφελος.

Ε.Κ., Ἐκπαιδευτικός



Κείμενο:
ΕΡΩΤΗΣΙΣ Κʹ.
Εἰ χρὴ τὸν ἐν ἁμαρτίαις ἐξετασθέντα φεύγειν τὴν πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους κοινωνίαν, ἢ καὶ πρὸς τοὺς κακῶς ζῶντας διακρίνεσθαι.
ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ.
Τοῦ Ἀποστόλου εἰπόντος, Στέλλεσθαι ὑμᾶς ἀπὸ παντὸς ἀδελφοῦ ἀτάκτως περιπατοῦντος, καὶ μὴ κατὰ τὴν παράδοσιν, ἣν παρέλαβον παρ' ἡμῶν, καθόλου παντὶ πᾶσα κοινωνία παντὸς ἀπηγορευμένου πράγματος κατά τε νοῦν καὶ λόγον, καὶ πρᾶξιν ἐπιβλαβὴς καὶ ἐπικίνδυνος. Τοὺς δὲ ἐν ἁμαρτίαις ἐξετασθέντας καὶ πλέον ἀκριβεύεσθαι χρή.
Πρῶτον μὲν, ὅτι ὀλισθηροτέρα ἡ ψυχὴ πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστόν ἐστιν, ἡ ἐν συνηθείᾳ ταύτης γενομένη· ἔπειτα δὲ, ὅτι, καθάπερ ἐπὶ τῶν τὰ σώματα ἀσθενούντων ἡ ἐπιμέλεια τὴν ἐπιτήρησιν ἀκριβεστέραν ἔχει, ὡς καὶ τὰ ὠφελοῦντα τοὺς ὑγιαίνοντας παραιτεῖσθαι πολλάκις· οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν τὴν ψυχὴν ἀῤῥωστησάντων πολὺ πλείονος χρεία τῆς παραφυλακῆς καὶ τῆς ἐπιμελείας. Ὅση δέ ἐστιν ἐκ τῆς πρὸς τοὺς ἁμαρτάνοντας κοινωνίας ἡ βλάβη, παρίστησιν ὁ αὐτὸς Ἀπόστολος ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως εἰπών· Μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ. Εἰ δὲ ἐπὶ τῶν ἐν τοῖς ἠθικοῖς σφαλλομένων τοσαύτη ἐστὶν ἡ βλάβη, τί χρὴ λέγειν περὶ τῶν περὶ Θεοῦ κακοδοξούντων, οὓς ἡ κακοδοξία οὐδὲ ἐν τοῖς ἄλλοις ὑγιαίνειν ἐᾷ, παραδιδομένους ἅπαξ δι' αὐτὴν τοῖς τῆς ἀτιμίας πάθεσιν;

(Μ. Βασιλείου, Κεφάλαια τῶν Ὅρων τῶν κατὰ Ἐπιτομήν)


Άμποτε -όσοι Ορθόδοξοι- να ανανήψουν, μιμούμενοι τους Αγίους μας!

Όταν ο Μ. Βασίλειος τα «έψαλε»
στόν Άγ. Γρηγόριο τον Θεολόγο


Και οχι δεν ήταν τα κάλαντα, αλλά λόγος σκληρός, δριμύς και ελεγκτικτός...

Όταν ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αργοπορούσε να αντιδράσει στην προστασία του ποιμνίου του από την αίρεση, ο Μέγας Βασίλειος, (με τον οποίο είχε μνημειώδη αγάπη και φιλία) τον κατηγόρησε ως «τεμπέλη», και «ανάξιο ακόμα και να ζει»...

''Απο την Καισάρεια έφταναν γράμματα και παραγγελίες του Βασίλειου, που είχε τελείως απογοητευτεί και είχε χάσει την υπομονή του με την στάση του Γρηγορίου. Τις πρώτες μέρες είχε μια δικαιολογία σκεπτότανε ο Βασίλειος... Έπρεπε να βοηθήσει και τον γερό-επίσκοπο πατέρα του. Ο γέροντας είχε φτάσει σχεδόν εκατό χρονών και του ήταν δύσκολο ακόμα και να λειτουργήσει. Μα τώρα, τώρα που πέρασε και το Πάσχα και ο Άνθιμος με τούς δικούς του οργώνει τον τόπο χωριό με χωριό; 

Έγραψε λοιπόν ο Βασίλειος λόγια προσβλητικά στόν Γρηγόριο, που κανείς δεν τα περίμενε... Του έγραψε πως είναι τεμπέλης και αγροίκος, άφιλος και ανάξιος ακόμα και να ζει, αφου δείχνει τόση αδιαφορία για τα εκκλησιαστικά πράγματα...'' (Στυλ. Παπαδόπουλου, Ο πληγωμένος αετός, σ. 110, εκδ. Αποστολική Διακονία.)
Μα όσο και να στεναχώρησαν τούτα τα λόγια τον Γρηγόριο, δεν θύμωσε, μήτε κατηγόρησε τον αγαπημένο του φίλο και αδελφό... 

Γνώριζε άλλωστε την πνευματική κατάσταση του Βασίλειου, ήξερε πως κάτι σοβαρό του διαφεύγει, πως πρέπει να ήταν πολύ σοβαρός αυτός ο λόγος, που τον ανάγκασε να γράψει λόγια σκληρά, που έλεγχαν φοβερά την συνείδηση του...
Κατάλαβε πως δεν μπορούσε να σιωπά, έναντι των μεγάλων Εκκλησιαστικών ζητημάτων που είχαν προκύψει, το πλήθος των αιρετικών, τον «Αρειανισμό», τις φοβερές αιρετικές διδασκαλίες και μεθοδεύσεις του Αρείου, που είχε μαζί του και την πολιτική εξουσία της τότε εποχής...

Και ήταν αυτό το ''ξύπνημα'' απο τον αγαπημένο του αδελφό Βασίλειο, η απαρχή μιάς μεγάλης και λαμπρής πορείας του Γρηγορίου έναντι των αιρετικών... 
Και έγινε ο θεοφώτιστος Γρηγόριος, ο Θεολόγος των εκλάμψεων του Ακτίστου φωτός, αυτός που μέχρι και διακοπή μνημοσύνου έπραξε, όταν οι συνθήκες το απαιτούσαν, δίχως να λογαριάσει διώξεις, κοσμικές εξουσίες αρχόντων, αιρετικών επισκόπων, πατριαρχών, και βασιλέων της εποχής εκείνης...

Έμεινε υπερασπιστής της Αλήθειας. Του Ενός και μόνου Βασιλέα των όλων, Του Χριστού.
[Μέ ἀπόφαση τῆς ἐν ᾿Αντιοχείᾳ Συνόδου 279, ἐστάλη στήν Κωνσταντινούπολη, πρός ἐνίσχυση τῶν ἐκεῖ ᾿Ορθοδόξων, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζινός. ῞Οταν ἔφτασε στή Βασιλεύουσα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δέν μνημόνευε τόν Πατριάρχη Δημόφιλο, καθότι ἀρειανός. Ὅταν μετά δύο χρόνια συνῆλθε ἡ Β´ Οἰκουμενική Σύνοδος (381), ὄχι μόνο δέν ἐτιμώρησε τόν Ἅγιο Γρηγόριο, ἀλλά καί τόν ἐξέλεξε πρόεδρο τῆς Συνόδου.]

Δεν τα ''έψαλε'' βεβαίως μόνο στόν αγαπημένο του αδερφό Γρηγόριο, ο θείος και Ουρανοφάντωρ Βασίλειος, αλλά και σε άλλους Επισκόπους...
«Με συσκέψεις επί συσκέψεων και ολιγωρία, κοιτάζετε ο ένας τον άλλον, και έπεσε η Ταρσός στους αρειανούς...»
Με αυτά τα λόγια επέκρινε ο Μέγας Βασίλειος τον Επίσκοπο Σαμοσάτων Ευσέβειο και τους λοιπούς Ορθοδόξους για την καθυστέρηση αντίδρασης έναντι των αιρετικών... (Επιστολή 34, σημ., Ε.Π.Ε. 1, σ. 248.)

Και στάθηκε ο ίδιος, ο Μέγας και θεόπτης αυτός Πατέρας της Εκκλησίας, ο καταφωτισμένος απο τις θείες εκλάμψεις του Αγίου Πνεύματος, ο Καισάρειας Βασίλειος, στυλοβάτης της ορθόδοξης πίστεως, μην υποκύπτωντας ποτέ, στίς τόσες φοβέρες πιέσεις και απειλές που δέχτηκε.... 

Και ίσως σήμερα, αυτά τα αλλιώτικα ''κάλαντα'', που έψαλε στόν αγαπημένο του αδελφό Γρηγόριο τον Θεολόγο, να είναι επιτακτική ανάγκη να ακουστούν ξάνα, μέσα σε μια Εκκλησία, που ταλανίζεται απο τις δόλιες πρακτικές του οικουμενισμού...

«Οἵτινες τήν ὑγιᾶ ὀρθόδοξον πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δέ τοῖς ἑτερόφροσι, τούς τοιούτους, εἰ μετά παραγγελίαν μή ἀποστῶσιν, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν...» (ἁγ. Μάρκου Ἐφέσου, Ὁμολογία, CFDS, Ser. A. τόμ. Χ, fasc. II, σελ. 133 (24-28)
Λόγια του Μέγα Βασιλείου που διέσωσε ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός.

''Τό νά ἐφησυχάζει κανείς, ὅταν τό κινδυνευόμενον εἶναι ἡνΠίστις, τοῦτο εἶναι ἴδιον τῆς ἀρνήσεως, τό δέ νά ἐλέγχει, εἶναι ὁμολογία εἰλικρινής...''
Άγιος Βασίλειος ο Μέγας

''Ψάλε'' μας ακόμα μια φορά, Ουρανοφάντωρ Πατέρα Βασίλειε.
Αιώνεια η Δόξα σου μέσα στήν Εκκλησία...



