.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ἡ ἕνωσή μας μέ τόν Θεό

Ὁ Θεὸς εἶναι φῶς, καὶ δίνει τὴ λαμπρότητά Του σ΄ ἐκείνους πού καθαρίζουν τὴ σβησμένη λαμπάδα τῆς ψυχῆς τους κι’ ἑνώνονται μὲ τὸ «Θεῖον πῦρ».
Θαῦμα παράδοξο! Ὁ ἄνθρωπος νὰ ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό ὄχι μόνο πνευματικά, ἀλλά καὶ σωματικά. Ἄνθρωπος καὶ Θεὸς νὰ γίνονται ἕνα, ὅπως ἕνα εἶναι καὶ τὸ ζωντανὸ ἀνθρώπινο σῶμα μὲ τὴν ψυχή. 
Μὲ τὴν ἕνωση αὐτή ὁ ἄνθρωπος γίνεται «κατὰ χάριν Θεός», ὅπως λέει ὁ ψαλμωδὸς Δαβίδ: «Ἐγώ εἶπα, θεοὶ ἐστε καὶ υἱοί Ὑψίστου πάντες».
Ὁ Χριστὸς βεβαίωσε: «Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν. Ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὸν καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι. Μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν».
Πῶς ὅμως μένουμε ἐμεῖς στὸν Χριστὸ κι’ Αὐτός σέ μᾶς;

Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν ἔδωσε ὁ Ἴδιος, ὅταν, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του, προσευχήθηκε στὸν Πατέρα: «Σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοί ἐν ἡμῖν ὦσιν…κἀγώ τὴν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἓν ἐσμέν, ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν…».
Ἀλλά καί στούς μαθητές Του μέ σαφήνεια εἶπε: «Πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγώ ἐν τῷ πατρί καί ὁ πατήρ ἐν ἐμοί … ἐγώ ἐν τῷ πατρί μου καί ὑμεῖς ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν ὑμῖν».
Ἐναργέστατα εἶναι τὰ θεϊκὰ κι’ ἀλάθητα λόγια τοῦ Κυρίου.
Ὅπως ὁ Πατέρας εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Υἱό Του, ἔτσι κι’ ἐμεῖς εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ τὸν Θεό. Καὶ ὅπως ὁ Πατέρας μένει «κατὰ φύσιν ἐν τῷ Υἱῷ», ἔτσι καὶ ὅσοι πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ ἀναγεννήθηκαν «διὰ Πνεύματος Ἁγίου», μένουν «κατὰ χάριν ἐν τῷ Θεῷ» καὶ ὁ Θεὸς μένει σ’ αὐτούς ὡς «κατὰ χάριν υἱούς» Του.
Τί θαυμαστή, θεανθρώπινη ἕνωση!

Ἡ ἕνωση ὅμως Πατέρα καὶ Υἱοῦ δὲν εἶναι παρὰ ἕνωση ἄπειρης καὶ ἄφατης ἀγάπης. 
Καὶ ἡ ἀγαπη τοῦ Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα φανερώνεται μὲ τὴν «ἐν ἄκρᾳ ταπεινώσῃ» ἄρνηση τοῦ θελήματός Του καὶ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ πατρός.
Αὐτό ἀκριβῶς χαρακτηρίζει πρωταρχικὰ τὴν Θεία Ἕνωση.
Αὐτό ὅμως πρέπει νὰ χαρακτηρίζει καὶ τὴ δική μας ἀγαπητική ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ εἶναι γνήσια: ἡ ταπεινή ἐκπλήρωση τοῦ ἁγίου θελήματός Του, δηλαδή ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Τό εἶπε ὁ ἴδιος: «Ἐάν ἀγαπᾶτε με, τά ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε… 
Ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνος ἐστὶν ὁ ἀγαπῶν με… Ἐάν τις ἀγαπᾶ με, τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσῃ αὐτόν, καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσωμεν».
Ὁ Θεός ἔρχεται καί «ποιεῖ μονήν παρ’ ἡμῖν», -μέ ἄλλα λόγια: ἑνώνεται μαζί μας- μόνον ἄν Τόν ἀγαπᾶμε ἔμπρακτα, τηρώντας τό νόμο Του. Τότε ζοῦμε τήν παρουσία Του μέσα μας. Τότε πραγματοποιεῖται ὁ λόγος Του: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι». Τότε προγευόμαστε τή μυστική καί ἀπερίγραπτη γλυκύτητα τῆς βασιλείας Του, τήν ἄρρητη ἀπό τό φθαρτό σῶμα. Γιατί, ὅπως βεβαιώνει ὁ ἴδιος, «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι ‘Κύριε, Κύριε’ εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς».
Μέ ὅλα ὅσα εἴπαμε ὡς τώρα, δείξαμε τόν ἕνα τρόπο ἑνώσεώς μας μέ τόν Θεό: τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Ὑπάρχει ὅμως καί ἄλλος, παράλληλος, πού συμπληρώνει καί ἐνισχύει τόν πρῶτο. Αὐτός εἶναι ἡ συχνή συμμετοχή μας στό μυστικό δεῖπνο Του, ἡ μετάληψη τῶν ἀχράντων μυστηρίων Του.
Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός πάλι εἶπε: «Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα, ἐν ἐμοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῷ… Ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσει εἰς τόν αἰώνα… Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἔχει ζωήν αἰώνιον, κἀγώ ἀναστήσω αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρα».
Γιά νά εἴμαστε λοιπόν ἑνωμένοι μέ τόν Κύριο καί νά ἔχουμε ζωή αἰώνια, πρέπει νά κοινωνοῦμε συχνά τό Σῶμα καί τό Αἷμα Ἐκείνου, πού εἶναι ἡ Πηγή τῆς ζωῆς. Ἀλλιῶς, ὄχι μόνον εἴμαστε χωρισμένοι ἀπ’ Αὐτόν, ἀλλά καί νεκροί: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐάν μή φάγητε τήν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίητε Αὐτοῦ τό αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς».
Ἄς προσέξουμε ὅμως, νά μήν κοινωνοῦμε χωρίς βαθειά μετάνοια, συντριβή καρδιᾶς, καθαρή ζωή καί πνευματική προετοιμασία, γιατί τότε ἡ Θεία Κοινωνία ὄχι μόνο δέν συντελεῖ στήν ἕνωσή μας μέ τόν Χριστό, ἀλλά, ἀντίθετα, μᾶς καταδικάζει καί μᾶς κατακαίει. 
«Ὁ γάρ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως», λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «κρίμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει». Γι’ αὐτό«δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν, καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω».
Ἂς φυλάξουμε λοιπὸν μὲ προθυμία καὶ ἐπιμέλεια τὶς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, καί ἄς προσερχόμαστε μέ συναίσθηση καί ἀκατάκριτη συνείδηση στά πανάγια μυστήριά Του, γιά νά ἑνωθοῦμε μαζί Του· γιά νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια βασιλεία Του· γιά νά μήν ὑποστοῦμε στήν παρούσα ζωή ὅ,τι λέει ὁ Τίμιος Πρόδρομος: 
«Ὁ ἀπειθών τῷ Υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ’ ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ’ αὐτόν». Γιά νά μήν ἀκούσουμε στήν ἄλλη ζωή τόν φοβερό λόγο τοῦ Κυρίου: «Ἀπέλθετε ἀπ’ ἐμοῦ… Οὐκ οἷδα ὑμᾶς!…». Γιά νά δεχθοῦμε, τέλος, τήν πανευφρόσυνη πρόσκληση: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου».

Ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου
Ἐκδόσεις ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Οποιος βλασφημήσει κατά του Αγίου Πνεύματος, δεν θα συγχωρηθεί…



Καθώς και αυτός οπού λέει ότι δεν μπορεί κάποιος στην παρούσα γενιά να γίνει μέτοχος του Αγίου Πνεύματος, αλλά και αυτός που δυσφημεί τις ενέργειες του Πνεύματος και τις αποδίδει στο αντίθετο πνεύμα, εισάγει νέα αίρεση στην Εκκλησία του Θεού.

