.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδαμάντιος Τσακίρογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδαμάντιος Τσακίρογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οἰκουμενισμὸς καὶ ἐθνικισμός

Ἡ ἐποχὴ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς σύγχυσης καὶ τῆς διαστρέβλωσης τῆς ἀλήθειας, ἡ ἐποχὴ τῆς πλάνης καὶ τῆς φανέρωσης ὅλων τῶν ἐχθρῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του. Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἔχει πολλοὺς συμμάχους, συμμάχους φανεροὺς καὶ συμμάχους κρυφούς. Ὅλοι εἶναι ἐξ ἴσου ἐπικίνδυνοι, ἀλλὰ οἱ δεύτεροι ἀποκτοῦν μεγαλύτερο βαθμὸ ἐπικινδυνότητας, ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι κρυφοί. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁ ἐθνικισμός. Ὁ ἐθνικισμὸς φαινομενικὰ φαίνεται νὰ πολεμάει τὸν οἰκουμενισμό, ἀλλὰ κρυφὰ τὸν στηρίζει, διότι καὶ οἱ δύο πολεμοῦν τὸν Χριστό, τὴν ἀγάπη Του καὶ τὴν Ἐκκλησία Του.

Καταρχὴν πρέπει νὰ διαχωρίσουμε τὸν ἐθνικισμὸ ἀπὸ τὸν ἐθνισμό/πατριωτισμό.

Ἐθνισμός/πατριωτισμὸς εἶναι ἡ ἰδεολογικὴ στάση ποὺ προωθεῖ τὴν καλλιέργεια τῆς ἐθνικῆς συνείδησης, τῶν πολιτισμικῶν δηλ. ἰδιαιτεροτήτων καὶ ἰδεωδῶν ποὺ χαρακτηρίζουν ἕνα ἔθνος καὶ τὸ διαφοροποιοῦν ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα. Ὁ ἐθνισμός/πατριωτισμὸς προστατεύει τὴν ἐθνική του παράδοση σεβόμενος ὅμως παράλληλα τὴν ἀντίστοιχη τῶν ἄλλων ἐθνῶν χωρὶς νὰ τὴν περιφρονεῖ καὶ χωρὶς νὰ τὴν ὑποβιβάζει. 

Ἀντιθέτως ὁ ἐθνικισμός/ἐθνοφυλετισμός δὲν προωθεῖ ὑγιῶς τὴν καλλιέργεια τῶν παραπάνω, ἀλλὰ προσηλώνεται ἀπόλυτα σ’ αὐτά, ἀναγάγοντάς τα σὲ λόγο ὕπαρξης καὶ προβάλλοντάς τα ὡς ἀπόδειξη ἀνωτερότητας καὶ αἰτία καταδίκης τῶν ἄλλων ἐθνῶν ὡς κατώτερα ἢ ὑποδεέστερα μὲ στόχο τὴν χειραγώγηση ἢ ἐξαφάνισή τους.

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὀρθοδοξία, δέχεται τὸν ἐθνισμό/πατριωτισμὸ καὶ καταδικάζει τὸν ἐθνικισμό/ἐθνοφυλετισμό (βλ. καὶ Σύνοδο τοῦ 1872). Ἡ Ἐκκλησία δέχεται τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ τοῦ κάθε ἔθνους, διδάσκει τὸν λόγο Της σὲ κάθε ἔθνος, ἀναδεικνύει Ἁγίους ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη. Ὁ Βαρνάβας, ὁ Ἀπόστολος καὶ συνεργάτης τοῦ Παύλου, χαρακτηρίζεται «Κύπριος τῷ γένει» (Πράξ. 4, 36), ὁ ἴδιος δὲ ὁ Παῦλος δὲν ντράπηκε ποτὲ γιὰ τὴν ἑβραϊκὴ καταγωγή του (Γαλ. 1, 13). Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι παποκεντρική, δὲν εἶναι ἀτομοκεντρική (Προτεσταντισμός). Δὲν γνωρίζει ἱερὲς γλῶσσες (ἀπόδειξη, ὅτι μετάφραζε πάντα τὰ πατερικὰ καὶ λειτουργικὰ κείμενα στὴν γλώσσα τοῦ λαοῦ ποὺ κατηχήθηκε), οὔτε ἐθνικὲς πρωτοκαθεδρίες. Δὲν ἐπιδιώκει τὴν δημιουργία ὀρθοδόξων τόξων καὶ δὲν θυσιάζεται γιὰ τὴν δημιουργία ἀνίερων συμμαχιῶν (π.χ. Λατινοφιλία). Ἡ Ὁρθοδοξία δὲν δέχεται δικαιολογίες γιὰ ἐπεκτάσεις καὶ δὲν ὑποδέχεται μὲ χαρὰ οὔτε ὀνομάζει ἱερὸ τὸν κάθε πόλεμο (παρόλο ποὺ κατ’ οἰκονομία δὲν καταδικάζει τὸν πόλεμο γιὰ τὴν πίστη καὶ τὸ δίκαιο). Ὅταν οἱ αὐτοκράτορες Νικηφόρος Φωκᾶς καὶ Ἰωάννης Τσιμισκῆς ζήτησαν ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Πολύευκτο νὰ συμφωνήσει μὲ τὸ διάταγμα, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ἀνακηρύσσονταν ἅγιοι μάρτυρες οἱ πεσόντες στρατιῶτες στὸν πόλεμο κατὰ τῶν Μουσουλμάνων, αὐτὸς ἀρνήθηκε καταδικάζοντας κάθε εἴδους πολέμου (Steven Runciman, Η Βυζαντινή Θεοκρατία, 2005 σελ. 105).

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὀρθοδοξία, εἶναι γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ἡ μόνη πραγματικὰ οἰκουμενική. Εἶναι ἡ μόνη ποὺ στέκεται πάνω ἀπὸ σύνορα καὶ ἀγκαλιάζει ὅλα τὰ ἔθνη, καταγωγές, πολιτισμούς, γλῶσσες καὶ ταυτότητες. Ἀγκαλιάζει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι» (Α΄Τιμ. 2,4). Ἡ Παράδοσή της δὲν εἶναι ἐθνική, ἀλλὰ οἰκουμενική. Ὁ Χριστιανὸς εἶναι πρῶτα Χριστιανὸς καὶ μετὰ Ἕλλην, Ρῶσος, Σέρβος κλπ. Ὁ Χριστιανὸς σέβεται καὶ ἀγαπᾶ τὴν πατρίδα του, τὸ ἔθνος του, ἀλλὰ πάνω ἀπ’ ὅλα θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του πολίτη τῆς ἄνω Ἰερουσαλήμ, τῆς Οὐράνιας Πολιτείας. Ὁ Χριστιανὸς νοιάζεται πρώτα «γιὰ τὴν Πίστη τοῦ Χριστοῦ τὴν ἁγία» καὶ μετὰ «γιὰ τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερία». Γιὰ τὸν Χριστιανό, ὅλα στὴν γῆ εἶναι πρόσκαιρα καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀδύναμα νὰ κερδίσουν τὴν πρώτη θέση στὴν ψυχή του, τὴν ὁποία κατέχει πάντα ὁ Χριστός, πάνω ἀπὸ πατρίδα, γονεῖς, γλώσσα καὶ ἐδάφη. Οἱ Χριστιανοὶ «πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ' ὡς πάροικοι· μετέχουσι πάντων ὡς πολῖται, καὶ πάνθ' ὑπομένουσιν ὡς ξένοι-· πᾶσα ξένη πατρίς ἐστιν αὐτῶν καὶ πᾶσα πατρὶς ξένη» (Πρὸς Διόγνητον ἐπιστολή). 

Ὁ Χριστὸς πρῶτος ἔδειξε τὴν ἀγάπη του στὴν πατρίδα του: «Ἱερουσαλὴμ Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν! ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ νοσσία ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε» (Ματθ. 23, 37). Ἀλλὰ δὲν δίστασε ὅταν εἶδε, ὅτι οἱ συμπατριῶτες του δὲν Τὸν πίστεψαν, νὰ ὑμνήσει τοὺς ἀλλοεθνεῖς: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον» (Ματθ. 8, 10) καὶ νὰ στραφεῖ σ’ αὐτούς, ὅταν οἱ Ἕλληνες Τὸν πλησίασαν: «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου» (Ἰω. 12, 23).

Γιὰ τὴν Ἐκκλησία λοιπὸν ἡ Πίστη εἶναι ὑπεράνω ἔθνους καὶ καταγωγῆς καὶ αὐτὴ ὁρίζει ἂν κάποιος ἀποτελεῖ μέλος της ἢ ὄχι. Ἀνάλογα μὲ τὴν πίστη τους ὁ Θεὸς ἀναδεικνύει ἢ καταδικάζει ἔθνη, διότι ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τοὺς λαούς, ἀλλὰ οἱ λαοὶ τὸν Θεό: «καὶ μὴ δόξητε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς, πατέρα ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι δύναται ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ» (Ματθ. 3, 9).

Στὴν Ἑλλάδα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς κρίσης βιώνουμε, ἐδῶ καὶ κάποια χρόνια, μία ἀναβίωση τοῦ ἐθνικισμοῦ. Ὁ ἐθνικισμὸς αὐτὸς γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐπικρατήσει, οἰκειοποιεῖται θρησκευτικὰ σύμβολα καὶ διαστρεβλώνει —ὅπως ὁ Οἰκουμενισμός— τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἐμφανίζεται ὡς ὑπερασπιστὴς τῆς Ὀρθοδοξίας, παρουσιάζεται σὲ διαμαρτυρίες ὡς ἀγωνιστής της, ζητᾶ ἀπὸ τὸν πιστὸ ἕναν ἀγῶνα βίας, ἐπιζητᾶ τὸν πόλεμο κι ἐπιτίθεται σὲ κάθε ὑποτιθέμενο ἐχθρό. Παράλληλα ἀναδεικνύει τὸ παγανιστικὸ παρελθὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, προωθεῖ τὴν ἀρχαιολατρεία, μιλάει συνεχῶς γιὰ ἀρχαίους συγγραφεῖς ἀλλὰ σχεδὸν ποτὲ γιὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ λόγος τῶν ἐθνικιστῶν αὐτῶν εἶναι ἕνας ξύλινος λόγος μίσους, ἔχθρας καὶ βίας. Ἀντὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ ἄσκηση προτείνει τὴν σωματική, ἀντὶ γιὰ τὴν σεμνότητα προτείνει τὴν ἐπίδειξη, ἀντὶ γιὰ τὸ μαρτύριο προτείνει τὴν βία. Οἱ ἐθνικιστὲς αὐτοὶ δὲν διστάζουν νὰ ἀπαγορεύουν στοὺς πιστοὺς νὰ διαβάζουν τὴν Π. Διαθήκη, διότι τάχα εἶναι ἑβραϊκή, δὲν μιλοῦν γιὰ τὸν Ἅγ. Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό (γιατὶ τάχα ἦταν Σύρος), μιλοῦν γιὰ τὴν αὐτοκρατορία τῆς Ρωμανίας ὑμνώντας τὴν Ἑλλάδα καὶ ξεχνώντας τὸν πολυεθνικό της χαρακτῆρα ποὺ αὐτὴ εἶχε, μὲ συνδετικὸ χαρακτηριστικὸ πρῶτα τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ μετὰ τὴν κοινὴ ἑλληνόφωνη πολιτιστικὴ περηφάνεια. Μιλοῦν γιὰ τὴν ἀνωτερότητα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας βιάζοντας την μὲ κάθε εἴδους κακοφωνίες καὶ ἐκφραστικὰ ἀτοπήματα καὶ μιλοῦν γιὰ τὸν ἑλληνικὸ περιούσιο λαὸ Θεοῦ ἀγνοώντας τὶς ἐντολές Του καὶ μὴν ὑπερασπίζοντας τὴν διδασκαλία Του. 

