.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Είναι εντολή Κυρίου νά μή σιωπούμε όταν κινδυνεύη η πίστης...



"Εντολή γάρ Κυρίου μή σιωπάν εν καιρώ κινδυνευούσης πίστεως. Ώστε, ότε περί πίστεως ο λόγος, ούκ εστιν ειπείν, εγώ τίς ειμί; Ιερεύς, άρχων, στρατιώτης, γεωργός, πένης; Ουδείς μοι λόγος και φροντίς περί του προκειμένου. Ουά οί λίθοι κεκράξουσι καί σύ σιωπηλός και άφροντις;»

Δηλαδή "Είναι εντολή Κυρίου νά μή σιωπούμε όταν κινδυνεύη η πίστης. Συνεπώς, όταν πρόκειται γιά τήν πίστιν, δέν πρέπει νά είπη κανείς: ποιός είμαι εγώ; Ιερεύς, άρχων, στρατιώτης, γεωργός, πτωχός; 
Δέν μου πέφτει εμένα λόγος καί φροντίς. 
Τι λέγεις, οί πέτρες θά φωνάξουν, καί σύ θα μείνεις σιωπηλός καί άπραγος;"

Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου

Ἡ Ἀνάστασις



Τί εἶναι αὐτό, ἀδελφοὶ ἀγαπητοὶ καὶ φιλέορτοι καὶ φιλόχριστοι; Τί εἶναι αὐτὴ ἡ μεγάλη λαμπροφορία; Τί εἶναι αὐτὴ ἡ τόση φωταγωγία καὶ χαρά; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔκανε τὴν Ἐκκλησία ν᾿ ἀστράφτει τόσο πολύ; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ λάμπρυνε τὴν οἰκουμένη; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔκανε νὰ δημιουργηθεῖ τόσο μεγάλη χαρὰ καὶ εὐχαρίστηση;...

Χθὲς ἤμασταν σὲ λύπη καὶ σήμερα σὲ χαρά. Χθὲς σὲ κατήφεια καὶ σήμερα σὲ εὐθυμία. Χθὲς σὲ θρήνους καὶ σήμερα σὲ ἀλαλαγμούς. Ρωτᾶς ποιὰ εἶναι ἡ αἰτία αὐτῶν καὶ τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ προκάλεσε αὐτὴ τὴν τόσο μεγάλη χαρὰ καὶ λαμπρότητα;
Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ ὅλος ὁ κόσμος γέμισε ἀπὸ ἀγαλλίαση. Κατάργησε μὲ τὸ ζωοποιό του θάνατο τὸ θάνατο καὶ ὅλοι ὅσοι βρίσκονταν στὸν ᾍδη ἐλευθερώθηκαν ἀπ᾿ τὰ δεσμά του. Ἄνοιξε τὸν Παράδεισο καὶ τὸν ἔκανε προσιτὸ σὲ ὅλους.
Πόσο, ἀλήθεια, μεγάλο βάθος, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ! Πόσο μεγάλο ὕψος, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ μετρηθεῖ! Πόσο φρικτὸ μυστήριο, ποὺ ὑπερβαίνει τὴ δύναμη τοῦ νοῦ!
Ὑμνοῦν οἱ ἄγγελοι, ἐπειδὴ εὐφραίνονται γιὰ τὴ σωτηρία μας. Χαίρονται οἱ προφῆτες βλέποντας νὰ ἐκπληρώνονται οἱ προφητεῖες τους. Ὅλη ἡ κτίση ἑορτάζει μαζί μας γιατὶ ξημέρωσε γι᾿ αὐτὴν ἡμέρα σωτήρια, ἔλαμψε πάλι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης.

 Ὅσιος & Ὁμολογητής Θεόδωρος ὁ Στουδίτης
(Ε.Π.Ε. Φιλοκαλία, τόμος 18ος, σελ. 50-51)

Εγερτήριο σάλπισμα Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου

ΣΧΟΛΙΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ: Συνάντησα πολλούς που ακόμα αναρωτιούνται, και λένε τι να κάνουμε εμπρός στην παναίρεση του οικουμενισμού, και μάλιστα έτσι όπως θεσμοθετείται μέσα από τα κείμενα της Κρήτης. 
Δεν νομίζετε ότι ήρθε ο καιρός να ακούσουμε τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη;. 
Ιδία δε το κείμενο που ακολουθεί θεωρούμε ότι μπορεί να αποτελέσει πυξίδα ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ για τα μοναστήρια, όσα έχουν ενδοιασμούς... αν έχουν... για το τι δει πράττειν. 
Αδελφοί μία είναι η ΟΔΟΣ και η ΣΤΑΣΗ....
π. Φώτιος Βεζύνιας


Η Εκκλησία του Θεού δεν έχει μείνει χωρίς ποιμένα, μολονότι την έχουν κατατοξεύσει. Και «πύλαι άδου» δεν έχουν καταφέρει να την καθυποτάξουν. Ούτε ανέχεται να κάμνει κάτι και να λέγει αντίθετα προς τους καθιερωμένους («κειμένους») όρους και νόμους. Όμως πολλοί ποιμένες ποικιλοτρόπως έγιναν άφρονες. Διότι και συνόδους εσυγκρότησαν μεγάλες και πολυπληθείς, και θεώρησαν τους εαυτούς τους ότι είναι Εκκλησία Θεού, και φρόντισαν να φαίνονται ότι υπερασπίζονται τους «κανόνες». Στην πράξη όμως εστρέφονταν εναντίον των κανόνων. Λοιπόν, Σύνοδοι δεν είναι όταν μαζεύονται απλώς ιεράρχες και ιερείς, έστω και αν είναι πολλοί. Διότι είναι καλύτερο, λέγει ο λόγος του Θεού, να είναι ένας που κάνει το θέλημα του Κυρίου, παρά μυριάδες που το παραβαίνουν. 
Η Σύνοδος λοιπόν πρέπει να γίνεται εν ονόματι Κυρίου με ειρήνη και με τήρηση των «κανόνων» και οι καταδικαστικές και οι αθωωτικές αποφάσεις να μην λαμβάνονται όπως τύχει, αλλά όπως ορίζει η αλήθεια και οι κανόνες και οι γνωρίζοντες την ακρίβεια. Διότι ο τέλειος λόγος του Θεού δεν μπορεί από τη φύση του να δένεται και να ορίζεται όπως θέλει ο καθένας. Και στους και στους ιεράρχες σε καμία περίπτωση δεν έχει δοθεί εξουσία να παραβαίνουν τους «κανόνες», παρά μόνο να συμβαδίζουν με τα όσα έχουν γίνει αποδεκτά και έχουν αναγνωριστεί, και να ακολουθούν τους πριν από αυτούς Πατέρες. Δεν επιτρέπεται λοιπόν ούτε η δική μας τοπική Εκκλησία ούτε καμία άλλη, να κάμνει κάτι παραβαίνοντας παραβαίνοντας τους κείμενους νόμους και «κανόνες». Διότι, αν γινόταν αυτό το Ευαγγέλιο θα ήταν κενό και οι κανόνες άχρηστοι. Οπότε κάθε επίσκοπος κατά την διάρκεια της αρχιεροσύνης του, επειδή θα του ήταν επιτρεπτό να ενεργεί με τους ομόφρονές του όπως θα ήθελε, θα ήταν ένας νέος Ευαγγελιστής ένας άλλος Απόστολος και άλλος Νομοθέτης!!. Ευτυχώς δεν συμβαίνει αυτό, διότι έχουμε παραγγελία από τον ίδιο τον Απόστολο Παύλο, αν κάποιος διδάσκει η μας προστάζει να κάνουμε κάτι αντίθετο προς αυτό που παραλάβαμε, που να είναι δηλαδή αντίθετο προς τους «κανόνες» των κατά καιρούς οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, αυτός να μην είναι αποδεκτός στην Εκκλησία και να μη λογαριάζεται μεταξύ των αγίων χριστιανών.
Σ΄ αυτούς τους χρόνους που ζούμε, που ο Χριστός διώκεται, όποιος έχει κάποιο εκκλησιαστικό αξίωμα και ξεχωρίζει για τη χριστιανική του γνώση, οφείλει να διακρίνεται εις το να λαλεί και να διδάσκει το λόγο της ορθοδοξίας. Όμως και εκτός αυτού. Εάν κάποιος είναι απλός μαθητής, έχει χρέος να λέει με θάρρος και παρρησία την αλήθεια, με ελεύθερη τη γλώσσα του….
Αλλά πώς φτάσαμε να προτιμούμε την ησυχία των μοναστηριών μας περισσότερο από το Θεό; και την καλοπέρασή μας από την υπέρ του αγαθού κακοπάθεια; Που είναι η δύναμη και η δόξα του μοναχικού μας τάγματος; Θυμηθείτε πως οι μακάριοι άγιοι Σάββας και Θεοδόσιος, την ώρα που ο βασιλιάς Αναστάσιος πήγε με το μέρος της δυσμενούς αιρέσεως, ξεσηκώθηκαν και πρωτοστάτησαν με ζήλο προμαχώνας για την ορθόδοξη πίστη. Και αυτό το έκαναν αναθεματίζοντας μέσα στην Εκκλησία, με τους ομόφρονές τους Ορθόδοξους, τους αιρετικούς, και αποστέλλοντας στο βασιλιά τη διαμαρτυρία τους, βεβαιώνοντας τον ότι θα προτιμούσαν τον θάνατο παρά να μεταβάλλουν κάτι από τα παραδεδομένα και καθιερωμένα δόγματα…
Εάν λοιπόν το μοναχικό τάγμα δεν θεωρήσει ότι όλα είναι σκύβαλα δηλαδή τα τιποτένια, και εννοώ τις όποιες ανέσεις των μοναστηριών και τα συναφή, πως τότε ο λαϊκός, όταν κληθεί να ομολογήσει την πίστη του, (πώς) θα μπορέσει να παραθεωρήσει γυναίκα, παιδιά και τα σχετικά; Γι΄ αυτό σας θυμίζω: να μην σιωπήσουμε μπροστά στην πρόκληση των αιρετικών, για να μη γίνει σιωπή μας η κραυγή της αμαρτίας των Σοδόμων. Ας θυσιάσουμε τα κάτω, για να κερδίσουμε τα άνω. Ας μη γίνουμε σκάνδαλο για την Εκκλησία του Θεού…. Εάν λοιπόν είναι κάποιοι αληθινοί μοναχοί, ας το δείξουν στην παρούσα περίσταση με τα έργα τους. Και έργο του Μοναχού είναι να μην ανέχεται ούτε η παραμικρή καινοτομία να εισχωρήσει στη γνησιότητα του ευαγγελίου και αυτό, για να μη δώσουμε το παράδειγμα στους λαϊκούς ότι προτιμούμε την αίρεση και την αιρετική «συν-κοινωνία», και έτσι έχουμε να δώσουμε λόγο για την απώλειά τους!
«Η εντολή του Κυρίου είναι να μη σιωπάμε τον καιρό που η πίστη μας βρίσκεται σε κίνδυνο. Ώστε, όταν για την πίστη ο λόγος, δεν μπορείς να πεις ποιος είμαι εγώ; ένας απλός ιερέας, άρχοντας, στρατιώτης, γεωργός, φτωχός. Δεν μου πέφτει λόγος και φροντίδα για αυτό το ζήτημα. Αλίμονο, οι λίθοι θα κράξουν και εσύ θα μείνεις σιωπηλός και χωρίς φροντίδα;».
«Αυτή είναι η ευαγγελική πίστη ημών των αμαρτωλών. Αυτή είναι η αποστολική ομολογία ημών των ευτελών. Ακόμα και ο Πέτρος και ο Παύλος αν μας πουν αντίθετα πράγματα, ακόμα και αν έλθει άγγελος από τους ουρανούς και μας διδάξει άλλο ευαγγέλιο, να μην τον δεχτείτε, γιατί δεν ακολουθεί την υγιή διδασκαλία της πίστεως».
«Και όλα τα καλά του κόσμου να προσφέρει ένας άνθρωπος που αποδέχεται την αίρεση φίλος του Θεού δεν γίνεται. Είναι εχθρός Του. Και αν κάποιος καθίσει να φάει και να πιει με αιρετικούς, έχει ευθύνη».
«Δεν είναι ‘οικονομία’ να κάνουμε να αθετούμε αυτά που μας παραδόθηκαν, ούτε να κάνουμε οποιαδήποτε, μικρή παραχώρηση ανάλογα με τις περιστάσεις και τη λογική μας κρίση».
« Όποιοι είναι, στους καιρούς μας, αληθινοί μοναχοί, να το δείξουν εμπράκτως. Και έργο του Μονάχου είναι να μην ανέχεται ούτε την παραμικρή καινοτομία και αλλοίωση στο ευαγγέλιο. Ένας που ευδοκιμεί στο έργο του Θεού είναι προτιμότερος από χιλιάδες άλλους που καμαρώνουν για την αυθάδεια τους. Αλλά συ, αν θέλεις προτίμησε να είσαι με το πλήθος των πνιγμένων παρά να σωθείς μαζί με τον Νώε. Όσο για μένα, επίτρεψέ με να τρέξω και να σωθώ με τους ολίγους μέσα στην κιβωτό δηλαδή στην ασφάλεια της Εκκλησίας».

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ

Ο μισός Ορθόδοξος

Ο πανεπίκαιρος λόγος του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου…


Γράφει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης:

‘’Μηδέν γάρ τέλειον εἶναι ὀρθόδοξον, ἀλλ’ ἐξ ἡμισείας, τόν τήν πίστην ὀρθήν οἰόμενον ἔχειν τοῖς δέ θείοις κανόσι μή ἀπευθυνόμενον’’.

(Ἐπιστολή 25. Νικηφόρῳ Πατριάρχῃ, Φατοῦρος σε. 68, στίχ. 11, P.G.99,988C)

Αυτός ο οποίος νομίζει ότι έχει Ορθόδοξο Πίστη, αλλά δεν βαδίζει σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, είναι μισός Ορθόδοξος.

‘’...τόν τήν πίστην ὀρθήν οἰόμενον ἔχειν’’. 

Δηλαδή, εκείνος πουνομίζει ότι έχει Ορθόδοξο Πίστη, αλλά στην ουσία δεν την έχει. 
Και δεν την έχει, διότι απουσιάζει η συμφωνία των Ιερών Κανόνων.

ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ



ΣΧΟΛΙΟ: Άς γίνουμε λοιπόν μέτοχοι της ομολογίας αυτών των Αγίων Πατέρων.

Και στις τρεις περιπτώσεις της αποτειχίσεώς του (μοιχειανική αίρεση και εικονομαχική) ο Όσιος και οι υπόλοιποι ομολογητές Πατέρες διετήρησαν τα ίδια στοιχεία στον αγώνα των και ετήρησαν την ίδια τακτική. Η οδός την οποία ακολούθησαν ήτο αφ’ ενός μεν να είναι τόσο κοντά στην αιρετική εκκλησιαστική ηγεσία, ώστε με την ομολογία της Ορθοδόξου Πίστεως και την καταδίκη της αιρέσεως εκ μέρους της, αμέσως να ενσωματωθούν μαζί της, και συγχρόνως να είναι τόσο μακριά, ώστε να μην μολύνονται από την αίρεση και μην συμφύρονται με αυτήν.
Η γραμμή αυτή τους απηγόρευε κάθε εκκλησιαστική επικοινωνία μετά των αιρετικών και συγχρόνως τους εμπόδιζε να κάνουν μια ιδική των Σύνοδο και μία νέα Εκκλησία.
...Εζούσαν μέσα στον διωγμό και το μαρτύριο… 
Από φυλακή σε φυλακή και από εξορία σε εξορία, εκήρυττον παντού την Ορθοδοξία με έργα, με λόγια, με επιστολές και με τον προσωπικό κίνδυνο της ζωής των. ...........
...Οι Πατέρες όμως αυτοί, ενώ ήσαν αποκομμένοι από την εκκλησιαστική ηγεσία, ήσαν συγχρόνως ενσωματωμένοι με την διαχρονική Εκκλησία και έφυγαν βιώνοντας την Ορθοδοξία στην ιδανική της μορφή, η οποία είναι το μαρτύριο.

Από το βιβλίου του π. Ευθυμίου Τρικαμηνά ‘’Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΘΕΟΔΩΡΟ ΤΟΝ ΣΤΟΥΔΙΤΗ’’ , σελ. 59-60

''Η Εκκλησία του Χριστού υπάρχει και όταν ακόμη περιορίζεται σε τρεις Ορθοδόξους πιστούς, ακόμη και αν όλοι οι επίσκοποι είναι αιρετικοί'' !!!

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ


''Η Εκκλησία του Χριστού υπάρχει και όταν ακόμη περιορίζεται σε τρεις Ορθοδόξους πιστούς, ακόμη και αν όλοι οι επίσκοποι είναι αιρετικοί'' (Ματθ. 18, 20) 
(Επιστολή προς τον Ηγούμενο Θεόφιλο

ΕΠΕ, Φιλοκαλία, τομ. 18Β, σελ. 201).