Αγαπητοί μου αδελφοί το ιερότατο απόφθεγμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού λέει, ότι «Κάθε αμαρτία και βλασφημία θα συγχωρηθεί στους ανθρώπους, όποιος όμως βλασφημήσει κατά του Αγίου Πνεύματος, δεν θα συγχωρηθεί ούτε στον παρόντα αιώνα ούτε στον μέλλοντα». Ας εξετάσουμε λοιπόν ποια είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. Βλασφημία λοιπόν κατά του Αγίου Πνεύματος είναι το να αποδίδουμε τις ενέργειές του στον αντίθετο Πνεύμα, καθώς αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος...
Πώς όμως το κάνει κάποιος αυτό; Όταν ή ενώ γίνονται θαύματα δια του Αγίου Πνεύματος, ή ενώ βλέπει κάποιο άλλο θείο χάρισμα σε έναν από τους αδελφούς του -εννοώ δηλαδή , κατάνυξη, δάκρυα, ταπείνωση, θεία γνώση, λόφο της άνωθεν σοφίας ή κάποιο άλλο που χαρίζεται από το Άγιο Πνεύμα σε όσους αγαπούν τον Θεό– ισχυρίζεται ότι αυτό προέρχεται από απάτη του διαβόλου .
Αλλά και όποιος λέει ότι ότι πλανώνται από τους δαίμονες όσοι οδηγούνται από το θείο Πνεύμα ως υιοί του Θεού, και πράττουν τις εντολές του πατέρα τους και Θεού, και αυτός βλασφημεί το Άγιο Πνεύμα που ενεργεί σε αυτούς, όπως ακριβώς δηλαδή έπραξαν κάποτε και οι Ιουδαίοι στον Υιό του Θεού.
Εκείνοι έβλεπαν δαίμονες να διώχνονται από τον Χριστό, και βλασφημούσαν κατά του Αγίου Πνεύματος κι έλεγαν οι αναιδείς με αναίδεια: «Δια του Βεελζεβούλ του άρχοντα των δαιμονίων , βγάζει τα δαιμόνια».
Αλλά μερικοί ενώ τα ακούνε αυτά, δεν τα ακούνε, και ενώ τα βλέπουν, και όλα τα έργα που αναφέρει η θεία Γραφή ότι γίνονται από το Άγιο Πνεύμα και από θεία ενέργεια- σαν να έχασαν τα λογικά τους και απέρριψαν όλη τη θεία Γραφή από την ψυχή τους και απέβαλαν τη γνώση της διανοίας τους που προέρχεται από αυτή- δεν φρίττουν να λένε ότι γίνονται από μέθη και δαιμονική ενέργεια.
Όπως λοιπόν οι άπιστοι και τελείως αμύητοι στα θεία μυστήρια, κι αν ακόμη ακούσουν περί θείας έλλαμψης , κι αν περί φωτισμού της ψυχής και του νου, κι αν περί θεωρίας και απαθείας, κι αν περί ταπείνωσης και δακρύων που ρέουν με την ενέργεια και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, αμέσως, σαν να μην μπορούν να αντέξουν την υπερβολική αίγλη και δύναμη των λόγων , επειδή μάλλον σκοτίζονται, παρά φωτίζονται τα μάτια της καρδιάς, αποφαίνονται με θράσος ότι αυτά προέρχονται από την πλάνη των δαιμόνων. Και δεν φρίττουν ούτε με την κρίση του Θεού, ούτε για την βλάβη που προκαλούν σε όσους την ακούν , αλλά οι θρασείς σε όλους με αναίδεια διακηρύσσουν ότι τίποτε τέτοιο δεν γίνεται από τον Θεό σε κανέναν από τους πιστούς.
Αυτό είναι ασέβεια μάλλον παρά αίρεση.
Αίρεση είναι μεν το να παρεκκλίνει ένας σε κάποιο από τα υπάρχοντα δόγματά μας σχετικά με την ορθή πίστη μας, το να λέει όμως ότι στα τελευταία χρόνια δεν υπάρχουν αυτοί που αγαπούν τον Θεό, ούτε αξιώνονται να λάβουν το Άγιο Πνεύμα και να βαπτιστούν `από αυτό ως υιοί του Θεού, ώστε να γίνουν θεοί με γνώση και εμπειρία και θεωρία, ανατρέπει ολόκληρη την οικονομία του Θεού και σωτήρα μας Ιησού Χριστού, και αρνείται φανερά την ανακαίνιση και ανάκληση της φθαρμένης; Και θανατωμένης εικόνας, που πλάστηκε για να μείνει άφθαρτη και να κληθεί στην αθανασία.
Και όπως δεν είναι ποτέ δυνατόν να σωθεί εκείνος που δεν βαπτίσθηκε δι΄ύδατος και Πνεύματος, έτσι ούτε αυτός που μετά το βάπτισμα αμάρτησε, αν δεν βαπτισθεί άνωθεν και δεν αναγεννηθεί, καθώς ο Κύριος βεβαιώνοντας αυτό, είπε στον Νικόδημο: « Εάν δεν γεννηθεί κανείς άνωθεν, δεν θα εισέλθει στην βασιλεία των ουρανών» και προς τους αποστόλους πάλι: « ο Ιωάννης βάπτισε με νερό εσείς όμως θα βαπτισθείτε με το Άγιο Πνεύμα».
Αυτός λοιπόν που αγνοεί και το βάπτισμα που έλαβε σε νηπιακή ηλικία μέσα στο νερό, και δεν γνωρίζει καν ότι βαπτίσθηκε, αλλά δέχθηκε με το βάπτισμα με την πίστη μόνο και το αποδυνάμωσε με μύριες αμαρτίες, και αρνείται το δεύτερο- εννοώ αυτό που δίνεται άνωθεν από το Πνεύμα με την φιλανθρωπία του Θεού σε όσους το ζητούν με μετάνοια-, με ποιόν άλλον τρόπο θα μπορέσει ποτέ να σωθεί; Με κανέναν.
Για αυτό σας λέγω, και δεν θα πάψω να λέγω: «Όσοι μολύνατε το πρώτο βάπτισμα με την παράβαση των εντολών του Θεού, να μιμηθείτε την μετάνοια του Δαυίδ και των άλλων αγίων, και με κάθε προσπάθεια με ποικίλα έργα και λόγια να επιδείξετε άξια μετάνοια, ώστε να προσελκύσετε πάνω σας την χάρη του Πνεύματος». Διότι αυτό το Πνεύμα, αφού κατέλθει πάνω σας, θα γίνει για σας κολυμπήθρα φωτόμορφη, και αφού αγκαλιάσει όλους σας με ανείπωτο τρόπο, θα σας αναγεννήσει και θα σας καταστήσει, από φθαρτούς, άφθαρτους και από θνητούς αθάνατους, και από παιδιά ανθρώπων υιούς του Θεού και θεούς δια της υιοθεσίας και της χάριτος- αν βέβαια και θέλετε να αναδειχθείτε συγγενείς και συγκληρονόμοι των αγίων, και να εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών μαζί με όλους αυτούς.
Όσα θαυμάσια του Θεού είδα, και γνώρισα έμπρακτα και με την πείρα, τα διακηρύσσω ως ευρισκόμενος ενώπιον του Θεού και φωνάζω με δυνατή φωνή: «Τρέξτε όλοι πριν κλειστεί για σας με το θάνατο η θύρα της μετανοίας. Τρέξτε για να προλάβετε πριν από το θάνατο. Βιαστείτε, για να λάβετε. Κτυπήστε ώστε, πριν πεθάνετε, να σας ανοίξει ο Δεσπότης τις πύλες του Παραδείσου και να σας εμφανιστεί.
Βιαστείτε να αποκτήσετε μέσα σας συνειδητά τη βασιλεία των ουρανών, η οποία είναι το Άγιο Πνεύμα, και να μη φύγετε από δω χωρίς αυτήν, και μάλιστα, όσοι φαντάζεστε ότι την έχετε μέσα σας χωρίς να το γνωρίζετε, ενώ δεν έχετε τίποτα εξαιτίας της υπερηφάνειας σας».
Πώς λοιπόν, πες μου σε παρακαλώ, μπορεί να δει τον Πατέρα του Χριστού αυτός που δεν απέκτησε νου Χριστού; Διότι λέει: « Εμείς έχουμε νου Χριστού, και με τούτο ξέρουμε ότι ο χριστός είναι μέσα μας, από το Πνεύμα το οποίο μας έδωσε. Διότι δεν λάβαμε πνεύμα δουλείας που φέρει πάλι την κατάσταση του φόβου, αλλά πνεύμα υιοθεσίας, δια του οποίου φωνάζουμε αββά, Πατέρα»,και «ο Θεός που είπε να λάμψει φως από το σκοτάδι, αυτός έλαμψε μέσα μας».
Και πάλι «Αν ζητάτε απόδειξη για τον Χριστό ο οποίος μιλά δι’ εμού» διότι όπως η γυναίκα δεν χρειάζεται να πληροφορηθεί από άλλον ότι συνέλαβε στην κοιλιά της, αλλά αυτή η ίδια μέσα της αντιλαμβάνεται από το σταμάτημα των αιμάτων, από τα σκιρτήματα του βρέφους εντός της και από την ανορεξία για πολλές τροφές, ότι έχει συλλάβει, έτσι και η ψυχή, όταν ο Χριστός δια του Αγίου Πνεύματος κατοικήσει μέσα της, δεν χρειάζεται να το πληροφορηθεί από άλλον.
Η ίδια βλέπει ευθύς να σταματούν τα ακάθαρτα αίματα των συνηθισμένων της παθών και να κόβεται η όρεξη για πολλές τροφές και να μισεί υπερβολικά κάθε ηδονή. Τότε και αυτή που έγινε πνευματοφόρος, μαζί με τον προφήτη λέει στον Θεό: «Για τον φόβο σου Κύριε, συνελάβαμε και νιώσαμε τους πόνους του τοκετού και γεννήσαμε πνεύμα σωτηρίας σου πάνω στη γη.» Αυτός όμως που δεν βλέπει μέσα του τον Χριστό να λαλεί, δια μέσου ποιού ή πως θα πει «Αββά ο Πατήρ»? Και αυτός που δεν απέκτησε ενσυνείδητα μέσα του την βασιλεία των ουρανών, πως θα εισέλθει σε αυτήν μετά τον θάνατο;
Αυτός που δεν βλέπει να μένει μέσα του δια του Πνεύματος ο Υιός μαζί με τον Πατέρα, πως είναι δυνατόν στον μέλλοντα αιώνα να βρεθεί μαζί τους, καθώς ο Κύριος είπε: «Πατέρα , θέλω όπου είμαι εγώ, να είναι μαζί μου και εκείνοι που μου έδωσες», και πάλι « Δεν παρακαλώ μόνο για αυτούς αλλά και για εκείνους που θα πιστέψουν με το κήρυγμά τους σε μένα, για να είναι όλοι ένα, καθώς εσύ Πατέρα είσαι ενωμένος με εμένα κι εγώ με σένα, να είναι ενωμένοι και εκείνοι με εμάς. Κι εγώ τους έδωσα τη δόξα που μου έδωσες, για να είναι ένα μεταξύ τους , όπως είμαστε εμείς ένα. Εγώ ενωμένος μαζί τους και εσύ ενωμένος μαζί μου, ώστε να αποτελούν μια τέλεια ενότητα, κι έτσι ο κόσμος να καταλαβαίνει ότι με έστειλες εσύ και τους αγάπησες όπως αγάπησες εμένα.»
Απαντήστε μου, παρακαλώ στην ερώτηση: «Τι λοιπόν, ο Πατήρ αγαπά τον Υιό χωρίς να τον γνωρίζει και να τον βλέπει?» Ασφαλώς θα απαντούσατε «Όχι». Γιατί αν παραδεχθούμε αυτό και δογματίσουμε ότι ο πατέρας και ο υιός δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, η πίστη μας εξαφανίζεται και χάνεται. Και αν εκείνοι δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι κι εμείς δεν τους γνωρίζουμε καθόλου.
Αν συμβαίνει αυτό, τότε είμαστε άθεοι μη έχοντας γνώση. Εάν όμως- καθώς εκείνος λέει- «γνωρίζει ο Πατέρας τον υιό και ο Υιός γνωρίζει τον Πατέρα» και ως Θεός συνυπάρχει με τον Θεό και Πατέρα, και ο Πατέρας ομοίως συνυπάρχει με τον Υιό, όπως όταν λέει: « Όπως εσύ Πατέρα είσαι ενωμένος με εμένα και εγώ με εσένα, έτσι και αυτοί να μείνουν ενωμένοι μαζί μου και εγώ μαζί τους» δηλώνει ότι στη μεταξύ τους ένωση είναι καθ΄ όλα ίσοι.
Με την διαφορά ότι η μεν ένωση του Υιού με τον πατέρα είναι φυσική και συνάναρχη, ενώ η δική μας ένωση με τον Υιό γίνεται δια της υιοθεσίας και της χάριτος, όμως όλοι είμαστε ενωμένοι με τον Θεό και αχώριστοι επί το αυτό, καθώς ο ίδιος πάλι λέει: « Εγώ ενωμένος μαζί τους και εσύ ενωμένος μαζί μου, ώστε να αποτελούν μια τέλεια ενότητα» διατί; « για να γνωρίζει ο κόσμος ότι συ με έστειλες και ότι τους αγάπησα καθώς εσύ αγάπησες εμένα» και ο Παύλος λέει:
«Τώρα δεν υπάρχει πια Έλληνας και Ιουδαίος, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά ο Χριστός είναι τα πάντα και εις πάντας».
Αυτά λοιπόν να τα ακούσετε όσοι νομίζετε ότι είστε πνευματικοί, και να πιστεύετε σε εκείνον που τα λέει, και εμένα που σας μιλώ με τα λόγια της χάριτος και τις δωρεές τις οποίες λαμβάνουν από τον Θεό όσοι με πίστη θερμή προστρέχουν σε αυτόν και πράττουν τις εντολές του, να με απαλλάξετε από κάθε κατηγορία. «Εάν όμως», λέει, « δεν υπάρχει τέτοιος άνθρωπος στους σημερινούς καιρούς, τι απαντάς;»
Γιατί δεν υπάρχει, πες μου? «Διότι,»λέει «και να θέλει κάποιος δεν μπορεί να γίνει τέτοιος στους σημερινούς καιρούς, αλλά και εκείνος που δεν θέλει , δεν μπορεί να γίνει». Εάν λοιπόν ισχυρίζεται ότι και αν θέλει δεν μπορεί, τότε που θα αποδώσουμε το «Όσοι όμως τον δέχτηκαν, τους έδωσε την εξουσία να γίνουν υιοί του Θεού» και το «Εγώ είπα, είσαστε θεοί και υιοί του Υψίστου όλοι σας» και το « Να γίνεσθε άγιοι, διότι εγώ είμαι άγιος»;
Εάν όμως αυτός που δεν θέλει δεν γίνεται, βλέπε ότι συ καταδίκασες τον εαυτό σου, με το να μην θέλεις και να μην έχεις την προαίρεση να γίνεις. Γιατί αν θέλεις, μπορείς να γίνεις.
Κι αν εσύ δεν συγκαταλέγεσαι στους αγίους, όμως υπάρχουν πάρα πολλοί, Θεού θέλοντος, τους οποίους εσύ δεν γνωρίζεις. Γιατί αν στην εποχή του Ηλία ο Θεός είχε επτά χιλιάδες που δεν προσκύνησαν τον Βάαλ, πολύ περισσότερο τώρα, που σκόρπισε πλουσιοπάροχα πάνω μας το Άγιο Πνεύμα του. Αν κάποιος δεν πετάξει από πάνω του , όλα όσα τον εμποδίζουν να εισέλθει στην βασιλεία των ουρανών και δεν προσέλθει γυμνός και δεν ζητήσει να λάβει, η αιτία έγκειται σε αυτόν που δεν θέλει κι όχι στον Θεό.
Διότι όπως ακριβώς η φωτιά με σφοδρότητα και φυσιολογικά πλησιάζει τα ξύλα και τα ανάβει, με τον ίδιο τρόπο και η χάρις του παναγίου και προσκυνητού Πνεύματος, ζητεί να αγγίξει τις ψυχές μας για να φωτίσει όσους βρίσκονται στον κόσμο και, δια μέσου των φωτιζόμενων, να κατευθύνει τα βήματα των πολλών, ώστε προχωρώντας και αυτοί καλά να πλησιάσουν στη φωτιά, και ένας ένας ή όλοι μαζί, εάν είναι δυνατόν, να ανάψουν μαζί και να λάμψουν ως θεοί ανάμεσά μας, για να ευλογείται και πληθύνεται το σπέρμα του Θεού του Ιακώβ και πάντα να υπάρχει ο θεοειδής άνθρωπος που θα λάμπει ως φως επάνω στη γη.
Γι΄ αυτό λοιπόν, όπως βλέπετε, φωνάζω προς εσάς, χρησιμοποιώντας τα προφητικά λόγια: «Προσέλθετε προς αυτόν και φωτισθείτε και τα πρόσωπα των συνειδήσεων σας, δεν θα καταισχυνθούν».
Γιατί αφού παραδώσατε τους εαυτούς σας στην ραθυμία και στην αμέλεια και στις επιθυμίες και ηδονές της σάρκας, ισχυρίζεστε ότι σας είναι αδύνατον να καθορισθείτε με την μετάνοια και να προσεγγίσετε τον Θεό? Και όχι μόνον αυτό, αλλά και ότι τάχα δεν είναι δυνατόν να λάβετε τη χάρη του Πνεύματος του, και με αυτή να αναγεννηθείτε και να υιοθετηθείτε και να ομοιωθείτε με αυτόν? Δεν είναι αυτό αδύνατον, δεν είναι!
Ήταν βέβαια αδύνατον, πριν από την παρουσία του πάνω στη γη από τότε όμως που ευδόκησε να γίνει άνθρωπος και να εξομοιωθεί μαζί μας κατά πάντα εκτός της αμαρτίας ο δεσπότης των όλων Θεός τα έκανε αυτά δυνατά και εύκολα για μας, δίνοντας μας την εξουσία να γίνουμε παιδιά Θεού και συγκληρονόμοι του.