Ὁ ἐθνικισμὸς μὲ τὴν ἐπιθετική του τακτικὴ προβάλλει ἑαυτὸν ὡς τεῖχος προστασίας γιὰ τὸν φοβισμένο καὶ ἀδύναμο πολίτη. Ἕνα τεῖχος ὅμως ποὺ εἶναι χτισμένο πάνω στὴν ἄμμο τῶν ψευδαισθήσεων καὶ τῆς πλάνης. Ὁ ἐθνικισμὸς σπρώχνει τὸν Ἕλληνα νὰ προσδοκεῖ καὶ νὰ ὀνειρεύεται ἐπεκτάσεις, ἐπανακτίσεις πόλεων καὶ πρωτοκαθεδρίες, ἀντὶ νὰ μάχεται γιὰ τὴν νίκη τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίων τῶν αἱρέσεων καὶ νὰ προσδοκεῖ τὴν δική του σωτηρία. Ὁ ἐθνικισμὸς μὲ τὴν τὴν ἀσθενῆ φαντασιοπληξία του κάνει τὸν Ἕλληνα νὰ πλαστογραφεῖ τὴν ἱστορία, βλέποντας Ἕλληνες ἀκόμα καὶ στὴν Παταγωνία. Ὁ ἐθνικισμὸς μὲ τὴν ἐθνοψύχωσή του ξεχνάει, ὅτι τὸ κῦρος τοῦ μεγαλείου τοῦ Ἕλληνα δὲν χρειάζεται ὑπεράσπιση, διότι δὲν ἔχει ἀμφισβητηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους, ἐπειδὴ ξεχνοῦμε τὸν ἀληθινὸ χαρακτῆρα του καὶ ἀποφεύγουμε τὴν ἔμπρακτη ἀνάδειξή του. Ὁ ἐθνικισμὸς μὲ τὴν ἀρχαιολατρεία του σπρώχνει τὸν ἄνθρωπο στὸν παγανισμό καὶ στὴν πτώση. Ὁ ἐθνικισμὸς μὲ τὸν ψευδοχριστιανισμό του καὶ τὴν διπλωματία του ἐπιτρέπει στοὺς οἰκουμενιστὲς ψευδοποιμένες νὰ ἐμφανίζονται ἥρωες ἢ ὑπερασπιστὲς τῶν παρακαταθηκῶν, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα τὶς προδίδουν καὶ τὶς καταπατοῦν. Σπρώχνει τὸν πιστὸ νὰ ἀσχολεῖται μὲ δευτερεύοντα ἀντὶ μὲ τὰ πρωτεύοντα, τοὐτέστιν τὴν Πίστη του. Ὁ ἐθνικισμὸς μὲ τὸ μῖσος του ἐμποδίζει τὸν μὴ ὀρθόδοξο συνάνθρωπο νὰ βιώσει τὴν ἀγάπη καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία στὸ παρελθὸν προέτρεπε ὁλόκληρους λαούς νὰ τὴν ἀσπαστοῦν, νὰ ἐπισκεφθοῦν ἢ νὰ ἐγκατασταθοῦν στὰ ἐδάφη της π.χ. στὸ «Βυζάντιο», γινόμενοι ὀρθόδοξοι καὶ φορεῖς τοῦ πολιτισμοῦ του.

Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ὁ ἐθνικισμὸς ἀντὶ νὰ πολεμάει τὸν Οἰκουμενισμό, τὸν ὑποστηρίζει συμβάλλοντας κι αὐτὸς στὴν σύγχυση καὶ στὴν πλάνη. Καθῆκον τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι νὰ τὸν θεωρεῖ ἐχθρό του κι ὄχι σύμμαχό του. Εἴμαστε πρώτα Χριστιανοὶ καὶ μετὰ Ἕλληνες καὶ ὅπως κήρυττε ὁ Ἅγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ἱδρυτὴς τῶν σχολείων καὶ ὑπηρέτης τοῦ ἔθνους: «Ἡμεῖς, Χριστιανοί μου, δὲν ἔχομεν ἐδῶ πατρίδα».

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

«Δυσωπείτω σε ἡ παράδοσις». Ἂς σὲ κάνει νὰ ἐντραπεῖς ἡ Παράδοση

Ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες εἶχαν ἕναν κοινὸ στόχο: Νὰ διαστρέψουν τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ νὰ καταργήσουν τὴν Ἱ. Παράδοση: «Πίστις δέ ἐστι τὸ πολεμούμενον καὶ κοινὸς σκοπὸς ἅπασι τοῖς ἐναντίοις καὶ ἐχθροῖς τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας, τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως κατασεῖσαι, ἐκ τοῦ τὴν ἀποστολικὴν παράδοσιν ἐδαφισθεῖσαν ἀφανισθῆναι» (Μ. Βασίλειος, Περὶ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, 10, 25, 9). 
Γιὰ νὰ πετύχουν μάλιστα τὸν σκοπό τους δὲν διστάζουν νὰ ἐξαπατήσουν τὸ ποίμνιο, ἐπικαλούμενοι κι αὐτοὶ τὴν Ἱ. Παράδοση, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα διαστρέφοντάς την. Τὸ ἐγχείρημα αὐτὸ εἶναι φυσικὰ ἐπιτυχές, μόνο ὅταν οἱ Ποιμένες δὲν ἀγρυπνοῦν καὶ δὲν κατηχοῦν ὀρθόδοξα τοὺς πιστοὺς καί, ὡς ἐκ τούτου, ὅταν τὸ ποίμνιο ἀγνοεῖ, τί εἶναι Ἱ. Παράδοση.

Ὁ ὅρος «Παράδοση» εἶναι παράγωγο τοῦ ρήματος «παραδίδωμι», ποὺ σημαίνει: δίνω κάτι στὰ χέρια κάποιου, ἐμπιστεύομαι κάτι σὲ κάποιον, ἐπιτρέπω. Σημαίνει ὅτι οἱ προγενέστεροί μας, ἀνακάλυψαν καὶ ἐκτίμησαν τὸ ἀληθινό, τὸ οὐσιῶδες, τὸ σωτήριο καὶ μᾶς ἐπέτρεψαν —ἀπόδειξη τοῦ προνομίου καὶ τοῦ καθήκοντος ποὺ ἔχουμε— μέσῳ θυσιῶν καὶ ἀγώνων νὰ τὸ παραλάβουμε καὶ νὰ τὸ διατηρήσουμε ἀναλλοίωτο: «Φυλάξεις, λέγει, ἃ παρέλαβες μήτε προστιθεὶς μήτε ἀφαιρῶν» (Βαρνάβα, Ἠθικ. Καθηκ. κεφ. 19). 

Ἡ Ἱ. Παράδοση λοιπὸν εἶναι τὸ σύνολο τῶν παρακαταθηκῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μὲ τὸν θεανθρώπινο χαρακτῆρα της ἕνα ἐνιαῖο καὶ ἀδιαίρετο σύνολο ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της, τὴν Πεντηκοστή, μέχρι σήμερα. Εἶναι τὸ σύνολο τῶν γραπτῶν καὶ προφορικῶν διδαχῶν καὶ ἐντολῶν, εἶναι τὸ σύνολο τῶν δογμάτων, ποὺ μᾶς παραδόθηκαν πρῶτα μέσῳ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ μετὰ μέσῳ τῶν Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων Συνόδων καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. «Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκε» (Συνοδικὸ τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου). Ἡ Ἱ. Παράδοση δὲν ἐκσυγχρονίζεται, δὲν συμβιβάζεται, δὲν προσαρμόζεται, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλὰ παραμένει ὡς ἡ ἔκφραση τοῦ Λόγου, ζωντανὴ εἰς τὸν αἰῶνα (Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως). 
Ἐὰν ἀφαιρέσουμε ἢ θίξουμε ὁποιοδήποτε στοιχεῖο ἢ γράμμα, ἔστω καὶ «ἰῶτα ἕν» ἀπὸ τὴν οὐσία, καταστρέφουμε καὶ ἀναιροῦμε, κατὰ τὸν Ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, τὸ ὅλο. Κι ἂν ἡ ἐξέλιξη τοῦ ἱστορικοῦ καὶ κοινωνικοῦ γίγνεσθαι ὁδηγεῖ σὲ κάποια ἀναγκαστικὴ ἢ ἀναγκαία ἀλλαγή, αὐτὸ θὰ ἔχει σχέση μὲ κάποια ἐξωτερικὰ στοιχεῖα καὶ ζητήματα ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας κι ὄχι μὲ τὴν οὐσία τῆς παραδόσεως, τὸ δόγμα καὶ τὴν πίστη π.χ. στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία οἱ Ἐπίσκοποι παντρεύονταν, οἱ ἱερεῖς εἶχαν κοντὰ μαλλιὰ καὶ παπαλήθρα κλπ.

Ἡ Παράδοση δὲν εἶναι νεκρή, δὲν εἶναι ἀπαίτηση ἀρρωστημένης λατρείας ἢ αὐτοσκοπός. Τὸ κέντρο της εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ἡ μαρτυρία, ὁμολογία καὶ κοινωνία μὲ Αὐτὸν τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων. Διατηρώντας τὴν Ἱ. Παράδοση γινόμαστε κι ἐμεῖς ἄμεσοι κοινωνοὶ μαζί του. Εἶναι μία ζωντανὴ ἐμπειρία, ἡ ὁποία διὰ τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ταυτίζεται μὲ τὴν ἴδια μας τὴν ζωή. Μᾶς ἐπιτρέπει νὰ προχωροῦμε στὴν ζωή μας μὲ σίγουρες βάσεις, ἀσφαλῆ δρόμο καὶ ἐφικτὸ προσδιορισμό. Μᾶς δίνει τὴν διαχρονικὴ ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία ὡς μέσο ἀποφυγῆς ἢ καὶ ἀντιμετώπισης σφαλμάτων, ὡς μέσο αὐτογνωσίας, ἔμπνευσης καὶ ὁλοκλήρωσης. Εἶναι ἡ ἁλυσίδα ποὺ ἀναδεικνύει τὸν ζωντανὸ Λόγο, ποὺ συνδέει, κρατάει ἑνωμένη καὶ στηρίζει τὴν Ἐκκλησία διὰ μέσου τῶν αἰώνων· «Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν Οἰκουμένην ἐστήριξεν» (βλ. Συνοδικό). Ὅποιος κατέχει, διατηρεῖ καὶ βιώνει τὴν Ἱ. Παράδοση, δὲν ἐπιζητᾶ κάτι ἄλλο «Παράδοσις ἐστί, μηδὲν πλέον ζήτει» (Ἰω. Χρυσοστόμου, Β' Θεσσ. Λόγ. στ'). Τὰ κατέχει ὅλα.

Ἡ παράδοση δὲν ἀπειλεῖται κυρίως ἀπὸ κάτι τὸ ξενόφερτο, ἀλλὰ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν προβάλλουν καὶ ἀπὸ τὸ πῶς τὴν προβάλλουν, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν ἐπικαλοῦνται ἐπιφανειακῶς, ἀλλὰ στὴν πράξη τὴν ἀρνοῦνται. Οἱ αἱρετικοὶ προσπάθησαν νὰ ἀφαιρέσουν, νὰ προσαρμόσουν, νὰ ἀναιρέσουν, νὰ ἐκσυγχρονίσουν, νὰ μεταλλάξουν καὶ ἀποκόπησαν ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἔμειναν ἐκτὸς Αὐτῆς καὶ αὐτομάτως χωρὶς Ἱ. Παράδοση, ἀφοῦ αὐτὰ ποὺ τοὺς ἐμπιστεύθηκανε, αὐτοὶ τὰ ἀπόρριψαν. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἀπόρριψης τους εἶναι εἶναι ἡ δημιουργία ὄχι ἑνὸς θεανθρωπίνου, ἀλλὰ ἑνὸς ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ, μὲ ἔλλειψη Παραδόσεως, μὲ ἔλλειψη ἀλήθειας, μὲ ἔλλειψη ἀληθινῆς ζωῆς. 