"Φοβερόν κρίμα της σιωπής εν τη ...κωφεύσει των αιρετιζόντων"!



Εἶναι γεγονός ὅτι κατ' ἀρχάς οἱ Πατέρες ἐθεώρησαν καί ὡμολόγησαν τήν σιωπή ὡς μεγάλη ἀρετή. Τήν ἐθεώρησαν ὡς ἀντίδοτο τῆς πολυλογίας καί ἀργολογίας ἀπό τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἀποφύγη τήν ἁμαρτία. Στά γεροντικά καί τίς διηγήσεις τῶν πατέρων, ἐκθειάζεται καί ἐπαινεῖται ἡ σιωπή ὡς συνήγορος καί πρόξενος πολλῶν ἀρετῶν. Εἰδικά γιά τόν μοναχό, ὁ ὁποῖος διδάσκει μέ τό βουβό κήρυγμα, τή ζωή του καί τό παράδειγμά του, ἡ σιωπή εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία τόν προστατεύει ἀπό τόν ἐγωϊσμό, περιφρουρεῖ τήν προσευχή, ἀσφαλίζει τόν νοῦ ἀπό τόν σκορπισμό, βοηθάει στήν μνήμη τοῦ θανάτου καί ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές. Αὐτήν λοιπόν τήν σιωπή, ἡ ὁποία γίνεται ὡς ἀντίδρασι στήν πολυλογία καί ἀργολογία, καί ὡς πολέμιος ἐγωϊσμοῦ εἶναι ἐπαινετή ἀπό τούς πατέρες καί ἀξιόμισθος ἀπό τόν Θεό.
Ὑπάρχει ὅμως καί ἄλλη σιωπή ἔνοχος καί πρόξενος πολλῶν κακῶν, ἐπίβουλος δέ καί αὐτῆς τῆς σωτηρίας μας. Αὐτή ἡ σιωπή γίνεται ἐξ αἰτίας τοῦ πάθους τῆς δειλίας καί ἀνανδρείας, μέ σκοπό τόν συμβιβασμό καί τήν φιλαυτία. Εἶναι ἡ σιωπή ἡ ὁποία ἀφήνει ἀνυπεράσπιστη τήν ἀλήθεια καί καταργεῖ τήν ἀρετή τῆς ὁμολογίας, χωρίς τήν ὁποία δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά σωθῆ. Ἡ σιωπή αὐτή ἐπιβάλλεται πολλές φορές διά τῆς ὑπακοῆς ἐκ μέρους τῶν ἀνωτέρων, ἡ δέ ὁμολογία περιθωριοποιεῖται διά λόγους δῆθεν διακρίσεως, προσευχῆς κλπ. ἤ συκοφαντεῖται ὡς ἔχουσα κίνητρο τόν ἐγωϊσμό, τήν αὐτοπροβολή κ.λ.π. 
Συμβαίνει λοιπόν σήμερα νά βλέπουμε τούς ποιμένες καί δή τούς ἐπισκόπους λαλίστατους γιά διάφορα θέματα, ἐνῶ διά τά θέματα τῆς πίστεως νά τηροῦν σιγῇ ἰχθύος. Εἶναι ὄντως ὕψιστο ἀγαθό νά μάθη ὁ ἄνθρωπος πότε πρέπει νά ὁμιλῆ καί πότε νά σιωπᾶ, πότε ἡ σιωπή γίνεται αἰτία σωτηρίας καί πότε κολάσεως.
Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης θά μᾶς ὁμιλήση διά τήν ἔνοχο σιωπή, (εἶναι ὄντως ἀλήθεια ὅτι ἀπό αὐτό τό πάθος πάσχουμε ὅλοι σήμερα) καί θά ξεκαθαρίση μέσα μας αὐτή ἡ τόσο δύσκολη στίς ἡμέρες μας καί ἁγιάτρευτη ἀσθένεια, τό μικρόβιο τῆς ὁποίας ὅλους μᾶς ἔχει προσβάλλει, οἱ δέ ἐκκλησιολογικές του διαστάσεις εἶναι ὀλέθριες.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΣΤΟ ΠΕΡΙ ΣΙΩΠΗΣ ΘΕΜΑ

1. Ἡ σιωπή στά θέματα τῆς πίστεως σημαίνει ἐπικύρωσι τῆς κατηγορίας.
2. Ἡ σιωπή εἶναι μέρος συγκαταθέσεως μέ τό κακό (σιωπηλή συγκατάθεσις).
3. Μέ τήν σιωπή τῶν ὀρθοδόξων ἐπικρατεῖ καί ἑδραιώνεται ἡ πλάνη καί αἵρεσις.
4. Ὅταν κινδυνεύη ἡ πίστις ὅλοι ἀνεξαρτήτως μέχρι τοῦ τελευταίου καί ἀσήμου χριστιανοῦ, ὑποχρεοῦνται νά ὁμολογοῦν τήν ἀλήθεια καί νά μή σιωποῦν.
5. Ἡ φίμωσις τοῦ λόγου στούς ὀρθοδόξους εἶναι ἡ μεγάλη ἐπιτυχία τῶν αἱρετικῶν.
6. Καί μόνη ἡ σιωπή εἶναι ἱκανή νά κολάση ἐν καιρῷ κινδυνευούσης πίστεως.
7. Ὁ σιωπῶν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης πίστεως λογίζεται διά τήν ἐκκλησία ὡς νεκρός.
8. Σέ περίπτωσι συνηγορίας διά τήν πίστι κάποιου, ἀπαιτεῖται ἀπό αὐτόν ὁμολογία προφορική καί γραπτή προκειμένου νά ἀποκατασταθῆ στή συνείδησι τῆς ἐκκλησίας.
9. Ἡ σιωπή στήν ἀνωτέρω περίπτωσι σημαίνει ταύτισι μέ τήν αἵρεσι καί ἀνάλογος ἡ ἀντιμετώπισις τῶν ὀρθοδόξων. 

1. ΚΕ. Νικηφόρῳ Πατριάρχῃ (ΜΘ). ΡG 99, 988 C.

Ἑρμηνεία.
Διότι τώρα πλέον μᾶς ἀνήγγειλε ὁ Ἰωάννης, ὁ σύνδουλος ἐν Χριστῷ καί μοναχός μας, ὁ ὁποῖος ἀξιώθηκε νά πάρη τήν εὐλογία σου, ὅτι ἄκουσε ἀπό τά ἀρχιερατικά σου χείλη, κάποια παράξενα καί ἀνεπιθύμητα πράγματα (λόγια). 
Εἶστε, εἶπες ἀποσχισμένοι ἀπό τήν Ἐκκλησία. Πόσο φυσικό λοιπόν εἶναι δι' αὐτά τά λόγια, μακαριώτατε, ἡ ψυχή μας νά λυπηθῆ ὑπερβολικά; Ἐπιπλέον πῶς νά μήν ὁμιλήσουμε καί ἀπολογηθοῦμε στήν ἁγιωσύνη σου, ὥστε νά μή ἐπικυρώσουμε διά τῆς σιωπῆς αὐτήν τήν κατηγορία; Πρίν ὅμως ἀρχίσω τήν ἀπολογία, θέλω ἐπιπροσθέτως νά ἀναφέρω, ὅτι δέν πρέπει νά ἀκούμε μέ εὐκολία τόν καθένα, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖ κάποιον, οὔτε ἐπίσης νά σχηματίζουμε εὔκολα καί ἀβίαστα γνώμη, διά κάποιο πρόσωπο τό ὁποῖο κατηγορεῖται.

Κείμενο.
Ἤδη γάρ τό παρόν ἀπήγγειλεν ἡμῖν Ἰωάννης ὁ σύνδουλος καί μαθητής ἡμῶν, ὡς ἀξιωθείς τῆς σεπτῆς σου προσκυνήσεως, ἀκήκοε παρ' αὐτῆς ξένα τινά καί ἀπευκταῖα. Ἀποσχισταί γάρ, φησίν, ἐστέ τῆς Ἐκκλησίας. Πόσον οὖν ἐπί τούτοις, ὦ μακαριώτατε, οὐκ εἰκότως ἦν ἡμῶν διατεθῆναι τήν ψυχήν λυπηρῶς; πῶς δέ οὐκ ἐκλαλῆσαι ἀπολογητικῶς τῇ ἁγιωσύνῃ σου καί μή τῇ σιωπῇ κυρῶσαι τήν κατηγορίαν; Ἐγώ δέ πρό τῆς ἀπολογίας, ἐκεῖνο μετ' αἰδοῦς προσαναφέρω, ὅτι οὐχ ὡς ἔτυχε δεῖ τά ὦτα ἀνοίγειν παντί τῷ βουλομένῳ κατά τινός τι λέγειν, οὐδ' οὐ μήν ἀποφαίνειν ἀκρίτως τό διαβληθέν πρόσωπον.

2. ΜΓ. Ἰωσήφ ἀδελφῷ καί ἀρχιεπισκόπῳ (ΡΛΑ'). ΡG 99, 1065 Α.

Ἑρμηνεία.
Ἀφ' ἑνός μέν, ὅταν τήν πρώτη φορά ἐγίνετο ἡ ἀθώωσις τοῦ μοιχοζεύκτου, ἐγώ παρευρισκόμουν ἐκεῖ, καί σιωπήσαμε πρός στιγμή ἔπειτα ἀπό κοινή συμφωνία. Ἡ σιωπή ὅμως ἀποτελεῖ μία μερική συγκατάθεσι μέ τό κακό. Αὐτήν τήν σιωπή μας τήν ἐκμεταλλεύτηκαν οἱ ἀντίθετοι, ὅπως γνωρίζεις καί προσπάθησαν νά μᾶς ἀποκλείσουν ἀπό τό νά κάνουμε ἔνστασι. Αὐτό δέν ἔγινε ὅταν συγκροτήθηκε γιά δεύτερη φορά σύνοδος καί ἀπεφασίσθη πάλι ἡ ἀθώωσίς τους, ἀπό αὐτούς οἱ ὁποῖοι κατεπάτησαν τούς νόμους τοῦ Θεοῦ. Ἔλεγαν λοιπόν ἐκεῖνοι πρός ἐμᾶς: Νά ἀποκλεισθῆ μόνον ἀπό τό νά ἱερουργῆ, νά ἔχη ὅμως τήν ὑπόλοιπη ἐξωτερική τιμή, σύμφωνα μέ τόν κανόνα τοῦ Μεγ. Βασιλείου. 
Ἤδη ὅμως τά δύο αὐτά χρόνια συλλειτουργοῦσε αὐτός μέ τόν πατριάρχη. 
Αὐτό ἦτο φοβερό καί πέρα ἀπό κάθε οἰκονομία.

Κείμενο.
… Τοῦ μέν ἡνίκα τό πρότερον ἠθώουν τόν μοιχοζεύκτην, παρόντος μου ἐκεῖ, καί καθά συνεβουλευσάμεθα, ἀποσιωπήσαντες· ἡ δέ σιωπή μέρος συγκαταθέσεως· ἧς καί δραξάμενοι οἱ ἐξ ἐναντίας, ὡς οἶσθα, ἀποκλείειν ἡμᾶς ἐπειρῶντο ἡ δευτέρα ἀθώωσις αὐτοῦ παρά τῶν πατησάντων τούς νόμους τοῦ Θεοῦ, λεγόντων ἡμῶν· ὅτι στήτω μόνον τῆς ἱερουργίας ἀπολαύων τῆς τιμῆς, κατά τόν κανόνα τοῦ ἁγίου Βασιλείου· ἤδη συλλειτουργήσαντος αὐτοῦ ἐν τοῖς δυσίν ἔτεσι τῷ πατριάρχῃ· ὅ ἦν φοβερόν, καί ὑπέρ οἰκονομίαν.

3. ΜΗ. Ἀθανασίῳ τέκνῳ. ΡG 99, 1076C.

Ἑρμηνεία.
Πῶς λοιπόν λέγουν, ὅτι χωρίς νά ἀντισταθῆ κανείς καί νά κηρύξη τήν πλάνη των θά τούς ὀνομάσωμε αἱρετικούς; Εἶναι φαντασία ὅσα προαναφέρθησαν δι' αὐτούς οἱ ὁποῖοι ἀντιστάθηκαν καί ἐκήρυξαν ἤ ἀλήθεια; Ἐπειδή εἶναι ὁπωσδήποτε ἀληθινά, διατί δέν τά κηρύττουν αὐτά καί δέν τά διδάσκουν μέ ἔργα καί μέ λόγια; Ἤ πῶς γίνεται ἐσεῖς νά πείθεσθε ἀπό αὐτούς, σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε παρά λίγο νά στέκεσθε καί νά συνοδοιπορῆτε μαζί των (διότι καί αὐτό εἶναι ἀλήθεια καί ἄν ἐμεῖς τό κρύψωμε θά τό διακηρύξουν τά πέρατα τῆς οἰκουμένης). Ἔτσι μέ αὐτή τή στάσι σας ἔχετε ἀποκομίσει γιά τούς ἑαυτούς σας τήν φοβερή τῆς σιωπῆς κατάκρισι. Δι' αὐτήν ἀκριβῶς τήν αἰτία ἐγώ ὁ ταπεινός, ἀναγκάζομαι νά μή σιωπῶ, ἀλλά προφορικῶς καί γραπτῶς, κατά τή δύναμί μου, νά κηρύττω τήν ἀλήθεια, μέ τό φόβο καί τόν τρόμο τῶν διωκτῶν μας καί μέ τήν ἀπειλή τοῦ θανάτου. Καί αὐτό τό κάνω ἔστω καί ἄν κάποιος νομίζη ὅτι ὅλες αὐτές οἱ ἐνέργειές μου δέν εἶναι ἀναγκαῖες ἀλλά περιττές.

Κείμενο.
Πῶς οὖν φασίν, ὅτι μηδενός ἀνθισταμένου καί διδάσκοντος καλέσομεν αὐτούς αἱρετικούς; Φαντασία τά προλεχθέντα καί ὄνειροι, ἤ ἀληθῆ; Ἐπειδή δέ ἀληθῆ, πῶς οὐχί διδάσκουσιν ἑκάστοτε καί κηρύττουσιν ἔργῳ καί λόγῳ; ἤ πῶς οὐχ ὑμεῖς πειθόμενοι αὐτοῖς, μικροῦ δεῖν μετ' αὐτῶν τῶν λεγόντων ἵστασθε (ἀλλά καί ἐάν ἡμεῖς σιωπῶμεν, τά πέρατα βοᾷ τήν ἀλήθειαν), τό φοβερόν τῆς σιωπῆς κρῖμα ἐφ' ἑαυτούς ἐπισπώμενοι; Δι' ἥν αἰτίαν ἐγώ ὁ ταπεινός τοῦ μή σιγᾷν ἀναγκάζομαι ἐγγράφως τε καί ἀγράφως, κατά τήν ἐνοῦσαν μοι δύναμιν, μετά φόβου κάι τρόμου, μετά παρασκευῆς θανάτου· κἄν τις ὑμῶν ἴσως οὐκ ἀναγκαίως, εἴπω δι' ὅτι καί περιττολόγως οἴεται ταῦτα ἐνεργεῖν με.

4. Β' Μονάζουσιν. (ΣΘ'). ΡG 99, 1120 Β.

Ἑρμηνεία.
Κατ' αὐτόν τόν καιρόν, κατά τόν ὁποῖον ὁ Χριστός διώκεται διά μέσου τῆς διώξεως τῆς εἰκόνος του, δέν ἔχει ὑποχρέωσι νά ἀγωνίζεται στό κήρυγμα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ὅσον ἀφορᾶ τίς ἅγιες εἰκόνες, μόνον αὐτός ὁ ὁποῖος ἔχει κάποια γνώσι ἤ κάποιο ἐκκλησιαστικό ἀξίωμα, ἀλλά ἀπεναντίας καί αὐτός πού εὑρίσκεται στή θέσι τοῦ πιό ἁπλοῦ χριστιανοῦ, ἔχει χρέος μέ παρρησία νά κηρύττη τήν ἀλήθεια καί μέ ἐλευθερία νά καυτηριάζη τήν πλάνη. Αὐτά τά ὁποῖα λέγω δέν εἶναι λόγια δικά μου, πού εἶμαι ἁμαρτωλός, ἀλλά τοῦ θείου καί ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ἀκόμη δέ καί ἄλλων ἁγίων Πατέρων. Τό ὅτι δέ τούς πλέον διάσημους ἀπό τούς ἡγουμένους ἐπεριώρισε ὁ βασιλεύς, ὥστε νά μήν κάνουν αὐτά τά καθήκοντά των, τά ὁποῖα προανέφερα. Καί αὐτοί βέβαια ὑπερεῖχαν, καί ὡς πρός τόν βαθμό καί τή γνώσι, ἀπό ὅλους τούς ἄλλους ἡγουμένους τῆς περιοχῆς αὐτῆς, καί ὡς ἐκ τούτου ἔπρεπε νά εἶναι οἱ πρῶτοι οἱ ὁποῖοι θά ὡμιλοῦσαν. Ἀπεναντίας ὅμως αὐτοῖ ἐσιώπησαν. Καί δέν σταμάτησαν μόνο στήν σιωπή, τό ὁποῖο καί ἀποτελεῖ μία συμφορά, ἀλλά ἐπιπλέον, ὑπέγραψαν ἰδιοχείρως, νά μήν ἔχουν σχέσεις καί ἐπικοινωνία μέ ἄλλους, οὔτε νά διδάσκουν τά ὀρθόδοξα δόγματα. Αὐτό ἀποτελεῖ προδοσία τῆς ἀληθείας, καί ἄρνησι τῆς ἡγουμενικῆς προστασίας τῶν ἀδελῶν, καί κατάλυσι τῆς πνευματικῆς σχέσεως μέ τούς ὑποτακτικούς καί ὡς ἐκ τούτου ἔκπτωσι ἀπό τούς ὁμοταγεῖς ἡγουμένους.