Ὁ Θεὸς εἶναι φῶς, καὶ δίνει τὴ λαμπρότητά Του σ΄ ἐκείνους πού καθαρίζουν τὴ σβησμένη λαμπάδα τῆς ψυχῆς τους



Ὁ Θεὸς εἶναι φῶς, καὶ δίνει τὴ λαμπρότητά Του σ΄ ἐκείνους πού καθαρίζουν τὴ σβησμένη λαμπάδα τῆς ψυχῆς τους κι’ ἑνώνονται μὲ τὸ «Θεῖον πῦρ». 

Θαῦμα παράδοξο! Ὁ ἄνθρωπος νὰ ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό ὄχι μόνο πνευματικά, ἀλλά καὶ σωματικά. Ἄνθρωπος καὶ Θεὸς νὰ γίνονται ἕνα, ὅπως ἕνα εἶναι καὶ τὸ ζωντανὸ ἀνθρώπινο σῶμα μὲ τὴν ψυχή. Μὲ τὴν ἕνωση αὐτή ὁ ἄνθρωπος γίνεται «κατὰ χάριν Θεός», ὅπως λέει ὁ ψαλμωδὸς Δαβίδ: «Ἐγώ εἶπα, θεοὶ ἐστε καὶ υἱοί Ὑψίστου πάντες». 

Ὁ Χριστὸς βεβαίωσε: «Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν. Ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὸν καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι. Μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν». 
Πῶς ὅμως μένουμε ἐμεῖς στὸν Χριστὸ κι’ Αὐτός σέ μᾶς; Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν ἔδωσε ὁ Ἴδιος, ὅταν, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του, προσευχήθηκε στὸν Πατέρα: «Σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοί ἐν ἡμῖν ὦσιν…κἀγώ τὴν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἓν ἐσμέν, ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν…». 
Ἀλλά καί στούς μαθητές Του μέ σαφήνεια εἶπε: «Πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγώ ἐν τῷ πατρί καί ὁ πατήρ ἐν ἐμοί … ἐγώ ἐν τῷ πατρί μου καί ὑμεῖς ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν ὑμῖν». Ἐναργέστατα εἶναι τὰ θεϊκὰ κι’ ἀλάθητα λόγια τοῦ Κυρίου. 

Ὅπως ὁ Πατέρας εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Υἱό Του, ἔτσι κι’ ἐμεῖς εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ τὸν Θεό. Καὶ ὅπως ὁ Πατέρας μένει «κατὰ φύσιν ἐν τῷ Υἱῷ», ἔτσι καὶ ὅσοι πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ ἀναγεννήθηκαν «διὰ Πνεύματος Ἁγίου», μένουν «κατὰ χάριν ἐν τῷ Θεῷ» καὶ ὁ Θεὸς μένει σ’ αὐτούς ὡς «κατὰ χάριν υἱούς» Του. Τί θαυμαστή, θεανθρώπινη ἕνωση! 
Ἡ ἕνωση ὅμως Πατέρα καὶ Υἱοῦ δὲν εἶναι παρὰ ἕνωση ἄπειρης καὶ ἄφατης ἀγάπης. 
Καὶ ἡ ἀγαπη τοῦ Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα φανερώνεται μὲ τὴν «ἐν ἄκρᾳ ταπεινώσῃ» ἄρνηση τοῦ θελήματός Του καὶ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ πατρός. Αὐτό ἀκριβῶς χαρακτηρίζει πρωταρχικὰ τὴν Θεία Ἕνωση. Αὐτό ὅμως πρέπει νὰ χαρακτηρίζει καὶ τὴ δική μας ἀγαπητική ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ εἶναι γνήσια: ἡ ταπεινή ἐκπλήρωση τοῦ ἁγίου θελήματός Του, δηλαδή ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Τό εἶπε ὁ ἴδιος: «Ἐάν ἀγαπᾶτε με, τά ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε… Ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνος ἐστὶν ὁ ἀγαπῶν με… Ἐάν τις ἀγαπᾶ με, τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσῃ αὐτόν, καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσωμεν». 
Ὁ Θεός ἔρχεται καί «ποιεῖ μονήν παρ’ ἡμῖν», -μέ ἄλλα λόγια: ἑνώνεται μαζί μας- μόνον ἄν Τόν ἀγαπᾶμε ἔμπρακτα, τηρώντας τό νόμο Του. Τότε ζοῦμε τήν παρουσία Του μέσα μας. Τότε πραγματοποιεῖται ὁ λόγος Του: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι». Τότε προγευόμαστε τή μυστική καί ἀπερίγραπτη γλυκύτητα τῆς βασιλείας Του, τήν ἄρρητη ἀπό τό φθαρτό σῶμα. Γιατί, ὅπως βεβαιώνει ὁ ἴδιος, «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι ‘Κύριε, Κύριε’ εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». 
Μέ ὅλα ὅσα εἴπαμε ὡς τώρα, δείξαμε τόν ἕνα τρόπο ἑνώσεώς μας μέ τόν Θεό: τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Ὑπάρχει ὅμως καί ἄλλος, παράλληλος, πού συμπληρώνει καί ἐνισχύει τόν πρῶτο. Αὐτός εἶναι ἡ συχνή συμμετοχή μας στό μυστικό δεῖπνο Του, ἡ μετάληψη τῶν ἀχράντων μυστηρίων Του. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός πάλι εἶπε: «Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα, ἐν ἐμοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῷ… Ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσει εἰς τόν αἰώνα… Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἔχει ζωήν αἰώνιον, κἀγώ ἀναστήσω αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρα». Γιά νά εἴμαστε λοιπόν ἑνωμένοι μέ τόν Κύριο καί νά ἔχουμε ζωή αἰώνια, πρέπει νά κοινωνοῦμε συχνά τό Σῶμα καί τό Αἷμα Ἐκείνου, πού εἶναι ἡ Πηγή τῆς ζωῆς. 
Ἀλλιῶς, ὄχι μόνον εἴμαστε χωρισμένοι ἀπ’ Αὐτόν, ἀλλά καί νεκροί: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐάν μή φάγητε τήν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίητε Αὐτοῦ τό αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς». Ἄς προσέξουμε ὅμως, νά μήν κοινωνοῦμε χωρίς βαθειά μετάνοια, συντριβή καρδιᾶς, καθαρή ζωή καί πνευματική προετοιμασία, γιατί τότε ἡ Θεία Κοινωνία ὄχι μόνο δέν συντελεῖ στήν ἕνωσή μας μέ τόν Χριστό, ἀλλά, ἀντίθετα, μᾶς καταδικάζει καί μᾶς κατακαίει. «Ὁ γάρ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως», λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «κρίμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει». Γι’ αὐτό «δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν, καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω». 
Ἂς φυλάξουμε λοιπὸν μὲ προθυμία καὶ ἐπιμέλεια τὶς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, καί ἄς προσερχόμαστε μέ συναίσθηση καί ἀκατάκριτη συνείδηση στά πανάγια μυστήριά Του, γιά νά ἑνωθοῦμε μαζί Του· γιά νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια βασιλεία Του· γιά νά μήν ὑποστοῦμε στήν παρούσα ζωή ὅ,τι λέει ὁ Τίμιος Πρόδρομος: «Ὁ ἀπειθών τῷ Υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ’ ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ’ αὐτόν». Γιά νά μήν ἀκούσουμε στήν ἄλλη ζωή τόν φοβερό λόγο τοῦ Κυρίου: «Ἀπέλθετε ἀπ’ ἐμοῦ… Οὐκ οἷδα ὑμᾶς!…». 
Γιά νά δεχθοῦμε, τέλος, τήν πανευφρόσυνη πρόσκληση: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου».

Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου 

Όποιος αμαρτάνει δεν αμαρτάνει επειδή αμαρτάνει, αλλά επειδή δεν μετανοεί...



Όποιος αμαρτάνει δεν αμαρτάνει επειδή αμαρτάνει, αλλά επειδή δεν μετανοεί.
Καρπός της πίστης είναι το άγιο και ανέσπερο φως και το άγιο φως είναι προσθήκη και αύξηση της πίστης.
Γιατί όσο πηγάζει το φως, η πίστη αυξάνει και ανεβαίνει στα ύψη.