Συγγραφή κειμένου, Δημήτρης Ρόδης για

Μ. Βασίλειος: Για όσους κοινωνούν με τους αιρετικούς (σήμερα τους Οικουμενιστές) που "προέρχονται ἀπὸ ἡμας"



Σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων:

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΕΡΟΙ ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΠΙΚΟΥΣ
Στὴν πρὸς «Δυτικοῖς» ἐπιστολή του ὁ Μ. Βασίλειος, γράφει:

«Λοιπόν, τὸ μὲν θρασὺ καὶ ἀναίσχυντον τμῆμα τῆς αἱρέσεως τῶν Ἀρειανῶν, ἀφοῦ φανερῶς ἀπεκόπη ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, παραμένει εἰς τὴν πλάνην του, ἀλλ’ ὀλίγον μᾶς βλάπτει, διότι ἡ ἀσέβειά των εἶναι φανερὰ εἰς ὅλους.

Ὅσοι ὅμως εἶναι ἐνδεδυμένοι μὲ δέρμα προβάτου καὶ ἐμφανίζουν ἐξωτερικόν (βίον) ἥμερον καὶ πρᾶον, ἐνῶ ἐσωτερικῶς κατασπαράσσουν ἀνηλεῶς τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, μάλιστα διότι ἔχουν ἀρχικῶς προέλθει ἀπὸ ἡμᾶς, εὐκόλως προξενοῦν βλάβην εἰς τοὺς ἁπλουστέρους, αὐτοί (κυρίως) εἶναι ἐπικίνδυνοι καὶ δύσκολοι εἰς τὸ νὰ προφυλαχθῇ κανεὶς ἀπὸ αὐτούς: 
(Οἱ δὲ τὴν δορὰν τοῦ προβάτου περιβεβλημένοι καὶ τὴν ἐπιφάνειαν ἥμερον προβαλλόμενοι καὶ πραεῖαν, ἔνδοθεν δὲ σπαράσσοντες ἀφειδῶς τὰ Χριστοῦ ποίμνια καὶ διὰ τὸ ἐξ ἡμῶν ὡρμῆσθαι εὐκόλως ἐμβάλλοντες βλάβην τοῖς ἁπλουστέροις, οὗτοί εἰσιν οἱ χαλεποὶ καὶ δυσφύλακτοι).

» Αὐτοί (ἀκριβῶς), ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν τελειότητά σας, νὰ γνωστοποιηθοῦν δημοσίως εἰς ὅλας τὰς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς, ὥστε ἤ, ἂν ὀρθοποδήσουν (εἰς τὴν ἀλήθειαν), νὰ ἀνήκουν εἰλικρινῶς μαζί μας, ἤ, ἐὰν παραμείνουν διεστραμμένοι, νὰ διατηροῦν μεταξύ των μόνον τὴν βλάβην, χωρὶς νὰ δύνανται ἐξ αἰτίας τῆς ἀπροφυλάκτου ἐπικοινωνίας (μαζί των) νὰ μεταδίδουν τὴν ἀσθένειάν των εἰς ὅσους τοὺς πλησιάζουν.

» Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ μνημονεύσωμεν αὐτοὺς ὀνομαστικῶς, ὥστε καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι νὰ γνωρίσετε ποῖοι κάμνουν ταραχὰς μεταξύ μας, ἀλλὰ καὶ νὰ κάμετε τοῦτο φανερὸν εἰς τὰς Ἐκκλησίας σας. 
Διότι ὁ ἰδικός μας βεβαίως λόγος φαίνεται εἰς τοὺς πολλοὺς ὕποπτος, ὅτι δῆθεν ἕνεκα μερικῶν προσωπικῶν διαφορῶν προτιμῶμεν νὰ δεικνύωμεν ἀπέναντί των στάσιν μικρόψυχον (καὶ φιλόνικον)».
(Μ. Βασιλείου, Τοῖς Δυτικοῖς, ἐπιστ. σξγ΄, Ἐκδ. «Ὠφελίμου Βιβλίου», (μτφρ. Μπιλάλη Νικόδημου, μοναχοῦ ἁγιορείτου, ὅπ. παρ., κεφ. 2, σελ. 124-125).

Καὶ σὲ ἄλλη ἐπιστολὴ γράφει ὁ Μ. Βασίλειος μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα:

«Τὰ μὲν οὖν παρὰ τῶν Ἀρειανῶν (σ.σ. σήμερα Παπικῶν) ἔκπαλαι κατὰ τῆς Ἐκκλησίας σκευωρούμενα, εἰ καὶ πολλὰ καὶ μεγάλα καὶ κατὰ πᾶσαν διαβεβοημένα τὴν οἰκουμένην, ἀλλ' οὖν φορητὰ ἡμῖν ἐστι διὰ τὸ παρὰ φανερῶν ἐχθρῶν καὶ πολεμίων τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας γίνεσθαι· οὓς ὅταν μὴ ποιήσωσι τὰ συνήθη, θαυμάζομεν, οὐχ ὅταν μέγα τι καὶ νεανικὸν κατὰ τῆς εὐσεβείας τολμήσωσι. Λυπεῖ δὲ ἡμᾶς καὶ ταράσσει τὰ παρὰ τῶν ὁμοψύχων καὶ ὁμοδόξων γινόμενα» 
(Μ. Βασιλείου, Πρὸς Πέτρον Ἐπίσκοπον Ἀλεξανδρείας, ἐπιστ. σξϚ΄, κεφ. 1, στιχ. 12-20, σελ. 136).

Ἡ μετάφραση (Μπιλάλη Νικοδήμου, ἁγιορείτου μοναχοῦ): 
«Ὅσα λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς δολιεύονται οἱ Ἀρειανοὶ ἀνέκαθεν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, μολονότι εἶναι πολλὰ καὶ μεγάλα καὶ διατυμπανισμένα εἰς ὅλην τὴν Οἰκουμένην, παρὰ ταῦτα μᾶς εἶναι ὑποφερτά, λόγῳ τοῦ ὅτι γίνονται ἀπὸ φανεροὺς ἐχθροὺς καὶ πολεμίους τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας. Μάλιστα τοὺς θαυμάζομεν, ὅταν δὲν κάνουν ὅ,τι συνηθίζουν καὶ ὄχι ὅταν τολμήσουν κάτι σοβαρὸν καὶ θρασὺ ἐναντίον τῆς εὐσεβοῦς πίστεως. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως μᾶς λυποῦν καὶ μᾶς ταράσσουν ὅσα γίνονται ἀπὸ τοὺς ὁμοψύχους καὶ ὁμοδόξους»

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο "Ἡ Πατερικὴ στάση στοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους", Σημάτη Παναγιώτη)

Το μεγάλο μήνυμα της εορτής των Χριστουγέννων



Ο Μέγας Βασίλειος θαυμάζοντας το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού, θέτει στο στόμα της Παναγίας τα ακόλουθα λόγια:

«Πως να Σε ονομάσω εγώ, θαυμαστό μου βρέφος; 
Τι θνητό όνομα να δώσω στον καρπό του Αγίου Πνεύματος; 
Να Σου προσφέρω θυμίαμα ή γάλα; 
Έχεις ανάγκη από τις μητρικές μου φροντίδες, ή να πέσω στα πόδια Σου και να Σε λατρεύω; Τι ανεξήγητη αντίθεση; 
O ουρανός είναι ο θρόνος Σου κι εγώ σε τοποθέτησα στα γόνατα μου. Σε βλέπω στην γη κι όμως δεν άφησες τον ουρανό. O ουρανός είναι εκεί, όπου ευρίσκεσαι Εσύ».

Την απορία και την έκπληξη της Παναγίας συμμερίζεται και άγιος Βασίλειος. 
Και προσπαθώντας να βρει το μυστικό που πέτυχε την ένωση τόσο αντιθέτων πραγμάτων, καταλήγει ότι είναι  Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ!

Από ταπείνωση ο Θεός έγινε άνθρωπος!

Από την ταπείνωση Του η γη έγινε ουρανός!

Δεν ανέβηκε ο άνθρωπος στον ουρανό. Κατέβηκε ο Θεός στην γη. Και έτσι μας έμαθε έμπρακτα, πως μπορεί η γη, από τόπος εξορίας να γίνει παράδεισος. Από ζούγκλα, να γίνει Βασιλεία του Θεού. Γι’ αυτό και οι πρώτοι, που αξιώθηκαν να Τον προσκυνήσουν, ήταν οι ταπεινοί ποιμένες. Και οι γεμάτοι ταπεινό και ειλικρινές φρόνημα αναζήτησης της αλήθειας, «μάγοι εξ ανατολών»

Αυτή η αρετή της Ταπείνωσης είναι το μεγάλο μήνυμα της εορτής των Χριστουγέννων. Μόνο ο άνθρωπος που καλλιεργεί και αγαπάει αυτή την αρετή, μπορεί κάπως να νιώσει, τι έγινε εκείνη την παγωμένη νύχτα του Δεκέμβρη στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας. 
Και μόνο με αυτή την αρετή, μπορεί να αξιωθεί να δεχθεί στην καρδιά του τον Νεογέννητο Βασιλέα και Σωτήρα Χριστό.

Αγίου Εφραίμ του Σύρου

http://www.vimaorthodoxias.gr

Ψευδοπροφήτες και ψευδαπόστολοι. «Τὸ δράμα τῆς πλάνης»!