Ἑρμηνεία. Κείμενο.
Ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ, ἐν ᾧ ὁ Χριστός διώκεται διά τῆς εἰκόνος αὐτοῦ· οὐ μόνον εἰ βαθμῷ τις καί γνώσει προέχων ἐστὶν ὀφείλει διαγωνίζεσθαι, λαλῶν καί διδάσκων τόν τῆς ὀρθοδοξίας λόγον· ἀλλά γάρ καί εἰ μαθητοῦ τάξιν ἐπέχων εἴη, χρεωστεῖ παῤῥησιάζεσθαι τήν ἀλήθειαν, καί ἐλευθεροστομεῖν. Οὐκ ἐμός ὁ λόγος τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλά τοῦ θείου Χρυσοστόμου· ἐπί καί ἄλλων Πατέρων. Τό δέ τούς κυρίους τούς ἡγουμένους κρατηθέντας ὑπό τοῦ βασιλέως, μή τά προειρημένα πράξαι· καίπερ ὄντας καί ἐν βαθμῷ καί γνώσει παρά πάντας τούς καθηγουμένους τῆς γῆς ταύτης· τοὐναντίον δέ μᾶλλον σιωπῆσαι. Καί οὐ τοῦτο μόνον, καίπερ ὄν δεινόν· ἀλλά καί χειρόγραφον ποιῆσαι, μήτε εἰς ἀλλήλους συνέρχεσθαι, μήτε διδάσκειν· τοῦτό ἐστι προδοσία τῆς ἀληθείας, καί ἄρνησις τῆς προστασίας, καί κατάλυσις τῶν ὑποτακτικῶν, ἐπεί καί τῶν ὁμοταγῶν.

5. ΠΑ'. Πανταλέοντι Λογοθέτη (ΦΗ'). ΡG 99, 1321 Α.

Ἑρμηνεία.
Ἄλλων μέν ἀνθρώπων ἡ ἀρετή μᾶς εἶναι γνωστή μόνον ἐξ ἀκοῆς. Ἡ δική σου ὅμως ἀρετή, ἀξιότιμε δέσποτά μου, κατ' ἀρχάς προσωπικά τήν εἴδαμε, τώρα δέ ἔφθασε νά ἀκουσθῆ μέχρι τόν τόπο αὐτόν, στόν ὁποῖο εἴμεθα ἐξορισμένοι. Ποιά δέ εἶναι ἡ αἰτία; Ὅτι ἐπαρρησιάσθη τό πνευματοκίνητον στόμα σου καί ὡμίλησε μέ τήν θεϊκή σοφία τόν λόγο τῆς ἀληθείας, γιά νά ὠφεληθῆ καί σωθῆ ἡ ψυχή σου καί ἐπί πλέον ὅλη ἡ δική μας τοπική Ἐκκλησία. Καί διά τοῦτο εἶσαι εὐτυχισμένος καί εἶναι εὐλογημένο τό ὄνομά σου. Καί σέ ἐγκωμίασαν ὅλοι οἱ εὐσεβεῖς πού σέ ἄκουσαν. Καί στεφανωθέντες μέ τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· καί χρυσό περιδέραιο θά κοσμῆ τόν τράχηλό σου, υἱέ τῆς ὑπακοῆς, τέκνο τοῦ φωτός, πλάσμα τῆς εὐσεβείας.
Αὐτά λέγει ὁ Κύριος. Ἄνοιξε τό στόμα σου διά νά ὁμιλήσης κι ἐγώ θά τό γεμίσω ἀπό τή χάρι μου. Ἐπειδή ἔκανες ὑπακοή στήν ἐντολή μου. 
Διότι εἶναι ἐντολή τοῦ Κυρίου νά μή σιωποῦμ εκάθε φορά πού κινδυνεύει ἡ πίστις. Ἐπειδή λέγει νά ὁμιλῆς καί νά μή σιωπαίνης. Καί λέγει ἐπίσης ἡ γραφή, ἐάν ὑποχωρήσης ἀπό φόβο, δέν ἀναπαύεται τό πνεῦμα μου σέ σένα. Καί σέ ἄλλο σημεῖο λέγει, ἐάν σιωπήσετε ἐσεῖς θά φωνάξουν δυνατά οἱ πέτρες. Ὥστε ὅταν πρόκειται διά ζητήματα πίστεως δέν ἐπιτρέπεται κάποιος νά πῆ. Ἐγώ ποιός εἶμαι διά νά ὁμιλήσω; Εἶμαι ἱερεύς; φυσικά ὄχι. Μήπως εἶμαι ἀξιωματοῦχος; οὔτε κι αὐτό βέβαια. Στρατιώτης; ἀπό ποῦ; Μήπως εἶμαι γεωργός; οὔτε καί αὐτό τό τελευταῖο. Εἶμαι ἕνας πτωχός πού μέ δυσκολία βγάζω τήν καθημερινή τροφή μου. Ἄρα λοιπόν δέν ὑπάρχει λόγος νά φροντίσω ἐγώ δι' αὐτήν τήν ὑπόθεσι. Ἀλοίμονο σέ σένα πού σκέπτεσαι ἔτσι. Οἱ πέτρες θά φωνάξουν δυνατά καί σύ μένεις σιωπηλός καί ἀμέριμνος; 
Ἡ ἀναίσθητος φύσις ὑπάκουσε στόν Θεό καί σύ γίνεσαι φυγάς; Αὐτή ἡ φύσις ἡ ὁποία δέν ἔχει ζωή, οὔτε θά κριθῆ ἀπό τόν Θεό, σάν νά φοβῆται τό πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ φωνάζει δυνατά, καί σύ ἄνθρωπε, ὁ ὁποῖος φέρεις εὐθύνη καί θά κριθῆς κατά τήν δευτέρα παρουσία καί δι' ἕνα ἀργό λόγο, ἔστω καί ἄν εἶσαι ζητιάνος λέγεις μέ παραλογισμό. Ποιά φροντίδα πρέπει νά ἔχω ἐγώ δι' αὐτό τό θέμα; Αὐτά δέσποτά μου, λέγει ὁ Παῦλος, τά μετέφερα στόν ἑαυτό μου καί στόν Ἀπολλώ γιά χάρι σας, ὥστε ἀπό ἐμᾶς νά μάθετε νά μήν ἔχετε φρόνημα διαφορετικό ἀπό αὐτό πού ἔχει γραφῆ. Ὥστε καί αὐτός ὁ πτωχός θά εἶναι ἀναπολόγητος κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως, ἐάν τώρα δέν ὁμιλεῖ διά τά θέματα τῆς πίστεως, καί μάλιστα θά κατακριθῆ καί μόνο δι' αὐτό. Καί βέβαια δέν θά ξεφύγη ἀπό τήν κρίσι καθένας ἀπό τούς ἀνωτέρους στά ἀξιώματα, μέχρι καί αὐτοῦ τοῦ βασιλέως. Σ' αὐτόν βέβαια θά εἶναι πολύ αὐστηρότερη ἡ κρίσις. Ἐπειδή ἔχει γραφῆ ὅτι οἱ ἄρχοντες θά ἐξετασθοῦν αὐστηρότερα. Καί ἀλλοῦ πάλι. Κρίσις αὐστηρά θά γίνη στούς ἰσχυρούς. Νά ὁμιλῆς λοιπόν, κύριέ μου, νά ὁμιλῆς. Δι' αὐτόν τόν λόγο καί ἐγώ ὁ ταλαίπωρος ἐπειδή φοβοῦμαι τήν κρίσι ὁμιλῶ. Ὡμίλησε δέ τόσο ὥστε νά σέ ἀκούση καί ὁ βασιλεύς, ἐπειδή ἀκριβῶς ἀνήκεις σ' αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀξιώματα.

Κείμενο.
Ἄλλων μέν ἡ ἀρετή ἐξ ἀκοῆς ἡμῖν διέγνωσται· σοῦ δέ τοῦ ὑπερτίμου δεσπότου μου, πρότερον δι' ὄψεως, νῦν δέ ἐξ ἀκοῆς μέχρι τῆς ἐσχατιᾶς ἐν ᾗ ἐσμεν φθασάσης. Τίς δέ ὁ λόγος; ὅτι ἐπαῤῥησιάσατό σου τό πνευματοκίνητον στόμα λαλῆλαι σοφίαν Θεοῦ, λόγους ἀληθείας, ἐπ' ὠφελείᾳ καί σωτηρίᾳ τῆς τε οἰκείας ψυχῆς καί πάσης τῆς καθ' ἡμᾶς Ἐκκλησίας. Καί μακάριος εἶ, καί εὐλογημένον τό ὄνομά σου· καί σε αἰνέσαισαν πάντες οἱ ἀκούσαντες εὐσεβεῖς. Καί στέφανος χαρίτων ἐπί τήν τιμίαν σου κάραν· καί κλοιός χρύσεος ἐπί τόν ἱερόν σου τράχηλον, υἱέ ὑπακοῆς, τέκνον φωτός, θρέμμα εὐσεβείας. Τάδε λέγει Κύριος·Ἄνοιξον τό στόμα σου, καί πληρώσω αὐτό· ἀνθ' ὧν ὑπήκουσας φωνῆς μου. Ἐντολή γάρ Κυρίου μή σιωπᾷν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης πίστεως. Λάλει γάρ, φησί, καί μή σιώπα. Καί· Ἐάν ὑποστέλληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ. Καί· Ἐάν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται. Ὥστε ὅτε περί πίστεως ὁ λόγος, οὐκ ἔστιν εἰπεῖν, Ἐγώ τίς εἰμί; Ἱερεύς; ἀλλ' οὐδαμοῦ. Ἄρχων; καί οὐδ' οὕτως. Στρατιώτης; καί ποῦ; Γεωργός; καί οὐδ' αὐτό τοῦτο. Πένης, μόνον τήν ἐφήμερον τροφήν ποριζόμενος. Οὐδείς μοι λόγος καί φροντίς περί τοῦ προκειμένου. Οὐά, οἱ λίθοι κράξουσι, καί σύ σιωπηλός καί ἄφροντις; ἡ ἀναίσθητος φύσις Θεοῦ ἐπακήκοε, καί αὐτός λαιλαπιστής; ὅ μή ἐψύχωται, μηδέ ἐν κριτηρίῳ λελογοθέτηται, δεδοικός οἱονεί τό πρόσταγμα φωνοβολεῖ· καί σύ ὁ μέλλων εὐθύνεσθαι ὑπό Θεοῦ ἐν καιρῷ ἐτάσεως, καί περί ἀργοῦ ῥήματος, κἄν ἐπαίτης εἶ, διδόναι λόγον· λέγεις ἀλογῶν· Τίς μοι ἐν τούτῳ φροντίς; Ταῦτα, ὦ δέσποτα, φησίν ὁ Παῦλος, μετεσχημάτισα εἰς ἐμαυτόν· καί Ἀπολλώ δι' ὑμᾶς· ἵνα ἐν ἡμῖν μάθητε τό μή ὑπέρ ὅ γέγραπται φρονεῖν. Ὥστε καί αὐτός ὁ πένης πάσης ἀπολογίας ἐστέρηται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, μή τανῦν λαλῶν ὡς κριθησόμενος καί διά τοῦτο μόνον· μή ὅτι γέ τις τῶν ἐφεξῆς καθ' ὑπεροχήν, μέχρις αὐτοῦ τοῦ τό διάδημα περικειμένου· ᾧ καί ἀνυπέρβλητον τό κρῖμα· Δυνατοί γάρ δυνατῶς ἐτασθήσονται, φησί. Καί· Κρίσις ἀπότομος ἐν τοῖς ὑπερέχουσι.Λάλει οὖν κύριέ μου, λάλει. Διά τοῦτο κἀγώ ὁ τάλας δεδοικώς τό κριτήριον λαλῶ. Φθέγξαι ἕως τῶν θεοηχῶν ὤτων τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν βασιλέως· ἐπείπερ εἶ τῶν ὑπερεχόντων.

6. ΣΗ. Ἀντωνίῳ ἐπισκόπῳ (ΩΚΕ'). ΡG 99, 1629 Α.

Ἑρμηνεία.
Τοῦτο εἶναι δίκαιο καί ἀρμόδιο, ὅλους δηλαδή τούς ἄλλους πατέρας, οἱ ὁποῖοι ἐδιώχθηκαν καί διεσκορπίσθηκαν ἐξ αἰτίας τοῦ εὐαγγελικοῦ νόμου καί χάριν τῆς μαρτυρίας τοῦ μονογενοῦς Αὐτοῦ υἱοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά ἐπικοινωνοῦμε μεταξύ μας διά ἐπιστολῶν καί νά ἑνωνώμεθα πνευματικῶς διά κοινῶν ὑπομνημάτων. Καί κατ' οὐδένα τρόπο διά τῆς ἀφωνίας καί σιωπῆς νά παρουσιαζώμεθα ὡς νεκροί. Διότι γνωρίζωμε ὅτι αὐτό τό ἔκανε καί ὁ μακάριος ἀπόστολος Παῦλος μέ τούς ἄλλους ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι ἐπικοινωνοῦσαν ἀπό μακρυά μεταξύ των καί ἐταυτίζοντο διά μέσου τῆς κοινῆς αὐτῆς ὁμολογίας, καί ἀπό κοινοῦ ἐκήρυττον τό εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ σέ ὅλον τόν κόσμο. Σ' αὐτό τό ἔργο καί ἐμᾶς μᾶς τοποθέτησε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ἄν καί εἶναι τολμηρό αὐτό πού λέγω, καί μᾶς παραγγέλλει.
Νά ὁμιλῆς λέγει καί νά μή σιωπᾶς, ἐπειδή ὑπάρχει ἐδῶ πολύς λαός δικός μου, ὁ ὁποῖος πρέπει νά ἀκούση. Καί σέ ἄλλο μέρος λέγει ἡ γραφή. Ἐάν φοβηθῆ καί ὀπισθοχωρήση κάποιος, δέν ἀναπαύεται τό πνεῦμα μου σ' αὐτόν. Ὥστε ἡ κατάκρισις ἐξ αἰτίας τῆς σιωπῆς εἶναι φοβερά καί αὐτό ἰσχύει καί διά τούς αἱρετικούς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι κωφεύουν ἀπό κακία ἐθελουσίως (ἐκούσια). Ὅλα αὐτά ἡ ὁσιότητά σου, ὅπως μᾶς ἔγραψες, ἐπειδή ἐνήργησε θεαρέστως, πολλούς πειρασμούς ὑπέστη, ἀπό ὅλους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι δέν θέλουν νά ἀκούσουν λόγον ὀρθόδοξο, ἀλλ' ἀπεναντίας ἀρνήθηκαν τήν θεοπαράδοτον εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καί ὅλων τῶν ἁγίων Αὐτοῦ.

Κείμενο.
Τοῦτο δίκαιον καί προσῆκον, τούς ἄλλους ἀλλαχῆ διεσπαρμένους διά τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί τήν μαρτυρίαν τοῦ μονογενοῦς αὐτοῦ Υἱοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, φθέγγεσθαι ἀλλήλοις τοῖς γράμμασι καί συνάπτεσθαι πνευματικῶς τοῖς ὑπομνήμασι· καί μηδαμῶς τῇ ἀφωνίᾳ ὡς τεθνεῶτας λελογίσθαι. Τοῦτο γάρ ἴσμεν καί τόν μακάριον ἀπόστολον Παῦλον σύν τοῖς ὁμοταγόσι θεοστόλοις ἀλλήλους μακρόθεν φωνοῦντας, καί εἰς ταὐτόν ἐρχομένους τῷ συναπτικῷ λόγῳ, καί τό εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας Θεοῦ καταγγέλοντας παντί τῷ κόσμῳ· ἐν ᾧ καί ἡμᾶς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, εἰ καί τολμηρόν εἰπεῖν, θέμενον παρεγγυᾷ· Λάλει γάρ, φησί, καί μή σιωπήσῃς, ὅτι λαός μοι πολύς ἐστιν· ἐνταῦθα. Καί ἀλλαχοῦ· Ἐάν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ. Ὥστε φοβερόν κρῖμα τῆς σιωπῆς, καί ταῦτα ἐν τῇδε τῇ ἐθελοκάκῳ κωφεύσει τῶν αἱρετιζόντων. Ὅπερ ἡ ἁγιωσύνη σου καθά γέγραφεν ἐνεργοῦσα θεοπρεπῶς πολλούς πειρασμούς ὑφίστασθαι φαίη παρά τῶν οὐκ ἐθελόντων λόγον ὅσιον ἐνηχεῖσθαι· ἀλλ' ἠρνημένων τήν θεόγραπτον Χριστοῦ εἰκόνα, τῆς Θεοτόκου, καί οὑτινοσοῦν τῶν θεραπόντων αὐτοῦ.