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος

Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν



«Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς ». Μ’ αὐτὰ τὰ λόγια καλεῖ ὁ Χριστὸς ὅλους, ὅσοι λυγίζουν κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας. 
Καὶ προσθέτει στὴν Ἀποκάλυψη: «Ὁ διψῶν ἐρχέσθω… ἐγὼ τῷ διψώντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν». Τρέξτε ὅλοι οἱ διψασμένοι, φωνάζει ὁ Κύριος, στὴν αἰώνια καὶ ζωοπάροχη βρύση.
Ὅσο ἁμαρτωλὸς κι’ ἂν εἶσαι, φονιᾶς, μοιχὸς ἢ κάτι ἄλλο, σὲ δέχεται ὁ Δεσπότης. 
Σηκώνει ἀμέσως τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν σου καὶ σ’ ἐλευθερώνει. Καὶ πῶς τὸ κάνει αὐτό; Ὅπως ἀκριβῶς συγχώρεσε τὶς ἁμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ, λέγοντάς του: «Τέκνον, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι». Κι ἀμέσως τὸν λύτρωσε ἀπὸ τὸ βάρος του καὶ τὸν θεράπευσε.
Πρόστρεχε λοιπὸν στὸν Χριστό, παρακαλώντας Τον δυνατά, ἐπίμονα καὶ ἀκατάπαυστα, ὅπως ὁ τυφλὸς τότε, στὴν Ἱεριχώ : «Ἰησοῦ, υἱὲ Δαβίδ, ἐλέησόν με!». Κι’ Ἐκεῖνος, ὅπως τότε, θὰ σὲ ρωτήσει μυστικά: « Τί σοὶ θέλεις ποιήσω;». Ἐσύ, ὁ τυφλὸς στὴν ψυχή, θὰ πεῖς: «Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω ». Ὁ Χριστός, βλέποντας τὴν πίστη σου, τὴ μετάνοιά σου, τὴ ζέση τῆς ἱκεσίας σου, θὰ σὲ σπλαχνιστεῖ καὶ θὰ σὲ θεραπεύσει, χαρίζοντας στὴν ψυχή σου τὸ φῶς.
Ὅταν ὅμως δὲν προσευχόμαστε μὲ πόνο, μ’ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μας καὶ μ’ ἀληθινὴ μετάνοια, δὲν θὰ μᾶς ἀκούσει ὁ Χριστός, δὲν θὰ μᾶς συγχωρέσει, δὲν θὰ μᾶς φωτίσει.
Ἂν πάλι εἴμαστε ἀμελεῖς, ἂν δὲν τρέξουμε στὸν Κύριο καὶ δὲν Τὸν ἀκολουθήσουμε μὲ συνέπεια, ἀφήνοντας τὶς ἁμαρτίες μας, ὅπως ὁ τελώνης καὶ κατοπινὸς εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ἄφησε τὸ τελώνιο καὶ τὴν πλεονεξία, τότε δὲν θὰ πάρουμε ἐκεῖνο ποῦ ζητᾶμε.
Πρέπει πρωταρχικὰ νὰ φλογιστοῦμε ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς μετανοίας, τῆς ἐπιστροφῆς καὶ τῆς ἱκεσίας.
Ὁ Κύριος ὄχι μόνο γι’ αὐτοὺς «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη εἰς γῆν», ἀλλὰ γιὰ ὅλους μας. Καὶ δὲν θέλει νὰ κολαζόμαστε αἰώνια, σὰν δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε στὸν οὐρανό, ἀφοῦ πρῶτα, μὲ ἀγώνα πνευματικό, τηρήσουμε τὶς ἐντολές Του καὶ καθαριστοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη, «ἕκαστος κατὰ τὸν ἴδιον κόπον».
Πρέπει νὰ ξέρουμε, πώς ὁ ἱδρώτας πού χύνουμε γιὰ τὴν κάθαρσή μας καὶ τὴν ἀρετὴ δὲν πάει χαμένος. Ὁ Χριστὸς βλέπει τὸν κόπο μας καὶ τὸν ἀγώνα μας καὶ θὰ μᾶς στεφανώσει. Στὸν ἀγώνα αὐτόν, ἐξάλλου, δὲν μᾶς ἀφήνει μόνους. Μᾶς χαρίζει τὴ μυστικὴ δύναμή Του, γιὰ νὰ νικήσουμε τοὺς νοητοὺς ἐχθρούς.
Τὴ δύναμη ὅμως αὐτὴ δὲν μᾶς τὴν δίνει, ἂν δὲν Τοῦ τὴ ζητήσουμε. Γιατί μὴ ζητώντας την, δείχνουμε πώς δὲν τὴ θέλουμε. Καὶ πῶς νὰ μᾶς δώσει κάτι πού δὲν θέλουμε; Γι’ αὐτὸ εἶπε: «Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν».
Ἀλλὰ κι’ αὐτὸ δὲν φτάνει. Γιατί μπορεῖ ἀπὸ τὴ μία νὰ ζητᾶμε τὴν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ στὸν πνευματικό μας πόλεμο, κι’ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ καταθέτουμε εὔκολα τὰ ὅπλα μπροστὰ στοὺς ἐχθρούς μας –τοὺς δαίμονες, τὰ πάθη, τὸν κόσμο– καὶ νὰ παραδινόμαστε σ’ αὐτούς.
Ὅταν λοιπὸν ὁ Θεὸς βλέπει τέτοια ὑποχωρητικότητα, μικροψυχία καὶ ἀπροθυμία, γιατί νὰ μᾶς βοηθήσει; Ζητᾶμε βοήθεια στὸν πόλεμο, καὶ δὲν πολεμᾶμε. Ἐπιζητοῦμε τὴ νίκη, καὶ ἀγωνιζόμαστε μὲ χλιαρότητα καὶ ραθυμία. Ἐπιθυμοῦμε προκοπὴ πνευματική, καὶ ἀφήνουμε νὰ μᾶς αἰχμαλωτίσει ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ ὀκνηρία. Θέλουμε κάθαρση, καὶ ἱκανοποιοῦμε τὰ σαρκικὰ πάθη. Δὲν εἶναι ἀντιφατικὰ ὅλ’ αὐτά;
Πῶς λοιπὸν νὰ μᾶς στείλει ὁ Κύριος τὴ χάρη Του ὅταν δὲν τὴν ἀξιοποιοῦμε; Ἢ μᾶλλον, ὅταν, τολμῶ νὰ πῶ, βλάσφημα τὴν περιφρονοῦμε; Ὅπως ἔχουμε ξαναπεῖ, ὁ Θεὸς δὲν ἐμπαίζεται. Εἶπε, βέβαια, «αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν». Καὶ πάλι: «Πάντα ὅσα ἂν προσευχόμενοι αἰτεῖσθε, πιστεύετε ὅτι λαμβάνετε, καὶ ἔσται ὑμῖν». Ὅμως μὲ τὸ στόμα τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου εἶπε καὶ τοῦτο: «Αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε». Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς βλέπει πώς δὲν ἔχουμε διάθεση ν’ ἀγωνιστοῦμε ὅσο πρέπει καὶ ὅσο μποροῦμε, δὲν μᾶς βοηθάει, ὅσο κι ἂν Τὸν παρακαλοῦμε. Τότε εἶναι πού «αἰτοῦμεν, καὶ οὐ λαμβάνομεν».
Ἂς μὴν προφασιζόμαστε ἀδυναμία. Ἂς μὴν ἐπικαλούμαστε τὴ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας καὶ τὰ ἀκατανίκητα τάχα πάθη μας. Τίποτα δὲν εἶναι ἀδύνατο σ’ αὐτὸν πού ἀληθινὰ πιστεύει στὸν Κύριο –«πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι»-, ἀφοῦ καὶ σ’ Ἐκεῖνον, τὸν παντοδύναμο, εἶναι ὅλα δυνατά: «παρὰ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι».
Ἂς προσευχόμαστε λοιπὸν ἀδιάλειπτα, ζητώντας μὲ βαθειὰ πίστη τὸ ἔλεός Του: «Κύριε, ἐλέησον ! Κύριε, ἐλέησον!»
Ἂς Τὸν παρακαλοῦμε μ’ εὐγνωμοσύνη καὶ ἀγάπη ἀπέραντη, σὰν δοῦλοι ἐξαγορασμένοι μὲ τὸ πανάχραντο αἷμα Του, νὰ μᾶς ἐνισχύση στὴν ἄνιση πάλη μας «πρὸς τὰς ἀρχὰς πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου». 
Ἂς Τὸν ἱκετεύουμε ἀκατάπαυστα νὰ μᾶς περιτειχίση μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ δύναμή Του στὸν ἐπίπονο ἀγώνα γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.
Πρέπει ἀπαραίτητα ν’ ἀνταποκριθοῦμε σ’ αὐτὴ τὴ θεϊκὴ χάρη καὶ δύναμη, μὲ ταπεινὸ ἀλλὰ καὶ ἀγωνιστικὸ φρόνημα. Τότε, πράγματι, «δοθήσεται ἡμῖν».

Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου

http://www.imaik.gr/

''Ο Δεσπότης μας διδάσκει...και τότε να δεχόμαστε και να ακούμε τους λόγους του ως λόγους του Χριστού''



''Ο Δεσπότης μας διδάσκει να μη εξαπατώμαστε με τα λόγια μόνον και να πιστεύουμε κάθε άνθρωπο που λέγει ότι είναι πνευματικός. Αλλά να βεβαιωνόμαστε πρώτα από τον βίο και τις πράξεις του, και μάλιστα αν συμφωνούν οι λόγοι και οι πράξεις του με τις διδασκαλίες του Κυρίου και των Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων, και τότε να δεχόμαστε και να ακούμε τους λόγους του ως λόγους του Χριστού'' 

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ
(Θεολογικός Πρώτος, Φιλοκαλία, ΕΠΕ, τομ. 19Β, σελ. 53 και 55).

Δὲν ὠφελούμεθα ἀπὸ τὴν καθαρότητα τοῦ σώματος ἐὰν δὲν συνυπάρχουν καὶ οἱ ὑπόλοιπες ἀρετὲς



Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες. Εἶναι καλὸν πράγμα ἡ μετάνοια καὶ ἡ ὠφέλεια ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτήν. Αὐτὸ γνωρίζοντας καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεός μας, ὁ ὁποῖος ὅλα τὰ γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων, εἶπε: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Θέλετε δὲ νὰ μάθετε ὅτι χωρὶς μετάνοια, καὶ μάλιστα μετάνοιαν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς καὶ τοιαύτην ὅπως ὁ Λόγος τὴν ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς, εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθοῦμε; 
Ἀκοῦστε τὸν ἴδιον τὸν Ἀπόστολο ποὺ λέγει «…πάσα ἁμαρτία ἐκτός τοῦ σώματος ἐστίν. Ὁ δὲ πορνεύων εἰς το ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει…». Καὶ πάλιν. «Παραστῆναι δεῖ ἠμᾶς ἔμπροσθέν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἴνα ἀπολήψεται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς εἰ ἔπραξε, εἴτε ἀγαθὰ εἴτε φαῦλα». Ἠμπορεῖ λοιπὸν πολλὲς φορὲς λαμβάνοντας κάποιος ἀφορμὴν ἀπὸ αὐτὰ νὰ εἰπῆ: «εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, διότι δὲν ἐμόλυνα κανένα μέλος τοῦ σώματός μου μὲ κάποιαν πονηρὰ πράξη», καὶ ἔχει δῆθεν παρηγορία ἀπὸ αὐτό, ἐπειδὴ εἶναι....
ξένος ἀπὸ σωματικὴν ἁμαρτία. Ἀλλὰ ἀποκρίνεται ὁ Δεσπότης λέγοντας Δεσποτης λέγοντας τὴν παραβολὴν περὶ τῶν δέκα παρθένων, καὶ δεικνύει σὲ ὅλους μας καὶ μᾶς βεβαιώνει ὅτι καθόλου δὲν ὠφελούμεθα ἀπὸ τὴν καθαρότητα τοῦ σώματος, ἐὰν δὲν συνυπάρχουν σ’ ἐμᾶς καὶ οἱ ὑπόλοιπες ἀρετές.

Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ὁ ἴδιος πάλιν ὁ Παῦλος μαζὶ μὲ τὸν Δεσπότην φωνάζει: «Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων καὶ τoν ἁγιασμόν, οὐ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τoν Κύριον». Γιατί ὅμως εἶπε «διώκετε»; Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν σὲ μίαν ὥρα νὰ γίνωμε καὶ νὰ εἴμεθα ἅγιοι, ἀλλὰ πρέπει ἀρχίζοντας ἀπὸ τὰ μικρά, νὰ φθάσωμε προοδευτικῶς στὸν ἁγιασμὸν καὶ τὴν καθαρότητα, καὶ διότι ἀκόμη καὶ χίλια χρόνια ἐὰν ζήσωμε στὴν ζωὴν αὐτήν, οὐδέποτε θὰ ἠμπορέσωμε νὰ τὰ ἀποκτήσωμε αὐτὰ σὲ τέλειον βαθμό, ἀλλὰ βάζοντας ἀρχὴν καθημερινῶς, ὀφείλουμε νὰ ἀγωνιζώμεθα συνεχῶς. 

Αὐτὸ ἐφανέρωσε πάλιν ὁ ἴδιος λέγοντας, «Διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω (μήπως κατορθώσω δηλαδὴ) ἐφ’ ὢ καὶ κατελήφθην (ἐκεῖνο δηλαδὴ γιὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Χριστὸς μὲ ἔφερε κοντά του)». Διότι κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἁμαρτήσει, ὅπως ἐγὼ ὁ κατακεκριμένος, καὶ ἔκλεισε μὲ τoν βόρβορο τῶν ἡδονῶν τὶς αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς του, ἀκόμη καὶ ἂν ὅλην τὴν περιουσία του τὴν διεμοίρασε στοὺς πτωχούς, καὶ ἐγκατέλειψε ὅλην τὴν δόξα καὶ λαμπρότητα τῶν ἀξιωμάτων καὶ πολυτέλειαν οἴκου καὶ ἵππων, ποιμνίων καὶ δούλων, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἴδιούς του φίλους καὶ τοὺς συγγενεῖς του ὅλους, καὶ ἦλθε πτωχὸς καὶ ἀκτήμων καὶ ἔγινε μοναχός, παρ’ ὅλα αὐτὰ χρειάζεται τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας, ὡς ἀναγκαία γιὰ τὴν ζωήν του. Καὶ αὐτὸ γιὰ νὰ ἀποπλύνη τὸν βόρβορο τῶν ἁμαρτημάτων του, καὶ ἀκόμη περισσότερον ἐὰν εἶναι καλυμμένος, ὅπως ἐγώ, μὲ τὴν αἰθάλη καὶ τὸν βόρβορο τῶν πολλῶν του κακῶν, ὄχι μόνον στὸ πρόσωπο καὶ στὰ χέρια, ἀλλὰ σὲ ὅλον γενικῶς τὸ σῶμα του. 

Πράγματι, δὲν ἀρκεῖ γιὰ τὴν κάθαρσιν τῆς ψυχῆς μας ἡ διανομὴ τῶν ὑπαρχόντων, ἀδελφοί, ἐὰν παραλλήλως δὲν κλαύσωμε καὶ δὲν θρηνήσωμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας. Διότι νομίζω ὅτι ἐὰν δὲν καθαρίσω ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν μου μὲ κάθε δυνατὴν προσπάθεια καὶ μὲ τὰ δάκρυα ἀπὸ τὸν μολυσμὸν τῶν ἁμαρτημάτων μου, ἀλλὰ ἐξέλθω ἀπὸ τoν βίον μολυσμένος, δικαίως θὰ γελάση καὶ ὁ Θεὸς εἰς βάρος μου καὶ οἱ ἄγγελοί του, καὶ θὰ ἐκβληθῶ στὸ πῦρ τὸ αἰώνιον μὲ τοὺς δαίμονες. Ναί, πράγματι, ἔτσι εἶναι ἀδελφοί. Διότι τίποτε δὲν ἐφέραμε μαζί μας στὸν κόσμο, γιὰ νὰ τὸ δώσωμε στoν Θεὸν ὡς ἀντιλυτρον γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας.

Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἀδελφοί, σὲ ὅλους, ὄχι μόνον στοὺς μοναχοὺς ἀλλὰ καὶ στοὺς λαϊκούς, τὸ νὰ μετανοοῦν πάντοτε καὶ διαρκῶς, καὶ νὰ κλαίουν καὶ νὰ παρακαλοῦν τον Θεόν, καὶ δὶ’ αὐτῶν τῶν πράξεων νὰ ἀποκτήσουν καὶ ὅλες τὶς ὑπόλοιπες ἀρετές.

Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου

Ἡ μεγαλύτερη ἀρετή

Ἀδελφοί μου, θέλω νά σᾶς μιλήσω γιά κεῖνα τάπράγματα πού συμβάλλουν στήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς,καί ντρέπομαι τήν ἀγάπη σας, γνωρίζοντας τήνἀναξιότητά μου. Θά προτιμοῦσα νά σιωπήσω, γιατίδέν τολμῶ νά σηκώσω τά μάτια μου καί ν’ ἀντικρύσωπρόσωπο ἀνθρώπου. 
Ἡ συνείδησή μου μέ κατακρίνει,καί μέ πληροφορεῖ πώς εἶμαι ἀνάξιος νά γίνω ὀδηγόςσας. Λυπᾶμαι πού προκρίθηκα νά ὁδηγῶ ἐσᾶς ἐγώ ὁ ταπεινός, ἐγώ πού εἶμαι κατώτερος ἀπ’ ὅλους σας καίδέν ἔχω λόγο «μεμαρτυρημένο» ἀπό τίς πράξεις μουκαί τήν πολιτεία μου… 
Γνωρίζω καλά πώς ὁ Κύριος δέν μακαρίζει ὅποιον διδάσκει μόνο, μά ὅποιον ἐφαρμόζει πρῶτα τίς ἐντολές Του καί ὕστεραδιδάσκει. «Ὁ ποιήσας καί διδάξας» λέγει, «μέγαςκληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν». Γιατί μόνονὅσοι ἀκοῦνε ἕνα τέτοιο δάσκαλο, προθυμοποιοῦνταινά τόν μιμηθοῦν. Καί δέν ὠφελοῦνται ἀπό τά λόγια του τόσο, ὅσο παρακινοῦνται ἀπό τά καλά του ἔργα.Σᾶς παρακαλῶ ὅμως, νά μή βλέπετε τή δική μουραθυμία, ἀλλά ν’ ἀκοῦτε τά προστάγματα τοῦ Θεοῦκαί τίς ὑποθῆκες τῶν ἁγίων Πατέρων. Γιατί οἱθεοφώτιστοι Πατέρες μας δέν ἔγραφαν καμιά ἐντολή,ἄν πρῶτα δέν τήν ἐφάρμοζαν.
Οἱ ἐντολές λοιπόν τοῦ Κυρίου εἶναι ἕνας δρόμος, πού μᾶς ἀνεβάζειὅλους στόν οὐρανό, μᾶς ὁδηγεῖ στόν Θεό.
Πολλοί εἶναι οἱ δρόμοι καί οἱ τρόποι, πού φέρνουν τόν ἄνθρωποστή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἤ μᾶλλον οἱ δρόμοι αὐτοί φαίνονται πολλοί ἀλλά στήν πραγματικότητα εἶναι ἕνας, πού χωρίζεται σέπολλούς, ἀνάλογα μέ τή δύναμη καί τήν προαίρεση τοῦ καθενός.
Λέγοντας δρόμους, ἐννοοῦμε τίς πνευματικές ἀρετές. Προπαντόςτίς τρεῖς μεγάλες ἀρετές, τήν πίστη, τήν ἐλπίδα καί τήν ἀγάπη,καί ἰδιαίτερα τήν μεγαλύτερη ἀπό ὅλες, τήν ἀγάπη, πού πάνω της θεμελιώθηκαν ἡ πίστη καί ἡ ἐλπίδα.
Τά ὀνόματα τῆς ἀγάπης εἶναι πολλά, τά ἔργα της ἐπίσης πολλά, τάγνωρίσματά της περισσότερα καί τά ἰδιώματά της πάμπολλα. Δένμπορεῖ κανείς νά τήν περιγράψει μέ λόγια. Ὅταν θυμᾶμαι τόκάλλος της, εὐφραίνεται ἡ καρδιά μου, γεμίζω μέ γλυκύτητα καίπεριέρχομαι σέ ἔκσταση. Ὄταν τή συλλογίζομαι, χάνω τίςσωματικές μου αἰσθήσεις, βγαίνω τελείως ἀπό τήν παρούσα ζωήκαί λησμονῶ τά πράγματα τοῦ κόσμου.
Καλότυχος εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἀγκάλιασε τήν ἀγάπη τή θεϊκή. Αὐτόςδέν θά ἐπιθυμήσει μέ ἐμπάθεια κανένα κάλλος ἀνθρώπινο.
Εὐτυχισμένος εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἐρωτεύθηκε τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, σαγηνεύθηκε ἀπό τήν ὀμορφιά της καί τήν ἀπόλαυσε μέ πολύ πόθο.Αὐτός θ’ ἁγιασθεῖ στήν ψυχή.
Καλότυχος καί τρισευτυχισμένος εἶν’ ἐκεῖνος, πού πόθησε μ’ ὅλητου τήν καρδιά τήν ἀγάπη καί ἀλλοιώθηκε ἀπ’ αὐτήν πνευματικά.Αὐτός θά γεμίσει τήν ψυχή του μ’ εὐφροσύνη καί τήν καρδιά τουμέ χαρά ἀνέκφραστη.
Αὐτός πού ἀπέκτησε την ἀγάπη, ἀδιαφορεῖ τελείως γιά τούς θησαυρούς τοῦ κόσμου. 
Αὐτός γεμίζει μέ τόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης, πού εἶναι ἀνεξάντλητος.
Μακάριος καί τρισμακάριος αὐτός πού ἐνστερνίσθηκε τήν ἀγάπη. Μολονότι ἐξωτερικά φαίνεται ἄδοξος, στήν πραγματικότητα εἶναιἐνδοξότερος ἀπ’ ὅλους τούς ἐνδόξους.
Ἐπαινετός εἶν’ ἐκεῖνος πού ζήτησε τήν ἀγάπη, ἐπαινετότεροςἐκεῖνος πού τή βρῆκε καί μακαριότερος ἐκεῖνος πού τήν ἀγάπησε.
Ὦ ἀγάπη θεία, πού μέσα σου βρίσκεται ὁ Χριστός! Ἄνοιξε καί σέμᾶς τήν πόρτα σου, γιά νά δοῦμε τόν Χριστό, πού ἔπαθε γιά μᾶς,καί νά ἐλπίσουμε στό ἔλεός Του. Νά Τόν δοῦμε, γιά νά μήνπεθάνουμε πιά. Γέμισε τήν ὕπαρξή μας, γιά νά νοιώσουμε τόμυστήριο τῆς ἔνσαρκης οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐσύ πού βίασες τ’ἀβίαστα καί πλουσιόδωρα σπλάχνα τοῦ Κυρίου μας, γιά νάσηκώσει τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἔλα καί στη δική μας ταλαίπωρη ψυχή.
Ὦ θεία ἀγάπη, θέλουμε νά σέ γνωρίσουμε καί νά μᾶς γνωρίσεις,γιατί σοῦ εἴμαστε ἄγνωστοι. Κατοίκησε μέσα μας, γιά νά ‘ρθει ὁΔεσπότης Χριστός νά μᾶς ἐπισκεφθεῖ. 
Μολονότι εἴμαστε ἀνάξιοι,ἔλα νά μᾶς ἁγιάσεις.
Ἀλλά γιά νά σέ νοιώσουμε, πρέπει νά γνωρίσουμε πρῶτα τόνΧριστό. Μόνον σάν προσπέσουμε στ’ ἄχραντα πόδια Του, θάβιώσουμε στή ζωή μας τήν ἀγάπη. Μόνον σάν λυτρωθοῦμε ἀπό τόχρέος τῶν ἁμαρτιῶν μας, θ’ ἀρχίσει νά ζεῖ μέσα μας ἡ ἀγάπη.
Ἄς βάλουμε λοιπόν μέσα στήν καρδιά μας τήν ἀγάπη, πού εἶναι «ἡδιδάσκαλος τῶν Προφητῶν, ἡ σύνδρομος τῶν Ἀποστόλων, ἡδύναμις τῶν Μαρτύρων, ἡ ἔμπνευσεις τῶν Πατέρων καί ἡτελείωσις ὅλων τῶν Ἁγίων».
Ἄς μάθουμε νά δουλεύουμε καί νά ὑποτασσόμαστε στόν Χριστό,γιά ν’ ἀρχίσει ν’ ἀνθίζει μέσα στήν ψυχή μας τό λουλούδι τῆςἀγάπης. Ὁ Χριστός μᾶς ἄνοιξε τό δρόμο, πού πρέπει ν’ἀκολουθήσουμε γιά νά φτάσουμε στήν ἀγάπη. Ἔγινε φτωχός, γιάνά γίνουμε ἐμεῖς πλούσιοι σέ ψυχικά χαρίσματα.
Ἄς συγχωρέσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, γιά νά ἀπολαύσουμε τ’ ἀγαθάτοῦ Θεοῦ καί νά δοκιμάσουμε τή γλυκύτητα πού δοκιμάζει ὅποιοςἀκολουθεῖ τόν Θεό τῆς ἀγάπης.
Ἐκεῖνος πού δέν ἀγάπησε τόν Χριστό, τρέχει μάταια καί ποτέ δένπρόκειται νά Τόν φτάσει, ἄν δέν ἀγαπήσει πρῶτα τόν ἀδελφότου.
Ἐκεῖνος πού ἔφτασε τήν ἀγάπη, πλησίασε τόν ἴδιο τόν Χριστό, γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι τό πλήρωμα τοῦ νόμου Του. Χωρίς ἀγάπη ἡκαρδιά μας εἶναι στείρα καί δέν εὐφραίνεται μέ τά θαυμάσια τοῦΘεοῦ.
Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν νά βιώσετε τήν ἀγάπη καί νά μήν ἀποκάμετεκαί σταματήσετε πρίν τή φτάσετε. Γιατί κάθε ἄσκηση καί κάθε πνευματικός ἀγώνας, πού δέν ἔχει στόχο τήν ἀγάπη, εἶναι μάταιος.Δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναγνωρισθεῖ κανείς σάν μαθητής τουΧριστοῦ μέ ἄλλη ἀρετή ἤ ἐντολή, παρά μόνον μέ τήν ἀγάπη. Τό λέειὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταίἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις».
Γιά τήν ἀγάπη ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος κι’ ἔζησε ἀνάμεσά μας καίὑπέμεινε θεληματικά καί φρικτά πάθη, γιά νά ἐλευθερώσει τόνἄνθρωπο ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας καί νά τόν ἀνεβάσει στούςοὐρανούς.
Γιά τήν ἀγάπη ἔτρεξαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐκεῖνον τόνἀτέλειωτο δρόμο, γιά νά βγάλουν ἀπό τό βυθό τῆςεἰδωλολατρείας καί νά φέρουν στό λιμάνι τῆς οὐράνιας βασιλείαςὁλόκληρη τήν οἰκουμένη, τραβώντας την μέ τ’ ἀγκίστρια καί τάδίχτυα τοῦ Θείου Λόγου.
Γιά τήν ἀγάπη θυσίασαν μέ προθυμία τή ζωή τους οἱ θεοφόροι διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης, γιά νά δοξασθεῖ ἡ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
Ἄς ἀγωνιστοῦμε, λοιπόν, νά εὐαρεστήσουμε τόν Χριστό μέ τήνἀγάπη. 
Ὅταν ἀγαπᾶμε τούς ἀνθρώπους καί τόν Θεό, τότε Αὐτόςμᾶς προσφέρει τ’ ἀνεκτίμητα δῶρα Του: τήν ΠΙΣΤΗ, τήνΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ καί τήν ΕΥΛΑΒΕΙΑ. Μᾶς χαρίζει ἀκόμα τήνΚΑΤΑΝΥΞΗ καί τά ΔΑΚΡΥΑ, πού καθαγιάζουν τήν ψυχή, καί μᾶςγεμίζει μέ ΘΕΙΟ ΦΩΣ καί ΠΝΕΥΜΑ ΑΓΙΟ.