Αὐτὸ προσπαθοῦν νὰ πράξουν καὶ σήμερα οἱ Οἰκουμενιστές, ἡ αἵρεση τῶν αἱρέσεων, ἡ παναίρεση τῶν ἐσχάτων χρόνων. Ἡ Ἱ. Παράδοση τοὺς ἐλέγχει, τοὺς ἀποκαλύπτει, τοὺς ἀναδεικνύει ὡς αἱρετικούς. Ἔτσι προσπαθοῦν μὲ κάθε μέσο νὰ ἀλλοτριώσουν, νὰ διασπάσουν τὸν συνδετικό, διαχρονικὸ χαρακτῆρα τῆς Ἱ. Παραδόσεως καὶ ἔτσι, ὑπονομεύοντας τὰ προστατευτικά της πλαίσια, νὰ στηρίξουν τὴν αἱρετική τους ψευτοδιδασκαλία μὲ ὅλα τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματά της. Γι’ αὐτό τους τὸν σκοπὸ μεταχειρίζονται πολλὰ μέσα:

Παρουσιάζονται ἐπιφανειακὰ ὑποστηρικτὲς τῆς Παράδοσης, π.χ. τηρώντας αὐστηρὰ τὸ λειτουργικό της τυπικό, καταργώντας ὅμως τοὺς Κανόνες καὶ τὴν διαχρονικότητα ποὺ τὴν διέπουν.

Χρησιμοποιοῦν τὴν γλώσσα τῆς Ἱ. Παράδοσης, ἀφαιρώντας της ὅμως τὴν ἁπλότητα καὶ σαφήνεια τοῦ λόγου ποὺ τὴν διακατέχει καὶ χρησιμοποιώντας τεχνολογικὰ σοφίσματα καὶ σχολαστικὲς μεθόδους, ποὺ προκαλοῦν σύγχυση καὶ ἀποπροσανατολισμό.

Ὑμνοῦν ἐπιφανειακὰ τοὺς Ἀποστόλους, τὶς Συνόδους καὶ τοὺς Πατέρες ποὺ διασαφήνισαν τὰ δόγματα καὶ τὸν ἱερὸ χαρακτῆρα τῆς Ἱ. Παράδοσης, ἀμφισβητώντας τους ὅμως στὴν πραγματικότητα καὶ παρουσίαζοντας τὴν δική τους δοκισησοφία ὡς πραγματικὴ «αὐθεντία».

Ὑπερασπίζουν ἐπιφανειακὰ τὴν Ἱ. Παράδοση ἔχοντας κοινωνία καὶ δεσμοὺς ἀγάπης μὲ αὐτοὺς ποὺ τὴν κατήργησαν καὶ αὐτοανακηρύχθηκαν ἐχθροί της.

Μιλοῦν γιὰ τὴν Ἱ. Παράδοση καινοτομώντας, ὡς τεράστο ὀξύμωρον, ἀσύστολα καὶ ἀπροκάλυπτα, κατηγορώντας τοὺς ἀγωνιζομένους ὑπέρ της, ὡς φανατικοὺς παραδοσιολάτρες, χαρακτηρίζοντας παράλληλα τοὺς προοδόπληκτους ἀρνητές της, ὡς ἐκφραστές της.

Κηρύττουν στοὺς Ἱ. Ναοὺς τὴν σημασία τῆς Ἱ. Παράδοσης ἀποκηρύττοντάς την παράλληλα στὰ διεθνὴ συνέδρια ὡς τροχοπέδη, ὡς δεσμὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀπελευθερωθοῦμε στὸν σύγχρονο κόσμο ποὺ ζοῦμε.

Ἰσχυρίζονται, ὅτι ὑπερασπίζονται τὴν Ἱ. Παράδοση, παραδίδοντας την ὡς θυσία στὸν βωμὸ τῆς ἀντίχριστης καὶ ἀντιπατερικῆς Νέας Τάξης Πραγμάτων.

Οἱ καιροὶ ποὺ ζοῦμε εἶναι καιροὶ σύγχυσης, προδοσίας καὶ ἀποστασίας καὶ γι’ αὐτὸ οἱ ἐχθροὶ τῆς Πίστεως, οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἱ. Παράδοσης πρέπει νὰ κατονομάζονται καὶ νὰ ἀναδεικνύονται. Οἱ Οἰκουμενιστὲς πολεμώντας τὴν Ἱ. Παράδοση, πολεμοῦν τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία του. Σὲ αὐτὴν τὴν προσπάθεια ποὺ κάνουν οἱ Οἰκουμενιστὲς βρῆκαν συμμάχους καὶ τοὺς ὑποτιθέμενους «ἀντιοικουμενιστές», οἱ ὁποῖοι μιλοῦν καὶ καταδεικνύουν μὲν τὴν καταπάτηση καὶ ἀναίρεση τῆς Ἱ. Παράδοσης, δὲν κάνουν ὅμως τίποτα γιὰ νὰ τὴν σταματήσουν γιὰ τὸν φόβο τῶν Ἰουδαίων καὶ γιὰ νὰ μὴν χάσουν τὴν ἐπίγεια δόξα τους καὶ τὰ ὀφέλη ποὺ αὐτὴ ἐπιφέρει. 
Ἀκολουθοῦν μάλιστα κι αὐτοὶ τὴν ἴδια μέθοδο διαστρέβλωσης τῆς Ἱ. Παράδοσης, παραχαράσσοντας τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων γιὰ τὸν ὀρθόδοξο, ἁγιοπατερικὸ τρόπο ἀντιμετώπισης τῶν αἱρέσεων, γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν δειλία τους, τὴν ἐμπορεία τους, τὴν συγκάλυψη καὶ συνεργεία ποὺ διαπράττουν. Αὐτοὺς τοὺς ἀσυνεπεῖς «ἀντιοικουμενιστές» ρωτάει ὁ Παῦλος: «λογίζῃ δὲ τοῦτο, ὦ ἄνθρωπε, ὁ κρίνων τοὺς τὰ τοιαῦτα πράσσοντας καὶ ποιῶν αὐτά, ὅτι σὺ ἐκφεύξῃ τὸ κρῖμα τοῦ Θεοῦ;» (Πρὸς Ρωμ. 2, 3).

Σὲ ὅλους αὐτοὺς βοᾶ ὁ Μ. Βασίλειος ὡς τέλειος ἐκφραστὴς καὶ ὑπερασπιστὴς τῆς Ἱ. Παράδοσης ἀντὶ ἡμῶν: «Οὐ φοβῇ τὴν ἀσυγχώρητον ἁμαρτίαν;... δυσωπείτω σε ἡ παράδοσις»· Δὲν φοβᾶσαι τὴν ἀσυγχώρητη ἁμαρτία; Ἂς σὲ κάνει νὰ ἐντραπεῖς ἡ Παράδοση (σσ. ἂν σοῦ ἔχει μείνει καθόλου ἴχνος ντροπῆς) (Ὁμιλία Κ∆ʹ. Κατὰ Σαβελλιανῶν, καὶ Ἀρείου, καὶ τῶν Ἀνομοίων).

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Ἡ μάχη ἐνάντια στὸν Οἰκουμενισμό, ἡ ὑψίστη τῶν μαχῶν

Ὅσοι θέλουν νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὴν πικρὴ δουλεία στὸν ἐχθρὸ διάβολο ὀφείλουν νὰ ἀντιταχθοῦν στὰ θελήματά του καὶ νὰ ἀρχίσουν φανερὰ πόλεμο ἐναντίον του.

(Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος)

Ὁμοφυλοφιλία, ὁμοφυλοφιλική «οἰκογένεια», τρανσεξουαλικότητα, σεξουαλική ἐπανάσταση, κτηνοβασία, παιδοφιλία, μητρικός δανεισμός, εὐθανασία, γονιδιακὴ ἐπανάσταση, ἐκμετάλλευση, φτώχεια, πείνα, μαγεία, παγανισμός, διεθνισμός, ἀνεκτικότητα (τί ὑποτιμητικὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὅρος, ἀνέχομαι κάποιον) Παγκοσμιοποίηση, μηδενισμός, ἀναγνώριση τῶν αἱρέσεων ὡς «Ἐκκλησία», Οἰκουμενισμός· στὸν κόσμο ποὺ ζοῦμε διαδραματίζεται μία μάχη. Ὅποιος δὲν βλέπει τὴν μεταφυσική, τὴν πνευματικὴ φύση αὐτῆς τῆς μάχης, ἐθελοτυφλεῖ. Ὁ πόλεμος ποὺ εἶχε κηρύξει ὁ διάβολος ἐνάντια στον Θεό καὶ στὴν Ἐκκλησία Του ἔφθασε στὸ ἀποκορύφωμά του. Ἡ μάχη ποὺ γίνεται τώρα μέρος εἶναι ἡ μάχη τῶν ἐσχάτων χρόνων, ἡ ὑψίστη τῶν μαχῶν.

Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ πολεμάει ὁ σατανᾶς, ὡς ἄρχοντας καὶ ἐξουσιαστὴς τοῦ κόσμου (Ματθ. δ’ 9), τὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ εἶδε, ὅτι μὲ τὴν σταύρωση, τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ τὴν Πεντηκοστή, τὰ γενέθλια τῆς Ἐκκλησίας καταλύεται, συντρίβεται ἡ βασιλεία του. 
Ὁ Χριστὸς ἦλθε νὰ «λύσει τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου» καὶ νὰ ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωπο. 
Νὰ συντρίψει τὸ κράτος και τὴν δυναστεία του καὶ νὰ χαρίσει τὴν ἐλευθερία τῆς δικῆς του βασιλείας, μίας βασιλείας ἀγάπης, δικαιοσύνης, εἰρήνης καὶ ἐλευθερίας. Στὴν ἀρχὴ πολέμησε τὸν ἴδιο τὸν Χριστό: Τοῦ ἐπιτέθηκε μὲ πειρασμοὺς στὴν ἔρημο, μετὰ χρησιμοποίησε τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους ὡς πνευματικὴ καὶ τοὺς Ρωμαίους, ὡς πολιτικὴ ἐξουσία γιὰ νὰ τὸν σταματήσει. Ὅταν ὅμως μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶδε τὶς πύλες τοῦ βασιλείου του συντετριμμένες καὶ τὸν ἄνθρωπο νὰ γλυστρᾶ μέσα ἀπὸ τὰ χέρια του στράφηκε «ὡς λέων ὠρυόμενος» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 8) ἐναντίον τοῦ θεανθρωπίνου σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας. 
Ὅπλα του στὴν ἀρχὴ ἀποτελοῦσαν οι διωγμοί. Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοι, εἰδωλολάτρες, φιλόσοφοι, ὅλοι στρέφονται ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας. Τίποτα δὲν κατάφερε. Μὲ κάθε διωγμὸ ἀντὶ νὰ ἐξαφανίζεται ἡ Ἐκκλησία αὐξανόταν καὶ πλήθαινε, μὲ κάθε νεκρό μάρτυρα βαπτίζονταν πολλαπλάσιοι Χριστιανοί.