7. 485. Θεοκτίστῳ ἐρημίτῃ. 712

Ἑρμηνεία.
Βλέπεις λοιπόν ὅτι δεύτερη ἐπιστολή εἶναι αὐτή ἡ εὐτελής. Καί ἄν μέν πράξης τά ἁρμόδια, δηλώνοντας καί ἀπολογούμενος γιά ὅλα ὅσα ἐγκαλεῖσαι θά ἔχης κερδηθῆ διά τόν Κύριον, ἐσύ ὁ ὁποῖος εἶσαι ἀδελφός μας, καί τό λέγομε αὐτό κυριολεκτώντας καί θά ἔχουμε γιά σένα μεγάλη χαρά ἐμεῖς οἱ ταπεινοί. Ἐάν δέ παραμείνης στήν ἴδια μέχρι τώρα σιωπή καί ἀνυπακοή, πρᾶγμα τό ὁποῖο μακάρι νά μή γίνη, θά σηκώσης ὅλο τό βάρος τῆς κατακρίσεως ἀπό τίς δικές σου πράξεις.

Κείμενο.
᾿Ιδού δευτέρα ἡ ἐπιστολή μου αὕτη ἡ εὐτελής. Καί εἰ μέν δράσεις τά δέοντα, δηλῶν καί ἀπολογούμενος περί πάντων ὧν ἐγκαλῇ, ἐκερδήθης ὁ ἀδελφός ἡμῶν, κυριολέκτως εἰπεῖν, καί χαίρομεν ἐπί σοί μέγα οἱ ταπεινοί· εἰ δέ, ὅπερ ἀπείη, ἐμμείνῃς ἐν τῇ αὐτῇ σιωπῇ καί ἀπειθείᾳ, βαστάσοις τό κρίμα αἰώνιον, ἄπρακτα ἀσκῶν, μᾶλλον δέ ὀλεθρίως σχίζων τόν λαόν τοῦ θεοῦ διά τῆς οἰκείας ἰδιοπραγίας.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΔΙΑ ΤΗΝ ΣΙΩΠΗ

Ὁ ὅσιος ἐθεωροῦσε ὅτι κατά τήν περίοδο πού ἡ Ὀρθοδοξία ἐμάχετο μέ τήν αἵρεσι, ἡ σιωπή ἦτο μέγα κακό καί θανάσιμο ἁμάρτημα. Ἔπρεπε ὁ κάθε χριστιανός νά ξεκαθαρίση τή θέσι του καί ἤ νά ὁμολογήση καί νά ταυτισθῆ μέ τήν ἀλήθεια ἤ νά συγκατατεθῆ καί νά συμβιβασθῆ μέ τούς ἰσχυρούς. Στήν περίπτωσι τήν δεύτερη τοῦ συμβιβασμοῦ δέν ἐχρειάζετο ὁπωσδήποτε νά ὁμολογήση κανείς τήν αἵρεσι, ἀλλά ἦτο ἀρκετή καί ἡ σιωπή, διά νά ἀποδείξη ὅτι κάποιος δέν ὡμολογοῦσε τήν ἀλήθεια. Διότι μέ τήν σιωπή τῶν ὀρθοδόξων, ἑδραιώνετο καί ἐπικρατοῦσε ἡ αἵρεσις. Ὁ ὅσιος λοιπόν ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἐταύτιζε τήν ὁμολογία μέ τόν διωγμό κάι τό μαρτύριο τήν σιωπή δέ μέ τήν δειλία καί ἄρνησι.
Στήν ἐπιστολή του λοιπόν πρός τόν Πατριάρχη Νικηφόρο, ἐθεώρησε τήν σιωπή ὡς ἐπικύρωσι τῆς κατηγορίας, ὅτι δηλαδή ἦταν οἱ στουδίτες μοναχοί σχισματικοί. Ἐπί πλέον διορθώνει τόν Πατριάρχη λέγοντας, ὅτι δέν πρέπει αὐτός ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ ἐξουσία, νά πείθεται εὔκολα σέ ὅ,τι ἀκούει.
Στήν ἐπιστολή του στόν κατά σάρκα ἀδελφό του Ἰωσήφ Ἀρχιεπίσκοπο Θεσ/νίκης, ὁ ὅσιος ἐκθέτοντας τά γεγονότα ὡς πρός τήν ἀθώωσι τοῦ μοιχοζεύκτη ἱερέως Ἰωσήφ, λέγει ὅτι ἡ σιωπή εἶναι ἐν μέρει σιωπηλή συγκατάθεσις μέ τό κακό. Αὐτήν τήν πρός στιγμή σιωπή τῶν πατέρων ἐκμεταλλεύτηκαν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν τήν ἀθώωσι τοῦ Ἰωσήφ, καί δέν ἐδέχοντο στήν ἐπανεξέτασι τῆς ὑποθέσεως καμμία συζήτησι. Ἐδῶ φαίνεται τό ἀνυποχώρητο τοῦ ὁσίου, ὄχι ἀπό ἐμπάθεια πρός τόν Ἰωσήφ, ἀλλά διά τήν καταδίκη τῆς μοιχοζευξίας (τοῦ δευτέρου γάμου) καί τήν ἀποκατάστασι τῆς εὐαγγελικοῦ νόμου.
Στόν μοναχό Ἀθανάσιο ὁ ὅσιος λέγει ὅτι αἱρετικός ὀνομάζεται κάποιος, ἐφ' ὅσον δημοσιοποιηθῆ ἡ πλάνη του καί ὑπάρξη ὀρθόδοξος ἔνστασις καί ἀντίστασις. Τότε λέγει, ὅτι ὅσοι τηροῦν σιωπή καί δέν ὁμολογοῦν τήν ἀλήθεια ταυτίζονται μέ τήν αἵρεσι. Τήν κατάκρισι ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς σιωπῆς διά τήν πίστι τήν ὀνομάζει φοβερά. Ἐπίσης ἀναφέρει ὅτι φοβούμενος αὐτή τήν κατάκρισι μέ ὅλη του τή δύναμι, προφορικῶς καί γραπτῶς κηρύττει τήν ἀλήθεια καί μέ τόν φόβο καί τόν τρόμο καί τήν ἀπειλή τοῦ θανάτου.
Στήν ἐπιστολή του πρός τούς μοναχούς ὁ ὅσιος ξεκαθαρίζει τά πράγματα ὡς πρός τήν θέσι τοῦ καθενός καί λέγει ὅτι καί ὁ πιό ἁπλός χριστιανός, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει κανένα ἀξίωμα, ὅταν κινδυνεύει ἡ πίστις, ὀφείλει νά ὁμιλῆ πρός κάθε κατεύθυνσι καί μέ ὁποιοδήποτε κόστος. Χρησιμοποιεῖ τήν θαυμάσια ἔκφρασι «ἐλευθεροστομεῖν», τό ὁποῖο θεωροῦμε ὅτι ἐκφράζει ἀπόλυτα τό χωρίον τοῦ Ἀπ. Παύλου «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται» (Β' Τιμ. 2, 9), ἐπειδή τό σιωπᾶν ἐν καιρῷ αἱρέσεως εἶναι κατ' οὐσίαν ἡ δέσμευσις τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας. 
Τό ἐλευθεροστομεῖν λοιπόν σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο ἀπό τό νά ὁμιλῆ κανείς καί νά μή σιωπᾶ, σημαίνει τό νά ὁμιλῆ κανείς ἄφοβα καί μέ παρρησία πρός τούς ὑψηλα ἱσταμένους, ἐκκλησιαστικούς καί πολιτικούς ἄρχοντες, μέ πλήρη ἐπίγνωσι τῶν συνεπειῶν αὐτῆς τῆς ὁμολογίας. Δηλαδή μέ ἕνα λόγο ὅταν κινδυνεύη ἡ πίστις, πρέπει νά ὁμιλοῦμε μέ τρόπο καί στόμα ἀποστολικό. Στήν ἐπιστολή του αὐτή ὁ ὅσιος σημειώνει ὅτι αὐτή ἡ ἐντολή (δηλαδή τοῦ μή σιωπᾶν) δέν εἶναι δική του ἔμπνευσις, ἀλλά εἶναι ἐντολή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καί τῶν ἄλλων ἁγίων Πατέρων. Πολύ συχνά ὁ ὅσιος στίς ἐπιστολές του ἀναφέρει λόγια τῆς γραφῆς καί τῶν Ἁγίων Πατέρων γιά νά δείξη τήν πλήρη ταύτισι μέ αὐτούς. Ἀναφέρει ἐπίσης ὁ ὅσιος τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐπέβαλον τήν αἵρεσι· μέ τό νά κατορθώσουν δηλαδή νά κλείνουν τό στόμα σέ ὅσους εἶχαν τήν δυνατότητα νά ὁμιλήσουν, καί εἰδικά στούς ἡγουμένους. Τήν σιωπή αὐτή τῶν ἡγουμένων ὁ ὅσιος ἐδῶ τήν ὀνομάζει δεινόν, δηλαδή κάτι φοβερό. Τήν ὑπογραφή των δέ καί ἔγγραφη συγκατάθεσι στήν ἐντολή τοῦ βασιλέως νά μή διδάσκουν, τήν ὀνομάζει προδοσία τῆς ἀληθείας καί ἔκπτωσι ἀπό τήν ἡγουμενική προστασία τῶν μοναχῶν. Πόσο ἀλήθεια στίς ἡμέρες μας ἐπαναλαμβάνονται τά ἴδια γεγονότα, καί κλείνονται τά στόματα τῶν ἡγουμένων τῶν ἐπισκόπων κλπ. μέ ἄλλους ὅμως πιό πολιτισμένους τρόπους.
Στήν ἐπιστολή του πρός τόν Παντολέοντα τόν Λογοθέτη ὁ ὅσιος, κατ' ἀρχάς ἐπαινεῖ τήν παρρησία καί τό θάρρος μέ τό ὁποῖο ἐκήρυττε τά ὀρθόδοξα δόγματα. Ἐδῶ πάλι σχολαστικώτερα, θά λέγαμε, διακηρύττει ὅτι δέν ἐξαιρεῖται κανείς ἀπό τήν ὁμολογία, ὅταν κινδυνεύει ἡ πίστις, οὔτε ὁ τελευταῖος πτωχός χριστιανός, οὔτε ὁ ζητιάνος. Παρουσιάζει μέ ζωντάνια καί χάρι τήν ἄψυχη φύσι, τρόπον τινά, νά ἐξανίσταται ἀπό τήν βλασφημία τῆς αἱρέσεως καί νά εἶναι ἕτοιμη νά ὁμιλήση δυνατά. Καί τούς χριστιανούς ἀπό τήν ἄλλη πλευρά νά βρίσκουν διάφορες προφάσεις καί δικαιολογίες διά νά τηρήσουν σιωπή.
Ἀναφέρει καί αὐτό τό φοβερό, τό ὁποῖο δέν πρέπει νά διαφύγη τήν προσοχή μας. Ὅτι δέν χρειάζεται νά ἔχει κανείς ἄλλες ἁμαρτίες γιά νά κατακριθῆ τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως, ἀρκεῖ αὐτή ἡ σιωπή καί ἡ ἔλλειψις τῆς ὁμολογίας ὅταν ἡ πίστις κινδυνεύει. Ἴσως καί ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ἡ ὁμολογία στά δύσκολα χρόνια πού θά ἔλθουν, μόνη της νά μπορῆ νά ἀποκαταστήση στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ αὐτόν πού θά τήν ἔχη.
Ἐπίσης ὁ ὅσιος ἀναφέρει ὅτι ὅσο μεγαλύτερο ἀξίωμα ἔχει κάποιος τόσο αὐστηρότερα θά κριθῆ στά θέματα τῆς σιωπῆς καί τῆς ὁμολογίας. Τελικά προτρέπει τόν ἀποδέκτη τῆς ἐπιστολῆς λέγοντάς του «Λάλει οὖν κύριέ μου, λάλει...», τό ὁποῖο δείχνει ὅτι δέν ὑπάρχει στόν κίνδυνο τῆς ὀρθοδοξίας περίπτωσι δικαιολογίας διά τήν σιωπή.
Στόν ἐπίσκοπο Ἀντώνιο ὁ ὅσιος ἀναφέρει ἐπιπροσθέτως, ὅτι ὅποιος σιωπᾶ ἐν καιρῷ κινδύνου τῆς πίστεως θεωρεῖται διά τήν ἐκκλησία ὡς νεκρός. Ἐπίσης λέγει ὅτι πρέπει οἱ ὀρθόδοξοι, ὅταν κινδυνεύει ἡ πίστις, νά εἶναι ἑνωμένοι πνευματικά καί νά ἐπικοινωνοῦν καί νά ὁμονοοῦν καί νά συνταυτίζωνται, ὅπως ἀκριβῶς ἔκαναν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ἀναφέρει πάλι χαρακτηριστικά ὅτι εἶναι φοβερό τό κρῖμα (κατάκρισι) τῆς σιωπῆς.

Τέλος στόν ἐρημίτη Θεόκτιστο ὁ ὅσιος ἀπαιτεῖ ὁμολογία γραπτή διά τήν πίστι του, πού εἶχε κατηγορηθῆ ὡς μή ὀρθόδοξος, καί λέγει ὅτι ἄν τηρήση σιωπή σ' αὐτή τήν περίπτωσι, θά σηκώση ὅλο τό βάρος τῆς κατακρίσεως καί θά ἀντιμετωπισθῆ ἀπό τούς ὀρθοδόξους ὡς αἱρετικός. Δηλαδή διά τά θέματα τῆς πίστεως ὀφείλει ὁ καθένας δημοσίως νά ξεκαθαρίζη τή θέσι του καί ἀναλόγως νά ἀντιμετωπίζεται ἀπό τούς χριστιανούς. Ἡ σιωπή σημαίνει ταύτισι μέ τήν αἵρεσι.

«Εντολή Κυρίου να μη σιωπούμε κάθε φορά που κινδυνεύει η πίστις». Αλοίμονο σ' αυτούς πού σιωπούν με πρόφαση ότι τάχα δεν είναι αρμόδιοι!



Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτη

Ἐπιστολὴ ΠΑ'. Πανταλέοντι Λογοθέτη. (ΦΗ') ΡG 99, 1321 Α.
(Ἀπὸ ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ)

Ἑρμηνεία.
Αὐτά λέγει ὁ Κύριος. Ἄνοιξε τό στόμα σου διά νά ὁμιλήσης κι ἐγώ θά τό γεμίσω ἀπό τή χάρι μου. Ἐπειδή ἔκανες ὑπακοή στήν ἐντολή μου. Διότι εἶναι ἐντολή τοῦ Κυρίου νά μή σιωποῦμε κάθε φορά πού κινδυνεύει ἡ πίστις. Ἐπειδή λέγει νά ὁμιλῆς καί νά μή σιωπαίνης. Καί λέγει ἐπίσης ἡ Γραφή·ἐάν ὑποχωρήσης ἀπό φόβο, δέν ἀναπαύεται τό πνεῦμα μου σέ σένα. Καί σέ ἄλλο σημεῖο λέγει· ἐάν σιωπήσετε ἐσεῖς θά φωνάξουν δυνατά οἱ πέτρες.
Ὥστε ὅταν πρόκειται διά ζητήματα πίστεως δέν ἐπιτρέπεται κάποιος νά πῆ. Ἐγώ ποιός εἶμαι διά νά ὁμιλήσω; Εἶμαι ἱερεύς; φυσικά ὄχι. Μήπως εἶμαι ἀξιωματοῦχος; οὔτε κι αὐτό βέβαια. Στρατιώτης; ἀπό ποῦ; Μήπως εἶμαι γεωργός; οὔτε καί αὐτό τό τελευταῖο. Εἶμαι ἕνας πτωχός πού μέ δυσκολία βγάζω τήν καθημερινή τροφή μου. Ἄρα λοιπόν δέν ὑπάρχει λόγος νά φροντίσω ἐγώ δι' αὐτήν τήν ὑπόθεσι.
Ἀλοίμονο σέ σένα πού σκέπτεσαι ἔτσι. Οἱ πέτρες θά φωνάξουν δυνατά καί σύ μένεις σιωπηλός καί ἀμέριμνος; Ἡ ἀναίσθητος φύσις ὑπάκουσε στόν Θεό καί σύ γίνεσαι φυγάς; Αὐτή ἡ φύσις, ἡ ὁποία δέν ἔχει ζωή, οὔτε θά κριθῆ ἀπό τόν Θεό, σάν νά φοβῆται τό πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ φωνάζει δυνατά, καί σύ ἄνθρωπε, ὁ ὁποῖος φέρεις εὐθύνη καί θά κριθῆς κατά τήν δευτέρα παρουσία καί δι' ἕνα ἀργό λόγο, ἔστω καί ἄν εἶσαι ζητιάνος λέγεις μέ παραλογισμό. Ποιά φροντίδα πρέπει νά ἔχω ἐγώ δι' αὐτό τό θέμα;
Αὐτά δέσποτά μου, λέγει ὁ Παῦλος, τά μετέφερα στόν ἑαυτό μου καί στόν Ἀπολλώ γιά χάρι σας, ὥστε ἀπό ἐμᾶς νά μάθετε νά μήν ἔχετε φρόνημα διαφορετικό ἀπό αὐτό πού ἔχει γραφῆ. Ὥστε καί αὐτός ὁ πτωχός θά εἶναι ἀναπολόγητος κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως, ἐάν τώρα δέν ὁμιλεῖ διά τά θέματα τῆς πίστεως, καί μάλιστα θά κατακριθῆ καί μόνο δι' αὐτό. Καί βέβαια δέν θά ξεφύγη ἀπό τήν κρίσι καθένας ἀπό τούς ἀνωτέρους στά ἀξιώματα, μέχρι καί αὐτοῦ τοῦ βασιλέως. Σ' αὐτόν βέβαια θά εἶναι πολύ αὐστηρότερη ἡ κρίσις. Ἐπειδή ἔχει γραφῆ ὅτι οἱ ἄρχοντες θά ἐξετασθοῦν αὐστηρότερα. Καί ἀλλοῦ πάλι. Κρίσις αὐστηρά θά γίνη στούς ἰσχυρούς.
Νά ὁμιλῆς λοιπόν, κύριέ μου, νά ὁμιλῆς. Δι' αὐτόν τόν λόγο καί ἐγώ ὁ ταλαίπωρος ἐπειδή φοβοῦμαι τήν κρίσι ὁμιλῶ. Ὡμίλησε δέ τόσο ὥστε νά σέ ἀκούση καί ὁ βασιλεύς, ἐπειδή ἀκριβῶς ἀνήκεις σ' αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀξιώματα.