(«ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ», Ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)

Θέλουμε θερμά νά εὐχαριστήσουμε τόν σεβαστό Γέροντα τῆς Ἱ. Μ. Παρακλήτου γιά τήν δοθεῖσα εὐλογία νά δημοσιεύουμε στόδιαδίκτυο ἀποσπάσματα ἀπό τά βιβλία τῶν ἐκδόσεων τῆς ἹερᾶςΜονῆς.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

hristospanagia3.blogspot.com

«Εξαγοραζόμενοι τον καιρόν»

Περισσότερο ὠφελεῖται κανείς μελετώντας καθημερινά τό νόμο τοῦ Θεοῦ, παρά ὁποιοδήποτε ἄλλο βιβλίο. Γιατί μέσα στή Γραφή εἶναι κρυμένα νοήματα ἁγιοπνευματικά, πού ὄχι μόνο χαρίζουν ἀνέκφραστη ἡδονή στήν ψυχή, μά καί τήν ἀνεβάζουν στόν οὐρανό, πάνω ἀπό τά γήινα καί κοσμικά πράγματα.
Ἄς δοῦμε λοιπόν τώρα κάτι μέσα ἀπό τίς σελίδες τῆς Γραφῆς.
Ἄς ἐξετάσουμε μέ ἀκρίβεια μερικά θεόπνευστα λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου, γιά νά ἀπολαύσουμε τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά εὐφρανθεῖ ἡ ψυχή μας.
Ἕνα ἀπό τά σημαντικά ἀποστολικά παραγγέλματα εἶναι καί τοῦτο: «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μή ὡς ἄσοφοι ἀλλ’ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι». Ὅπως κάθε ἔμπορος, κάθε γεωργός καί τεχνίτης χρειάζεται νά ἔχει φροντίδα κι’ ἐπιμέλεια στό ἔργο του, γιατί διαφορετικά ζημιώνεται, ἔτσι συμβαίνει καί στά ἔργα τά πνευματικά.
Θά σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα:
Ὅταν ὅλοι οἱ πραματευτές τρέχουν στό πανηγύρι καί ἀγωνίζονται μέ κάθε τρόπο νά πουλήσουν τήν πραμάτια τους, ἕνας ὅμως πραματευτής χαζεύει τριγυρίζοντας ἐδῶ κι ἐκεῖ, στά ξεφαντώματα καί στά μεθύσια τῶν πανηγυριστῶν, χωρίς νά νοιάζεται ἄν θά πουλήσει τά ἐμπορεύματά του, σᾶς ρωτάω, ποιός ἀξιοποιεῖ καί χρησιμοποιεῖ ὠφέλιμα τό χρόνο; Ἐκεῖνος πού τόν ξοδεύει σέ μάταια κι’ ἀνώφελα πράγματα, ἤ οἱ ἄλλοι, πού πουλᾶνε τά ἐμπορεύματά τους καί κερδίζουν χρήματα;
Ὕστερ’ ἀπ’αὐτό, ἄς ἐξετάσουμε τά νοήματα τοῦ ἀποστολικοῦ ρητοῦ, γιά νά μάθουμεπῶς χρησιμοποιεῖ κανείς ὠφέλιμα τόν καιρό, ποιός εἶναι ὁ καιρός αὐτός, καί ποιές εἶναι οἱ πονηρές ἡμέρες, γιά τίς ὁποῖες μιλάει ὁ ἀπόστολος.
Καιρός πραμάτειας κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἡ παρούσα ζωή. Καί πονηρές ἡμέρες εἶν’ ἐκεῖνες, πού δέν τίς μεταχειρίζεται κανείς ὅπως πρέπει. Κάθε ἄνθρωπος λοιπόν, πού πολιτεύεται στήν 
παρούσα ζωή μέ σωφροσύνη καί ἀρετή, καί ὑποφέρει μέ γενναιότητα καί ὑπομονή ὅλες τίς θλίψεις καί τούς πειρασμούς, πού τοῦ προξενοῦν ὁρατοί καί ἀόρατοι ἐχθροί, αὐτός ἐξαγοράζει τόν καιρό μέ φρόνηση. Σοφός πραματευτής τῆς πρόσκαιρης αὐτῆς ζωῆς εἶν’ ἐκεῖνος, πού ἐκμεταλλεύεται ὅλες τίς εὐκαιρίες τῶν ἀδικιῶν, τῶν ἀτιμιῶν καί τῶν ὀνειδισμῶν, γιατί σκέφτεται τό πνευματικό κέρδος ἀπό τήν καρτερική ἀντιμετώπισή τους.
Ὁ συνετός λοιπόν ἄνθρωπος ἀγοράζει αὐτό τό θησαυρό μέ τήν ὑπομονή καί τρέχει σ’αὐτό τόν ἀγώνα μέ χαρά, ξέροντας πώς οὔτε οἱ νηστεῖες οὔτε οἱ ἀγρυπνίες οὔτε οἱ ἄλλοι πνευματικοί καί ἀσκητικοί ἀγῶνες δέν προσφέρουν τόσα στήν ψυχή, ὅσα προσφέρουν οἱ θλίψεις καί οἱ καταφρονήσεις.
Ὅταν δύο ἄνθρωποι πιέζονται ἀπό ἕναν τύραννο νά παραβοῦν τό νόμο τοῦ Θεοῦ, κι’ ὁ ἕνας φύγει καί κρυφτεῖ, δειλιάζοντας μπροστά στίς τιμωρίες καί τά βάσανα, ἐνῶ ὁ ἄλλος μείνει καί ὁμολογήσει μέχρι τό θάνατο, ποιός ἀπό τούς δύο ἐξαγόρασε πιό σοφά καί κερδοφόρα τόν καιρό; Ἐκεῖνος πού δειλίασε κι’ ἔφυγε, κερδίζοντας λίγα χρόνια ἀκόμα γήινης ζωῆς, ἤ ὁ ἄλλος πού θυσιάστηκε, κερδίζοντας τήν αἰώνια ζωή; Ἀσφαλῶς ὁ δεύτερος.
Ὅσοι λοιπόν ὑπομένουν καρτερικά τίς θλίψεις, τούς διωγμούς καί τούς πειρασμούς τῆς ζωῆς αὐτῆς, μέ σκοπό νά εὐαρεστήσουν τόν Θεό, ἐκεῖνοι ἐξαγοράζουν τά οὐράνια ἀγαθά καί τήν ἀτελεύτητη εὐφροσύνη. Καί μέ τό σωματικό θάνατο ἐξαγοράζουν τήν αἰώνια καί ἀθάνατη ζωή μαζί μέ τόν Αἰώνιο καί Ἀθάνατο Θεό. Καί ὅπως ἕνας πραματευτής, ὅταν βρεῖ καλό ἐμπόρευμα σέ χαμηλή τιμή, μέ χαρά καί προθυμία πληρώνει ὅσο-ὅσο γιά νά τό ἀποκτήσει, ἔτσι κι’ ἐκεῖνος πού ἀγαπάει ἀληθινά τόν Θεό, ὅταν πρόκειται γιά τά αἰώνια ἀγαθά, μέ χαρά καί προθυμία τά ἀγοράζει ἀκόμα καί μέ θάνατο, ἀφοῦ αὐτός δέν εἶναι παρά ἡ γέφυρα πού ὁδηγεῖ στήν Βασίλεια τῶν Οὐρανῶν.
Ἀλλά οἱ φιλόδοξοι, οἱ φιλόσαρκοι καί οἱ φιλοχρήματοι ἄνθρωποι δέν κάνουν ἔτσι. 
Δέν μποροῦν νά σηκώσουν τήν ἀπειλή, τή χλεύη, τήν περιφρόνηση τοῦ κόσμου, τή στέρηση τῶν ἀπολαύσεων καί τή χρηματική ζημία. Γι’ αὐτό προδίδουν τά οὐράνια καί ἄφθαρτα, προτιμώντας τά γήινα καί φθαρτά. Γιά τά προσωρινά, χάνουν τά αἰώνια. Γιά πράγματα πού δέν ἀξίζουν τίποτα, χάνουν τή σωτηρία τους. Αὐτοί δέν εἶναι καλοί πραματευτές τῆς ζωῆς αὐτῆς. Τήν ἀσήμαντη πραμάτεια τῆς πρόσκαιρης ἀπολαύσεως τήν πληρώνουν πολύ ἀκριβά: μέ τήν αἰώνια κόλαση!
Ἐμεῖς λοιπόν, «ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν» τῆς ζωῆς, ἄς δώσουμε μέ προθυμία τήν προαίρεσή μας στήν εὐργεσία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, γιά ν’ ἀποκτήσουμε τό κέρδος τῆς ἀρετῆς, νά πλουτίσουμε μέ τό θησαυρό τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά γίνουμε μέτοχοι τῶν ἀνεκτίμητων καί ἀτέλειωτων ἀγαθῶν τοῦ Παραδείσου.
Ἄς ἐξαγοράσουμε τή φρόνηση τῆς ψυχῆς μέ τήν καταφρόνηση τῶν πρόσκαιρων τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Ἄς ἐπιζητοῦμε τά πνευματικά χαρίσματα, «τά χαρίσματα τά κρείττονα», καί ἄς ἁπαλασσόμαστε μέ συνεχῆ ἀγώνα ἀπό τό σαρκικό φρόνημα, πού σέρνει τήν ψυχή σέ ἄλογες ὁρμές καί κάνει ὅλο τόν ἄνθρωπο ζῶο ἄλογο. Ἄς μήν παραδίνουμε τά μέλη τοῦ σώματός μας «δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καί τῇ ἁμαρτίᾳ εἰς τήν ἀνομίαν», ἀλλά νά τά κάνουμε «δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν».
Ἄς ἐξαγοράσουμε τή δικαιοσύνη – μέ τήν ὁποία γινόμαστε οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ – μέ τήν εὐσέβεια, καί ἄς προτιμᾶμε τήν ἀρετή ἀπό τήν κακία, γιά νά μήν ἀνοίξουμε τήν πόρτα τῆς ψυχῆς μας στό διάβολο. Καί στό μέν σῶμα νά δίνουμε «διατροφάς καί σκεπάσματα» τόσα, ὅσα χρειάζεται γιά νά ζεῖ. Τήν ψυχή πάλι νά τήν τρέφουμε μέ προσευχές καί δάκρυα καί μελέτη τῶν ἱερῶν Γραφῶν καί βιβλίων.
Ἄς ἐξαγοράσουμε τήν ὑγεία καί σωτηρία τῆς ψυχῆς μας μέ πολλή ὑπομονή στούς πειρασμούς, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κύριου: «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν».
Ἄς ἀντιστεκόμαστε στήν ἁμαρτία μέ φρόνημα γενναῖο.
Ἄς χτυπᾶμε τόν ἐχθρό μέ τά ὅπλα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἄς κακοπαθοῦμε σάν καλοί στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, μέ νηστεῖες, ἀγρυπνίες, προσευχές πένθος καί μετάνοια, γιά ν’ ἀξιωθοῦμε τό στεφάνι τῆς δικαιοσύνης.
Ἄς ἐξαγοράσουμε τήν ἁγνότητα τοῦ σώματός μας μέ τήν ἐγκράτεια καί τήν ταπείνωση, μισώντας τά αἰσχρά ἔργα καί τίς προτροπές τῆς σάρκας, πού πολεμάει μέ λύσσα τό πνεῦμα.
* Ἄς γνωρίζουμε, πώς τότε μόνο θ’ ἀποφύγουμε τήν κατάκριση τῆς συνειδήσεως, τό μολυσμό τῆς καρδίας καί, προπαντός τήν ἀποστροφή τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐκμεταλλευθοῦμε συνετά τόν καιρό μας καί περάσουμε μέ δικαιοσύνη καί σωφροσύνη τό δρόμο τῆς ζωῆς αὐτῆς, σηκώνοντας ἰσόβια μέ γενναιότητα «τό βάρος τῆς ἡμέρας καί τόν καύσωνα».
«Ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν», δέν θά φοβηθοῦμε «τήν ἡμέραν ἐκείνην τήν φοβεράν» τῆς Κρίσεως, γιατί θά ἔχουμε ἤδη ἀποκτήσει τόν «πολύτιμον μαργαρίτην» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Τό ὁποῖο εὐαρεστήσαμε, δίνοντάς Του ὅλα μας τά θελήματα, τά φρονήματα, τίς διαθέσεις καί τίς δυνάμεις.