Τότε ὁ σατανὰς ἄλλαξε τὴν τακτική του. Δὲν πολέμησε τὴν Ἐκκλησία πιὰ ἀπὸ ἔξω, ἀλλὰ ἀπὸ μέσα, μὲ τὴν αἵρεση. Πρῶτα κυνήγησε τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, τώρα τοὺς χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ πολεμήσει τὴν Ἀλήθεια Του. Κάθε αἰῶνα ἐμφανιζόταν καὶ μία καινούργια αἵρεση, μία καινούργια ψευδοδιδασκαλία ἀπὸ ψευδοδιδασκάλους καὶ ψευδοποιμένες. Ὅμως καὶ αὐτὲς ἀπέτυχαν. Μπορεῖ νὰ παρέσυραν πολλοὺς στὴν δίνη τῆς ἀνομίας τους, ἀλλὰ βρῆκαν μπροστά τους ὡς κυματοθραύστη τὴν διδασκαλία καὶ τὸν ἀγῶνα τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ ὁμολογητῶν ποὺ διέλυσαν τὰ ἀλλεπάλληλα κύματα τῶν ἐπιθέσεων τῶν αἱρετικῶν. Ἡ Ἐκκλησία παρέμεινε, ὅπως μᾶς ὑποσχέθηκε ὁ Χριστός, Μία καὶ ἀδιαίρετη, Καθολική καὶ Ἀποστολική. Ὁ σατανᾶς συνειδητοποίησε τότε τὸν λόγο τῆς ἦττας του: Ὅσο ὁ Χριστιανὸς εἶναι πεπεισμένος, ὅτι ὁ βίος του σ’ αύτὸν τὸν κόσμο εἶναι ἕνας πόλεμος, ὅσο θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του στρατιώτη τῆς πίστεως, ἀσκεῖται καὶ ὑπακούει στοὺς στρατηγούς του, τοὺς Ἁγίους Πατέρες, ὅσο πιστεύει στὸν Κύριο καὶ στὴν δεδομένη νίκη Του «θαρσεῖτε ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμο» (Ἰω. 16, 33), τίποτα δὲν τὸν πτοεῖ, πολεμάει γιὰ τὴν πίστη του, τουτέστιν ὁμολογεῖ: Διωγμοί, βασανιστήρια, μαρτύριο, οἰκογένεια, φίλοι, κοινωνία, πατρίδα (ἂς τὸ ἀκούσουν αὐτὸ οἱ ἐθνικιστικοὶ κύκλοι ποὺ χρησιμοποιοῦν τὴν ἐκκλησία ὡς πρόσχημα γιὰ νὰ περάσουν τὴν ἰδεολογία τους, μιᾶς καὶ γιὰ τὸν Χριστιανὸ σημαντικότερη εἶναι ἡ οὐράνια καὶ ὄχι ἡ ἐπίγεια πατρίδα), δὲν μποροῦν νὰ τὸν κάνουν νὰ σταματήσει νὰ πιστεύει καὶ νὰ ὁμολογεῖ τὸν Χριστό.

Ἡ Ἐκκλησία μας εἶχε φροντίσει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ διδάξει τὸν Χριστιανό νὰ πολεμεῖ τόσο τοὺς ἐσωτερικούς του ἐχθρούς, τὰ πάθη του, ὅσο καὶ τοὺς ἐξωτερικούς του, τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ αἱρετικούς. Τὸ λεξιλόγιό Της εἶναι πασιφανές:

Πρὸς Ἐφεσίους 6, 10-12: «Λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἐνδυναμώνεστε στὸν Κύριο, καὶ στὴν κυριαρχικὴ δύναμη τῆς ἰσχύος Του. Ντυθεῖτε τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέσετε νὰ σταθεῖτε ἐνάντια στὶς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου. Ἐπειδὴ ἡ πάλη μας δὲν εἶναι ἐνάντια σὲ αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλ’ ἐνάντια στὶς πονηρὲς ἀρχές, καὶ στὶς ἐξουσίες, ἐνάντια στοὺς κοσμοκράτορες τοῦ σκότους τούτου τοῦ αἰῶνα, ἐνάντια στὰ πνεύματα τῆς πονηρίας χάριν τῶν ἐπουρανίων».

Πρὸς Ἐφεσίους 6:13-17: «Γι’ αυτό, ἀναλάβετε τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέσετε νὰ ἀντισταθεῖτε κατά τὴν πονηρὴ ἡμέρα τῶν πειρασμῶν καὶ ἀφοῦ καταπολεμήσετε τὰ πάντα, νὰ σταθεῖτε. Σταθεῖτε, λοιπόν, περιζωσμένοι τὴν ἀλήθεια, σὰν τὴν ζώνη ποὺ σφίγγουν τὴν μέση τους οἱ πολεμιστές καὶ ντυμένοι τὸν θώρακα της δικαιοσύνης. Καὶ ὅπως οἱ πολεμιστὲς φοροῦν στὰ πόδια τους ὑποδήματα, γιὰ νὰ τρέχουν μὲ ἀσφάλεια καὶ εὐκολία, φορέσατε καὶ ἐσεῖς τὴν ἑτοιμασία, ποὺ ἀπαιτεῖ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς εἰρήνης. Πάνω δὲ ἀπὸ ὅλα ἀναλάβετε τὴν ἀσπίδα τῆς πίστης, μὲ τὴν ὁποία θὰ μπορέσετε νὰ σβήσετε ὅλα τὰ πυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ. Καὶ πάρτε τὴν περικεφαλαία της σωτηρίας, και τὴ μάχαιρα του Πνεύματος».

Πρὸς Κορινθίους Β΄ 10, 3-4: «Ἐπειδή, ἂν καὶ περπατοῦμε μὲ σάρκα, ὅμως δὲν πολεμοῦμε κατὰ σάρκα, ἐπειδὴ τὰ ὅπλα τοῦ πολέμου μας δὲν εἶναι σαρκικά, ἀλλὰ δυνατά μὲ τὸν Θεὸ γιὰ καθαίρεση ὀχυρωμάτων»

Ὁ ἄγγελος προσφώνησε τὸν ἅγ. Θεόδωρο τὸν Στρατηλάτη: «Χαῖρε, Θεόδωρε, γενναῖε στρατιῶτα τοῦ Χριστοῦ»· τὸν ἅγ. Δημήτριο τὸν Μυροβλήτη: «Χαῖρε Δημήτριε στρατιῶτα τοῦ Χριστοῦ, ἔχε θάρρος, ἐνδυναμοῦ καὶ νίκα τοὺς ἐχθρούς σου» 

Διαβάζουμε στὸν ὕμνο τοῦ ἁγ. Νικήτα ἀπὸ τὸν ἅγ. Νικόλαο Βελιμίροβιτς, (Ὁ Πρόλογος τῆς Ἀχρίδος, Σεπτέμβριος): «Ἀλλὰ ὁ ἅγ. Νικήτας ἦταν στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ καὶ κήρυξ τῆς αἰωνίου σωτηρίας».

Στὸν βίο τοῦ Ἁγ. Ἱλαρίωνα διαβάζουμε ὅτι ἄντεξε στοὺς διωγμοὺς τῆς εἰκονομαχίας ὅλες τὶς ταλαιπωρίες «ὡς καλὸς στρατιώτης Χριστοῦ».

Στὸ ἀπολυτίκιο τῶν Ἁγίων Σαβέλ, Μανουήλ, Ἰσμαήλ: «Ὡς ἐννεάριθμον, τοῦ Λόγου σύνταγμα, ἐχθρῶν τὰς φάλαγγας, κατετροπώσαντο, Ἴσαυρος Φήλιξ σὺν αὐτοῖς, Ἑρμείας καὶ Περεγρίνος, ἅμα Ἰννοκέντιος, Μανουὴλ καὶ Βασίλειος, Ἰσμαὴλ ὁ ἔνδοξος, καὶ Σαβὲλ ὁ μακάριος· καὶ στὸν οἶκο τοῦ ἁγ. Μανουήλ: «χαίροις Θεοῦ στρατιῶτα γενναῖε».

Στὸ ἀπολυτίκιο τοῦ ἁγ. Ἐφραίμ τοῦ ἱερομάρτυρος διαβάζουμε «ἐδείχθης ἀήττητος ὄντως Χριστοῦ Ἐφραὶμ στρατιώτης Μακάριε».

Ὁ ἅγ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης στὴν ἐπιστολή του «Γρηγορίῳ κληρικῷ» χαιρετίζει τὸν Γρηγόριο: «Χαῖρε, στρατιῶτα Χριστοῦ».

Στοὺς ψυχοφελεῖς λόγους τοῦ ἱερομονάχου Βαρούχα τοῦ Κρητοῦ διαβάζουμε «χαῖρε Σταυρέ, σάλπιγξ τῆς νίκης, ὅπου στέκονται ἀπὸ κάτω σου οἱ ἀληθινοὶ στρατιῶται τοῦ Οὐρανίου Βασιλέως».

Αὐτὰ συνειδητοποίησε ὁ πανοῦργος αὐτὸς διάβολος καὶ μὲ τὴν ἐμπειρία χιλιάδων ἐτῶν ποὺ κατέχει, ἔβαλε σ’ ἐφαρμογὴ τὸ καινούργιο του μηδενιστικὸ σχέδιο: Νὰ σβήσει τὸ πολεμικό, ὁμολογιακὸ πνεῦμα, τὸν ζῆλο τῶν Χριστιανῶν, νὰ τοὺς κάνει πνευματικὰ μαλθακούς χωρὶς νηστεία καὶ ἄσκηση, νὰ ἀφήσουν τὰ ὅπλα τους νὰ σκουριάσουν ἀψηφώντας τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγ. Πατέρων, νὰ τοὺς προωθήσει ἄλλες προτεραιότητες ἀπὸ αὐτὴ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. 

Ἡ καταστροφὴ καὶ τὸ πνευματικὸ καὶ ψυχικὸ κενό, ποὺ ἐπέφεραν οἱ δύο παγκόσμιοι πόλεμοι τοῦ περασμένου αἰῶνα, καὶ ὁ φόβος γιὰ μία ὀλέθρια πυρηνικὴ διένεξη ἄμβλυναν τὴν χριστιανικὴ συνείδηση καὶ ἔδεσαν τὸν ἄνθρωπο στὶς χαρὲς τῆς ἐφήμερης ζωῆς. 
Ἡ τεχνολογικὴ ἐξέλιξη καὶ οἱ επιστημονικές ἐπιτυχίες πρόσφεραν τὴν οὐτοπία τῆς εὔκολης καὶ ἄνετης ζωῆ ὡς πραγματοποιήσιμη δυνατότητα. Ἔκαναν πιὸ εὔκολη τὴν ἐπίτευξη ἐγκόσμιων ἡδονῶν μὲ τὴν ἀνοχὴ καὶ ἀπέκρουαν ὡς μὴ βλεπόμενες καὶ ἐλπιζόμενες τὶς μέλλουσες πνευματικὲς ἡδονές, ὁπότε ἐμφανιζόταν ὡς μάταιη ἢ παράλογη ἡ ἀσκητικὴ ζωή, ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὡς σταυρικῆς ζωῆς καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθε ἡ βαθμιαία ἀλλοίωση τῆς Πίστεως, ἡ ἔλλειψη ἀγωνιστικῆς διάθεσης κι ὁμολογίας. Καὶ καθώς, λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε σ’ αὐτὴ τὴν παγίδα κι ἀδιαφόρησε γιὰ τὰ πνευματικὰ καὶ τὴν τήρηση τῶν Ἐντολῶν, ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ λυθεῖ ὁ διάβολος. Καὶ «οὐαὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν, ὅτι κατέβη ὁ διάβολος πρὸς ὑμᾶς ἔχων θυμὸν μέγαν, εἰδὼς ὅτι ὀλίγον καιρὸν ἔχει».

Ὁ ρόλος τῆς κρατικῆς ἐξουσίας καὶ ἡ κοινωνικὴ ἀδικία ἐπέφεραν τὸν ρομαντισμὸ καὶ τὴν ἰδανικοποίηση τῆς ἀριστερᾶς ὡς λύση δικαιοσύνης· οἱ διαμάχες τῶν κρατῶν, ὁ κομμουνισμός, ὁ φασισμὸς καὶ ὁ νεοφιλελευθερισμός ἄμβλυναν τὴν ὑγιὴ ἐκκλησιαστικὴ κι ἐθνικὴ συνείδηση καὶ ἐπέφεραν τὸν διεθνισμὸ καὶ τὴν παγκοσμιοποίηση· οἱ φυσικὲς καταστροφές, ποὺ ἐπέφερε ἡ ὀργιώδης ἐξέλιξη τῆς τεχνολογίας, ἐπέφεραν τὴν λατρεία τῆς φύσης· ἡ ἀκόρεστη δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ἡδονὴ ἐπέφερε τὴν καταστροφὴ τῆς οἰκογένειας ὡς θεσμό, τὴν διαστροφὴ καὶ τὴν θεοποίηση τῆς σεξουαλικότητας, γκρεμίζοντας ὅρια χιλιάδων ἐτῶν· ἡ ἀπογοήτευση ἀπὸ τὸν ρόλο τῆς ὑποτιθέμενης «Ἐκκλησίας», κυρίως τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ ἐπέφερε τὸν Οἰκουμενισμό. 