ΚΕΙΜΕΝΟ:
Τάδε λέγει Κύριος· Ἄνοιξον τό στόμα σου, καί πληρώσω αὐτό· ἀνθ' ὧν ὑπήκουσας φωνῆς μου. Ἐντολή γάρ Κυρίου μή σιωπᾷν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης πίστεως. Λάλει γάρ, φησί, καί μή σιώπα. Καί· Ἐάν ὑποστέλληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ. Καί· Ἐάν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται. Ὥστεὅτε περί πίστεως ὁ λόγος, οὐκ ἔστιν εἰπεῖν, Ἐγώ τίς εἰμί; Ἱερεύς; ἀλλ'οὐδαμοῦ. Ἄρχων; καί οὐδ' οὕτως. Στρατιώτης; καί ποῦ; Γεωργός; καί οὐδ' αὐτό τοῦτο. Πένης, μόνον τήν ἐφήμερον τροφήν ποριζόμενος. Οὐδείς μοι λόγος καί φροντίς περί τοῦ προκειμένου. Οὐά, οἱ λίθοι κράξουσι, καί σύ σιωπηλός καί ἄφροντις; ἡ ἀναίσθητος φύσις Θεοῦ ἐπακήκοε, καί αὐτός λαιλαπιστής; ὅ μή ἐψύχωται, μηδέ ἐν κριτηρίῳ λελογοθέτηται, δεδοικός οἱονεί τό πρόσταγμα φωνοβολεῖ· καί σύ ὁ μέλλων εὐθύνεσθαι ὑπό Θεοῦ ἐν καιρῷ ἐτάσεως, καί περί ἀργοῦ ῥήματος, κἄν ἐπαίτης εἶ, διδόναι λόγον· λέγεις ἀλογῶν· Τίς μοι ἐν τούτῳ φροντίς; Ταῦτα, ὦ δέσποτα, φησίν ὁ Παῦλος, μετεσχημάτισα εἰς ἐμαυτόν· καί Ἀπολλώ δι' ὑμᾶς· ἵνα ἐν ἡμῖν μάθητε τό μή ὑπέρ ὅ γέγραπται φρονεῖν. Ὥστε καί αὐτός ὁ πένης πάσης ἀπολογίας ἐστέρηται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, μή τανῦν λαλῶν ὡς κριθησόμενος καί διά τοῦτο μόνον· μή ὅτι γέ τις τῶν ἐφεξῆς καθ'ὑπεροχήν, μέχρις αὐτοῦ τοῦ τό διάδημα περικειμένου· ᾧ καί ἀνυπέρβλητον τό κρῖμα· Δυνατοί γάρ δυνατῶς ἐτασθήσονται, φησί. Καί· Κρίσις ἀπότομος ἐν τοῖς ὑπερέχουσι. Λάλει οὖν κύριέ μου, λάλει. Διά τοῦτο κἀγώ ὁ τάλας δεδοικώς τό κριτήριον λαλῶ. Φθέγξαι ἕως τῶν θεοηχῶν ὤτων τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν βασιλέως· ἐπείπερ εἶ τῶν ὑπερεχόντων.

Η ΦΥΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ! ''Έφηβος ακόμη, άφησε την καριέρα του ανώτερου κρατικού υπαλλήλου και αποσύρθηκε το 781 σε μοναστήρι στην Προύσα της Μ. Ασίας, όπου ηγούμενος ήταν ο θείος του Πλάτων...."

 Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: 
Ο ασυμβίβαστος ομολογητής της Εκκλησίας μας


Μια από τις πιο σεβαστές τάξεις των αγίων της Εκκλησίας μας είναι οι ομολογητές. Σε αυτή την τάξη ανήκουν οι άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έδωσαν τη μαρτυρία της πίστεώς τους, χωρίς να υπολογίσουν τις συνέπειες της ομολογίας τους αυτής. Δε θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξουμε πως η Εκκλησία μας είναι απόλυτα στηριγμένη στους αγώνες των αγίων ομολογητών Της, στη δισχιλιόχρονη πορεία Της στην ιστορία.
Ένας από τους μεγάλους ομολογητές της Ορθοδοξίας είναι και ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο οποίος έδρασε σε μια πολύ ταραγμένη για την Εκκλησία ιστορική περίοδο. Πρόκειται για την φοβερή εικονομαχική έριδα, η οποία συντάραξε τη βυζαντινή κοινωνία για περισσότερο από έναν αιώνα, με αφόρητες διώξεις των ορθοδόξων από τους εικονομάχους αυτοκράτορες (726-843). Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 759 από ευγενείς και ευσεβείς γονείς, οι οποίοι φρόντισαν να του δώσουν εκτός από την ευσέβεια και κατά κόσμον παιδεία, την οποία ο ίδιος αργότερα την χρησιμοποίησε για την Εκκλησία. Σπούδασε με επιμέλεια την ελληνική φιλοσοφία και τους Πατέρες της Εκκλησίας. 
Από μικρός αγαπούσε το Χριστό και λαχταρούσε να προσφέρει σε Αυτόν τη ζωή του. Έφηβος ακόμη, άφησε την καριέρα του ανώτερου κρατικού υπαλλήλου και αποσύρθηκε το 781 σε μοναστήρι στην Προύσα της Μ. Ασίας, όπου ηγούμενος ήταν ο θείος του Πλάτων. Αυτός τον μύησε στην ορθόδοξη πνευματικότητα και τον ενέπνευσε να αφιερώσει τη ζωή του για την προάσπιση της αλήθεια και της αυθεντικότητας της Εκκλησίας. Το 789 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον πατριάρχη Ταράσιο και το 794 ανέλαβε τη θέση του ηγουμένου της Μονής.
Δεν πρόλαβε να χαρεί την ηγουμενία του, διότι δύο χρόνια μετά ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο ΣΤ΄ (780-797) χώρισε τη σεμνή σύζυγό του Μαρία για χάρη μιας άλλης γυναίκας της Θεοδότης. Αφού έκλεισε σε μοναστήρι τη Μαρία, νυμφεύτηκε το ίδιο βράδυ κρυφά στα ανάκτορα τη Θεοδότη. Το μυστήριο τέλεσε ο ιερέας της Αγίας Σοφίας Ιωσήφ. Την επόμενη ημέρα έγινε η στέψη της ως βασίλισσα!
Η Θεοδότη ήταν εξαδέλφη του αγίου Θεοδώρου. Αυτό δεν τον εμπόδισε να ελέγξει την παρανομία του αυτοκράτορα και τη γελοιοποίηση του ιερού μυστηρίου του γάμου. 
Ζήτησε εξηγήσεις από τον πατριάρχη Ταράσιο γιατί δεν τιμώρησε τον ιερέα Ιωσήφ, και επειδή δεν πήρε επαρκείς εξηγήσεις διέκοψε το μνημόσυνό του
Οι κολακείες του αυτοκρατορικού ζεύγους δεν απέδωσαν και για τούτο άρχισαν οι διώξεις εναντίον του. Εξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη ως το 797, όπου ο Κωνσταντίνος εκθρονίστηκε και τυφλώθηκε από τη μητέρα του Ειρήνη την Αθηναία (797-802). Το 798 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε ηγούμενος της περίφημης Μονής του Στουδίου. Ευτύχησε να έχει στην ηγουμενία του περισσότερους από χίλιους μοναχούς. Μετέβαλλε τη Μονή σε κέντρο κοινωνικής ευποιΐας και πνευματικής ακτινοβολίας. Μεταξύ των άλλων στη Μονή γινόταν και αντιγραφή αρχαίων κωδίκων. Τότε αντιγράφηκαν και έφτασαν ως εμάς τα έργα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων.
Αλλά και πάλι το 808 αναγκάστηκε να έρθει σε σύγκρουση με τον πατριάρχη Νικηφόρο, ο οποίος αποκατέστησε τον Ιωσήφ, κατ’ απαίτηση του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ (86-815) και διότι θεώρησε την εκλογή του αντικανονική. Εξορίστηκε αυτή τη φορά στη Χάλκη και διαλύθηκε η περίφημη Μονή του Στουδίου και αναστάλθηκε το κολοσσιαίο πνευματικό της έργο.
Το 811 επέστρεψε από την εξορία, αλλά τέσσερα χρόνια μετά, το 815 ανέβηκε στο αυτοκρατορικό θρόνο ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος, ο οποίος εγκαινίασε τη δεύτερη εικονομαχική περίοδο. Στις 25 Μαρτίου του 815, Κυριακή των Βαΐων, ο άγιος Θεόδωρος αψηφώντας το διάταγμα για την καθήλωση και καταστροφή των Ιερών Εικόνων, μαζί με ιερείς, μοναχούς και ευσεβείς λαϊκούς, πήραν τις Ιερές Εικόνες και τις περιέφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι για μια κόμη φορά ο άγιος Θεόδωρος θα αντιμετωπίσει την αυθαιρεσία της εξουσίας και θα διωχθεί. Αφού τον συνέλαβαν, τον ξυλοκόπησαν άγρια, τον κακοποίησαν και τον έστειλαν για τρίτη φορά εξορία, αυτή τη φορά στη Σμύρνη. Τον φυλάκισαν στα υγρά και σκοτεινά υπόγεια του μητροπολιτικού μεγάρου της πόλεως, όπου τον μαστίγωναν ανηλεώς καθημερινά και του στερούσαν ακόμη και το ψωμί και το νερό! Εκεί κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του.
Το 820 επί αυτοκράτορος Μιχαήλ Β΄ του Τραυλού (820-829) ανακλήθηκε από την εξορία. Όμως το 824 ήρθε σε σύγκρουση με τον Μιχαήλ για τον παράνομο γάμο και αυτού του αυτοκράτορα. Για μια ακόμη φορά ακολουθούμενος από ορισμένους στουδίτες μοναχούς, αναγκάστηκε να φύγει και πάλι από την αγαπημένη του Μονή, για την οποία τόσο κοπίασε. Βαριά άρρωστος άφησε τα εγκόσμια την 11η Νοεμβρίου του 826, αφού ζήτησε από τους μοναχούς να του διαβάσουν τον 118ο Ψαλμό. Παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο σε ηλικία 67 ετών.
Παρ’ όλες τις διώξεις και τις εξορίες του έγραψε σπουδαιότατα θεολογικά έργα. 
Διακρίθηκε επίσης ως σπουδαίος ποιητής και υμνογράφος, ο οποίος συνέθεσε τους περισσότερους ύμνους του Τριωδίου.
Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης είναι αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ασυμβίβαστου χριστιανού με τον αμαρτωλό και πτωτικό κόσμο. Εκφράζει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο το ασυμβίβαστο της Εκκλησίας με την αμαρτία και το αντιχριστιανικό πνεύμα. 
Αν και μοναχός προασπίστηκε τον ιερό θεσμό του γάμου, τον οποίο είχαν καταπατήσει οι ισχυροί της εποχής του. Προασπίσθηκε επίσης την αγία και αμώμητη πίστη της Ορθοδοξίας, η οποία είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Νομίζουμε ότι και η εποχή μας έχει ανάγκη αγίων και ομολογητών, σαν τον άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη για να μπορέσουμε να βγούμε από το φοβερό πνευματικό τέλμα, στο οποίο έχουμε βυθισθεί!

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ 
Θεολόγου - Καθηγητού

http://aktines.blogspot.gr

Κάποιοι ηγούμενοι δεν προσχώρησαν μεν στην αίρεση, αλλά ΣΥΝΕΧΙΣΑΝ ΝΑ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΥΝ τους αιρετικούς.

Τι τους απάντησε ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης;;;


Κάποιοι ηγούμενοι επί αγίου Θεόδωρου του Στουδίτου, δεν είχαν μεν προσχωρήσει στην αίρεση, αλλά, ενώ παρέμεναν στα Μοναστήρια τους, όμως μνημόνευαν τους αιρετικούς! 
Παρά ταύτα ενόμιζον, ότι πράττουν έργον θεάρεστον και διακριτικόν! 

Προς αυτούς έγραψε ο Όσιος Πατήρ: 

«Και τώρα δέξαι μου, τιμιώτατε πάτερ, ομιλούντα πιο ελεύθερα. 
Δέν τυγχάνει εκτός ευθύνης, το να συλληφθής, δηλαδή από ανθρώπους τού βασιλέως και να παραμείνης παρά ταύτα ελεύθερος... 
Εάν η οσιότης σου ουδέν έπαθε εκ των ανωτέρω (των βασάνων δηλαδή που υπεβάλοντο οι πιστοί), μετά τήν σύλληψιν, συγχώρα με, αλλά επλανήθης αδελφέ. 
Και μή μου δικαιολογήσαι, πως διατηρείς ασφαλείς τας εκκλησίας και τάς άγιογραφίας των ναών, ως καί τό μνημόσυνον του πατριάρχου. 
Τα παρόμοια και άλλοι πεπτωκότες φλυαρούσιν.

Τα ανωτέρω δεν δύνανται να διατηρηθούν, εκτός, εάν εγένετο προδοσία της ορθοδόξου ομολογίας. 
Διότι σε παρακαλώ, ποια η ωφέλεια, όταν εμείς που λεγόμεθα και είμεθα ναός του Θεού, έχουμε καταστραφή (δια της μη ομολογίας), με το να περιποιούμεθα άψυχους ναούς;...
Αλλοίμονον, άλλοι να αποθνήσκουν, άλλοι να εξωρίζονται, άλλοι να μαστιγώνονται, άλλοι να φυλακίζωνται, άλλους να φιλοξενούν τα όρη, αι ερημίαι, οι βράχοι και τα σπήλαια, και εμείς διαμένοντες στα σπίτια μας να νομίζωμεν, ότι θα παραμείνωμεν αβλαβείς. 

Ουδόλως...».
Ταύτα είπα από αγάπη προς σε και ως υπενθύμισιν, ότι οι τα τοιαύτα πράττοντες είναι άξιοι τιμωρίας...».

Σχόλιο:
Όπως βλέπετε -πάντα το γράφουμε - η ιστορία επαναλαμβάνεται. 
Τόσο, μα τόσο προκλητικά ίδια.


Θα συνεχίσουμε να τους κοιτάμε αδρανείς;;;



Ιστολόγιο Ομάδας Εκπαιδευτικών "Ο Παιδαγωγός"

Επιτρέπεται κάποιο ζευγάρι να χωρίσει; Τι πραγματικά λέει η εκκλησία;;; Γιατί ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης ΔΙΕΚΟΨΕ το μνημόσυνο του Πατριάρχη του;

Αφιερώστε ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ λίγο χρόνο να ακούσετε τα σημερινά λόγια του πατρός Ευθυμίου Τρικαμηνά (σε ένα παρεκκλήσι, λίγο έξω από την Σουρωτή Θεσσαλονίκης), για τον γάμο, για το αν επιτρέπει η εκκλησία το διαζύγιο και τον δεύτερο/τρίτο γάμο.

Απίστευτα χρήσιμο στην εποχή μας που τα περισσότερα ζευγάρια χωρίζουν.