Πρῶτος ὁ Κύριος, μετὰ οἱ Ἀπόστολοι καὶ στὴ συνέχεια οἱ Πατέρες μᾶς ἔχουν προειδοποιήσει γιὰ τοὺς ψευδοπροφῆτες.
Πρέπει, γράφει ὁ Μ. Βασίλειος, νὰ ἐξετάζουμεπροσεκτικὰ τὰ λεγόμενα τῶν ποιμένων καὶ διδασκάλων, καὶ κυρίως αὐτῶν ποὺ ἔχουν δώσει στοιχεῖα πὼς καινοτομοῦν εἰς τὰ τῆς Πίστεως∙ γιατὶ οἱ ψεδοδιδάσκαλοι-ψευδοποιμένες ὑποκρίνονται ὅτι εἶναι Ὀρθόδοξοι καὶ ἔχουν τὴν ἱκανότητα νὰ συναρπάζουν τὶς ψυχὲς τῶν ἀπρόσεκτων. 
Καὶ πῶς θὰ καταλάβουμε, ἐρωτᾶ, τὴν γνησιότητα τοῦ ποιμένος; 
Ἀπὸ τὸ ἂν ἀκολουθεῖ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας:
«Ὅτι οὐ δεῖ ἁπλῶς, οὐδὲ ἀνεξετάστως ὑπὸ τῶν ὑποκρινομένων τὴν ἀλήθειαν συναρπάζεσθαι· ἀπὸ δὲ τοῦ δεδομένου ἡμῖν παρὰ τῆς Γραφῆς χαρακτῆρος γνωρίζειν ἕκαστον. “Προσέχετε ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασιν προβάτων ἔσωθεν δέ εἰσιν λύκοι ἅρπαγες”» (Ματθ. 7, 15). (Μ. Βασιλείου, Τὰ Ἠθικά, ὅρος ΚΗ΄).
Στὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι σαφέστατο πὼς ὁ χαρακτηρισμὸς “ψευδοπροφῆτες καὶ ψευδαπόστολοι”, δὲν ἀποδίδεται στοὺς ἤδη γνωστοὺς καὶ παγιωμένους στὴν αἵρεση αἱρετικούς (μόνο), ἀλλὰ ταιριάζει κυρίως σὲ "ὀρθόδοξους ποιμένες" ποὺ δὲν ἔχουν ἐπίσημα χαρακτηριστεῖ αἱρετικοί, μὰ δίνουν δείγματα καινοτόμων ποιμένων, παρερμηνεύουν καὶ παραβλέπουν κάποια στοιχεῖα τῆς παραδόσεως κατὰ τὸ δοκοῦν, καὶ δὲν προφυλλάσσουν τὸ ποίμνιο ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς αἱρετικούς, ἀντίθετα τὸ σκανδαλίζουν μὲ τὶς ἐνέργειές τους. Π.χ., συντρώγουν, συμπροσεύχονται καὶ συλλειτουργοῦν μαζί τους, σπέρνοντας ἔτσι τὴν σύγχυση καὶ στὶς δυὸ πλευρές. Ἔτσι δικαίως θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς κατατάξει κανεὶς στὴν κατηγορία τῶν “κακῶν ἐργατῶν”, τῶν ψευδοποιμένων.
Σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Μ. Βασίλειος γράφει: «Μετὰ τῶν οἰκείων τῆς πίστεως εἰρηνεύειν· αἱρετικὸν δὲ ἄνθρωπονἀποστρέφεσθαι»(Λόγος περὶ ἀσκήσεως). «Ὅτι δεῖ τῶν ἀκροατῶν τοὺς πεπαιδευμένους τὰς Γραφάς, δοκιμάζειν τὰ παρὰ τῶνδιδασκάλων λεγόμενα· καὶ τὰ μὲν σύμφωνα ταῖς Γραφαῖς δέχεσθαι, τὰ δὲ ἀλλότρια ἀποβάλλειν· καὶ τοὺς τοιούτοις διδάγμασιν ἐπιμένονταςἀποστρέφεσθαι σφοδρότερον… Ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ… καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω.
…Ὅτι δεῖ τοὺς μὴ πολλὴν ἔχοντας τὴν τῶν Γραφῶν γνῶσιν, ἐν τοῖς καρποῖς τοῦ Πνεύματος γνωρίζειν τὸν χαρακτῆρα τῶν ἁγίων· καὶ τοὺς μὲν τοιούτους δέχεσθαι, τοὺς δὲ ἄλλωςἔχοντας ἀποστρέφεσθαι… “Προσέχετε ἀπὸ τῶνψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασιν προβάτων ἔσωθεν δέ εἰσιν λύκοι ἅρπαγες”» (Ματθ. 7, 15) (Μ. Βασιλείου, Τὰ Ἠθικά, Ὅρος ΟΒ΄).
Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο, πάλι ὁ Μ. Βασίλειος, γράφει: «“Βλέπετε τοὺς κύνας, βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας”. Πολλοὶ οἱ κύνες. Τί λέγω κύνες; Λύκοι μὲν οὖν βαρεῖς, ἐν ἐπιφανείᾳ προβάτων τὸ δολερὸν ὑποκρύπτοντες, πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης τὸ Χριστοῦ ποίμνιον διασπῶσιν. 
Οὓς φυλακτέονὑμῖν ἐγρηγορικοῦτινος ποιμένος ἐπιστασίᾳ» 
 (Μ. Βασιλείου,Ἐπιστολές τῇ Ἐκκλησίᾳ Νεοκαισαρείας, ep. 28, s. . 37- 42).
Ἀλλὰ καὶ ὁ Δίδυμος ὁ Τυφλὸς ἐκφράζει τὸ φόβο του, μήπως ἡ δολιότης καὶ ἡ πανουργία ποὺ ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ διαθέτουν, ἀπατήσει τοὺς ἁπλοὺς πιστοὺς ὡς ὁ ὄφις τὴν Εὔα: «Δέος δέ, μὴ ὡς τὴν μητέρα τοῦ γένους ἡμῶν ἔφθειρεν ὁ ὄφις πανουργίᾳ χρησάμενος, φθαρῆτε καὶ ὑμεῖς ὑπὸ ψευδοδιδασκάλων… Οὗτοι δὲ περὶ ὧν γράφω, ἐνταῦθα μὲν ἐργάται δόλιοι, ἐν ἄλλῃ δὲ ἐπιστολῇ ἐργάται κακοὶ ὀνομάζονται. μετασχηματίζονται οὖν εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ, οὐκ ὄντες τοιοῦτοι ἀλλὰ σχήματι μόνῳ ἀπατῶντες, προαίρεσιν τὴν αὐτὴν ἔχοντες τοῖςψευδοπροφήταις οἳ τὴν γνώμην λύκοιἅρπαγες ὄντεςπεριβάλλονται κώδια, ἵνα δόξωσιν εἶναι πρόβατα. τοῦτο εἰπὼν περὶ αὐτῶν δείκνυσιν ὡς οὐ παράδοξον τὸ εἰρημένον· εἰ γὰρ ὁ αἴτιος τυγχάνων τοῦ τοιούτους αὐτοὺς εἶναι –διάβολος δὲ οὗτος– ὑποκρίνεται ἄγγελος εἶναι φωτός, σκότους ὑπάρχων, ἀκολούθως οἱ πρὸς αὐτοῦ εἰς τὸ πλανᾶν ὁδηγούμενοιμεταχαράττουσιν ἑαυτοὺς ὡς ὑποληφθῆναι ἀκεραίοις, ὅτι διάκονοι δικαιοσύνης εἰσίν…» 
(Διδύμου τοῦ Τυφλοῦ, Fragmenta in epistulam ii ad Corinthios (in catenis), p. . 33).

Μὰ εἶναι δυνατόν –θὰ ποῦν κάποιοι– νὰ ἀντιμετωπίζουμε μὲ τέτοιους χαρακτηρισμοὺς τοὺς Οἰκουμενιστές, ποὺ κηρύττουν τὸ Χριστὸ καὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς θυσιάζουν γι’ Αὐτὸν κάτι, μικρὸ ἢ μεγάλο; Ἂς δοῦμε τί γράφουν, οἱ θυσιασθέντες γιὰ τὴν πίστη καὶ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ Ἅγιοι:
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος πάλι, στὴν ἀρχὴ τῆς 24ηὁμιλίας του πρὸς Κορινθίους τοποθετεῖ ὡς τίτλο «Οἱ γὰρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ»καὶ ἐρωτᾶ: «α΄. Τί λέγεις;».Εἶναι δυνατὸν νὰ θεωροῦνται ψευδαπόστολοι ἀκόμα καὶ «οἱ Χριστὸν κηρύττοντες, οἱ χρήματα μὴ λαμβάνοντες, οἱ Εὐαγγέλιον ἕτερον μὴ ἐπεισάγοντες;».
Καὶ ἀπαντᾶ:
«Ναί· καὶ δι' αὐτὸ μὲν οὖν τοῦτο μάλιστα, ὅτι ταῦτα ὑποκρίνονται πάντα, ἵνα ἀπατήσωσιν. Ἐργάται δόλιοι.Ἐργάζονται μὲν γάρ, ἀλλ' ἀνασπῶσι τὰ πεφυτευμένα. Ἐπειδὴ γὰρ ἴσασιν, ὅτι ἑτέρως οὐκ ἂν γένοιντο εὐπαράδεκτοι, τὸ προσωπεῖον λαβόντες τῆς ἀληθείας, οὕτω τὸ δρᾶμα τῆς πλάνης ὑποκρίνονται. Καὶ μέντοι χρήματα, φησίν, οὐ λαμβάνουσιν. Ἵνα πλείονα λάβωσιν, ἵνα ψυχὴν ἀπολέσωσι. Μᾶλλον δὲ καὶ τοῦτο ψεῦδος· καὶ ἐλάμβανον, ἀλλ' ἐλάνθανον· καὶ τοῦτο δείκνυσιν ἐν τοῖς ἐπιοῦσι» (Χρυσοστόμου Ἰω., 
Ὑπόμνημα εἰς πρὸς Κορινθίους Β, ὁμιλ. α΄, PG 61, 563).
Οἱ Πατέρες, λοιπόν, ἀπὸ συμφώνου ἔχουν διαπιστώσει ὅτι οἱ αἱρετικοί –ποὺ ἀντιστέκονται στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας– χρησιμοποιοῦν δολιότητα, πονηρίες, παλινδρομήσεις στὶς διδασκαλίες τους, ἀνειλικρίνεια καὶ ἀμετανοησία, ἀφοῦ ἡ αἵρεση προκύπτει ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμό, ἀναπτύσσεται μὲ ἐγωϊσμὸ καὶ στηρίζεται στὸν ἐγωϊσμό, τὴν ἀπάτη καὶ τὸ ψεῦδος, καὶ ὁ ἐγωϊσμὸς εἶναι πάλι ἐκεῖνος ποὺ τελικὰ ἐμποδίζει τὴν μετάνοια τῶν αἱρετικῶν.
Ὡς ἐκ τούτου εἶναι σύνηθες σ’ αὐτοὺς νὰ παραπληροφοροῦν, νὰ ἀποκρύπτουν διὰ περίτεχνων συλλογισμῶν τὰ πραγματικά τους πιστεύματα καὶ μὲ ὑποκριτικὴ δεινότητα νὰ συσκοτίζουν τὴν ἀληθινή τους ταυτότητα καὶ νὰ παραπέμπουν γιὰ τὴν κατοχύρωση τῶν λεγομένων στὴν Γραφή.
Γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Καθάπερ καὶ οἱ αἱρετικοὶ ποιοῦσιν... Παρὰ μὲν γὰρ τὴν ἀρχὴν συσκιάζουσιν ἑαυτούς· ἐπειδὰν δὲ πολλὴν λάβωσι τὴν παρρησίαν καὶ λόγου τις αὐτοῖς μεταδῷ, τότε τὸν ἰὸν ἐκχέουσι» 
(Χρυσόστομου Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον, ὁμιλία Αʹ, PG 58, 477).
Οἱ Ἁγιοι Πατέρες, λοιπόν, μᾶς φανερώνουν τὴν ἀλήθεια. Δυστυχῶς ὅμως, πολλοὶ σύγχρονοι ψευδοποιμένες δὲν θέλουν νὰ τὴν ἀποδεχτοῦν. Καὶ προκαλοῦν σύγχυση στοὺς πιστούς, ἰσχυριζόμενοι ὅτι, ἐκεῖνοι ποὺ ὑπενθυμίζουν τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, τοὺς ἐκβιάζουν νὰ τὴν ἐφαρμόσουν!!! Δὲν θέλουν νὰ καταλάβουν ὅτι, ἄλλο εἶναι ἡ ἐλευθερία νὰ ἀκολουθήσεις τὶς Ἐντολὲς τοῦ Κυρίου (αὐτὸ εἶναι δυνητικό) καὶ ἄλλο νὰ χαρακτηρίζεις τὶς Ἐντολὲς δυνητικές! Οἱ Ἐντολές, ἡ σύμφωνη μὲ τὸ Εὐαγγέλιο διδασκαλία τῶν Ἁγίων, εἶναι ὁ ἀσφαλὴς δρόμοςποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία καὶ ἐδῶ, στὴν προφύλαξη ἀπὸ τὴν αἵρεση, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀντιμετώπιση (ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἔλεγχο καὶ τὴν ἀναίρεση τῶν κακοδοξιῶν) τῶν αἱρετικῶν. Καὶ εἶσαι ἐλεύθεροςνὰ τὶς ἀκολουθήσεις ἤ νὰ μὴν τὶς ἀκολουθήσεις!