(“ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ”, Πνευματικά κεφάλαια βασισμένα σέ κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)

Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Παρακλήτου γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά Μονή. Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης http://HristosPanagia3.blogspot.com

Η ημέρα του Κυρίου

Εἶναι δύσκολο νά μιλήσει κανείς γιά τή μέλλουσα κρίση. Ἐπειδή δέν θά πεῖ γιά τά παρόντα καί ὁρατά, ἀλλά γιά τά μέλλοντα καί ἀόρατα. Καί ἐγώ, πού θά μιλήσω, καί ἐσεῖς, πού θά μέ ἀκούσετε, χρειαζόμαστε πολλές προσευχές καί καθαρότητα τοῦ νοῦ καί φόβο Θεοῦ. 
Ἐγώ γιά νά μιλήσω σωστά, κι ἐσεῖς γιά ν᾿ ἀκούσετε προσεκτικά. Τό θέμα αὐτοῦ τοῦ λόγου εἶναι «ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου», τότε πού ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Κύριός μας, θά ἔρθει πάλι, ὄχι ὅμως πιά σά λυτρωτής, μά σάν κριτής, «ὅς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατά τά ἔργα αὐτοῦ». 
Τότε, ὅταν θ᾿ ἀστράψει ἡ ὑπερουράνια λάμψη τῆς Θεότητός Του, ὁ αἰσθητός ἥλιος θά σκεπαστεῖ ἀπό τή λαμπρότητα τοῦ Δεσπότου τῆς κτίσεως, τ᾿ ἀστέρια θά σβηστοῦν καί ὅλα θά δώσουν τόπο στόν Ποιητή τους. «Ὥσπερ γάρ ἡ ἀστραπή ἀστράπτουσα ἐκ τῆς ὑπ᾿ οὐρανόν εἰς τήν ὑπ᾿ οὐρανόν λάμπει, οὕτως ἔσται καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ ἡμέρᾳ αὐτοῦ». Τότε ὁ Θεός θά τά γεμίσει ὅλα μέ τό φῶς Του, καί θά ᾿ναι πιά, μόνος Αὐτός, Ἡμέρα μαζί καί Θεός...

Ἐνῶ ὅμως γιά τούς δίκαιους καί τούς μετανοημένους ὁ Κύριος θά εἶναι Ἡμέρα ἀνέσπερη, ἀτέλειωτη καί γεμάτη χαρά παντοτινή, στούς ἁμαρτωλούς καί ἀμετανόητους θά εἶναι ἀπρόσιτος καί ἀθέατος, ἐπειδή στήν παρούσα ζωή δέν φρόντισαν νά καθαριστοῦν, γιά νά δοῦν καί ν᾿ ἀπολαύσουν τό φῶς τῆς δόξας Του. Δίκαια, ἑπομένως, θά τό στερηθοῦν. 
Γιατί ὁ πανάγαθος Θεός χάρισε στούς προπάτορές μας – καί διαμέσου αὐτῶν καί σέ μᾶς – τό αὐτεξούσιο, ἔτσι πού νά κάνουμε τό καλό ὄχι μέ γογγυσμό ἤ μέ βία, ἀλλά μέ τήν ἐλεύθερη προαίρεσή μας. Θέλησε καί θέλει νά τηροῦμε τίς ἐντολές Του μέ χαρά καί προθυμία, ἀφοῦ, ἐκπληρώνοντας πάντα τό ἀγαθό, πραγματοποιοῦμε τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», μοιάζουμε δηλαδή στό ἀπόλυτο Ἀγαθό, σ᾿ Ἐκεῖνον, τόν Θεό, γινόμαστε χαρισματικά Θεοί, κληρονομοῦμε τήν οὐράνια βασιλεία.
Πρῶτοι ὅμως οἱ πρωτόπλαστοι ὑπάκουσαν θεληματικά στό διάβολο, παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔχασαν τήν ἐλπίδα νά ἐκπληρώσουν τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» κι ἔγιναν δοῦλοι τοῦ πονηροῦ. Στή συνέχεια κι ἐμεῖς, οἱ ἀπόγονοι τῶν πρωτοπλάστων, ὑποδουλωθήκαμε σ᾿ αὐτό τόν τύραννο, ὄχι μέ καμμιά βία, ἀλλά μέ τή θέλησή μας. Κι αὐτό τό ἔδειξαν φανερά ὅσοι εὐαρέστησαν τό Θεό πρίν ἀπό τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, παραδίνοντας τό θέλημά τους στόν Κύριο καί ὄχι στό διάβολο.
Θέλοντας λοιπόν ὁ φιλάνθρωπος Θεός νά ἐλευθερώσει ἀπό τή σκλαβιά τοῦ διαβόλου ὅσους Τόν εὐαρέστησαν πρίν καί μετά τό Χριστό, καθώς κι ἐκείνους πού θά Τόν εὐαρεστοῦσαν στό μέλλον, μέχρι τή συντέλεια τῶν αἰώνων, καταδέχθηκε νά γίνει ὁ Ἴδιος ἄνθρωπος, τιμώντας καί δοξάζοντας ἔτσι τό ἀνθρώπινο γένος.
Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀγαθότητα καί ἡ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας, πού ὄχι μόνο δέν μᾶς τιμώρησε αἰώνια γιά τήν παράβαση τῶν ἀγίων ἐντολῶν Του, ἀλλά, ὄντας ἄφθαρτος καί αἰώνιος, ἔγινε ἄνθρωπος φθαρτός καί θνητός, σάν κι ἐμᾶς. Καί παρουσιάστηκε στή γῆ μέ σάρκα θεοφόρα, ὄχι μόνο μέ τή Θεότητά Του. Γιατί ἡ φανέρωση τῆς Θεότητός Του γίνεται κρίση σ᾿ αὐτούς πού θά φανερωθεῖ. Κι Ἐκεῖνος δέν ἦρθε νά κρίνει τόν κόσμο, ἀλλά νά τόν σώσει. Ἄν φανερωνόταν ἡ Θεότητα ὄχι ἑνωμένη μέ τήν ἀνθρώπινη φύση στό πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου, ἀλλά μόνη Της, θ᾿ ἀφανιζόταν ἡ κτίση ὁλάκερη, γιατί ὅλοι σχεδόν τότε ἦταν κυριευμένοι ἀπό τήν ἀπιστία καί τήν ἁμαρτία. Καί ἡ Θεότητα, δηλαδή ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, δέν φανερώνεται σέ κανένα ἄνθρωπο ἄπιστο καί ἐμπαθῆ, τότε δέν φωτίζει, ἀλλά κατακαίει· δέν ζωογονεῖ, ἀλλά τιμωρεῖ.
Ἡ χάρη λοιπόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἀπρόσιτη καί ἀθεώρητη στούς ἄπιστους καί τούς ἐμπαθεῖς. Στούς ἀνθρώπους ὅμως πού ἐργάζονται τίς ἐντολές μέ πίστη, φόβο Θεοῦ καί ἀληθινή μετάνοια, ἡ χάρη ἀποκαλύπτεται καί συνάμα ἀποκαλύπτει τήν κρίση, πού μέλλει νά γίνει. Αὐτοί βλέπουν τότε κιόλας, νοερά, τήν ἡμέρα τῆς θείας κρίσεως. 
Καί φωτισμένοι ἀπό τή χάρη, ἀντικρύζουν καθαρά τόν ἑαυτό τους, ποιοί εἶναι καί σέ τί πνευματική κατάσταση βρίσκονται. Κι ἔπειτα βλέπουν ὅλα τους τά ἔργα, τίς σωματικές πράξεις καί τίς ψυχικές ἐνέργειες. Κι ἔτσι κρίνονται καί ἀνακρίνονται μόνοι τους ἀπό τώρα, πρίν κριθοῦν ἀπό τόν Κριτή. Συλλογίζονται ἕνα πρός ἕνα ὅλα τ᾿ ἁμαρτήματά τους. Σκέφτονται πώς ἐξαιτίας τους χωρίστηκαν ἀπό τόν Θεό. Μέμφονται καί καταδικάζουν τούς ἑαυτούς τους καί μετανοοῦν βαθιά καί κάνουν νηστεῖες, ἀγρυπνίες, γονυκλισίες καί ἄλλα ἔργα ἀποδεικτικά τῆς συντριβῆς τους. Καί τότε ἔρχονται σέ κατάνυξη, καί κλαῖνε καί ὀδύρονται καί βυθίζονται μέσα σέ ποταμούς δακρύων. Κι ἔτσι, λίγο-λίγο, ξεπλένονται καί καθαρίζονται, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη. Τοῦτο εἶναι τό δεύτερο βάπτισμα – τό βάπτισμα τῆς μετάνοιας στήν κολυμβήθρα τῶν δακρύων.
Μέ τό βάπτισμα αὐτό ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὁλοκάθαρος, «υἱός φωτός καί ἡμέρας». 
Ἔτσι στή μέλλουσα κρίση δέν κρίνεται, γιατί αὐτοκατακρίθηκε πρωτήτερα· οὔτε ἐλέγχονται τά ἔργα του ἀπό τό φῶς τοῦ Κριτοῦ, γιατί φωτίστηκε ἐδῶ πρωτύτερα· οὔτε καίγεται ἀπό τή φωτιά τῆς κολάσεως, γιατί μπῆκε μόνος του σ᾿ αὐτήν πρωτύτερα· οὔτε θεωρεῖ πώς τότε μόνο θά ἔρθει «ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου», ἐπειδή ἤδη ἔχει γίνει ὁλόκληρος ἡμέρα φωτεινή κι ὁλόλαμπρη, μέ τή μετάνοια, τήν κάθαρση καί τή μνήμη τοῦ Θεοῦ· οὔτε βρίσκεται πιά μέσα στόν κόσμο ἤ μαζί μέ τόν κόσμο, ἐπειδή νοερά ἔχει βγεῖ ἔξω ἀπό τόν κόσμο, ἐκπληρώνοντας τό λόγο τοῦ Κυρίου: «ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ᾿ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου». Νά γιατί ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Εἰ ἑαυτούς ἐκρίνομεν, οὐκ ἄν ἐκρινόμεθα· κρίνομενοι δέ ὑπό τοῦ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μή σύν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν».
Ὅσοι λοιπόν ἕγιναν ἤδη «τέκνα φωτός» καί «υἱοί τῆς μελλούσης ἡμέρας», «ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατοῦντες», δέν θά δοῦν καί δέν θά φοβηθοῦν τήν ἡμέρα τοῦ Κυρίου, γιατί τή ζοῦν παντοτινά, λουσμένοι στό θεῖο φῶς. Γιά ὅσους ὅμως ζοῦν μέσα στό σκοτάδι τῶν παθῶν, ἡ ἡμέρα ἐκείνη – πύρινη, φοβερή, ὀλέθρια – θά ἔρθει ξαφνικά κι ἀναπάντεχα. Πότε; Ἄγνωστο. «Περί τῆς ἡμέρας ἐκείνης καί ὥρας οὐδείς οἶδεν, οὐδέ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν», λέει ὁ Χριστός. «Ὡς παγίς γάρ ἐπελεύσεται ἐπί πάντας τούς καθημένους ἐπί πρόσωπον πάσης τῆς γῆς». Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμπληρώνει καί μᾶς συμβουλεύει: «Περί τῶν χρόνων καί τῶν καιρῶν, ἀδελφοί, οὐ χρείαν ἔχετε ὑμῖν γράφεσθαι· αὐτοί γάρ ἀκριβῶς οἴδατε ὅτι ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί οὕτως ἔρχεται. Ὅταν γάρ λέγωσιν “εἰρήνη καί ἀσφάλεια”, τότε αἰφνίδιος αὐτοῖς ἐφίσταται ὄλεθρος καί οὐ μή ἐκφύγωσιν. 
Ὑμεῖς δέ, ἀδελφοί, οὐκ ἐστέ ἐν σκότει, ἵνα ἡ ἡμέρα ὑμᾶς ὡς κλέπτης καταλάβῃ· πάντες ὑμεῖς υἱοί φωτός ἐστε καί υἱοί ἡμέρας. Οὐκ ἐσμέν νυκτός οὐδέ σκότους. Ἄρα οὖν μή καθεύδωμεν ὡς καί οἱ λοιποί, ἀλλά γρηγορῶμεν καί νήφωμεν… Ὅτι οὐκ ἔθετο ἡμᾶς ὁ Θεός εἰς ὀργήν, ἀλλ᾿ εἰς περιποίησιν σωτηρίας διά τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀποθανόντος ὑπέρ ἡμῶν, ἵνα σύν αὐτῷ ζήσωμεν». Ἀμήν.

(“ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ”, Πνευματικά κεφάλαια βασισμένα σέ κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)

Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Παρακλήτου γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά Μονή. Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης 

http://HristosPanagia3.blogspot.com

Ἡ δύναμη τῆς μετάνοιας



Ἡ δύναμη τῆς μετάνοιας εἶναι ἀπροσμέτρητη. 
Ἡ μετάνοια εἶναι ὁ δρόμος τῆς σωτηρίας. 

Ἀλλά γιά νά σωθοῦμε, πρέπει νά μετανοήσουμε ἔμπρακτα, κόβοντας τίς κακές μας συνήθειες, ἀπέχοντας ἀπό ἁμαρτωλές πράξεις, λόγους ἤ καί σκέψεις ἀκόμα, καί ζητώντας τό ἔλεος τοῦ Κυρίου.