Κάθε τι, ποὺ ἦταν συνδεδεμένο μὲ τὴν Παράδοση χαρακτηρίστηκε συντηρητικὸ καὶ ὀπισθοδρομικό. Ἡ συμφιλίωση καὶ ἡ ἀνάγκη μίμησης τοῦ παραδείγματος τῶν Πατέρων μετατράπηκε σὲ ἔχθρα καὶ ἀποστροφή. Οἱ Πατέρες ἀπὸ παράδειγμα ἀγάπης μετατράπηκαν σὲ «θύματα τοῦ ἀρχέκακου ὄφεως». Ἡ ἀπολυτότητα τῆς Ἀλήθειας γιὰ ὅλους μετατράπηκε στὴν σχετικότητα καὶ στὴν κυριαρχία τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος. Ἡ σχέση μας μὲ τὸν Θεό μετατράπηκε σὲ ἔχθρα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς φθίνουσας κι ὀλέθριας πορείας ἐκφράζεται συμπερασματικὰ σὲ δύο κινήσεις, μία πολιτικὴ καὶ μία θρησκευτική: Τὴν παγκοσμοιοποίηση καὶ τὸν Οἰκουμενισμό.

Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἀναδείχθηκε ὡς παγκόσμια θρησκεία. Ὁ διάβολος ἔδωσε σὰν βοηθούς του τὸν ἐπισκοποκεντρισμό, τὸν γεροντισμό, τὴν ἐκκοσμίκευση, τὴν ἐπιστημονικὴ αὐθεντία ἀντὶ τῆς πατερικῆς, τὸν δογματικὸ μινιμαλισμό, τὴν ὀνοματοκρυπτία, τὴν μεταπατερικὴ θεολογία. Αὐτὰ ὅλα διάβρωσαν τὰ πνευματικὰ αἰσθητήρια τοῦ ποιμνίου.Ἔτσι κατήντησε τὸ ποίμνιο ἕρμαιο ὑποκειμενικῶν ἑρμηνειῶν καὶ ἀπόψεων μεταμοντέρνων δοκισησόφων «πνευματικῶν», ἐπαναστατικῶν «λογίων» καὶ διεστραμμένων δημαγωγῶν. Παράλληλα κατήντησε ἕρμαιο παραδοσιολατρῶν μίας ψεύτικης Παράδοσης, ποὺ τῆς λείπει ἡ ἀληθινὴ ζωή, διότι ἀπομακρυνθήκαμε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες. Κατήντησε μέσῳ τῆς διστακτικότητας, τῆς ἀμφιβολίας καὶ τὸν «φόβο τῶν Ἰουδαίων», ποὺ τὸ διακρίνει, συμμέτοχο τῆς ἐκπόρνευσης τῆς Ἱ. Παραδόσεώς μας, τῆς ἐμπορευματοποίησης τῶν ὁσίων καὶ ἱερῶν, τῆς ἀναθεώρησης τῶν Παρακαταθηκῶν καὶ τῆς στήριξης τῆς προοδοπληξίας ποὺ σείει συθέμελα τὴν Ἐκκλησία μας.

Γι’ αὐτὸ ἡ μάχη ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἡ ὕψιστη τῶν μαχῶν. Ὅλοι οἱ Ἅγιοι μᾶς προειδοποίησαν γιὰ τὸν ξεπεσμὸ ποὺ ζοῦμε σήμερα. Μᾶς δίδαξαν, ὅτι οἱ σημερινοὶ Χριστιανοί, ἂν καὶ κατώτεροι τῶν παλαιοτέρων σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, θὰ ἔχουν τὸ προνόμιο νὰ δώσουν αὐτὴ τὴν μάχη τῶν μαχῶν ἐνάντια στὴν μεγαλύτερη αἵρεση στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ μᾶς εἶπαν, ὅτι ἡ μάχη αὐτὴ θὰ μᾶς ἀναλογισθεῖ ὑψηλότερη ἀπὸ τὶς μάχες τῶν μεγάλων ὁμολογητῶν τοῦ παρελθόντος.

Κι ἐμεῖς σὰν στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ μας, ἂν καὶ χωρὶς σύγχρονους ἐμπειροπόλεμους στρατηγούς, ἀφοῦ ὁπλισθοῦμε μὲ τὰ πνευματικὰ ὅπλα τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγ. Πατέρων, ὁφείλουμε νὰ προετοιμασθοῦμε, νὰ ὁπλισθοῦμε, νὰ πολεμήσουμε, δηλ. νὰ ὁμολογήσουμε Χριστὸ κι ὁ καθένας ἂς δώσει ὅτι μπορεῖ σ’ αὐτὴν τὴν μάχη. Αὐτὴ εἶναι ἡ μοναδικὴ ἐλπίδα τῆς τραγικῆς γενιᾶς μας νὰ ἀκούσουμε τὴν τρομερὴ ἐκείνη στιγμὴ ποὺ θὰ βρεθοῦμε μπροστὰ στὸν Δημιουργό μας: «Χαῖρε, στρατιῶτα Χριστοῦ».

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

«Οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήριον εἴπω, οὐ φίλημά σοι δώσω καθάπερ ὁ Ἰούδας»

Εἶναι ἀδιαμφισβήτητο γεγονός, ὅτι πολλοὶ Χριστιανοί ἔχουν πιὰ ἀναγνωρίσει, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς ἀποτελεῖ τὴν μεγαλύτερη αἵρεση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας· ἔχουν πιὰ καταλάβει, ὅτι οἱ ποιμένες δὲν στέκονται στὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ τῶν εὐθυνῶν ποὺ φέρει ἡ θέση τους στὴν Ἐκκλησία· ἔχουν πιὰ διακρίνει, ὅτι λύκοι βαρεῖς καὶ δοῦλοι πονηροὶ λυμαίνονται τὸ ποίμνιο. Ἐνῶ ὅμως ἔχουν καταλάβει, διστάζουν νὰ ἐφαρμόσουν τὴν ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς αἱρέσεως καὶ χρησιμοποιοῦν ὡς ἐλαφρυντικὸ γιὰ τὸν δισταγμό τους τὴν ἄγνοια καὶ τὴν ἔλλειψη κατήχησης ποὺ ὁμολογουμένως ἐπικρατεῖ. Ἔτσι σκεπτόμενοι καὶ κινούμενοι ἀπὸ τὴν ἀδιαμφισβήτητη καὶ δεδομένη εὐσέβειά τους συνεχίζουν νὰ ἐπισκέπτονται κάθε Κυριακὴ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ νὰ κοινωνοῦν μὲ τοὺς αἱρετικούς, ξεχνώντας ὅμως τὸ ἀκόλουθο σημαντικό: 

Ἡ Θεία Λειτουργία πρώτη μᾶς διδάσκει, πῶς πρέπει νὰ συμπεριφερόμαστε ἀπέναντι στοὺς αἱρετικούς, δηλ. νὰ ἀποφεύγουμε τὴν κοινωνία μαζί τους. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο θέλω νὰ ἐκφράσω μερικὲς σκέψεις μου γιὰ τὸ συγκεκριμένο ὑψίστης σημασίας γιὰ τὴν σωτηρία μας —καὶ ὁμολογουμένως προσωπικὸ γιὰ τὸν καθένα μας— θέμα, προσεγγίζοντας κι ἀπὸ μία ἄλλη σκοπιὰ τὴν ἀπὸ τους Πατέρες πολλάκις ἀναφερόμενη μόλυνση καὶ τὸ κατάκριμα ἀντὶ γιὰ τὴν Χάρη ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν κοινωνία μέ τοὺς αἱρετικούς.

Ἡ Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία —ἡ μοναδικὴ ἀληθινὴ Θεία Λειτουργία—εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς μυστηριακῆς καὶ μεταμορφωτικῆς πορείας τοῦ πιστοῦ Χριστιανοῦ. Μέσῳ αὐτῆς ἀφήνουμε τὸν κόσμο αὐτὸν καὶ προγευόμαστε τὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ, τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ πραγματοποιεῖται κατὰ κύριον λόγο μέσῳ τῆς κορύφωσης τῆς Θείας Λειτουργίας, τῆς Θείας Μεταλήψεως. Ὁλόκληρη ἡ Θεία Λειτουργία προετοιμάζει ἀκριβῶς αὐτό, δηλ. τὴν μεταβολὴ τῶν γήινων δώρων ποὺ προσφέρει ἐλευθέρως ὁ ἀληθινὸς πιστός στὸν Κύριο, τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνον, σὲ σῶμα καὶ αἷμα Κυρίου. Ἐκεῖνος ὡς «ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή», ὡς «ὁ προσφέρων καὶ ὁ προσφερόμενος», ὡς ἡ Μία καὶ Μοναδικὴ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας μᾶς καταστᾶ μὲ τὴν συμμετοχὴ μας στὴν Θεία Κοινωνία μετόχους τῆς τρισηλίου Θεότητας καθῶς ὁ ἴδιος μᾶς ὑποσχέθηκε: «ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τό Αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει κἀγὼ ἐν αὐτῷ» (Ἰω. 6, 56). 

Ἡ συμμετοχὴ σ΄ αὐτὸ τὸ ὕψιστο Μυστήριο μας εἶναι ἐπιτρεπτὴ μόνο γιὰ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, μόνο γιὰ τοὺς Ὀρθόδοξους. Κανεὶς ἄλλος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παρευρίσκεται, στὴν τέλεση τοῦ Μυστηρίου αὐτοῦ. Ἀκόμα καὶ οἱ κατηχούμενοι καὶ οἱ μετανοοῦντες πρέπει κανονικὰ μὲ τὴν ἀναγγελία τοῦ «τὰς θύρας, τὰς θύρας» νὰ ἐγκαταλείψουν τον ναό. Τὸ Πηδάλιο ἀναφέρει μάλιστα στὴν συμφωνία τοῦ 11ου Κανόνος τῆς 1ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι τῆς ὀρθοδόξου τότε Ρώμης, εἶχαν τὴν εὐγενὴ καὶ γεμάτη ἀγάπη συνήθεια νὰ βγαίνουν μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία ἀπὸ τὸν ναό καὶ νὰ κλαῖνε μαζὶ μὲ τοὺς μετανοοῦντες, νὰ τοὺς σηκώνουν καὶ ἔτσι νὰ τοὺς στέλνουν δυναμωμένους (παρὰ τὸν ἀποκλεισμό τους ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία) στὰ σπίτια τους (τί διαφορὰ ἀλήθεια ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς ἐπαγγελματίες ἐπισκόπους τῶν λιμουζίνων καὶ τῶν βιλλῶν). Ὅταν ἐμεῖς, οἱ πιστοί, βλέπουμε σήμερα, ὅτι τίποτα ἀπὸ αὐτὰ δὲν τηρεῖται, ὅτι ὄχι μόνο αἱρετικοί, ἀλλὰ ἀκόμα μέχρι καὶ Μουφτῆδες καὶ Βουδιστὲς βρίσκονται κατὰ την Θεία Λειτουργία μέσα στὸν Ἱ. Ναό, ποιά πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀντίδρασή μας; Ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ αὐτούς, ποὺ ἐμπαίζουν καὶ μολύνουν τὰ ἱερά;

Διότι καὶ ἡ δική μας συμμετοχὴ στὸ Μυστήριο ἔχει μία προϋπόθεση, ἡ ὁποία εἶναι ζήτημα σωτηρίας ἢ ἀπωλείας: Ἡ συμμετοχή μας πρέπει νά γίνεται ἀξίως, εἰδάλλως ἡ Θεία Κοινωνία μετατρέπεται σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγ. Νικόλαο τὸν Καβάσιλα (Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας) ἀπὸ «ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴ αἰώνιος» σὲ κρίμα καὶ κατάκριμα, σὲ καταδίκη τοῦ ἀναξίου πιστοῦ. Ὁ πιστὸς ἐκεῖνος ποὺ ἀναξίως τρώγει τὸ σῶμα καὶ πίνει τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, «κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου» (Α' Κορ. ια', 28-30).