Σημάτης Παναγιώτης

Μέγας Βασίλειος: Ο θυμός είναι χείμαρος που παρασύρει τα πάντα

«O θυμός είναι κατά κάποιο τρόπο κάποια έξαψη και απότομο ξέσπασμα του πάθους, η οργή δε, είναι η μόνιμη λύπη και διαρκής ορμή προς την ανταπόδοση αυτών που επροκάλεσαν την αδικία, σαν να καλλιεργείται με ζέση η ψυχή προς την εκδίκηση».

Tο παρακάτω απόσπασμα όπως και το προηγούμενο, προέρχεται από την ομιλία του M. Bασιλείου σχετικά με το θυμό και την οργή «Kατά οργιζομένων»:

«Tο πάθος του θυμού, από τη στιγμή που θα αποβάλει την λογική και εξουσιάσει την ψυχή, αποθηριώνει εξ ολοκλήρου τον άνθρωπο, και δεν του επιτρέπει ούτε άνθρωπος να είναι, αφού δεν έχει πλέον την βοήθεια της λογικής.

Διότι, όπως ακριβώς είναι το δηλητήριο στα δηλητηριώδη ζώα, το ίδιο γίνεται ο θυμός σ’ αυτούς που οργίζονται. Λυσσούν όπως ακριβώς τα σκυλιά, επιτίθενται όπως ακριβώς οι σκορπιοί, δαγκάνουν όπως τα φίδια.

H Γραφή αυτούς που διακατέχονται από το πάθος τους αποκαλεί με ονομασίες των θηρίων, “σκυλιά άφωνα” (Hσ. 56, 10), φίδια, “γεννήματα εχιδνών” (Mατθ. 3, 7) και άλλα παρόμοια.

Διότι αυτοί που είναι έτοιμοι να καταστρέψουν ο ένας τον άλλον και να βλάψουν τους ομόφυλούς τους, ευλόγως θα μπορούσαν να συναριθμηθούν με τα θηρία και τα δηλητηριώδη ζώα στα οποία εκ φύσεως ενυπάρχει αδιάλλακτο μίσος προς τους ανθρώπους. Eξαιτίας του θυμού υπάρχουν αχαλίνωτες γλώσσες και ξέφραγα στόματα. Xέρια ασυγκράτητα, ύβρεις, χλευασμοί, κατηγορίες, προσβολές και τόσα άλλα που δεν μπορεί να απαριθμήσει κανείς, είναι πάθη που γεννώνται από την οργή και τον θυμό.

Aπό το θυμό και ξίφος ακονίζεται. Tολμάται θάνατος ανθρώπου από χέρι ανθρώπινο. Aπό αυτόν μεν οι αδελφοί αγνόησαν ο ένας τον άλλον, γονείς και παιδιά εξέχασαν την συγγένεια. Kατά πρώτον λοιπόν αγνοούν τους εαυτούς τους οι οργιζόμενοι, έπειτα όλους μαζί τους φίλους.

Όπως δηλαδή οι χείμαρροι που μαζεύονται στα κοιλώματα παρασύρουν ό,τι βρουν μπροστά τους, έτσι οι ορμές των οργιζομένων είναι βίαιες και ασυγκράτητες και παρασύρουν ομοίως όλους.

Oι θυμώδεις δεν σέβονται τα γηρατειά, ούτε την αρετή της ζωής, ούτε την συγγένεια, ούτε υπέρτερα χαρίσματα, ούτε τίποτε άλλο από τα τίμια των ανθρώπων. O θυμός είναι μια στιγμιαία τρέλλα.

Mη λοιπόν θεραπεύετε το κακό με το κακό, μήτε να επιχειρείτε να υπερβείτε ο ένας τον άλλον στις συμφορές. Σε ύβρισε αυτός που οργίσθηκε; Σταμάτησε το κακό με τη σιωπή. Eσύ δε, σαν ρεύμα, την οργή εκείνου αφού υποδεχθείς στην καρδιά σου, τους ανέμους να μιμήσαι, που με το αντιφύσημα ανταποδίδουν κάθε τι που λαμβάνουν.

Nα μην κάνεις διδάσκαλό σου τον εχθρό, μήτε αυτό που μισείς.

Mήτε να γίνεις σαν καθρέφτης του οργίλου, με το να δεικνύεις την μορφή εκείνου στον εαυτό σου. Eκείνος είναι κατακόκκινος, εσύ όμως δεν εκοκκίνησες; Mάτια κατακόκκινα, τα δικά σου, όμως, πες μου, γαληνεύουν; Φωνή τραχεία, η δική σου όμως είναι ήπια;

Oύτε ο αντίλαλος στις ερημιές δεν επιστρέφει συνήθως έτσι ακέραιος πίσω σε αυτόν που φωνάζει, όπως γυρίζουν οι ύβρεις στον οργιζόμενο. Mάλλον δε, ο αντίπαλος γυρίζει ο ίδιος, η δε ύβρη επανέρχεται με προσθήκη.

O θυμός προκαλεί μάχη, η μάχη γεννά ύβρεις, οι ύβρεις κτυπήματα, τα κτυπήματα τραύματα, από τα οποία πολλές φορές προκαλούνται θάνατοι. Aπό την πρώτη στιγμή ας σταματήσουμε το κακό με το να ξεριζώσουμε την οργή με κάθε τρόπο από τις ψυχές.

Σε έβρισε; Συ πες καλό λόγο.

Σε εκτύπησε; Eσύ να υπομείνεις.

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ



Τα λόγια εκείνου του Γέροντα αντηχούν ακόμη στ΄αυτιά μου.

Καθώς παρακολουθούσα τον λόγο του, έναν λόγο Θεού, με όλη μου την προσοχή κράτησα μέσα στην καρδιά μου αυτή την τόσο πολύτιμη φράση του: «Θα δώσουμε μαρτυρία με την ομολογία της πίστεώς μας».

Πόσο, όμως, εμείς ως χριστιανοί ορθόδοξοι το κάνουμε αυτό με τα λόγια και τις πράξεις μας; Πόσο είμαστε έτοιμοι να το κάνουμε στα δύσκολα χρόνια που έρχονται ;

Στην καθημερινότητά μας συναναστρεφόμαστε με διάφορους ανθρώπους και συνομιλούμε μαζί τους για διάφορα θέματα. Ακούμε να μιλάνε για τους πολιτικούς, τις ομάδες, τα ζώδια και τη μόδα, για σχέσεις και χωρισμούς και τόσα άλλα που αφορούν καθαρά κοσμικές συζητήσεις. Καλούμαστε να συμμετέχουμε κι εμείς καθώς είναι μέρος πλέον της ζωής μας. Πόσο όμως ομολογούμε δυνατά και ξεκάθαρα τις δικές μας απόψεις για όλα όσα μας δίδαξε ο Χριστός; Όταν μας ζητούν την γνώμη μας τι απάντηση δίνουμε; Ομολογούμε την πίστη μας και την στάση μας απέναντι σε όλα αυτά ή τοποθετούμαστε διπλωματικά, για να μην μας απορρίψουν ή για να μην χάσουμε τα δεδομένα μας; Μας ενδιαφέρει να είμαστε αρεστοί στα μάτια του Θεού ή του κόσμου;

Όταν ο Θεός δει την καλή μας διάθεση θα μας χτυπήσει την πόρτα και θα μας δώσει την ευκαιρία να ομολογήσουμε την πίστη μας και μέσα από τις πράξεις μας. Θα μας δώσει δύναμη να κάνουμε ένα χριστιανικό έργο. Πόσο, όμως, θα διαθέσουμε από τον προσωπικό μας χρόνο, για να το πραγματοποιήσουμε; Πόσο θα θυσιάσουμε τον ύπνο μας, την ξεκούρασή μας και το βόλεμά μας για να κάνουμε έργο Χριστού;

Ακούμε για τα δύσκολα χρόνια που έρχονται, αλλά το βλέπουμε και μόνοι μας πως ήδη διανύουμε δύσκολα χρόνια. Αν σήμερα δεν ομολογούμε την πίστη μας, στα χειρότερα τί θα κάνουμε; Όταν μας ζητηθεί να σφραγιστούμε με το χάραγμα του θηρίου, θα αρνηθούμε ή θα υποταχθούμε σε ότι μας ζητηθεί, για να μην χάσουμε την ασφάλεια που θα έχουμε την εντύπωση ότι θα μας εξασφαλίσει; Ας μην γελιόμαστε! Η αλήθεια είναι ΜΙΑ και την νιώθουμε όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στην ψυχή μας. Η αλήθεια είναι να ζήσουμε κοντά στον Χριστό και να θυσιάσουμε ακόμα και την ζωή μας για Εκείνον. Η σάρκα ας καεί, ας πεινάσει, ας βασανιστεί, ας βρομίσει. Η ψυχή, όμως, θα μείνει καθαρή και θα νιώσει την απέραντη αγάπη του πολυεύσπλαχνου Θεού μας.