Επίκαιρο όμως και αναφορικά με την ίδια την "εκκλησία".
Το θέμα σχετίζεται με αυτό που αποκαλέστηκε"μοιχειανή Αίρεση" της εποχής του Αγ. Θεοδώρου του Στουδίτου.
Ο αυτοκράτορας ξαναπαντρεύτηκε με την ευλογία του πατριάρχη, αφού όμως πρώτα "ξεφορτώθηκε" την γυναίκα του, κλείνοντας την υποχρεωτικά σε μοναστήρι.

Ο Άγιος διέκοψε το μνημόσυνο του Πατριάρχη του. Ήξερε ότι εφόσον ως εκκλησία (ο Πατριάρχης) ευλόγησε έναν παράνομο γάμο, θα ακολουθούσαν και άλλοι τέτοιο. 
Έτσι ενεργούσαν οι Άγιοι Πατέρες της Ορθοδοξίας. Όταν παραβιαζόταν η αλήθεια και επικρατούσε η πλάνη, την ομολογούσαν, ακόμη κι αν χρειαζόταν να διακόψουν το μνημόσυνο του Πατριάρχη τους και να υποστούν τις συνέπειες. .
Σημειωτέον, η 2η γυναίκα του αυτοκράτορα ήταν εξαδέρφη του Αγίου Θεοδώρου, είχε λοιπόν κάθε λόγο να αποσκοπεί σε προσωπικά οφέλη αν τηρούσε στάση σιωπής.
Επισημαίνουμε ότι η διακοπή μνημοσύνου έγινε για ΜΗ δογματικό θέμα. Και Δεν είχε ακόμη καταδικαστεί ως αίρεση από "Σύνοδο"
Τι γίνεται όμως σήμερα; Ομολογούμε ή σιωπούμε;

Τελικά ποιος λέει την αλήθεια; 
ο Χριστός ή η Σύνοδος που "κατ οικονομίαν" επιτρέπει μέχρι 3 γάμους (και ισάριθμα διαζύγια;)

Την απάντηση θα δείτε στο βίντεο που ακολουθεί. Γιατί έφτασε η ώρα να μάθουμε την αλήθεια:



Ιστολόγιο "Ο Παιδαγωγός"

Πηγή βίντεο

Οἱ θέσεις τοῦ Ἁγίου εἶναι σαφεῖς: ἀπαιτεῖται ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ ὁποιαδήποτε αἵρεση ἢ αἱρετικὸ ἔρχεται σὲ σαφῆ ἀντίθεση μὲ τὶς Ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε ἡ συγκεκριμένη αἵρεση ἔχει καταδικαστεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, εἴτε ὄχι.


Παράδειγμα ἡ Διακοπὴ μνημοσύνου (στὴν ὁποία προέβη ὁ Ὅσιος Θεόδωρος) τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν Ταρασίου καὶ Νικηφόρου, οἱ ὁποῖοι γιὰ λόγους «οἰκονομίας» 
ἐπικοινώνησαν μὲ ἐκείνους ποὺ ἐξέφραζαν τὴν μοιχειανή αἵρεση. 
Τὸ πρόβλημα ἔληξε ἀργότερα, μὲ δικαίωση τῶν ἁγιοπατερικῶν θέσεων ποὺ ὑποστήριξε ὁ ὅσιος Θεόδωρος.

Ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ μοιχειανὴ αἵρεση δὲν εἶχε καταδικαστεῖ ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὅπως ἡ Εἰκονομαχία. Ὁ Ὅσιος ἀποτειχίστηκε καὶ ἀπὸ τὴν μία αἵρεση καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, (ἀσχέτως ἂν ἡ μία εἶχε καταδικασθεῖ καὶ ἡ ἄλλη δὲν εἶχε καταδικασθεῖ), καὶ δὲν περίμενε 100 χρόνια, μήπως κάποια Σύνοδος ἀποφασίσει τὴν καταδίκη τῆς αἱρέσεως (ὅπως συμβαίνει σήμερα μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ). 

Τὸ αὐτὸ προέτρεπε νὰ κάνουν καὶ οἱ ἄλλοι.

Οι διδασκαλίες των Αγίων που κάποιοι γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια! Ακόμα και μετά την Πανορθόδοξη!

Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης:

«Θα πρέπει να γνωρίζεις ότι μνημονεύαμε τότε που δεν είχε γίνει ακόμη Σύνοδος, ούτε είχε συνοδικώς εκφωνηθεί το αιρετικό δόγμα και ο αναθεματισμός των ορθοδόξως φρονούντων. Και, πριν υπάρξει αυτή η ξεκάθαρη ομολογία και αποδοχή της αιρέσεως από τους Επισκόπους, δεν ήταν ασφαλές να αποκοπούμε τελείως από τους παρανόμους, αλλά μόνον να αποφεύγουμε τη φανερή και δημόσια εκκλησιαστική επικοινωνία με αυτούς, να τους μνημονεύουμε δε κατ’ οικονομίαν μέχρι κάποιο χρονικό διάστημα.
Από την ώρα όμως που έγινε φανερή και ξεκάθαρη η αιρετική διδασκαλία, και μάλιστα κατοχυρώθηκε συνοδικώς, πρέπει και συ και όλοι οι Ορθόδοξοι να αποφύγετε με παρρησία κάθε εκκλησιαστική επικοινωνία με τους κακοδόξους και να μην μνημονεύετε κάποιον από αυτούς οι οποίοι συμμετείχαν στην Σύνοδο, ή είναι ομόφρονες με τις αποφάσεις της…

Επειδή ο ιερός Χρυσόστομος εχθρούς του Θεού δεν χαρακτήριζε μόνον τους αιρετικούς, αλλά και αυτούς οι οποίοι επικοινωνούν εκκλησιαστικά μαζί τους» (Επιστολή 39. Θεοφίλω ηγουμένω, Φατούρος, σελ. 113, στιχ. 51. PG 99, 1045D. ΕΠΕ, Φιλοκαλία, τομ. 18Β, σελ. 196).


π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος (σὲ συμφωνία μὲ τοὺς ἀντι-Οἰκουμενιστές): 
«Βέβαια, μέχρι τώρα ο “λαϊκός οικουμενισμός” δεν είχε την παραμικρή συνοδική και ως εκ τούτου εκκλησιαστική και εκκλησιολογική νομιμοποίηση.
(σ.σ.: Τὴν εἶχε, διότι ἔχουν γίνει ἑκατοντάδες Σύνοδοι, κηρυττομένου τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ οἱ συνεδριάζοντες Ἐπίσκοποι δὲν τὸν κατεδίκαζαν, πρᾶγμα ποὺ ἐκκλησιαστικὰ εἶναι ταυτόσημο μὲ τὴν ἀποδοχή του. Ἀλλ΄ ἂς εἶναι).
Είναι προφανές ότι η περιφρόνηση της μέχρι σήμερα ομόφωνης και πάγιας πατερικής, κανονικής και εκκλησιαστικής παράδοσης δεν ήταν δυνατόν να θεμελιωθεί σε κανένα Δογματικό ή Συμβολικό κείμενο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, σε καμία συνοδική απόφαση. Όσοι, λοιπόν, ενεργούσαν αντίθετα σε αυτή την ορθόδοξη παράδοση ήσαν πάντοτε εκτεθειμένοι στην εκκλησιαστική συνείδηση των πιστών ως παραβάτες των ιερών κανόνων και επιλήσμονες των αρχιερατικών υποσχέσεών τους, είχαν μεν την κάλυψη της εξουσίας, αλλά δεν είχαν τη σκέπη της θεολογίας. Η έλλειψη αυτή τους εξέθετε και δεν τους επέτρεπε να προχωρήσουν όσο και όπως θα ήθελαν.
Δυστυχώς, όμως τώρα τα δεδομένα αλλάζουν!» (ἐδῶ). 
Κι ἀφοῦ ὅλα πιὰ ἄλλαξαν μετὰ τὴν "Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο", γιατί, πάτερ μου, ἐσὺ κι οἱ ὑπόλοιποι ἀντι-Οἰκουμενιστὲς "μὲ νύχια καὶ μὲ δόντια" προσπαθεῖτε νὰ βρεῖτε φόρμουλα, ὥστε νὰ δικαιολογήσετε τὴν παραμονή σαςσὲ κοινωνία μὲ τοὺς καὶ Συνοδικῶς πλέον Παναιρετικοὺς Οἰκουμενιστές; Τὸ νὰ ἐξηγήσετε τοὺς λόγους ποὺ δὲν σᾶς ἐπιτρέπουν προσωπικῶς νὰ Διακόψετε τὸ Μνημόσυνο τῶν αἱρετικῶν, εἶναι κατανοητό, ἀλλὰ τὸ νὰ ἀλλοιώνετε τὴνδιδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ καλύψετε τὴν ἀδυναμία σας αὐτή, ποιά ἐξήγηση ἔχει;
Καταλάβετέ το· δὲν σᾶς πιέζουμε νὰ ἀποτειχιστεῖτε! Αὐτὸ εἶναι δική σας εὐθύνη. Δὲν σᾶς ἐλέγχουμε γι' αὐτό, ποὺ εἶναι θέμα τῆς ἐλευθερίας σας. Ἐκεῖνο ποὺ λέμε εἶναι, πὼς διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ἁγίων εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, καταδικασμένους ἢ μὴ καταδικασμένουςἀπὸ σύγχρονη Σύνοδο. Αὐτὸ δὲν μπορεῖτε νὰ τὸ παραβλέπετε καὶ νὰ διδάσκετε ἄλλα. Εἶστε, λοιπόν, ἐλεύθεροι νὰ μὴν τὸ ἐφαρμόζετε, ἀλλὰ δὲν εἶστε (ὡςὈρθόδοξοι Ποιμένες) ἐλεύθεροι νὰ μὴν διδάσκετε τὴν Διακοπὴ τῆς Μνημονεύσεως τῶν αἱρετικῶν, ποὺ εἶναι ἡ στάση καὶ ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων στὸ συγκεκριμένο θέμα.

Αναρτήθηκε από Πατερική Παράδοση

Ἐγκωμιαστικὸς Λόγος εἰς τὴν Ἀποτομὴν τῆς κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (νεοελληνικὴ ἀπόδοση).



Ὄντως λαμπρὰ καὶ θεϊκῆς χαρμοσύνης πλήρης ἡ σημερινὴ σύναξη, ποὺ μᾶς συγκέντρωσε ὅλους ἐμᾶς, ἀγαπητοὶ Χριστιανοί, γιὰ νὰ γιορτάσουμε σήμερα τὸ πνευματικὸ πανηγύρι. Καὶ δίκαια χαρακτηρίζεται λαμπρά, ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ ἐπώνυμο τοῦ ἁγίου, τοῦ ὁποίου τελοῦμε τὴν μνήμη, μιὰ καὶ εἶναι καὶ θεωρεῖται «λύχνος φωτός».
Χωρὶς ἀμφιβολία δὲν πρόκειται γιὰ λύχνο, ποὺ περιαυγάζει τοὺς σωματικούς μας ὀφθαλμοὺς μὲ γήϊνη ἀκτινοβολία. Γιατὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ λάμψη θὰ ἦταν παροδική, μὲ συνεχεῖς διακοπὲς ἀπὸ κάθε ἐμπόδιο, ποὺ θὰ παρεμβαλλόταν σὰν σκιά.
Ἀντίθετα, πρόκειται γιὰ φῶς, ποὺ καταυγάζει μὲ τὴν ἀκτινοβολία τῆς θείας Χάριτος τὶς καρδιὲς ὅλων ἐκείνων, ποὺ ἀνέκαθεν ἔχουν συναχθεῖ στὴν ἑορτή, γιὰ φῶς, ποὺ ἀνυψώνει τὸν νοῦ στὴ θεωρία τῆς ἀθλήσεως τοῦ δικαίου.
Κι ἔτσι, καθὼς μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας θὰ ἀτενίζουμε τὸ μακάριο τοῦτο πάθος, θὰ δημιουργοῦμε παράλληλα καὶ τὴν προϋπόθεση τῆς προσωπικῆς μας εὐφροσύνης. Γιατὶ τὸ αἷμα ὁποιουδήποτε ἄλλου, ποὺ ἀπὸ ξίφος ἔρρευσε κάτω στὴ γῆ, οὔτε θὰ μποροῦσε νὰ τέρψει τὴν ἀνθρώπινη ὅραση οὔτε ἡ διήγηση τοῦ γεγονότος νὰ καλύψει μὲ σεβασμὸ τὴν μνήμη τοῦ νεκροῦ.
Γιατί, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἑλκύσει τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἀπὸ τὴν φύση του ἀγαπᾶ τὴ ζωή, μιὰ αἱματοχυσία ποῦ ὁδηγεῖ στὸ θάνατο; Μᾶλλον τὸ ἀντίθετο θὰ τὸν ὁδηγοῦσε μὲ τὴν ἀπέχθεια ζωγραφισμένη στὸ πρόσωπό του σὲ συναισθήματα συμπαθείας καὶ ἐλέους γιὰ τὸ πάθημα, ἐκτὸς βέβαια ἐὰν κανεὶς βρίσκεται σὲ κατάσταση ἀλλοφροσύνης ἢ ἀποκτηνώσεως, μὴ μπορώντας νὰ ἀντιδράσει λογικὰ σὲ αὐτὰ ποὺ βλέπει, ὅπως κάνουν τὰ ἄγρια θηρία.
Ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς πετεινούς, ποὺ ἐνῷ ἄλλοι σφάζονται, αὐτοὶ χαίρονται, λαλοῦν, πηδοῦν δεξιὰ - ἀριστερά, μένοντας μόνο σὲ αὐτὸ ποὺ βλέπουν καὶ χωρὶς νὰ συλλογίζονται, ὅτι θὰ ἔλθει καὶ ἡ δική τους ἡ σειρὰ νὰ πάθουν τὸ ἴδιο. Τὸ αἷμα, ὅμως, τοῦ δικαίου τὸ βλέπει κανεὶς καὶ τέρπεται, ἀκούει γι᾿ αὐτὸ καὶ τοῦ μεταφέρονται χαροποιὰ ἀγγέλματα, ἀξίζει νὰ τὸ ψαύει μὲ τὰ χείλη προσκυνηματικά.
Γιατὶ ἡ προσφορὰ αὐτοῦ τοῦ αἵματος χαρίζει τὴν μετοχὴ στὴν ἀθάνατη καὶ ἀληθινὴ ζωή. Καὶ πιστεύω, ὅτι ὄχι μόνο ἡ σταγόνα τοῦ αἵματος, ἀλλὰ καὶ ὀ,τιδήποτε δικό του, εἴτε λείψανο εἴτε μία τρίχα εἴτε κάτι ἀπ᾿ ὅσα φοροῦσε ἢ ἄγγιζε, εἶναι περιζήτητο καὶ πολύτιμο σ᾿ αὐτὸν ποὺ ἔχει βάλει σκοπό του νὰ ζεῖ μὲ εὐσέβεια.
Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει κάτι τέτοιο στὸ σπίτι του ἣ στὴν ἐκκλησία, δηλαδὴ ὁλόκληρο λείψανο ἢ ἕνα μέρος ἢ κάτι ἀπειροελάχιστο, τὸ θεωρεῖ καύχημά του, σὰν νὰ κατέχει κάποιο θησαυρό, ποὺ τοῦ χαρίζει ἁγιασμὸ καὶ τοῦ ἐξασφαλίζει τὴν σωτηρία. Καὶ προσέρχεται μὲ εὐλάβεια στὴ λειψανοθήκη μὲ τὴν ἱερὴ σκόνη καὶ ἀσπάζεται μὲ ἅγιο φόβο τὰ ἄψαυστα ἅγια λείψανα.

Τίμιο τὸ αἷμα τῶν προφητῶν.