Τή μετάνοιά μας ἀκόμα πρέπει νά τή συνοδεύουν καί θετικά ἔργα, στό μέτρο πού ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις:
Τίς σαρακοστές τῶν ἁγίων ἀποστόλων, τοῦ Δεκαπενταυγούστου, τῶν Χριστουγέννων καί τοῦ Πάσχα νά μήν τρῶμε κρέας καί ὅ,τι ἄλλο ὁρίζουν οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας. 
Νά νηστεύουμε ἐπίσης Τετάρτη καί Παρασκευή. Τή μεγάλη Σαρακοστή οἱ πρσευχές μας νά εἶναι θερμότερες καί μεγαλύτερης διάρκειας ἀπό τίς προσευχές τοῦ ὑπόλοιπου χρόνου. 

Ἀλλά προπαντός:
Νά ἐλεοῦμε μέ ἱλαρότητα. 
Ν' ἀγαπᾶμε μέ καθαρότητα. 
Νά σηκώνουμε τά βάρη τῶν ἀδελφῶν. Νά κλαῖμε "μετά κλαιόντων" καί νά χαιρόμαστε "μετά χαιρόντων". Ὅλη μας ἡ ζωή νά εὐωδιάζει ἀγάπη, ταπείνωση καί καλοσύνη. 

Αὐτό σημαίνει μετανοῶ:
Ἀλλάζω νοῦ, ἀλλάζω πορεία ζωῆς, μεταστρέφομαι ἀπό τήν ἁμαρτία στήν "κατά δύναμιν" καί "κατά χάριν" ἁγιότητα.

Ἄς ζητήσουμε λοιπόν ἀπό τόν Θεό τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας, πού γίνεται μόνο:
μέ τό μυστήριο τῆς Ἐμομολογήσεως, ἄς καθαρίζουμε τήν ψυχή μας συνεχῶς ἀπό τά πάθη 
καί ἄς φυλᾶμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, παρακαλώντας Τον ἀδιάλειπτα νά μᾶς χαρίζει μετάνοια ἔμπρακτη, πραγματική καί διαρκή, μετάνοια ὡς τήν ἔσχατη πνοή τῆς πρόσκαιρης αὐτῆς ζωῆς.

Ἀμήν. 

Ὅσιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟ! 


Λόγος προτρεπτικός για τη μετάνοια και στο ρητό του αποστόλου



Λόγος προτρεπτικός για τη μετάνοια και στο ρητό του αποστόλου «αυτούς που προγνώρισε, τούτους και προόρισε». 
Ακολουθεί απόσπασμα.

«…Άνθρωποι, γιατί δεν σκέπτεσθε αυτά που σας σώζουν αλλά εκείνα που σας καταστρέφουν, και εκλέγοντας τα δυσνόητα χωρία της Θεόπνευστης Γραφής τα παρερμηνεύετε και τα διαστρεβλώνετε και τα αντιλαμβάνεσθε πρός απώλεια σας; […]

Πράγματι, κι ακόμη κάποιος είναι τελώνης, ή πόρνος, ή μοιχός, ή φονεύς, ή οτιδήποτε άλλο, δεν τον αποστρέφεται ο Δεσπότης, αλλά σηκώνει το φορτίο των αμαρτημάτων του, και τον αποδεικνύει εκείνον πάλι ελεύθερο. 
Και πώς σηκώνει το φορτίο του; Όπως εσήκωσε κάποτε και του παραλυτικού, λέγοντας του· «τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (ΜΘ. 9.2), κι αμέσως ανακουφίσθηκε από το βάρος και απέκτησε την θεραπεία του σώματος του. […]

Και αφού έγινε άνθρωπος ήλθε για σένα εκεί που βρίσκεσαι κατάκοιτος· και καθημερινά σε επισκέπτεται πολλές φορές, άλλοτε αυτός ο ίδιος και άλλοτε με τους δούλους του, και σε παρακαλεί να σηκωθείς από εκεί όπου είσαι πεσμένος και να τον ακολουθήσεις κατά το ανέβασμα του προς την Βασιλεία των Ουρανών και να εισέλθεις μαζί του σ’αυτήν. 
Και όμως δεν θέλεις. Πες μου λοιπόν, ποιός είναι αίτιος της απώλειας σου και της παρακοής σου; 
Ποιός είναι αίτιος, εσύ που απειθείς και δεν θέλεις ν’ακολουθείς τον Δεσπότη σου, ή ο Θεός που σ’έπλασε, διότι ως προγνώστης εγνώριζε ότι δεν θα υπακούσεις σ’αυτόν, αλλά θα επιμένεις στην σκληρότητα και την αμετανόητη καρδιά σου; 
Νομίζω οπωσδήποτε πώς θα είπεις, ότι δεν εκείνος αίτιος, αλλά εγώ ο ίδιος. Διότι δεν είναι αιτία της δικής σου σκληρότητας η πρόγνωση του Θεού, αλλά η δική σου απείθεια.
Πράγματι, προγνωρίζει τα πάντα, και τα παρελθόντα και τα παρόντα μαζί, και όσα πρόκειται να γίνουν μέχρι τη συντέλεια, κι έτσι τα βλέπει αυτά ως ήδη υπάρχοντα· διότι τα πάντα υφίστανται γύρω από αυτόν και μέσα σ’αυτόν. 
Συμβαίνει ότι ακριβώς και σήμερα σε θέατρο, όπου ο βασιλεύς βλέπει συγχρόνως αυτούς που τρέχουν και πυγμαχούν, αλλά ούτε για τους νικητές γίνεται αίτιος της νίκης τους ούτε για τους ηττημένους αίτιος της ήττας τους, αλλά η προσπάθεια των αγωνιζομένων, ή αντίθετα η αποχάυνωση τους, είναι αιτία της νίκης ή της ήττας τους· έτσι σκέψου, παρακαλώ, ότι γίνεται και με τον ίδιο τον Θεό.
Πράγματι, μας ετίμησε με το αυτεξούσιο, μας έδωσε εντολές που μας διδάσκουν το πως πρέπει να συμπεριφερόμαστε πρός τους αντιπάλους και αφήνει τον καθένα αυτοπροαιρέτως ή να αντιστέκεται και να νικά τον εχθρό ή να αποχαυνώνεται και να ηττάται ελεεινώς από αυτόν.
Και δεν μας αφήνει μόνους μας, διότι γνωρίζει την αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως, αλλά κι εκείνος ο ίδιος μας συμπαραστέκεται, συμμαχεί μ’εκείνους βεβαίως που διαλέγουν να πολεμούν και μας παρέχει μυστικώς δύναμη, και την νίκη εναντίον του εχθρού αυτός την απεργάζεται παρά εμείς. Πράγμα το οποίο ο επίγειος βασιλιάς δεν μπορεί να το κάνει· διότι είναι αυτός αδύναμος άνθρωπος και χρειάζεται μάλλον και ο ίδιος τους υπηκόους, όπου τους χρειαζόμαστε κι εμείς.
Ο Θεός βέβαια, όντας ισχυρός και αήττητος, συμμαχεί μ’εκείνους που θέλουν να πολεμούν αυτοπροαιρέτως, όπως ελέχθηκε, με τον εχθρό και τους καθιστά νικητές του πονηρού διαβόλου· εάν όμως δεν θέλουν, δεν τους αναγκάζει να πολεμούν ή να παλεύουν και να τρέχουν, ώστε μή τυχόν το αυτεξούσιο της κατ’εικόνας λογικής μας φύσεως διαβρωθεί και μας οδηγήσει στην τάξη των αλόγων. Έτσι λοιπόν ο Θεός μας βλέπει σαν να είμαστε σε θέατρο, όπως ακριβώς βέβαια και ο επίγειος βασιλεύς, όπως ελέχθηκε, κοιτάζει τους αγωνιστές στο θέατρο. Αλλά ο επίγειος δεν γνωρίζει από πριν εκείνους που πρόκειται να ηττηθούν ή να νικήσουν, εάν δεν ιδεί την έκβαση και των δύο, και προετοιμάζει βέβαια τους στεφάνους, δεν γνωρίζει όμως σε ποιούς θα τους προσφέρει. Ο επουράνιος όμως Βασιλεύς γνωρίζει ακριβώς πρό των αιώνων και τους δύο. Γι’αυτό και προς αυτούς που του εζήτησαν να καθίσουν εκ δεξιών και εξ αριστερών στην δόξα του τους έλεγε· «οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται» (ΜΘ.20.23). [..]
Επομένως αίτιος της νίκης δεν είναι το γεγονός ότι ο Θεός προγνωρίζει αυτούς που εκ προαιρέσεως και σπουδής πρόκειται να νικήσουν, όπως πάλι αίτιο της ήττας δεν είναι το ότι προβλέπει αυτούς που θα πέσουν και θα νικηθούν· αλλά η προθυμία, η πρόθεση και η ανδρεία του καθενός μας αυτή είναι πρόξενος της νίκης, ενώ η απιστία, η ραθυμία, η αμέλεια και η αποχαύνωση, είναι αιτία της ήττας και της απώλειας μας. 
Ας μή λέγομε λοιπόν, επαναπαυόμενοι στην φιλόκοσμη και φιλήδονη κλίνη «όσους προγνώρισε ο Θεός, αυτούς και προόρισε», χωρίς να αισθανόμαστε αυτό που λέμε. 
Ναι, πράγματι προγνώρισε εσένα τον αμελή, τον ανυπάκουο και ράθυμο, δεν πρόσταξε όμως ούτε όρισε εσύ που επιθυμείς να μή έχεις εξουσία να μεταμεληθείς ή να ανυψωθείς ή να πεισθείς. Όμως εσύ, λέγοντας αυτό, αποκαλείς φανερά τον Θεό ψεύτη. Διότι, ενώ εκείνος είπε, «δεν ήλθα να καλέσω σε μετάνοια τους δικαίους αλλά τους αμαρτωλούς», εσύ από ραθυμία μή επιθυμώντας να μεταστραφείς ή να μεταμεληθείς από την κακία σου, αντιλέγεις σ’αυτόν και ισχυρίζεσαι ότι ψεύδεται ο αψευδής, αφού προφασίζεσαι τέτοια πράγματα.
Όσοι, λέγει, πρόκειται να μετανοήσουν είναι προορισμένοι, ενώ εγώ δεν ανήκω σ’αυτούς. Γι’αυτό ας μετανοήσουν εκείνοι, αυτοί δηλαδή που προγνώρισε, κι αυτοί που προόρισε. 
Πω πω αναισθησία! Αλλά, ω ψυχή παρανοϊκή και χειρότερη κι από αυτούς τους δαίμονες! Πότε ακούσθηκε από εκείνους τέτοιος λόγος; 
Πού ακούσθηκε ποτέ ότι ο δαίμων είπε πώς ο Θεός είναι αίτιος της δικής του απωλείας; 
Ας μή κατηγορούμε λοιπόν τους δαίμονες· διότι νά, η ψυχή του ανθρώπου επινοεί χειρότερες βλασφημίες από εκείνους».

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος
Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ΕΠΕ 19Β

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ. ΟΥΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΟΥΤΕ ΤΑ ΜΟΡΜΟΛΥΚΙΑ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΜΑΣ

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ.
ΟΥΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, 
ΟΥΤΕ ΤΑ ΜΟΡΜΟΛΥΚΙΑ 
ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΜΑΣ

Διοτι:

Ος τω φοβω του Θεου στοιχει,
ουτος αναστρεφομενος εις το μεσον ανδρων πονηρων, 
ου φοβειται...
φερων ενδον το ακαταμαχητον οπλον της πιστεως...
Και ωσπερ γιγας εν μεσω πιθηκων… πεποιθως εστιν επι Κυριον.
Και τω στερρω του φρονηματος καταπληττει αυτους.

αγ. Συμεων Νεος ο Θεολογος , νβ΄κεφ. πρακτικα και θεολογικα

ΕΥΧΗ ΜΥΣΤΙΚΗ : Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Συμεών εὐχή μυστική, δι᾿ ἧς ἐπικαλεῖται τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ὁ αὐτό προορῶν



Ἐλθέ τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλθέ ἡ αἰώνιος ζωή, ἐλθέ τό ἀποκεκρυμμένον μυστήριον, ἐλθέ ὁ ἀκατονόμαστος θησαυρός, ἐλθέ τό ἀνεκφώνητον πρᾶγμα, ἐλθέ τό ἀκατανόητον πρόσωπον, ἐλθέ ἡ ἀΐδιος ἀγαλλίασις, ἐλθέ τό ἀνέσπερον φῶς, ἐλθέ πάντων τῶν μελλόντων σωθῆναι ἡ ἀληθινή προσδοκία, ἐλθέ τῶν κειμένων ἡ ἔγερσις, ἐλθέ τῶν νεκρῶν ἡ ἀνάστασις, ἐλθέ ὁ δυνατός, ὁ πάντα ἀεί ποιῶν καί μεταποιῶν καί ἀλλοιῶν μόνῳ τῷ βούλεσθαι!