Ας προσευχηθούμε να μας δίνει δύναμη ο Θεός να ομολογούμε καθημερινά την πίστη μας με τα λόγια και τις πράξεις μας και να μας ελεήσει στα δύσκολα χρόνια που έρχονται.

της Ελένης Παπαδοπούλου 

Για τις αρρώστιες και τις συμφορές



Ο Μέγας Βασίλειος στο λόγο του, «ότι ουκ έστιν αίτιος των κακών ο Θεός», μας λέγει: 
«…Κάθε κακό δεν είναι κακό. Κακά είναι οι αμαρτίες· κακά δεν είναι όσα μας προκαλούν οδύνη στο σώμα, όπως είναι οι αρρώστιες και τα τραύματα του σώματος, η φτώχεια, οι ταπεινώσεις, οικονομικές ζημιές, θάνατοι συγγενών, τα οποία ενεργεί (κατά παραχώρηση) προς το συμφέρον της ψυχής ο σοφός και αγαθός Κύριος...
Ο Οποίος αφαιρεί τον πλούτο από αυτούς που τον μεταχειρίζονται αμαρτωλά, για να καταστρέψει έτσι το μέσο του κακού. Παραχωρεί αρρώστιες, σ’ αυτούς που συμφέρει να είναι το σώμα τους δεμένο με τις αρρώστιες, παρά να είναι ελεύθερο για ν’ αμαρτάνει. Παίρνει με θάνατο εκείνους, που τους συμφέρει ο θάνατος παρά η παράταση της ζωής. Επίσης, προκειμένου να σταματήσει ο Θεός τις εκτεταμένες αμαρτίες, φέρει πείνα, ξηρασίες, κατακλυσμιαίες βροχές, που αποτελούν μάστιγες κοινές πόλεων και ολοκλήρων εθνών…»
Αλλού πάλιν ο Μέγας Βασίλειος μας λέγει τα εξής: «Οι αρρώστιες των πόλεων και των εθνών, οι ξηρασίες και οι αφορίες της γης, όπως και οι ατομικές θλίψεις ανακόπτουν την αύξηση των κακών. Αυτά τα είδη των μη πραγματικών κακών ενεργούνται από το Θεό, για ν’ αναιρέσουν την ενέργεια των αληθινών κακών, που είναι οι αμαρτίες.
Επομένως ο Θεός αναιρεί το κακό (που είναι η αμαρτία) αλλά το (όντως) κακό δεν κατάγεται από το Θεό. Όπως ο γιατρός που δεν εισάγει την νόσο, αλλά αφαιρεί την νόσο από το σώμα. Οι αφανισμοί των πόλεων, οι σεισμοί και οι νεροποντές, οι καταστροφές στρατευμάτων και τα ναυάγια και όλες οι πολυάνθρωπες συμφορές, που ενεργούνται από τη γη, από τη θάλασσα, από τον αέρα, από τη φωτιά ή από οποιαδήποτε αιτία, γίνονται για τον σωφρονισμό των επιζώντων από το Θεό, που με εκτεταμένες μάστιγες ανακόπτει την πάνδημη αμαρτωλότητα…».
Δεν είναι δυνατό να επιτύχουμε με άλλο τρόπο τα αγαθά που μας έχουν απαγγελθεί, και να αξιωθούμε την βασιλείας των ουρανών, παρά μόνον αν οδεύσουμε τον εδώ βίο μας με θλίψη.
Εάν είμαστε ξύπνιοι, προσεκτικοί, οι θλίψεις μάς οικειώνουν πιο πολύ με τον Δεσπότη, και μαθητεύουμε να είμαστε επιεικείς.
Ο Θεός δεν εμποδίζει τις θλίψεις να έλθουν, αλλά όταν έλθουν είναι παρών, εργαζόμενος να μας καταστήσει χρήσιμους και έμπειρους.
Μην απελπίζεσαι, αλλά τότε, όταν έλθουν οι θλίψεις, περισσότερο να αφυπνιστείς, επειδή τότε οι προσευχές γίνονται πιο καθαρές.
Η θλίψη εργάζεται ισχυρούς τους θλιβομένους, τους κάμνει κατανυκτικούς καιταπεινώνει την διάνοια. Είναι μεγάλο κατόρθωμα το να υπομένει κανείς την θλίψη με ευχαριστία.
Οι θλίψεις είναι τα κατάλληλα φάρμακα στα δικά μας ψυχικά τραύματα. Ο Θεός επιτρέπει να γίνονται αυτά για την θεραπεία των ιδικών μας ψυχών.
…Κανείς δεν επικοινωνεί με τον Χριστό τρυφώντας και κοιμώμενος, αλλά εκείνος που βρίσκεται σε θλίψη και πειρασμό, αυτός στέκεται κοντά σε Εκείνον.

Μέγας Βασίλειος
(Απο το βιβλιαράκι “Λυτρωτικά εφόδια για την σωστή αντιμετώπιση των θλίψεων”,
Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”)

Πῶς θά γίνουμε ναός τοῦ Θεοῦ;



Προσευχές πάλι, οι οποίες διαδέχονται την ανάγνωση, βρίσκουν την ψυχή πιο νεαρή και πιο ακμαία, αφού έχει συγκινηθεί από τον πόθο προς τον Θεό (που προκάλεσε η ανάγνωση). Καλή δε προσευχή είναι εκείνη που προκαλεί μέσα στην ψυχή, σαφή την έννοια του Θεού. 
Και αυτό είναι ενοίκηση του Θεού, το να έχει κανείς εγκατεστημένο μέσα του το Θεό με τη μνήμη. 

Έτσι γινόμαστε ναός του Θεού, όταν δεν διακόπτεται η συνέχεια αυτής της μνήμης από γήινες φροντίδες, όταν δεν ταράσσεται ο νους από απροσδόκητα πάθη, αλλά αποφεύγοντάς τα όλα ο φιλόθεος αναχωρεί στο Θεό, και εκδιώκοντας ό,τι μας προσκαλεί στην κακία, ενδιατρίβει στις ασχολίες που οδηγούν στην αρετή. 

-Πώς κατορθώνει κανείς την συγκέντρωση στην προσευχή; 

Εάν μέσα του βεβαιωθεί ότι μπροστά του είναι ο Θεός. Διότι εάν κάποιος που βλέπει έναν άρχοντα ή προϊστάμενο και συζητεί μαζί του έχει το βλέμμα προσηλωμένο σ’ αυτόν, πόσο μάλλον αυτός που προσεύχεται στο Θεό θα έχει το νου προσηλωμένο σ’ Αυτόν που ελέγχει καρδίες και νεφρούς -«ετάζων καρδίας και νεφρούς ό Θεός» (Ψαλμ. 10)- εφαρμόζοντας αυτό που λέγει η Γραφή: «…και τα χέρια που υψώνουν στον ουρανό να είναι καθαρά, χωρίς οργή και εριστικότητα» (Α’ Τιμόθ. 2, 8), 

Όταν ο Κύριος είπε στην προσευχή του: «Πάτερα μου, αν είναι δυνατόν, ας μην πιω αυτό το ποτήρι» (Ματθ. 26′, 39), ύστερα συμπλήρωσε: «αλλά ας μη γίνει το δικό μου θέλημα αλλά το δικό σου». Συνεπώς πρέπει να γνωρίζουμε ότι δεν μας έχει επιτραπεί να ζητούμε ό,τι θέλουμε, αφού δεν γνωρίζουμε ούτε καν το συμφέρον μας: «…εμείς δεν ξέρουμε ούτε τι ούτε πως να προσευχηθούμε…» (Ρωμ. 8′ 26). 

Ώστε τα αιτήματα πρέπει να τα υποβάλλουμε στο Θεό με πολλή περίσκεψη, σύμφωνα με το θέλημά του· κι εάν δεν εισακουσθούμε πρέπει να γνωρίζουμε ότι χρειάζεται επίμονη και καρτερία, σύμφωνα με την παραβολή του Κυρίου για το ότι «πρέπει πάντοτε να προσευχόμαστε και να μην αποκάμουμε» (Λουκ. 18, 1) και με τον άλλο λόγο του Κυρίου που είπε σε άλλη περίσταση ότι: «… για την αναίδειά του θα σηκωθεί και θα του δώσει ό,τι χρειάζεται» (Λουκ. 11′ 8)· ή χρειάζεσαι διόρθωση και επιμέλεια, σύμφωνα με αυτό που είπε ο Θεός σε κάποιους ανθρώπους διά μέσου του Προφήτη: «όταν εκτείνετε τα χέρια σας, θα αποστρέψω τα μάτια μου από σας. Και εάν αυξήσετε τις δεήσεις σας, δεν θα εισακουστείτε, γιατί τα χέρια σας είναι γεμάτα αίματα. Λουσθείτε, και γίνετε καθαροί…» κ.λπ. (Ησ. Α’ 15-16). Ότι δε και τώρα γίνονται και είναι τα χέρια των πολλών γεμάτα αίματα, δεν πρέπει καθόλου ν’ αμφιβάλλουν αυτοί που πιστεύουν σ’ εκείνη την κρίση του Θεού… 

– Ποιο είναι το «ταμείον», στο οποίο προστάζει ο Κύριος να εισέλθει ο προσευχόμενος; 

Ταμείο συνήθως ονομάζουμε ένα χώρο κενό και απόμερο, που βάζουμε ό,τι θέλουμε να αποθηκεύσουμε, ή που είναι δυνατόν να κρυφτούμε, όπως αναφέρεται από τον Προφήτη: «Βάδιζε, λαέ μου, μπες μέσα στο ταμείο σου, κλείσε τη πόρτα σου, κρύψου…» (Ησ. 26′ 20). Η δύναμη της εντολής γίνεται σαφής από τα συμφραζόμενα, διότι ο λόγος απευθύνεται σ’ αυτούς που πάσχουν από ανθρωπαρέσκεια. 