Τὸ τρομακτικὸ ἐρώτημα, πῶς θὰ πλησιάσουμε τὸ ἱερὸ δισκοπότηρο, μᾶς βασανίζει ὅλους, ἂν ἔχουμε ἔστω καὶ λίγο φόβο Θεοῦ μέσα μας. Οἱ ἱερὲς προσευχὲς καὶ τὰ ἱερὰ κείμενα τῆς Θείας Λειτουργίας μᾶς δείχνουν ξεκάθαρα τὴν πνευματικὴ προετοιμασία ποὺ ἀπαιτεῖται, μᾶς λένε ξεκάθαρα, ὅτι χωρὶς μετάνοια, φόβο Θεοῦ, ταπείνωση καὶ ἀγάπη κοινωνοὶ τοῦ Κυρίου δὲν γινόμαστε.

Ἤδη στὶς ἱερὲς ἐκεῖνες στιγμὲς πρὶν ἀπὸ τὴν Θεία Μετάληψη βοᾶ ὁ Ἱερέας στὸ ποίμνιο: «Πρόσχωμεν τὰ Ἅγια τοῖς Ἁγίοις». Μὰ εἴμαστε ἐμεῖς ἅγιοι θὰ ρωτήσει κανείς; Μὰ φυσικὰ ὄχι, οὐδεὶς ἀναμάρτητος. Τὸ γεγονὸς ὅμως, ὅτι προετοιμασθήκαμε μὲ μετάνοια καὶ μὲ συντριβή, μὲ συνεχὴ ἀγῶνα νὰ ἐξαλείψουμε τὰ πάθη μας, μᾶς καθιστᾶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἁγίους, ἄξιους δηλ. νὰ κοινωνήσουμε τὰ Ἅγια. Ἀφοῦ γίνει αὐτὸ κατανοητὸ γιὰ τοὺς πιστούς, τότε ὁ ἑπόμενος ὕμνος μᾶς δείχνει καὶ τρεῖς ἄλλες προϋποθέσεις: «Τοῦ Δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ, σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε· οὐ μή γάρ τοῖς ἐχθροῖς σου τό μυστήριον εἴπω· οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ ᾿Ιούδας· ἀλλ᾿ ὡς ὁ Λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθητί μου Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου». 

Οἱ δύο πρῶτες προϋποθέσεις εἶναι συνδεδεμένες μεταξύ τους. Δὲν θὰ προδώσουμε τὸ Μυστήριο στοὺς ἐχθροὺς τοῦ Κυρίου, δὲν θὰ Τὸν προδώσουμε, ὅπως ὁ Ἰούδας. 

Ἔχουμε ὅμως ἀναλογιστεῖ ποτέ, ποιοί εἶναι αὐτοὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Κυρίου μας καὶ ποιός προδίδει τὸν Κύριο; 

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ξεκάθαροι: Αὐτοὶ ποὺ δὲν τηροῦν τὸ θέλημά Του, οἱ ἄθεοι, οἱ ἄπιστοι, οἱ αἱρετικοί, οἱ σχισματικοὶ καὶ οἱ συμπράττοντες μὲ αὐτοὺς λόγῳ χρημάτων, δόξας καὶ ἀναγνώρισης: «Οἱ ἐχθροὶ καὶ ἐπίβουλοι τῆς Ἐκκλησίας ἤγουν οἱ αἱρετικοί (Ἀναστασίου Σιναΐτου Λόγος Δ΄) «χριστομάχοι» (Μ. Ἀθανάσιος, Ἐπιστολὴ πρὸς Ἐπισκόπους Αἰγύπτου), «ἀπατεῶνες, ἀγῦρτες, ἄθλιοι» (Ἐπιφάνιος, Πανάριον), «κῦνες» (Μ. Βασίλειος, Ἐπιστολὴ πρὸς ἐπισκόπους), «οὓς ὁ Κύριος πολεμίους καὶ ἀντιπάλους λέγει ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις» (Κανών Καρχηδ.), «νεκροί» (Αγ. Αθαν. λθ’ ἑορτ. ἐπιστ.), «ἐχθροὶ τῆς Ἀληθείας» (1ος Καν. τῆς ΣΤ’), «Τὰς τῶν αἱρετικῶν ζιζανίων ἐπισπορὰς ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ ὁ πάμπονηρος καταβαλών, καὶ ταύτας ὁρῶν τῇ μαχαίρᾳ τοῦ Πνεύματος τεμνομένας προρρίζους, ἐφ’ ἑτέραν ἦλθε μεθοδείας ὁδόν, τῇ τῶν σχισματικῶν μανίᾳ τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα μερίζειν ἐπιχειρῶν…»(13ος τῆς ΑΒ΄).

Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ ἄλλοι ἐχθροί, οἱ ἐκ τῶν ἔσω, οἱ παριστάνοντες τοὺς Ὀρθόδοξους, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ λύκους μὲ δορὰ προβάτων. Εἶναι οἱ ψευτοδιδάσκαλοι καὶ οἱ ψευδοπροφῆτες, οἱ ἀπατεῶνες τοῦ Μ. Βασιλείου, οἱ ἐργᾶτες οἱ δόλιοι τοῦ Χρυσοστόμου, οἱ χριστέμποροι τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, οἱ διαστρεβλωτὲς τῆς Ἀλήθειας τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, γιὰ τοὺς ὁποίους μᾶς προειδοποίησε τὸ Εὐαγγέλιο, εἶναι οἱ Σίμωνες, οἱ Νικόλαοι, οἱ ἑνωτικοί, οἱ μεταπατερικοί, οἱ Οἰκουμενιστές. Εἶναι αὐτοί, γιὰ τοὺς ὁποίους ἔγραψε ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος, ὅτι ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ στὸν λαό Του προκαλεῖται διὰ «το πωλεῖσθαι καθ’ ἑκάστην τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα καὶ αἷμα, παρὰ τῶν λεγομένων πνευματικῶν καὶ ἀγοράζεσθαι πρὸς ὑμῶν τῶν χριστιανῶν» (http://www.katanixis.gr/2017/10/blog-post_361.html#more) ἀναδεικνύοντας τὴν μεγίστη εὐθύνη καὶ τῶν πιστῶν, διότι μᾶς ὀνομάζει —ἂν παίρνουμε τὴν Θεία Κοινωνία ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν πωλοῦν— φεῦ, ἀγοραστὲς τῆς Θείας Κοινωνίας. Δὲν πρέπει νὰ ἀποφύγουμε τὴν κοινωνία μέ αὐτοὺς ποὺ ἐμπορεύονται τὰ Θεῖα Μυστήρια γιὰ νὰ μὴν καταδικασθοῦμε ὡς συμμέτοχοι τοῦ ἀνίερου καὶ ἀντιχρίστου ἐμπορίου;

Φθάνοντας λοιπὸν στὴν τρίτη προϋπόθεση ἂς ἀναρωτηθοῦμε τῶρα ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἂν ἐκπληρώνουμε τὴν τρίτη ὑπόσχεση ποὺ δίνουμε πρὶν τὴν Θεία Κοινωνία: Ὁμολογοῦμε τὸν Χριστὸ συνειδητὰ καὶ ἔμπροσθεν ὅλων, ὅπως ὁ Ληστής;

Ο Ἐπίσκοπος Κερνίτζης καὶ Καλαβρύτων Ἠλίας Μηνιάτης (1669-1774), σημαντικότατος ἐκκλησιαστικὸς ρήτορας τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας, στὸν δεύτερο λόγο του περὶ πίστεως, δὲν ἀσχολεῖται μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἐξαπολύει τὰ πύρινα λόγια του ἐναντίον τῶν ψευδορθοδόξων χριστιανῶν τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὁποῖοι καμία διαφορὰ δὲν ἐμφανίζουν μὲ τοὺς σημερινοὺς Οἰκουμενιστές, τολμάω μάλιστα νὰ πῶ, ὅτι οἱ σημερινοὶ εἶναι οἱ χειρότεροι τῆς ἱστορίας:

«... Μὰ καὶ πόση λύπη θὰ ἔχουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ θεοφόροι πατέρες, βλέποντας αὐτὴ τὴν εὐσέβεια, γιὰ τὴν ὁποία τόσο πολὺ ἀγωνίστηκαν ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, νὰ εἶναι τόσο πολὺ περιφρονημένη ἀνάμεσα στοὺς ὀρθοδόξους.

»Ἄχ! Ἂν ἦταν δυνατὸν νὰ ἐπιστρέψετε πάλι σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ, διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, θεόπνευστα στόματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ κηρύξετε πάλι τὴν πίστη στοὺς χριστιανούς, νὰ διδάξετε καὶ πάλι τὴν Ὀρθοδοξία στοὺς ὀρθοδόξους. Ὄχι νὰ πολεμήσετε πιὰ τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως, μὰ καὶ πάλι νὰ κατηχήσετε τὰ τέκνα τῆς πίστεως. Γιατί ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ δὲν πολεμεῖται πλέον ἀπὸ τὶς βλαστήμιες τῶν αἱρετικῶν καὶ τὴν δυσσέβειά τους, ἀλλὰ πολεμεῖται ἀπὸ τῶν χριστιανῶν τὴν ἀμάθεια καὶ τὴν κακία... Ραββὶ θειότατε διδάσκαλε, σὺ ποὺ κατέβηκες ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ μᾶς δίδαξες τέτοια πίστη, ἐμεῖς ὁμολογοῦμε καὶ πιστεύουμε μαζὶ μὲ τὸν ἄδολο Ἰσραηλίτη, τὸν Ναθαναήλ, πὼς ”σὺ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ”». Ὅμως ἐμεῖς δὲν καταλαβαίνουμε τί ὁμολογοῦμε. Ἐμεῖς δὲν ζοῦμε ὅπως πιστεύουμε. Ἐμεῖς ἔχουμε τὴν ἁγία σου πίστη, τὴν ὁποία πήραμε μὲ τὸ ἅγιο βάπτισμα, ἀλλὰ στὴ θεωρία τῆς πίστεως εἴμαστε τυφλοὶ καὶ στὴν πράξη τῆς πίστεως εἴμαστε νεκροί».

Ὅταν λοιπὸν γνωρίζουμε τοὺς οἰκουμενιστὲς ἐπισκόπους καὶ ἱερεῖς, γνωρίζουμε ὅτι ἡ κοινωνία μαζί τους σημαίνει στὴν πραγματικότητα σύμπραξη καὶ συμπόρευση μὲ τὸ ἀνίερο ἔργο τους, γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸ σημαίνει ἀπώλεια τῆς σωτηρίας μας, μποροῦμε νὰ πᾶμε πάλι στὴν Θεία Κοινωνία χωρὶς νὰ μολυνθοῦμε ἀπὸ τὴν αἵρεση, χωρὶς νὰ γίνει Αὐτὴ γιὰ ἐμᾶς εἰς κατάκριμα, χωρὶς νὰ προδώσουμε τὸν Χριστό, ἄλλα ὑποσχόμενοι κι ἄλλα πράττοντες; Φυλάττουμε τὸ Μυστήριο ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ, φυλάττουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ τὸ φίλημα τοῦ Ἰοῦδα, φυλάττουμε τὴν πίστη μας μὲ τὴν ὁμολογία μας; Περιμένουμε νὰ μᾶς θυμηθεῖ ὁ Κύριος, ἐνῶ σιωποῦμε καὶ δὲν ἀντιδροῦμε στὴν αἵρεση;

«Τοῦ Δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ, σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε· οὐ μή γάρ τοῖς ἐχθροῖς σου τό μυστήριον εἴπω· οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ ᾿Ιούδας· ἀλλ᾿ ὡς ὁ Λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθητί μου Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου».