Τέτοιο, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἦταν καὶ τὸ αἷμα τοῦ δικαίου Ἄβελ, ἂν καὶ γιὰ τοὺς γονεῖς στάθηκε τότε αἰτία ἀσυνήθιστου καὶ γοεροῦ θρήνου. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσαν, ἐνῷ μέχρι τότε δὲν εἶχαν ἐμπειρία τοῦ νεκροῦ, νὰ μὴν χάσουν τὰ λογικὰ τοὺς γιὰ τὴ σφαγὴ τοῦ υἱοῦ τους, νὰ μὴν θρηνήσουν καὶ νὰ μὴν ξεσπάσουν σὲ γοερὲς κραυγές, καθὼς ξαφνικὰ τὸν βλέπουν νὰ κείτεται κατὰ γῆς αἱμόφυρτος καὶ πεσμένος νεκρὸς ἀπὸ τὸ φονικὸ χέρι τοῦ ἀδελφοῦ;
Τέτοιο στάθηκε γιὰ μᾶς καὶ τὸ ἅγιο αἷμα τοῦ προφήτου Ἀμώς, ποὺ θανάτωσε μὲ ξίφος ὁ βασιλιὰς Ἀμασίας, ἀφοῦ συνέχεια τὸν βασάνιζε ἀνελέητα. Παραδίδει σὲ θάνατο τὸν δίκαιο, καθὼς τὸν πλήγωσε μὲ ρόπαλο στὸν κρόταφο, μιὰ κι ὁ ἴδιος πληγωνόταν μὲ τὰ προφητικὰ βέλη. Τὸ ἴδιο καὶ τὸ ἅγιο αἷμα τοῦ προφήτου Μιχαίου, ποὺ τὸν σκότωσε γκρεμίζοντας τὸν ὁ Ἰωράμ, ὁ γυιὸς τοῦ Ἀχαάβ, ἐπειδὴ δίδασκε μὲ εἰλικρίνεια καὶ θάρρος τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Γιατὶ τὸν ἔλεγχε, καθὼς μαρτυρεῖ ἡ Ἁγία Γραφή, γιὰ τὴν ἀσεβῆ συμπεριφορὰ τῶν προγόνων του. Τέτοιο ἦταν καὶ τὸ ἅγιο αἷμα τοῦ προφήτου Ἡσαΐου. Τὸν χώρισε σὲ δυὸ μέρη μὲ πριόνι ὁ Μανασσῆς, ποὺ εἶχε παρασύρει στὴν εἰδωλολατρεία τὸν μανιώδη στὰ πάθη καὶ ἐπιπόλαιο στὴν πίστη Ἰσραηλιτικὸ λαό, ἐπειδὴ δὲν ἄντεχε νὰ ἀκούει τὶς προφητικὲς ἀποκαλύψεις.
Τὸ ἴδιο ἅγιο στάθηκε καὶ τὸ αἷμα τοῦ γενναίου Ἐλεάζαρ, ποὺ μαρτύρησε μὲ τὰ ἑπτὰ παιδιὰ καὶ τὴν θεοσεβῆ μητέρα τους· αἷμα, ποὺ σκόρπισε ἀσύστολα ὁ Ἀντίοχος μέσα ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια, μὴ ὑποφέροντας τὴν σθεναρὴ ἀντίσταση τῶν ἀκαταμάχητων γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τοὺς σφράγισε ὁ θάνατος μέσα στὴν τέλεια πίστη τους.
Τέτοιο στάθηκε γιὰ μᾶς καὶ τὸ ἅγιο αἷμα τοῦ προφήτου Ζαχαρίου. Χύθηκε μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο ἀπὸ τὸ ἀφηνιασμένο καὶ ὠμότατο μαχαίρι τῶν Ἰουδαίων, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀκοῦνε τὰ προφητικὰ λόγια. Καὶ τί χρειάζεται νὰ ἀναφέρω περισσότερα παραδείγματα ἀπὸ τὸ νὰ μιλήσω συνοπτικὰ γιὰ τὸ ἅγιο αἷμα τῶν ἀποστόλων, τῶν προφητῶν καὶ τῶν μαρτύρων, αἷμα ποὺ πολλοὶ ἀλιτήριοι ἔκαναν νὰ ξεχυθεῖ ποικιλοτρόπως, σὰν νερὸ ἄφθονο ποὺ περικυκλώνει τὴ γῆ καὶ σβήνει τὴν ἀσέβεια;

Τὸ αἷμα ποὺ βοᾷ.

Τέτοιο, λοιπόν, ἦταν καὶ τὸ ἅγιο αἷμα τοῦ Βαπτιστοῦ καὶ Προδρόμου τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὸ ὁποῖο πρόκειται νὰ μιλήσουμε. Αὐτὸ χύθηκε σὰν πολυτελὲς μύρο ἀπὸ τὸν ἱερὸ τράχηλο καὶ εὐωδιάζει τὴν οἰκουμένη.
Αἷμα, ποὺ σύναξε ὄχι ἡ γαστριμαργία οὔτε ἡ οἰνοποσία οὔτε ἡ τροφὴ κρεάτων ἢ κάποιου ἄλλου ἐδέσματος, ἀπὸ ὅσα συνηθίζουν νὰ λιπαίνουν καὶ νὰ ἱκανοποιοῦν τὶς ὀρέξεις, ἀλλὰ αἷμα, ποὺ σιγὰ - σιγά, ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια τὰ σπάργανα μέχρι τὸ τέλος, αὔξησε ἡ χάρη τῆς ἐγκρατείας. Γιατί, ὅπως λέει ὁ Κύριος, «ᾖλθε ὁ Ἰωάννης, ποὺ οὔτε ἔτρωγε, οὔτε ἔπινε». Αἷμα, ποὺ κενώθηκε, πρὶν ἀπὸ τὸ πανάγιο Αἷμα τοῦ Δεσποτικοῦ καὶ ἀθανάτου ποτηρίου.
Γιατὶ ἔπρεπε ὁ πρόδρομός του φωτός, ὅπως ἀνέτειλε μὲ τὴ γέννησή του ἀπὸ στεῖρα μητέρα καταυγάζοντας αὐτοὺς ποὺ ζοῦσαν πάνω στὴ γῆ, ἔτσι νὰ λάμψει καὶ στοὺς νεκροὺς περνώντας μέσα ἀπὸ τὸ θάνατο ὡς φωτόμορφος κήρυκας. Αἷμα, ποὺ μὲ πολὺ περισσότερη παρρησία βοᾷ πρὸς τὸν Κύριο ἀπ᾿ ὅ,τι τὸ αἷμα τῆς σφαγῆς τοῦ Ἄβελ.
Καὶ γίνεται τοῦ φόνου ἡ ἐκτέλεση ἀναβόηση μυστικῆς φωνῆς, ποὺ δὲν προέρχεται ἀπὸ φωνητικὰ ὄργανα, ἀλλὰ ποὺ γίνεται ἀντιληπτὴ μὲ τὴ δύναμη τῆς ἴδιας της πράξεως. Αἷμα σεβασμιώτερο ἀπὸ αὐτὸ τῶν πατριαρχῶν, πολυτιμότερο τῶν προφητῶν καὶ ὁσιώτερο τῶν δικαίων. Ἀκόμη καὶ τῶν ἀποστόλων διαπρεπέστερο καὶ τῶν μαρτύρων ἐνδοξότερο, καθὼς μαρτυρεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ Λόγου.
Αἷμα χαριέστατο, ποὺ καλλωπίζει τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πιὸ ὄμορφο ἀπὸ κάθε ποικολόχρωμο καὶ σπάνιο ἀνθοστολισμό, αἷμα, ποὺ κενώθηκε κατὰ τὸ τέλος τοῦ παλαιοῦ νόμου ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἄνθος, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ προοίμιο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.

Δίκαιος ἔλεγχος.

Ἀλλὰ ἂς συνθέσουμε τὸν λόγο ἀπὸ τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια γιὰ τὸ πῶς κενώθηκε αὐτὸ τὸ αἷμα, ἀπὸ ποιὸν καὶ γιὰ ποιὰ αἰτία. « Ὁ Ἡρῴδης, λοιπόν, λέει τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, ἀφοῦ συνέλαβε τὸν Ἰωάννη, τὸν ἔδεσε καὶ τὸν ἔρριξε στὴ φυλακή, ἐξ αἰτίας τῆς Ἡρῳδιάδας, τῆς γυναίκας τοῦ ἀδελφοῦ του Φιλίππου. Γιατὶ τοῦ ἔλεγε ὁ Ἰωάννης: Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ συζεῖς μὲ αὐτήν. Καὶ ἐνῷ ἤθελε νὰ τὸν θανατώσει, φοβήθηκε τὸν λαό, γιατὶ ὅλοι τὸν θεωροῦσαν προφήτη».
Κατ᾿ ἀρχὰς ἂς προσπαθήσουμε νὰ ἐξακριβώσουμε, ποιὸς ἦταν αὐτὸς ὁ Ἡρῴδης, ἐπειδὴ ἡ συνωνυμία προξενεῖ ἀσάφεια γιὰ τὸ συγκεκριμένο πρόσωπο. Φανερὸ εἶναι, πὼς πρόκειται γιὰ τὸν τετράρχη.
Γιατὶ ὁ πατέρας του ὁ Ἡρῴδης, ὁ φονέας τῶν νηπίων, εἶχε πεθάνει ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια. Καὶ γιὰ ποιὸν λόγο τὸν ἤλεγχε ὁ Ἰωάννης; Γιατὶ ἔχοντας ἀπομακρύνει τὴ νόμιμη γυναῖκα του ὁ Ἡρῴδης, δηλαδὴ τὴν κόρη τοῦ βασιλιὰ Ἀρέτα, συνῆψε παράνομο δεσμὸ μὲ τὴν Ἡρῳδιάδα, τὴ γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ του Φιλίππου.
Γιατὶ εἶχε τὴ δυνατότητα, σύμφωνα μὲ τὸν μωσαϊκὸ νόμο, ἂν ἐκείνη ἦταν ἄτεκνη, νὰ τὴν νυμφευθεῖ, γιὰ νὰ ἀναστηθεῖ ἀπόγονος στὸν ἀδελφό του. Παντελῶς, ὅμως, ἀπαγορευόταν, ἐφ᾿ ὅσον εἶχε μία κόρη, τὴν συνωνόματη Ἡρῳδιάδα (τὴν Σαλώμη), τὸ γέννημα τῆς ὀχιᾶς, τὸ διαβολικὸ ὄργανο τοῦ δικοῦ της ἀφανισμοῦ.
Εὔλογος, λοιπόν,ὁ ἔλεγχος τοῦ Ἰωάννου. Καὶ ἔλεγχος ὄχι ὑβριστικός, ἀλλὰ συμβουλευτικός, χωρὶς νὰ δημιουργεῖ τραύματα, ἀλλὰ ἀπεναντίας, νὰ θεραπεύει πληγές. Γιατί, τί λέει; «Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ τὴν ἔχεις». Τὸν ἐπαναφέρει στὴν τάξη τῆς θείας νομοθεσίας, μιλώντας κάπως ἔτσι: «Δὲς καὶ πληροφορήσου μὲ ἀκρίβεια, γιὰ τὸ τί σου παραγγέλλει ὁ μωσαϊκὸς νόμος. « Ἐὰν μένουν μαζὶ δυὸ ἀδελφοὶ καὶ πεθάνει ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς χωρὶς νὰ ἔχει ἀφήσει ἀπογόνους, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ χήρα του νὰ παντρευθεῖ ξένον ἄνδρα.
Θὰ τὴν νυμφευθεῖ ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἄνδρα της καὶ θὰ τὴν λάβει ὡς νόμιμη σύζυγο καὶ τὸ παιδὶ ποὺ θὰ γεννηθεῖ θὰ λάβει τὸ ὄνομα τοῦ νεκροῦ καὶ ἔτσι δὲν θὰ σβήσει τὸ ὀνομά του ἀπὸ τὸ Ἰσραήλ». Αὐτὰ σοῦ παραγγέλλει ὁ νόμος. Ἐσύ, ἀντίθετα, συζεῖς μὲ τὴν γυναῖκα, ποὺ ἔχει ἤδη παιδὶ ἀπὸ τὸν ἀδελφό σου.
Μή, λοιπόν, παραβεῖς τὸν κανόνα τοῦ νομοθέτου. Κι οὔτε μὲ ἀνόσιο αἷμα νὰ μολύνεις τὴν βασιλικὴ πορφύρα. Κι οὔτε ἐσύ, ποὺ ὀφείλεις νὰ ἀποτελεῖς γιὰ τοὺς ἄλλους τὸ ὑπόδειγμα τῆς ὑποταγῆς στοὺς νόμους, ἐμφανισθεῖς ὡς αἴτιος παρανομίας στοὺς ὑπηκόους σου. Κι ἂν πέσεις σὲ αὐτὸ τὸ παράπτωμα, δίκαια θὰ κριθεῖς, «γιατὶ ἡ τιμωρία, γιὰ ὅσους βρίσκονται στὴν ἐξουσία, εἶναι ἄμεση».

Ὁ αἰχμάλωτος τῶν παθῶν φυλακίζει τὸν ἐλεύθερο.

Αὐτός, ὅμως, κατέχοντας τὴν ἐξουσία καὶ λησμονώντας ὅτι ὑπάρχει Θεός, ἐξεμάνη, ἄναψε ἀπὸ θυμὸ καὶ ἀπέσεισε ἀπὸ πάνω του τὸν ἔλεγχο. Δὲν μιμήθηκε τὸν Δαυΐδ, ποὺ ὅταν τὸν ἤλεγξε ὁ προφήτης Νάθαν ἐπὶ μοιχείη, ἐβόησε: «Ἁμάρτησα στὸν Κύριο».
Καὶ ὁ Κύριος γιὰ τὴν ταπείνωσή του αὐτή, τοῦ συγχώρησε τὸ ἁμάρτημα. Ἀντίθετα, ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή, ἀφοῦ συνέλαβε τὸν Ἰωάννη, τὸν ἔδεσε καὶ τὸν φυλάκισε. Αὐτὸν ποὺ μὲ τὸν ἀσκητικό του βίο ζοῦσε τὴν ὕψιστη ἐλευθερία, τὸν δέσμευσε ὁ αἰχμάλωτος στὸ πάθος τῆς ἀσελγείας.
Ἔδεσε τὸν ἀπελευθερωμένο ἀπὸ κάθε ἐμπαθῆ σχέση ὁ ἤδη δεσμευμένος στὴ γοητεία τῆς ἀκολασίας.
Ἔβαλε στὴ φυλακὴ τὸν φύλακα καὶ κήρυκα τῆς Ἐκκλησίας ὁ κατάδικος γιὰ τὴν πράξη τῆς ἀκαθαρσίας. «Ἐξ αἰτίας τῆς Ἡρῳδιάδας, τῆς γυναίκας τοῦ ἀδελφοῦ του Φιλίππου». Γιὰ τὴν Ἡρῳδιάδα, τὴν ὅμοια στοὺς τρόπους μὲ τὴν Δαλιδὰ καὶ συνεργὸ τοῦ διαβόλου. Γιατί αὐτή, τὸν συγκοιταζόμενο μαζί της, μᾶλλον δὲ παράνομο ἐραστή της, τὸν ἐξώθησε σὲ μανία κατὰ τοῦ Ἰωάννου. Δὲν ἀνέχομαι λέει, νὰ εἶμαι βασίλισσα καὶ νὰ χλευάζομαι ἀπὸ τὸ παιδὶ τοῦ Ζαχαρίου. Καθήλωσε στὴ φυλακὴ τὴ γλῶσσα, ποὺ μὲ στηλιτεύει. Σκότωσε ὅσο πιὸ γρήγορα γίνεται μὲ ξίφος αὐτόν, ποὺ μὲ λόγια σὰν βέλη μου πληγώνει τὴν ψυχή.
«Καὶ θέλοντας νὰ τὸν σκοτώσει φοβήθηκε τὸν ὄχλο, γιατὶ θεωροῦσε τὸν Ἰωάννη ὡς προφήτη». Καὶ συμβαίνει, ὅταν θέλουν οἱ ἄρχοντες νὰ πράξουν κάτι παράνομο, νὰ μὴν κάνουν εὐθὺς ἀμέσως τὴν ὁρμητική τους διάθεση πράξη, ἀλλὰ ἀναβάλλουν ἀπὸ ντροπὴ καὶ φόβο στὸν λαὸ καὶ καραδοκοῦν, πότε θὰ βρεθεῖ ἡ κατάλληλη εὐκαιρία νὰ ξεχύσουν τὴ μοχθηρία τους.

Οἱ ρίζες τῆς ἀνομίας καρποφοροῦν.