Ώστε αν κάποιος ενοχλείται από αυτό το πάθος, καλά κάνει που αποσύρεται στην προσευχή και απομονώνεται, μέχρι να μπορέσει ν’ αποκτήσει τη διάθεση να μην προσέχει τους επαίνους των ανθρώπων, αλλά να αποβλέπει μόνο στο Θεό, όπως λέγει ο Ψαλμωδός: «όπως τα μάτια των δούλων είναι προσηλωμένα στα χέρια του Κυρίου τους, και τα μάτια της δούλης στα χέρια της Κυρίας της, έτσι και τα δικά μας μάτια να είναι στραμμένα προς τον Κύριο και Θεό μας…» (Ψαλμ. 122′ 2). Εάν όμως κάποιος με τη χάρη του Θεού είναι καθαρός από εκείνο το πάθος, δεν έχει ανάγκη να κρύβει το καλό. 

Όταν ο διάβολος επιχειρεί να μας επιβουλευθεί και προσπαθεί να εκτοξεύσει τους λογισμούς του σαν πυρακτωμένα βέλη με πολλή σφοδρότητα μέσα στην αμέριμνη και ήσυχη ψυχή και ξαφνικά να την πυρπολήσει και να υπενθυμίζει μακροχρόνια και επίμονα εκείνα που έσπειρε μία φορά, τότε πρέπει αυτές τις επιβουλές να τις αντιμετωπίσουμε με εγρήγορση και εντατική προσοχή, όπως ο αθλητής που αποτρέπει τις λαβές των αντιπάλων με την ακριβέστατη επιφυλακή και την ταχύτητα του σώματος, και να αναθέσουμε στην προσευχή και την πρόσκληση της συμμαχίας του Θεού τη διεξαγωγή του πολέμου και την αποφυγή των βελών. 

Διότι αυτό μας δίδαξε ο Παύλος, λέγοντας: «… εκτός από όλα αυτά, κρατάτε πάντα την πίστη σαν ασπίδα, πάνω στην οποία θα μπορέσετε να σβήσετε τα φλογισμένα βέλη του πονηρού…» (Εφ. 6, 16). Και αν λοιπόν υποβάλλει τις πονηρές φαντασίες του κατά την ώρα της προσευχής, να μη σταματήσει η ψυχή να προσεύχεται, ούτε να νομίζει ότι αυτή είναι υπεύθυνη για την σπορά του εχθρού στον αγρό της και για τις ποικίλες φαντασίες του πονηρού, αλλά σκεπτόμενη ότι η φαντασία των άτοπων σκέψεων οφείλεται στην αναίδεια του εφευρέτη της πονηρίας, ας εντείνει τη γονυκλισία και ας ικετεύει το Θεό να διαλυθεί το πονηρό τείχος της μνήμης των άτοπων λογισμών, ώστε ανεμπόδιστα, με τη δύναμη του νου να διαβεί στη στιγμή ακάθεκτη προς το Θεό, χωρίς να διακόπτεται σε κανένα σημείο από τις εφόδους των πονηρών ενθυμήσεων. 

Εάν στέκεσαι ενώπιον του Θεού όπως πρέπει και προσφέρεις όλες σου τις δυνάμεις, μην απομακρυνθείς μέχρι να λάβεις το αίτημά σου· εάν όμως σε κατακρίνει η συνείδησή σου ότι καταφρονείς και εάν, ενώ μπορείς, δεν προσεύχεσαι συγκεντρωμένος, μην τολμήσεις να σταθείς ενώπιον του Θεού, για να μη γίνει η προσευχή σου αφορμή αμαρτίας. 

Εάν όμως, επειδή εξαντλήθηκες από την αμαρτία, δεν μπορείς να προσεύχεσαι απερίσπαστα, να βιάζεις όσο μπορείς τον εαυτό σου και να στέκεσαι επίμονα ενώπιον του Θεού, έχοντας το νου σου σ’ Αυτόν και συμμαζεύοντάς τον στον εαυτό του· και ο Θεός συγχωρεί, επειδή αδυνατείς να σταθείς όπως πρέπει ενώπιόν Του, όχι από καταφρόνηση, αλλά από αδυναμία. 

Εάν βιάζεις τον εαυτό σου μ’ αυτό τον τρόπο σε κάθε καλό έργο, μην αποκάμεις μέχρι να λάβεις το αίτημά σου, αλλά κτύπα την πόρτα Του ζητώντας το αίτημά σου. Διότι λέγει: «όποιος ζητάει παίρνει, όποιος ψάχνει βρίσκει και όποιος χτυπάει του ανοίγεται» (Λουκ. 11′, 10). Διότι τι άλλο θέλεις να επιτύχεις παρά μόνο την κατά Θεό σωτηρία; 

Μέγας Βασίλειος 

(Από το βιβλίο «Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)

Περί των Ψαλμών - Μεγάλου Βασιλείου

Το βιβλίο των Ψαλμών προφητεύει τα μέλλοντα∙ υπενθυμίζει τα παρελθόντα∙ θεσπίζει νόμους για τη ζωή∙ υποδεικνύει όσα πρέπει να πράξουμε και με ένα λόγο είναι κοινό ταμείο καλών διδαγμάτων που προμηθεύει στον καθένα το κατάλληλο σύμφωνα με τη σπουδή του. 

Διότι και τα παλαιά τραύματα των ψυχών θεραπεύει και στο νεοτραυματισθέντα αποδίδει γρήγορα τη θεραπεία∙ και το άρρωστο περιποιείται και το υγειές προφυλάσσει και γενικώς ξεριζώνει , όσο είναι δυνατό , τα πάθη , τα οποία κατατυραννούν ποικιλοτρόπως στη ζωή τις ψυχές των ανθρώπων∙ και τούτο με κάποια μελωδική ψυχαγωγία και ευχαρίστηση που γεννά αγνή σκέψη. 

Τι έκανε λοιπόν το Πνεύμα το άγιο βλέποντας ότι το ανθρώπινο γένος δύσκολα οδηγείται προς την αρετή, και ότι εμείς εξ αιτίας της ροπής προς την ηδονή παραμελούμε τον ορθό βίο; Ανέμιξε με τις αλήθειες της πίστεως την τέρψη της μελωδίας, ώστε να δεχόμαστε χωρίς αντίδραση την ωφέλεια των λόγων που θα ακούονται γλυκά και απαλά. 

Έτσι και οι σοφοί ιατροί προσφέρουν και τα πικρότερα φάρμακα να τα πιούν δύσκολοι ασθενείς αλείφοντες πολλάκις το ποτήρι ολόγυρα με μέλι.
Γι’ αυτό επινοήθησαν τα αρμονικά αυτά άσματα των Ψαλμών , ώστε και τα παιδιά, ή γενικώς και οι ανώριμοι στο ήθος να φαίνονται μεν ότι ψάλλουν , στην πραγματικότητα όμως να μορφώνονται ψυχικώς(…) Και ένα κανείς , από εκείνους που γίνονται θηρία ανήμερα από το θυμό, αρχίσει να λέγει τους ψαλμούς, αμέσως φεύγει η αγριότητα από την ψυχή του, διότι την αποκοίμισε με τη μελωδία.


Ο Ψαλμός γαληνεύει τις ψυχές, τις βραβεύει με ειρήνη, καθησυχάζει τους θορύβους και τα κύματα των λογισμών . Μαλακώνει την τάση της ψυχής για θυμό και σωφρονίζει την ακολασία της. Ο Ψαλμός συσφίγγει τη φιλία∙ ενώνει τα χωρισμένα∙ συμφιλιώνει τους εχθρούς. Διότι ποιός δύναται ακόμη να θεωρεί εχθρό εκείνον με τον οποίο ύψωσε την ίδια φωνή προς το Θεό; Ώστε η ψαλμωδία χορηγεί και το μέγιστο αγαθό, την αγάπη, διότι επινόησε ως συνδετικό κρίκο για την ένωση την από κοινού ψαλμωδία και συναρμόζει το λαό στη συμφωνία ενός χορού.

Ο ψαλμός πρέπει σε φυγή τους δαίμονες, επιφέρει τη βοήθεια των αγγέλων∙ είναι όπλο στους φόβους της νύχτας και ανάπαυση στους κόπους της ημέρας∙ ασφάλεια για τα νήπια∙ κόσμημα για τους ακμαίους στην ηλικία άνδρες∙ παρηγοριά για τους πρεσβυτέρους∙ στολίδι πάρα πολύ ταιριαστό για τις γυναίκες. Κατοικίζει τις ερήμους, σωφρονίζει τις συγκεντρώσεις∙ είναι βάση για τους αρχαρίους, αύξηση αυτών που προκόπτουν , στήριγμα των τελείων , φωνή της Εκκλησίας. Αυτός λαμπρύνει τις εορτές, αυτός προξενεί την κατά Θεό λύπη. Διότι ο Ψαλμός εξάγει δάκρυ και από πέτρινη καρδιά.

Ο Ψαλμός είναι το έργο των αγγέλων , το ουράνιο πολίτευμα , το πνευματικό θυμίαμα. Ω τι σοφή επινόηση του διδασκάλου , ο οποίος επινόησε να ψάλλουμε και συγχρόνως να μαθαίνουμε τα ωφέλιμα! 
Για το λόγο αυτόν και κάπως βαθύτερα εγχαράσσονται τα διδάγματα στις ψυχές. Διότι μάθημα που έγινε με βία δεν είναι δυνατό να παραμείνει, όσα όμως εισέρχονται με ευχαρίστηση και χάρη, κάπως σταθερότατα κατοικούν στις ψυχές μας. Διότι τι δέ δύνασαι να μάθεις από εδώ; Δεν μαθαίνεις τη μεγαλοπρέπεια της ανδρείας; την ακρίβεια της δικαιοσύνης; τη σεμνότητα της σωφροσύνης; την τελειότητα της φρονήσεως; τον τρόπο της μετανοίας; τα μέτρα της υπομονής; και οτιδήποτε πείς από τα αγαθά; 
Εδώ ενυπάρχει τέλεια θεολογία∙ πρόρρηση της ενανθρωπίσεως του Χριστού∙ απειλή της κρίσεως∙ η ελπίδα της Αναστάσεως∙ ο φόβος της κολάσεως∙ οι υποσχέσεις για τη δόξα∙ αποκαλύψεις μυστηρίων. ‘Ολα είναι αποθησαυρισμένα στο βιβλίο των Ψαλμών ως σε κάποιο μεγάλο και κοινό θησαυροφυλάκιο.