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Ἀναίρεση καὶ μέσῳ ἐπιστημονικῶν ἀποδείξεων ἀπόρριψη τῆς αὐθαίρετης θέσεως τοῦ κ. Μάννη περὶ ὑπάρξεως σχίσματος μεταξὺ Γαλατίας καὶ Ἱσπανίας τὸν 6ο αἰῶνα

Ἦταν τότε ποὺ ὁ κ. Ρίζος μοῦ ἀποκάλυψε τὸν σκοπό του νὰ ἐκδώσει ἕνα βιβλίο μὲ θέμα τὸ ἡμερολογιακὸ ζήτημα, μὲ σκοπὸ νὰ ἄρει παρεξηγήσεις καὶ ἀγκυλώσεις τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ συμβάλει σὲ μία καλύτερη ἀντιμετώπισή του· νὰ βοηθήσει δηλαδὴ νὰ γίνει ἀντιληπτὸ ὅτι, δὲν πρέπει τὸ Ἡμερολόγιο –ἕνα μὴ δογματικὸ θέμα, ὅσο κι ἂν ἔχει προεκτάσεις στὴν Πίστη– νὰ κρατᾶ σὲ ἀκοινωνησία τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ πιστεύουν ὀρθόδοξα, ἀποτελώντας τοῖχο χωρισμοῦ, τὴν στιγμὴ ποὺ αὐτοὶ ἔχουν τὴν ὁμολογιακὴ θέληση νὰ συναγωνιστοῦν ἐνάντια στὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Αὐθόρμητα λοιπόν, τότε, μοῦ πέρασε ἡ σκέψη, ὅτι θὰ ἦταν σημαντικὸ νὰ τὸν ὑποστηρίξω σὲ αὐτὸ τὸ δύσκολο ἐγχείρημα, μὲ τὴν ἐπιστημονική μου ἰδιότητα τοῦ ἱστορικοῦ κι ὄχι τοῦ θεολογοῦντος, ἀναζητώντας στοιχεῖα κυρίως γιὰ τὴν ἐξέλιξη τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος στὴν Δύση πρὶν τὸ 1054, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶχα συναντήσει, χωρὶς νὰ ἐρευνήσω τὰ ἐπὶ μέρους, κατὰ τὶς ἱστορικές μου μελέτες.

Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ποὺ παρέθεσε ὁ κ. Ρίζος –τουλάχιστον γιὰ τὴν ἡμερολογιακὴ ἐξέλιξη στὴν Δύση– δὲν ἀναιρέθηκε κανένα, ἀντιθέτως ἐπιβεβαιώθηκαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἀποδεικνύει –παρὰ τὸν ἄδικο πόλεμο ποὺ δέχθηκε– τὴν ἐγκυρότητα τῆς ἔρευνας ποὺ διεξήχθη. 
Ὁ ἀξιότιμος κ. Μάννης ὅμως ποὺ ἀσχολήθηκε δυστυχῶς μὲ προκατάληψη μὲ τὸ θέμα ποὺ διαπραγματεύθηκε ὁ κ. Ρίζος (γεγονὸς ποὺ θὰ ἀποδειχθεῖ παρακάτω), παρέθεσε σὲ κείμενο του, πολέμιο τῶν θέσεων τοῦ βιβλίου τοῦ κ. Ρίζου, τὴν ἑξῆς θέση, ὅπως ἀναρτήθηκε στὸ «Aπάντηση στον κ. Ι. Ρίζο περί του Ημερολογιακού (Γ΄ 2)» 
- krufo-sxoleio.blogspot.com/2017/05/a-2.html:

«Συμπληρωματικά προσθέτω και το Σχίσμα μεταξύ των Τοπικών Εκκλησιών Γαλλίας και Ισπανίας, που πιθανόν δεν γνωρίζατε, διότι αν το γνωρίζατε δεν θα γράφατε πως "καμία Εκκλησία δεν θεωρούσε κάποια άλλη σχισματική για αυτόν τον λόγο". 
Ο Μελέτιος Αθηνών γράφει στην Εκκλησιαστική Ιστορία του (ό.π., σελ. 120) πως στα τέλη της βασιλείας του Ιουστίνου (πρόκειται για τον Αυτοκράτορα Ιουστίνο τον Β΄, ο οποίος βασίλεψε από το 565 έως το 574) δημιουργήθηκε σχίσμα ανάμεσα στις Εκκλησίες της Γαλλίας και της Ισπανίας για τον χρόνο της εορτής του Πάσχα. 
Αποδεικνύεται λοιπόν πως παρόλο που υπήρχε εορτολογική ασυμφωνία και μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αυτό δεν ήταν αδιάφορο, όπως το παρουσιάζετε, αλλά θεωρούνταν κακό, μιας και δημιουργούνταν σχίσματα και έριδες, και οι Πατέρες και οι Σύνοδοι προσπαθούσαν συνεχώς για την θεραπεία του, την οποία τελικώς κατάφεραν! 
Θα έρθουμε εμείς σήμερα να πετάξουμε τους αγώνες τους στον κάλαθο των αχρήστων;»

Ἐπειδὴ ὡς ἱστορικὸ μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἡ ἀναφορὰ σὲ ἕνα σχίσμα, τὸ ὁποῖο ἔλαβε μέρος σὲ μία ἐποχὴ καὶ σὲ ἕναν τόπο, ποὺ γνωρίζω σχετικὰ καλά, ἀποφάσισα νὰ ἀσχοληθῶ γιὰ κάμποσο καιρὸ στὸν λιγοστὸ χρόνο μου μὲ τὸ θέμα καὶ νὰ ἐξετάσω ἂν οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μάννη εἶναι ἀκριβεῖς καὶ οἱ πηγές του διασταυρωμένες. Ὅποιες πληροφορίες βρῆκα, ἀποτελοῦν τὸ θέμα τοῦ πονήματος ποὺ ἀκολουθεῖ σχετικὰ μὲ τὴν ἱστορία τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος στὴν Γαλατία (κι ὄχι Γαλλία) καὶ στὴν Ἱσπανία.

Ἡ ἐξέλιξη ἡμερολογιακοῦ ζητήματος στὴν Γαλατία

Οἱ ἀποφάσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Νικαίας ἐφαρμόστηκαν στὴν Γαλατία σταδιακὰ καὶ μὲ διακυμάνσεις καὶ ἐπιρροὲς (Concil. Galliae Παρίσι, 1789). Π.χ. στὴν μονὴ Landevenec τῆς Βρετάνης ἐφαρμόστηκε τελικὰ ὁ σύμφωνος μὲ τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου Διονυσιακός-Αλεξανδρινὸς ὑπολογισμὸς τοῦ Πασχαλίου τὸ 818 μετὰ ἀπὸ Διαταγὴ τοῦ Αὐτοκράτορα Λουδοβίκου Α΄ τοῦ Εὐσεβοῦς (ἀπόδειξη τῆς πολιτικῆς κυρίως βούλησης γιὰ ἡμερολογιακὴ ἑνότητα). Στὴν ἀρχὴ ἀκολουθοῦσαν οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Γαλατίας τὴν Romana Supputatio, δηλ. τὸν 84ετὴ κύκλο τῆς Ρώμης, ὁ ὁποῖος συμφωνοῦσε μὲ τὶς ἀποφάσεις τῆς Νικαίας σχετικὰ μὲ τὸν Πασχάλιο Κανόνα, παρουσίαζε ὅμως μακροπρόσθεμα προβλήματα στὸν ὑπολογισμὸ τῆς ὁρισμένης ἀπὸ τὴν σύνοδο πανσελήνου γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα κι ἀναλόγως διαφορὲς στὸν ἐορτασμό της μὲ τὴν Ἀλεξάνδρεια. 
Ἀπὸ τὸ 343 ἄρχισε ἡ σταδιακὴ ἐφαρμογὴ τῆς τροποποιημένης Romana Supputatio, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ Χρονικὸ τοῦ Προσπέρου τῆς Ἀκουιτανίας (ἂν καὶ ἡ ἀκρίβεια τῶν ἀναφορῶν τῆς πηγῆς αὐτῆς ἀμφισβητεῖται). Γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἔχουμε μία μοναδικὴ πληροφορία σχετικὰ μὲ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα: Τὴν formata ποὺ ἔστειλε ὁ Πάπας Λέων ὁ Α΄ στοὺς Ἐπισκόπους Γαλατίας καὶ Ἱσπανίας τὴν 28. Ἰουλίου 454 καὶ στὴν ὁποία ὁ Πάπας ὁρίζει τὴν ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα γιὰ τὸ ἔτος 455 στὶς 25. Ἀπριλίου (Migne, Patr. lat. LIV 1001; Κεφ. I, σελ. 27).

Τὸ 547 ἐξέδωσε ὁ Βικτώριος τῆς Ἀκουιτανίας, μὲ ἐντολὴ τοῦ Ἀρχιδιακόνου καὶ μελλοντικοῦ Πάπα Ρώμης Ἱλαρίωνα, τὸν δικό του πασχάλιο Κανόνα, ὁ ὁποῖος ἔτυχε μεγάλης ἀποδοχῆς στὴν Γαλατία, στὴν ὁποία μάλιστα εἶχε καὶ τὴν μεγαλύτερη διάρκεια ἐφαρμογῆς, μέχρι τὸν 8ο αἰῶνα (βλπ. καὶ Codex Gothanus Nο. 75 τῆς Βουργουνδίας). Ὁ Κανόνας αὐτὸς διόρθωνε τὴν ἤδη τροποποιημένη Romana Supputatio (ἡ χρονολογία του ἄρχιζε ἀπὸ τὴν ὑπατεία τῶν Fufius Geminus καὶ Rubellius Geminus τὸ 29 μ. Χ.), συμφωνοῦσε μὲ τὶς ἀποφάσεις τῆς Νικαίας, ἀλλὰ κι αὐτός, ὅπως ἡ Romana Supputatio ἐμφάνιζε χρονικὰ προσδιοριστικὰ λάθη καὶ περιοδικὴ ἀσυμφωνία μὲ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Γιὰ ὅλο τὸ θέμα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα στὴν Γαλατία καὶ γενικὰ στὴν δυτικὴ Εὐρώπη βλ. καὶ Alden A. Mosshammer, The Easter Computus and the Origins of the Christian Era (Oxford University Press), σελ. 217–228).

Ἀπὸ τὸν 6ο αἰῶνα ἐφαρμόζεται ὁ Κανόνας τοῦ Βικτωρίου σὲ πολλὰ μέρη τῆς Γαλατίας, ὄχι μόνο γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα ἀλλὰ καὶ σὰν σύστημα χρονολόγησης τῆς γαλατικῆς ἱστοριογραφίας. Π.χ. στὴν καταγραφὴ τοῦ θανάτου τοῦ Ἀββᾶ τῆς Reome διαβάζουμε: «Anno Domini DXII, iuxta quod in cyclo beati Victurii episcopi numeratur», ὅπου ὁ 112ος χρόνος τοῦ Βικτωρίου ἀναλογεῖ στὸ ἔτος 539 (M. G. H., Scriptor. rer. Meroving. III 516, A. 2). Σημαντικὸς γιὰ τὸ θέμα τοῦ Πασχαλίου εἶναι ὁ πρῶτος Κανόνας τῆς Συνόδου τῆς Ὀρλεάνης, μὲ τὸν ὁποῖο ὁρίζεται ὁ πασχάλιος κανόνας τοῦ Βικτωρίου ὡς ὁ κύριος Κανόνας γιὰ τὸν ὑπολογισμὸ τοῦ Πάσχα στὴν Γαλατία (Acta Sanct. ord. S. Benedicti I 616). 