«Στὴ γιορτὴ τῶν γενεθλίων του Ἡρῴδη, ἀνάμεσα στοὺς καλεσμένους, χόρεψε ἡ κόρη τῆς Ἡρῳδιάδας καὶ ἄρεσε στὸν Ἡρῴδη, γι᾿ αὐτὸ καὶ τῆς ὑποσχέθηκε μὲ ὅρκο, πὼς θὰ τῆς χαρίσει, ὅ,τι κι ἂν τοῦ ζητήσει».
Κι ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ποὺ ὄφειλε νὰ ἀναπέμπει δοξολογία στὸ Θεό, ποὺ τὸν ὁδήγησε στὸ φῶς αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἐκεῖνος προτίμησε τὸ ἔργο τοῦ σκότους. Γιατὶ ἡ περίσταση ἐκείνη ἦταν εὐκαιρία γιὰ χαρὰ πνευματικὴ καὶ ὄχι γιὰ χορὸ καὶ μάλιστα γυναικώδη ἐνώπιον ἀνδρῶν.
Καὶ ποιὸ τὸ ἀποτέλεσμα; Ὁ ὅρκος. Καὶ ἀπὸ τὸν ὅρκο; Ὁ φόνος. Ξερρίζωσε τὶς ρίζες τῆς κακίας καὶ δὲν θὰ βλαστήσει καρπὸς ἀνομίας. Ἄν, ὅμως, φυτρώσουν οἱ πρῶτες, ἀσφαλῶς καὶ θὰ ἀποδώσουν τοὺς καρπούς τους. «Χόρεψε ἡ κόρη τῆς Ἡρῳδιάδας ἐν μέσῳ τῶν καλεσμένων καὶ ἄρεσε στὸν Ἡρῴδη».
Καὶ σὲ τί ἄλλο μποροῦσε νὰ ἔχει ἐκπαιδευθεῖ ἀπὸ τὴν μητέρα της ἡ πρόξενος τῆς πορνείας κόρη ἀπὸ τὸ νὰ χορεύει ἀδιάντροπα καὶ μάλιστα μὲ τέτοια τέχνη καὶ ἐπιτήδευση στὸ χορό, ὥστε νὰ ἀρέσει στὸν Ἡρῴδη; Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνος μὲ ὅρκο δέθηκε νὰ τῆς χαρίσει, ὅ,τι τοῦ ζητήσει.
Σὲ τέτοιο βαθμὸ φθάνει ἡ προπέτεια αὐτῶν, ποὺ βακχικὰ ὀργιάζουν στὰ πάθη τῆς ἀτιμίας, ὥστε νὰ ἀποφαίνονται ἀπερίσκεπτα γιὰ ὁποιοδήποτε πρᾶγμα ἔρχεται στὸ νοῦ τους. Καὶ αὐτὴ δασκαλεμένη ἄριστα ἀπὸ τὴν μητέρα της ἄδραξε τὴν εὐκαιρία γιὰ τὸν ἀποτροπιαστικὸ θάνατο, ποὺ ἀπὸ καιρὸ πάσχιζε νὰ πραγματοποιήσει ἡ Ἡρῳδιάδα, ἡ μάννα τῆς ὀχιᾶς. Καὶ ... ἐράσει τὸ ξίφος τὸν ἱερὸ τράχηλο τοῦ Προδρόμου, ἀλλὰ διαπραγματεύθηκες νὰ σοῦ δοθεῖ ἡ ἁγία κεφαλὴ καὶ ἐπὶ πίνακι. Ὢ ἀκόλαστη καὶ θηριωδέστερη καὶ ἀπὸ τὴν Ἰεζάβελ!

Συμπόσιο ἀνόσιο.

«Καὶ λυπήθηκε, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ βασιλιάς. Ἐπειδή, ὅμως, εἶχε ὁρκισθεῖ καὶ γιὰ νὰ μὴν ἐκτεθεῖ στοὺς καλεσμένους, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τῆς δοθεῖ ἡ κεφαλή. Καὶ ἔστειλε καὶ ἀποκεφάλισε τὸν Ἰωάννη στὴ φυλακή. Καὶ μεταφέρθηκε ἐπὶ πίνακι ἡ κεφαλὴ τοῦ Προδρόμου καὶ δόθηκε στὴν κόρη, κι αὐτὴ μὲ τὴ σειρά της τὴν ἔδωσε στὴν μητέρα της».
Φοβερὸς καρπὸς διαβολικῆς προμελέτης. Ποιὸς τόλμησε νὰ καταφέρει κατὰ τῆς θείας κεφαλῆς θανατηφόρο ξίφος; Ὁ δεύτερος Δωήκ, ὁ ἄνομος ὑπηρέτης, ποὺ δὲν μιμήθηκε ἐκείνους, ποὺ μὲ φρόνηση ἀντιτάχθηκαν στὸν βασιλέα Σαούλ, ὅταν αὐτὸς ἔδωσε διαταγὴ νὰ φονεύσουν τοὺς προφῆτες τοῦ Θεοῦ. «Καὶ προσφέρθηκε, λέει ἡ Γραφή, ἡ κεφαλὴ ἐπὶ πίνακι».
Πῶς νὰ χαρακτηρίσουμε αὐτὸ τὸ γεῦμα; Συμπόσιο ἢ φονευτήριο; Καὶ πῶς νὰ ὀνομάσουμε αὐτοὺς τοὺς καλεσμένους; Συνδαιτυμόνες ἢ ἔκδοτους στὴ μέθη; Ὢ φοβερὸ θέαμα! Πονηρὸ ὅραμα! Ἐκεῖ παρετίθετο ὄρνιθα ὡς γεῦμα, ἐδῶ προσφερόταν προφητικὴ κεφαλή.
Ἐκεῖ κερνοῦσαν καθαρὸ οἶνο, ἐδῶ κρουνηδὸν ἔρρεε τὸ αἷμα τοῦ δικαίου. Φοβερὴ ἡ ἀγγελία καὶ φρικτὴ ἡ ἀφήγηση: «Καὶ δόθηκε στὴν κόρη, κι αὐτὴ μὲ τὴ σειρά της τὴν ἔδωσε στὴν μητέρα της». Ἀλλοίμονο, τί ἀτόπημα! Ἡ ἀτίμητη κάρα, ἡ ἁγνὴ καὶ ἄψαυστος καὶ στοὺς ἀγγέλους σεβάσμια, γιὰ μία ἄτιμη πράξη προσφέρθηκε στὴ μιαρὴ καὶ βέβηλο κόρη.
Καὶ τὴν ἔδωσε στὴν μητέρα της σὰν νὰ παρέθετε γεῦμα σ᾿ αὐτήν, ποὺ ὀργίαζε ἀπὸ τὴν μανιώδη ἐπιθυμία τοῦ θανάτου τοῦ προφήτου. Σὰν νὰ τῆς ἔλεγε: Φᾶγε, μητέρα, τὶς σάρκες αὐτοῦ ποὺ ἔζησε ὡς ἄσαρκος. Πιὲς τὸ αἷμα αὐτοῦ ποὺ θυσίασε τὸ αἷμα του στὴν ἄσκηση. Τώρα πιὰ ἀσφαλίσαμε μία γιὰ πάντα τὸ στόμα ἐκείνου, ποὺ μᾶς στηλίτευε.

Ἡ εἰκόνα τῆς ταφῆς.

«Καὶ ἦλθαν, συνεχίζει τὸ Εὐαγγέλιο, οἱ μαθητές του καὶ πῆραν τὸ σῶμα καὶ τὸ ἐνταφίασαν». Πρόσεξε, σὲ παρακαλῶ, σὺ ὁ φιλομαθής, ἁγιογραφημένη τὴν εἰκόνα τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ δικαίου, καὶ τοὺς μὲν εἰκονομάχους μὴ σταματήσεις νὰ ἐπιπλήττεις ὡς ἐχθρούς της ἀληθείας, σὺ δὲ μελετώντας τὴν ἱστορία μὲ καθαρότητα ἀποκόμισε τὴν ὠφέλεια. Δές, πῶς σύρεται ὁ ἅγιος ἀπὸ τὴν φυλακὴ σιδηροδέσμιος.
Πῶς ὁ ἀποτρόπαιος δήμιος προτείνει ἀπάνθρωπα τὸ ξίφος κατὰ τῆς ἱερᾶς κεφαλῆς. Πῶς μετὰ τὴν ἀποτομὴ ἡ μυρόβλυτη κάρα προσφέρεται στὴν μανιασμένη ἀπὸ ὄργια Ἡρῳδιάδα. Καὶ δές, πῶς θάπτεται τὸ ἱερὸ σῶμα ἀπὸ τὰ χέρια τῶν μαθητῶν του, ποὺ τὸν παραστέκουν ὁλογυρὶς μὲ θερμὰ δάκρυα καὶ βαθὺ πόνο ψυχῇς.
Καὶ ἄλλος μὲν ἐναγκαλίζεται τὰ πόδια τοῦ Ἁγίου, ἄλλος πασχίζει νὰ συναρμόσει τὴν κεφαλὴ μὲ τὸ ὑπόλοιπο σκήνωμα, ἐνῷ κάποιος τρίτος θυμιάζει καὶ ψάλλει τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία. Ἐκεῖ βρίσκομαι κι ἐγώ, ἀκροατές, μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου καὶ βλέπω τὴν ταφὴ τοῦ δικαίου νὰ γίνεται μὲ εἰρήνη, ὅπως ἀναφέρεται στὴν Γραφή. Θεωρῶ τὸ ἀγγελικὸ ἐκεῖνο πρόσωπο, ποὺ οἱ ὀφθαλμοί του σὰν δυὸ φωστῆρες βασίλεψαν καὶ ποὺ ἡ ὄψη του ἀντιφέγγιζε τὴν ἀκτινοβολία τῆς Χάριτος. Δὲν ἀναπνέει τῆς πρόσκαιρης ζωῆς τὴν ζωτικὴ ἐνέργεια, ἀλλὰ κατ᾿ ἐξοχὴν ἀναπνέει τῆς Θείας Χάριτος τὴν εὐωδία.
Ἀσπάζομαι ἐκεῖνες τὶς ἱερὲς χεῖρες, ποὺ ἡ ἁφή τους στάθηκε ἀνέπαφη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ποὺ ὁ δάκτυλός τους καθυπέδειξε στοὺς ἀνθρώπους Αὐτόν, ποὺ πῆρε πάνω Του τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου. Προσκυνῶ τοὺς ὡραίους ἐκείνους πόδας τοῦ εὐαγγελιζομένου τὰ ἀγαθὰ στοὺς ἀνθρώπους, τοῦ Προδρόμου, ποὺ προευτρέπισε τὴν ὁδὸ τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου. Ἂς μοῦ παραχωρηθεῖ γιὰ προσκύνηση καὶ ἡ τιμία ἅλυσις, ποὺ μ᾿ αὐτὴν κρατήθηκε δέσμιος ὁ πολυτίμητος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ἄγγελος.
Ἂς μοῦ δοθεῖ καὶ τὸ ἱερὸ ἐκεῖνο πινάκιο, ποὺ πάνω του κατατέθηκε ἡ πανσεβάσμια κάρα, ἡ πολυτιμότερη καὶ ἀπὸ τὸν χρυσό. Καὶ οὔτε τὴν μάχαιρα τοῦ στυγνοῦ φονιᾶ, ποὺ διαπέρασε τὸν ἱερὸ τράχηλο, ἂν εὕρισκα, θὰ ἄφηνα ἀπροσκύνητη καὶ οὔτε τὸ χῶμα, ἂν τύχαινε νὰ βρῶ, ὅπου ἐφυλακίσθηκε ὁ θησαυρός, θὰ δίσταζα νὰ καταφιλήσω, μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ μοῦ μεταγγίσει Χάρη. Μακαριστὲ τάφε καὶ ἄπικρη πέτρα, ποὺ κρατᾷς μέσα σου κλεισμένο τὸ τρισευλογημένο ἐκεῖνο σκήνωμα, πολυτιμότερο ἀπὸ πολλὰ σμαράγδια καὶ μαργαριτάρια.
Ἐκεῖ, λοιπόν, παρευρισκόταν ὀρατῶς ὅλη ἡ ὁμήγυρις τῶν μαθητῶν καὶ ἀοράτως πλῆθος ἀγγελικῶν δυνάμεων, ποὺ ἐγκωμίαζαν, τιμοῦσαν, ἀνύψωναν στὸν οὐρανὸ καὶ μετέφεραν στὴν αἰώνια χαρὰ αὐτόν, τὸν ἔνσαρκο ἄγγελο, τὸν γνήσιο φίλο τοῦ Κυρίου, τὸν νυμφαγωγὸ τοῦ νυμφίου, τὸν ἄσβεστο λύχνο τοῦ ἀρρήτου φωτός, τὴν ζωντανὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Λόγου, τὸν ὑπεράνω τῶν προφητῶν καὶ μεγαλύτερο ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
Τέτοια, λοιπόν, ὅπως εἰπώθηκε, εἰρηνική, ὑπῆρξε ἡ ταφὴ τοῦ δικαίου, πρόξενος ἀγαλλιάσεως καὶ σωτηρίας στὸν κόσμο.

Ὁ Πρόδρομος ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς μᾶς ἀνταμείβει.

Ἄραγε ὁ παράφρων Ἡρῴδης διέφυγε ἔπειτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὴν δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ; (τὴν δικαιοκρισία). Ὄχι βέβαια. Ἀντίθετα, ὅπως ἀναφέρεται, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ ἐγκλήματος κατασφάττεται ὕστερα ἀπὸ ἀνταρσία ὅλων τῶν ὑπηκόων του.
Κι αὐτὸ συνέβη, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς συνετίζει παιδευτικὰ αὐτούς, ποὺ πρόκειται νὰ βασιλεύσουν στὸ μέλλον, ὥστε νὰ μὴν περιπέσουν στὰ ἴδια ἐγκλήματα. Ἀλλά, ἀφοῦ ἐπανέλθω στὸ προκείμενο, ἂς ἀναβοήσω μὲ φωνή, ποὺ ἁρμόζει στὴ σημερινὴ ἡμέρα. Ἡμέρα ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἀπὸ τὰ στόματα ὅλων τῶν ἀνθρώπων τιμᾶται γιὰ τὸ ἐλεγκτικό του κήρυγμα καὶ ὁ παράφρων Ἡρῴδης ἀπὸ ὅλους ὅσους ἔχουν φόβο Θεοῦ στηλιτευόμενος ἐπὶ μοιχείη περιφρονεῖται.
Σήμερα ἡ κεφαλὴ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου προσφέρεται ὡς ἱερὸ σφάγιο ἐπὶ πίνακι καὶ ἡ μοιχαλίδα Ἡρῳδιάδα παρὰ τὴν θέλησή της καταδικάζεται αἰώνια. Σήμερα τὸ αἷμα Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου γιὰ τὴν φύλαξη τοῦ θείου νόμου χύνεται καὶ ὁ ἐχθρός του Προδρόμου διὰ τῆς παρανομίας (μὲ τὴν κάκιστη διαγωγή του) δίκαια διαπομπεύεται.
Σήμερα ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος γιὰ τὴν παρρησία του πρὸς τὸν Ἡρῴδη χάριν τῆς δικαιοσύνης φονεύεται καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς διδασκόμενοι νὰ μὴν χωρίζονται ἀπὸ τὶς νόμιμες γυναῖκες τοὺς τὸν ἤδη διαζευχθέντα βασιλέα ἀπεχθάνονται. Σήμερα ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος στήνει ὁρόσημο πάνω στὴ γῆ καὶ παραγγέλλει ν᾿ ἀρκεῖται κάθε ἄνθρωπος στὴ νόμιμη γυναῖκα του καὶ νὰ μὴν προχωρεῖ πάρα πέρα.
Σήμερα ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος κατέρχεται στὸν Ἅδη καὶ οἱ νεκροὶ ἀφουγκράζονται (εὐαγγελίζονται) τὴν ἀνείπωτη χαρὰ τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Σήμερα οἱ οὐρανοὶ μὲ πανευφρόσυνη ἀγαλλίαση ὑποδέχονται τὸν ἀποκεφαλισθέντα γιὰ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ ἀναπέμπουν ἑόρτιους ὕμνους.
Καὶ μοῦ φαίνεται, πὼς μᾶς παρακολουθεῖ ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ὁ μέγας τοῦ Κυρίου Πρόδρομος καὶ πὼς θὰ μᾶς ἀνταμείψει σὰν ὑμνῳδούς του μὲ θεία χαρίσματα. Μεταξὺ τῶν προφητῶν σὰν πρωϊνὸς διάττοντας ἀστέρας ποὺ καταγαύζει ἀνάμεσα στοὺς ἀποστόλους, σὰν ἥλιος μεταξὺ ἡλίων ποὺ προλάμπει καὶ ὑπερλάμπει, ἐν μέσῳ τῶν μαρτύρων σὰν οὐρανὸς κατάκοσμος μὲ τὰ ἄστρα τῶν θαυμάτων, μεταξὺ τῶν δικαίων ὑπέρτερος, ὑπερέχων γιὰ τοὺς πολλοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης φαίνεται ψηλότερος καὶ ἀπὸ τοὺς ψηλόκορμους κέδρους τοῦ Λιβάνου αὐτὸς ποὺ χαροποίησε σήμερα τὴν οἰκουμένη.
Γιατί, ἂν πολλοὶ θὰ χαροῦν, κατὰ τὰ εὐαγγελικὰ λόγια, μὲ τὴν γέννησή του, ἀνάλογη θὰ πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ πνευματικὴ εὐφροσύνη, γιὰ τὸ μαρτύριό του, τὸ ὁποῖον ἀξιωθήκαμε νὰ πανηγυρίσουμε ὅλοι ἐμεῖς, ἱερεῖς καὶ ἐρημῖτες, μοναχοὶ καὶ λαϊκοί, γιατί ὅλοι μετέχουμε στὴν ἀγαλλίαση, ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ μνήμη του.
Ἰδιαίτερα, ὅμως, ἐμᾶς, ποὺ ἐγκαταβιώνουμε στὸν ἱερὸ τοῦτο οἶκο. Εἴθε νὰ τύχουμε ἐκτενέστερα ἀκόμη τῶν θείων πρεσβειῶν Του πρὸς τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, στὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, καθὼς καὶ στὸν Πατέρα καὶ τὸ πανάγιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, γιὰ σήμερα καὶ γιὰ πάντα καὶ αἰώνια. Ἀμήν.

Ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τοῦ Προδρόμου Καρυῶν Καρυστίας
Πνευματικὴ πανήγυρις

anavaseis.blogspot.com