Αποσπάσματα από την Ομιλία εις τον πρώτον Ψαλμόν,σε νεοελληνική απόδοση (ΒΕΠΕΣ, τόμ, 52, σελ.11-12 Μigne.PG.τομ. 29, στ. 212-213)
Από το βιβλιαράκι: ΤΟ ΨΑΛΤΗΡΙ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Αυτός που σε έπλασε ενδιαφέρεται για τη σωτηρία σου



Υπάρχουν, αγαπητέ, δύο τρόποι προσευχής: ο ένας είναι της με ταπεινοφροσύνη δοξολογίας και ο δεύτερος, που ακολουθεί, της αιτήσεως.
Όταν λοιπόν προσεύχεσαι, μην αρχίζεις αμέσως με αίτηση αλλιώς γίνεται ύποπτη η προαίρεσή σου, ότι δηλαδή προσεύχεσαι στο Θεό πιεζόμενος από ανάγκη.

Όταν λοιπόν αρχίσεις την προσευχή, άφησε τον εαυτό σου κατά μέρος, τη γυναίκα, τα παιδιά σου· άφησε τη γη, πέρασε πάνω από τον ουρανό, άφησε όλη την κτίση, ορατή και αόρατη, και άρχισε από τη δοξολογία του Ποιητή των όλων.

Και όταν τον δοξολογείς, να μην περιπλανάται ο νους σου εδώ κι εκεί, ούτε να μυθολογείς όπως οι εθνικοί, αλλά διαλέγοντας από τις άγιες Γραφές να λέγεις: «Σε ευλογώ, Κύριε, τον μακρόθυμο, τον ανεξίκακο που μακροθυμείς κάθε μέρα για τα πλημμελήματά μου και που έδωσες σε όλους μας το δικαίωμα της μετανοίας.

Γι’ αυτό σιωπάς και μας ανέχεσαι, Κύριε, για να Σε δοξολογούμε που οικονομείς τη σωτηρία του γένους μας, άλλοτε με το φόβο, άλλοτε με συμβουλές, άλλοτε με τους προφήτες, και τελευταία με την επίσκεψή Σου, την παρουσία του Χριστού Σου. Διότι «Συ μας έπλασες και όχι εμείς . Συ είσαι ο Θεός μας» (Ψαλμ. 99, 3).

Και όταν δοξολογήσεις από τις Γραφές, όπως μπορείς, και αναπέμψεις αίνο στο Θεό, τότε άρχισε με ταπεινοφροσύνη να λες: «Εγώ, Κύριε, δεν είμαι άξιος να μιλήσω μαζί Σου, διότι είμαι πολύ αμαρτωλός». Και αν ακόμη δεν σε ελέγχει η συνείδησή σου για κάτι κακό, έτσι πρέπει να λες· διότι κανείς δεν είναι αναμάρτητος, παρά μόνο ο Θεός- και διότι ενώ κάνουμε πολλές αμαρτίες, τις περισσότερες ούτε καν τις συνειδητοποιούμε.

Όταν λοιπόν απευθύνεις λόγο ταπεινοφροσύνης και πεις: «Σε ευχαριστώ, Κύριε, που μακροθύμησες για τα παραπτώματά μου και μέχρι τώρα με άφησες ατιμώρητο, διότι εγώ ήμουν άξιος να πάθω πολλά δεινά και να απορριφθώ από το πρόσωπό σου, αλλά η ανεξίκακη φιλανθρωπία σου μακροθύμησε σε μένα·

Σε ευχαριστώ, αν και δεν επαρκώ να ευχαριστήσω την ανεξικακία σου…». Και τότε, όταν συμπληρώσεις τα δύο αυτά μέρη, της δοξολογίας και της ταπεινοφροσύνης, ζήτησε ό,τι οφείλεις να ζητήσεις: όχι πλούτο, όπως είπα πριν, όχι επίγεια δόξα, όχι σωματική υγεία. Διότι αυτός που σε έπλασε ενδιαφέρεται για τη σωτηρία σου και γνωρίζει τί συμφέρει στον καθένα, να υγιαίνει ή να ασθενεί -αλλά ζήτησε, όπως προστάχθηκες, τη βασιλεία του Θεού.

Διότι, όπως είπα, αυτός θα φροντίσει για την υγεία του σώματος. Επειδή ο βασιλιάς μας έχει πολλές αξιώσεις από εμάς και αγανακτεί εάν κάποιος του ζητήσει κάτι μικρό, εάν του ζητήσει πράγματα που δεν του αρμόζουν. Μη λοιπόν προκαλέσεις με την προσευχή σου την αγανάκτηση του Θεού, αλλά ζήτησε για τον εαυτό σου πράγματα αντάξια του βασιλέως Θεού. Όταν δε ζητάς πράγματα αντάξια του Θεού, μη σταματήσεις μέχρι να τα λάβεις.

Διότι αυτό εννοούσε ο Κύριος στο Ευαγγέλιο λέγοντας: «Ποιός από σας θα είχε φίλο και πηγαίνοντας σ’ αυτόν μεσάνυκτα θα του έλεγε: φίλε, δάνεισέ μου τρία ψωμιά, επειδή με επισκέφθηκε φίλος από ταξίδι και δεν έχω τί να του δώσω να φάει, κι εκείνος θα αποκρινόταν από μέσα: μη με ενοχλείς, επειδή η πόρτα έχει ήδη κλείσει και τα παιδιά μου είναι μαζί μου στο κρεβάτι, δεν μπορώ να σηκωθώ να σου δώσω; Σας λέω, ακόμη και εάν δεν σηκωθεί να του δώσει επειδή είναι φίλος του, έστω για την αναίδειά του θα σηκωθεί και θα του δώσει όσα χρειάζεται» (Λουκ. 11, 5-8). Μην πεις λοιπόν είμαι αμαρτωλός και δεν θα εισακουστώ. Διότι ακριβώς για να μην απελπίζεσαι, είπε «και αν δεν του δώσει επειδή είναι φίλος του, έστω για την αναίδειά του…».

Του Αγίου και Μεγάλου Βασιλείου, «Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος

Ο Mέγας Bασίλειος κι’ ο Παραμορφωμένος Xριστιανισμός



Θέλω να μιλήσω για τον άγιο Bασίλειο, αλλά να μην πω τα συνηθισμένα που λένε όσοι γράφουνε γι' αυτόν τον αληθινά Mέγαν άγιο. Προπάντων κάποιοι θεολόγοι φραγκοδιαβασμένοι, που δεν τους ενδιαφέρει σχεδόν καθόλου η αγιότητά του κ' η κατά Θεόν σοφία του, αλλά η "θύραθεν" σοφία του, η γνώση που είχε στα ελληνικά γράμματα, στη ρητορική και στάλλα εφήμερα και εξωτερικά στολίδια αυτής της βαθειάς ψυχής, λησμονώντας τι γράφει ο απόστολος Παύλος για την κοσμική σοφία, που τη λέγει "μωρίαν παρά τω Θεώ".
Για τους τέτοιους, η φιλοσοφία είναι σεβαστή, μάλιστα περισσότερο από τη θρησκεία κι' ας θέλουνε να το κρύψουνε, η επιστήμη πιο πειστική από την πίστη, η αρχαιότης πιο σπουδαίο οικόσημο από τον Xριστιανισμό. Γι' αυτό, όλα τα μετράνε μ' αυτά τα μέτρα. H αξία των αγίων Πατέρων δεν έγκειται στην αγιότητά τους, αλλά στο κατά πόσον είναι δεινοί ρήτορες, δεινοί συζητηταί, δυνατοί στο μυαλό, μ' ένα σύντομον λόγο, κατά πόσον έχουνε όσα εκτιμούσε και εκτιμά η αμαρτωλή ανθρωπότητα κι' όσα είναι ή περιττά για το χριστιανό, ή βλαβερά, κατά το Eυαγγέλιο. Mα δεν πάει να λέγη το Eυαγγέλιο! Aυτοί οι διδάσκαλοι του λαού δεν ρωτάνε τίποτα, αυτοί τραβάνε το χαβά τους. Tον Παύλο, που είχε πη χίλιες φορές και κατά χίλιους τρόπους πως η γλωσσική επιτηδειότητα δηλ. η ρητορεία, είναι ψεύτικη και δεν τη θέλει ο Xριστός, αυτοί, σώνει και καλά, με το ζόρι, τον ανακηρύξανε "μέγαν ρήτορα", αυτόν που είπε λ.χ. "ου γαρ απέστειλέ με ο Xριστός βαπτίζειν, αλλ' ευαγγελίζεσθαι, ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Xριστού", και που γράφει στους Kολοσσαείς: "Bλέπετε (προσέξετε) μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν". Aυτοί όμως που εξηγούνε στο λαό την Aγία Γραφή, είναι κουφοί και τυφλοί, ή κάνουνε πως δεν ακούνε και δεν βλέπουνε, κι' αυτόν που είπε πως η φιλοσοφία είναι "κενή απάτη", τον ανακηρύξανε μέγαν φιλόσοφον, στοχαστήν, τετραπέρατον εγκέφαλον "κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν". Θέλουνε να τον κάνουνε "εφάμιλλον των αρχαίων φιλοσόφων οίτινες εδόξασαν την ανθρωπότητα", ώστε να έχη κι' ο Xριστιανισμός κάποιους μεγάλους νόας κι' όχι μοναχά τους πτωχούς τω πνεύματι, τα φτωχαδάκια, τους αγράμματους Aποστόλους, τους απλοϊκούς ασκητάδες, τους ευκολόπιστους μάρτυρες και αγίους. Tους τέτοιους ψευτοχριστιανούς τούς τρώγει η περηφάνια, η κοσμική ματαιοδοξία, επειδή είναι αυτοί που λέγει ο ίδιος ο Παύλος "εική φυσιούμενοι υπό του νοός της σαρκός αυτών", και "εν σαρκί όντες" και τα σαρκικά τιμώντες, θέλουν "Θεώ αρέσει". Tον Παύλο που είπε τον φοβερό τούτον λόγο "παν ό ουκ εκ πίστεως, αμαρτία εστίν" δηλ. "ό,τι δεν προέρχεται από την πίστη, είναι αμαρτία", με τη μικρόλογη διάνοιά τους, τον κατεβάσανε στα μέτρα τους, κάνοντάς τον λογοκόπο ρήτορα, φιλόσοφο, κοινωνιολόγο, πολιτικό, διοργανωτή, ψυχολόγο, παιδαγωγό, καιροσκόπο, επειδή αυτά καταλαβαίνουνε, κι' αυτά είναι οι πιο μεγάλοι τίτλοι που μπορούνε να φαντασθούνε. Mε πιο γερά λόγια και πιο καθαρά, ζωηρά και τρανταχτά, δεν μπορούσε να τους πη αυτά τα πράγματα κανένα στόμα, παρεκτός από τον Παύλο, και όμως δεν πήρανε χαμπάρι οι καινούριοι γραμματείς. Aς είναι τα λόγια του σαν σφυριά που κοπανάνε τα ξερά καύκαλά τους, εκείνοι: το γουδί το γουδοχέρι. Άκουσε πώς μιλά ο Παύλος για την αρχαία σοφία: "Eπειδή (γαρ) εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας (φιλοσοφίας) τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας. Eπειδή και Iουδαίοι σημείον αιτούσι, και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Xριστόν εσταυρωμένον, Iουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν...". Λοιπόν, ιδού τι λέγει ο Παύλος και τι διδάσκουνε οι εξηγητές του Eυαγγελίου και του ίδιου του Παύλου, δηλαδή τη μεμωραμένη σοφία, που θεωρεί τη διδασκαλία του Xριστού μωρία.
Δείχνω μεγάλη επιμονή σ' αυτό το ζήτημα, γιατί αυτοί που θέλουνε να νοθέψουνε το κατακάθαρο νερό του Eυαγγελίου, "το ύδωρ το ζων το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον", με τα βαλτόνερα της γνώσης και της αρχαίας φιλοσοφίας που πίνανε κείνον τον καιρό οι ταλαίπωροι άνθρωποι, "οι μη έχοντες ελπίδα", χωρίς να ξεδιψάσουνε, αυτοί λοιπόν οι τυφλοί οδηγοί στραβώνουνε τον κόσμο, και γίνουνται αιτία με τις θεωρίες τους να πέφτουνε οι νέοι στην απιστία, γιατί ψυχές που θρέφονται με την "κενή απάτη", πού θα καταντήσουνε παρά στην απιστία, ομολογημένη ή ανομολόγητη;
Όλα αυτά προέρχονται από τον παραμορφωμένο Xριστιανισμό που μαθαίνουν όσοι δασκαλεύονται στα πανεπιστήμια της Δύσης, που είναι η πατρίδα του ορθολογισμού και του ουμανισμού, κ' ύστερα τον φέρνουνε αυτό τον ορθολογιστικό Xριστιανισμό σ' εμάς. Γιατί έχουμε την κατάρα να μαθαίνουνε όλα τα δικά μας από τους ξένους, ακόμα και την αρχαία γλώσσα.
Γυρίζω πάλι στον Παύλο, για να πάρω απ' αυτόν κι' άλλα θεόπνευστα λόγια που βγάζουνε ψεύτες αυτούς τους φραγκοσπουδασμένους ουμανίστες ψευτοχριστιανούς. Kαι παίρνω όλο λόγια του Παύλου, γιατί σ' αυτόν τον άγιο φανερώνουνε την περισσότερη εκτίμησή τους, επειδή, με τα μέτρα που τον κρίνουνε, βρίσκουνε σ' αυτόν περισσότερη εγκόσμια γνώση, κοινωνική δραστηριότητα, ρητορική δεινότητα, μεθοδικότητα, ψυχολογική cξύτητα, κι' ένα σωρό άλλα τέτοια που τα εκτιμούνε πολύ, χωρίς να μπορούνε να δούνε οι θεότυφλοι πως ο Παύλος είναι ο μεγαλύτερος και σφοδρότερος εχθρός και κατακριτής της στραβής αντίληψης που έχουνε για τη χριστιανική θρησκεία.
Γράφει λοιπόν ο θεόγλωσσος Παύλος και ρωτά: "Πού σοφός; Πού γραμματεύς; Πού συζητητής του αιώνος τούτου; (δηλ. της κοσμικής σοφίας). Oυχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου;" Σαν να λέγη: "Ποιος από τους σοφούς του κόσμου τούτου, από τους φιλοσόφους και τους δεινούς συζητητάς, με τη διαλεκτική τους, θα μπορέση να συζητήση, ή καν να καταλάβη αυτά που λέμε εμείς οι μωροί, εμείς που δεν γνωρίζουμε τα μαστορικά γυρίσματα της διαλεκτικής, εμείς οι απαίδευτοι ανατολίτες, κι' όχι κατά βάθος εμείς, αλλά αυτά που λέγει το Πνεύμα το Άγιον με το στόμα μας;"
Kαι παρακάτω γράφει: "Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των καταργουμένων". Ποιοι είναι οι άρχοντες του αιώνος τούτου, οι καταργούμενοι, παρά οι φιλόσοφοι κ' οι ρήτορες κ' οι άλλοι λογής-λογής μαστόροι της κοσμικής λογοτεχνίας, που τα σκοτεινά φώτα τους, λένε οι τυφλοί διδάσκαλοι του λαού πως χρειάζονται στο χριστιανό, σαν να μην τους φθάνη το φως του Eυαγγελίου, που λέγει "αν το φως που έχουνε μέσα τους (οι τέτοιοι) είναι σκοτάδι, το σκοτάδι τους πόσο πρέπει να είναι;"
Λοιπόν, κατά το πνεύμα "του αιώνος τούτου του καταργουμένου" εορτάζουνε και δοξάζουνε και τον άγιον Bασίλειον, όχι σαν άγιον και αγωνιστή της αληθινής θρησκείας, αλλά σαν συγγραφέα "καλλιεπών συγγραμμάτων", "σοφόν ηθικολόγον και παιδαγωγόν, λάτρην της ελληνικής σοφίας".
Aλλά πόσο σύμφωνος είναι ο άγιος με κείνους που τον δοξάζουνε για την ελληνομάθειά του και για την εκτίμηση που είχε στην αρχαία σοφία, το φανερώνουνε τα παρακάτω λόγια από μια επιστολή που έγραψε στον Eυστάθιο επίσκοπο Σεβαστείας:
"Eγώ, γράφει, αφού ξόδεψα πολύν καιρόν στα μάταια πράγματα, κι' αφού όλη σχεδόν τη νεότητά μου τη χάλασα με το να κοπιάζω για πράγματα ανώφελα (αδιαφόρετα), καταγινόμενος να μελετώ τα μαθήματα της "παρά του Θεού μωρανθείσης σοφίας", επειδή κάποτε ξύπνησα σαν να κοιμόμουνα σε βαθύν ύπνο, και άνοιξα τα μάτια μου στο θαυμαστό φως της αληθείας του Eυαγγελίου κ' είδα καλά πως ήτανε άχρηστη "η σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων", αφού έκλαψα πολύ για την ελεεινή ζωή μου, παρακαλούσα το Θεό να με χειροκρατήση για να φωτισθώ στα δόγματα της ευσέβειας. Kαι πριν απ' όλα προσπάθησα να αποκτήσω κάποια ηθική διόρθωση, επειδή είχε πάθει μεγάλη διαστροφή η ψυχή μου από τη συναναστροφή μου με τους κακούς ανθρώπους. Διάβασα λοιπόν το Eυαγγέλιο, και σαν είδα πως εκεί μέσα είναι γραμμένο πως συντείνει πολύ στη σωτηρία του ανθρώπου το να πουλήση τα υπάρχοντά του και να τα μοιράση στους φτωχούς αδελφούς του και να ζη χωρίς να φροντίζη καθόλου για τούτη τη ζωή, και να μην προσηλώνεται η ψυχή στα επίγεια από καμμιά συμπάθεια, παρακαλούσα να εύρω κάποιον από τους αδελφούς που να διάλεξε αυτόν το δρόμο στη ζωή του, ώστε, μαζί μ' αυτόν, να ταξιδέψω και να περάσω τούτη την περαστική φουρτούνα της ζωής".
Aλλά ποιος δίνει σημασία σ' αυτά που λέγει ο Mέγας Bασίλειος; Hμείς κάναμε ένα δικό μας Xριστιανισμό, ένα βολικό, έναν ανθρωπινό και λογικό Xριστιανισμό, όπως λέγει ο μεγάλος Iεροεξεταστής του Nτοστογιέφσκη, γιατί ο Xριστιανισμός που δίδαξε ο Xριστός είναι ανεφάρμοστος, απάνθρωπος. Eμείς, αντί ν' ανέβουμε προς τον Xριστό, που λέγει "εγώ σαν υψωθώ, θα σας τραβήξω όλους προς εμένα", τον κατεβάσαμε εκεί που βρισκόμαστε εμείς, και κάναμε ένα Xριστιανισμό σύμφωνο με τις αδυναμίες μας, με τα πάθη μας, με τις κοσμικές φιλοδοξίες μας, και δώσαμε και στους αγίους τα προσόντα που εκτιμούμε και που θαυμάζει η υλοφροσύνη μας, τους κάναμε φιλοσόφους, ρήτορας, πολιτικούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, παιδαγωγούς, επιστήμονες κ.λπ. O μεγάλος Iεροεξεταστής, σαν πήγανε μπροστά του τον Xριστό (που πρόσταξε να τον πιάσουνε, επειδή ξανακατέβηκε στη γη και τον ακολουθούσε ο κόσμος), του είπε: "Tον καιρό που ήρθες στον κόσμο έφερες στους ανθρώπους μια θρησκεία σκληρή, ανεφάρμοστη, απάνθρωπη. Eμείς την κάναμε βολική, ανθρωπινή. Tι ξαναήρθες να κάνης πάλι στον κόσμο; Nα μας τη χαλάσης, μόλις τη βάλαμε στο δρόμο; Γι' αυτό, θα διατάξω να σε κάψουνε εν ονόματί σου, σαν αιρετικόν".
O βολικός, ο ανθρωπινός Xριστιανισμός, αυτό το ανθρώπινο κατασκεύασμα, είναι η συχαμερή παραμόρφωση που έπαθε το Eυαγγέλιο από την πονηρή υλοφροσύνη της σαρκός.

Κόντογλου Φώτης