Παρόλα αὐτὰ ὁ Κανόνας αὐτὸς δὲν ἐφαρμόστηκε παντοῦ στὴν Γαλατία. Ὁ ἱστοριογράφος τῶν Φράγκων Γρηγόριος τῆς Τούρ, ὁ ὁποῖος χρησιμοποίησε στὸ ἔργο του «Historia Francorum» καὶ τὸ πασχάλιο τοῦ Βικτωρίου, ἀναφέρει (L. 5, c. 17), ὅτι τὸ 577 ὑπῆρχαν δύο ἡμερομηνίες τοῦ Πάσχα: Πολλὲς ἐνορίες τῆς Γαλατίας γιόρτασαν στὶς 18 Ἀπριλίου (οἱ Ἀλεξανδρινοὶ μάλιστα γιόρτασαν μία βδομάδα ἀργότερα, στὶς 25 Ἀπριλίου), ἄλλες ὅμως γιόρτασαν μαζὶ μὲ τοὺς Ἱσπανοὺς στὶς 21 Μαρτίου. Ὁ Γρηγόριος δηλ. παρότι ἀναφέρει διαφορετικὲς ἡμερομηνίες ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα δὲν ἀναφέρει τίποτα ἀπολύτως περὶ σχίσματος μεταξὺ Γαλατίας καὶ Ἱσπανίας, πόσῳ μᾶλλον ἐνδογαλατικοῦ σχίσματος πρὶν ἢ μετὰ τὸ 577. Κι ἂν ὑπῆρχε πρὶν σχίσμα, γιατὶ τὸ 577 δὲν ἀναφέρεται; 

Τὸ ἐπίμαχο γιὰ τὸ θέμα μας σημεῖο τοῦ 5ου βιβλίου τοῦ Γρηγορίου τῆς Τούρ εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ 17ο κεφάλαιο. Αὐτὸ τὸ κεφάλαιο χρησιμοποίησε ὁ ἀξιότιμος κ. Μάννης, στηριζόμενος στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τοῦ Μελετίου Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία παρουσιάζει στὴν 120η σελίδα αὐτὸ τὸ κεφάλαιο τοῦ Γρηγορίου τῆς Τούρ ὡς πηγή, ὡς ὑποτιθέμενη ἀπόδειξη σχίσματος. Γράφει λοιπὸν στὸ κεφάλαιο 17 τοῦ 5ου βιβλίου του ὁ Γρηγόριος: «Eo anno dubietas paschae fuit. In Galliis vero nos cum multis civitatibus quarto decimo Kalendas Maias sanctum paschae celebravimus. Alii vero cum Spanis duodecimo Kalendas Aprilis solemnitatem hanc tenuerunt; tamen, ut ferunt, fontes illi, qui in Spaniis nutu Dei conplentur, in nostrum repleti sunt. Cainone vero Toronicum vicum, dum ipso glorioso resurrectionis dominicae die missae caelebrarentur, eclesia contremuit, populusque conterritus a pavore, unam vocem dedit, dicens, quod eclesia caderet, cunctique ab ea, etiam effractis ostiis, per fugam lapsi sunt. 

Στὸ κεφάλαιο αὐτό, λοιπόν, δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ ἡ λατινικὴ γιὰ τὸ σχίσμα λέξη shedula, shedium, shidia shisma. Ἀντιθέτως ὁ Γρηγόριος ἐπαληθεύει, ὅτι στὴν Γαλατία ὑπῆρχαν διαφορὲς μεταξὺ τῶν Γαλατῶν ἐπισκόπων στὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα, «nos cum multis civitatibus», δηλ. «ἐμεῖς καὶ πολλὲς πόλεις», δηλ. ὄχι ὅλες, ὄχι ἡ Ἐκκλησία τῆς Γαλατίας, ὅπως λέει ὁ κ. Μάννης, ἀναφέρει γιὰ τὴν διαφορὰ τῆς ὁρισμένης ἡμερομηνίας μεταξὺ τῶν δικῶν του μὲ κάποιους Ἱσπανούς, ὄχι ὅλους, ὄχι τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἱσπανίας, ὅπως λέει ὁ κ. Μάννης, ἡ ὁποία ἐπιλύθηκε μέσῳ ἑνὸς θαύματος τῶν πηγῶν τῶν Ἱσπανῶν (τὸ θαῦμα αὐτὸ συνέβαινε κάθε χρόνο) ποὺ γέμισαν μὲ νερὸ τὴν ἡμερομηνία ἐορτασμοῦ τοῦ Πάσχα τῶν Γαλατῶν κι ὄχι τῶν Ἱσπανῶν, γεγονὸς ποὺ τρόμαξε τὸν λαό. Οἱ λεπτομέρειες αὐτὲς φυσικὰ ἀμφισβητοῦνται ἀπὸ κάποιους ἱστορικούς, γιατὶ λείπουν τὰ ὀνόματα τῶν Γαλατῶν καὶ Ἱσπανῶν Ἐπισκόπων καὶ οἱ διοικητικὲς περιφέρειές τους. Σχίσμα ὅμως γιὰ ὅλους τοὺς ἱστορικοὺς ἀναλυτὲς τοῦ Γρηγορίου σίγουρα δὲν ὑπῆρξε. 

Ἡ συνέχεια τοῦ κειμένου τοῦ Γρηγορίου εἶναι πιὸ διαφωτιστική, (μπορεῖ καὶ διασκεδαστικὴ γιατὶ φαίνεται, ὅτι κανεὶς τῶν τοῦ ἱστολογίου «Κρυφὸ σχολειό» δὲν ἔκανε τὸν κόπο, παράλληλα μὲ τὶς θριαμβολογίες τους καὶ τὸν θαυμασμό τους γιὰ μία λανθάνουσα ἐπιστημοσύνη, νὰ ἐξετάσει τὶς πηγές), μιᾶς καὶ ὁ Γρηγόριος μιλάει γιὰ ἕναν σεισμό!!! (ὁ σεισμὸς αὐτὸς ἔχει ἐπιβεβαιωθεῖ κι ἀπὸ τοὺς γεωγράφους καὶ ἀναφέρεται σὲ πολλὲς ἐργασίες γιὰ τὴν σεισμικὴ δραστηριότητα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, «577—17 avril, pendant la messe du jour de Pâques, à Chinon. Ecclesia contremuit ..., tremblement de terre dans sa Chronik, cite même la date du 31 mars» in Memoires Couronnés et mémoires des savants étrangers, 1845, τομ. 18) κι ὄχι γιὰ σχίσμα, ποὺ ἔγινε στὸν γαλλικὸ οἰκισμό (vicum), ὄχι πόλη, Caino, σήμερα Chinon, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στὴν βορειοδυτικὴ Γαλλία καὶ δὲν συνορεύει οὔτε κατὰ διάνοια μὲ τὴν Ἱσπανία, ἁπλῶς ἀνῆκε στὴν ἐπισκοπικὴ περιφέρεια τοῦ Γρηγορίου (ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸ 573) καὶ γι’ αὐτὸ αὐτὸς ἀναφέρει αὐτὸ τὸ γεγονός. 

Μᾶλλον φαίνεται, ὅτι οἱ πηγὲς τοῦ Μελετίου Ἀθηνῶν ἢ ῆταν λάθος ἢ δὲν ἦταν διασταυρωμένες καὶ σίγουρα δὲν μποροῦσε τὸν 18ο αἰῶνα νὰ γνωρίζει πράγματα, τὰ ὁποῖα τώρα γνωρίζουμε, ἀφοῦ οἱ γνώσεις μας σήμερα γιὰ τὰ γεγονότα εἶναι καλύτερες. 
Διότι καὶ ὁ Σιγήβερτος ὁ Γεμβλακήνσιος (Sigebert de Gembloux) ποὺ χρησιμοποιεῖ ὡς πηγὴ ὁ Μελέτιος, ἔζησε 500 χρόνια μετὰ τὸν Γρηγόριο (πέθανε στὶς 5. Oκτωβρίου 1112 στὸ Gembloux) καὶ τὸ χρονικό του (Sigeberti Gemblacensis chronica cum continuationibus) θεωρεῖται ἀπὸ τὸν 19ο αἰῶνα μέχρι σήμερα ὡς πρὸς τὴν μεθοδολογία του αὐθαίρετο καὶ ἀποδεδειγμένα ἀναξιόπιστο, ὡς πρὸς τὴν χρησιμοποίηση καὶ ἑρμηνεία τῶν πηγῶν του (Auguste Molinier: Les Sources de l'histoire de France. τόμ. II. καὶ V. 1902–1904 καὶ Tino Licht: Untersuchungen zum biographischen Werk Sigeberts von Gembloux. Heidelberg 2005).

Ὁ ἀξιότιμος καὶ κατὰ τ’ ἄλλα ἐνημερωμένος κ. Μάννης γιατὶ δέχτηκε ὅμως τὶς πηγὲς αὐτὲς χωρὶς τὸν ἀπαιτούμενο ἔλεγχο; Γιατὶ ἀγνόησε τὶς πηγὲς τοῦ κ. Ρίζου βασιζόμενος μόνο στὸν Μελέτιο Ἀθηνῶν; Γιατὶ γράφει «που πιθανόν δεν γνωρίζατε, διότι αν το γνωρίζατε δεν θα γράφατε πως "καμία Εκκλησία δεν θεωρούσε κάποια άλλη σχισματική για αυτόν τον λόγο"», ἐνῶ ὁ ἴδιος δὲν μελέτησε καθόλου οὔτε τὸν Γρηγόριο οὔτε τὸν Σιγήβερτο, ἀντιθέτως κάνει ἀκριβῶς αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο κατηγορεῖ τὸν κ. Ρίζο; 
Γι’αὐτὸ μίλησα στὴν εἰσαγωγή μου γιὰ προκατάληψη ἐκ μέρους τοῦ κ. Μάννη.

Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ Γρηγόριος τῆς Τούρ, τὸν ὁποῖο χρησιμοποιεῖ ὡς πηγὴ καὶ ὁ Σιγήβερτος, δὲν ἀναφέρει στὸ ἀπὸ τὸν κ. Μάννη, μὲ βάση τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τοῦ Μελετίου, κεφάλαιο (Βιβλίο 5, κεφ. 17) κανένα σχίσμα.

Γεγονὸς πάντως εἶναι, ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη τῆς ἱστορίας τῶν Φράγκων, κυρίως στὴν Γαλατία, εἶναι μία ἐποχὴ συνεχῶν διαμαχῶν γιὰ τὴν ἐξουσία μὲ ἀνάμειξη τῶν ἑκάστοτε ἐπισκόπων. Ἀπόδειξη, ὅτι καὶ τὸ 17ο κεφάλαιο ἔχει τὸν τίτλο «De dubietate paschae vel de aeclesia Cainoninse, et quod Guntchramnus rex filius Magnachari interfecit suosque perdidit atque cum Childebertho coniunctus est.», «περὶ τῆς ἀμφιβολίας γιὰ τὸ Πάσχα!!! (καμία λέξη γιὰ σχίσμα) ἢ περὶ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Caino (ὁ σεισμός) καὶ περὶ τῆς δολοφονίας τῶν γυιῶν τοῦ Magnacharus ἀπὸ τὸν βασιλιά Guntchramnus καὶ ἡ ἕνωσή του μὲ τὸν βασιλιά Childeberthus». Τὸ ἡμερολογιακὸ δηλαδὴ ὐποτιθέμενο «ζήτημα» τοῦ 577 ἀναφέρεται μαζὶ μὲ ἕναν σεισμὸ καὶ τὶς ἴντριγκες τῶν φράγκων ἡγεμόνων. Αὐτὸ φανερώνει, ὅτι δὲν ἦταν κάτι πρωτοφανές, ἀλλὰ κάτι ποὺ ἦταν γνωστὸ καὶ γι’ αὐτὸ δὲν τοῦ ἀφιερώνεται οὔτε κἂν ἕνα κεφάλαιο παρὰ μόνο κάποιες σειρές.

Ἀκόμα λοιπὸν κι ἂν ὑποθέσουμε, ὅτι πράγματι ὑπῆρξε κάποιο μὴ ἀναφερθὲν σχίσμα, πρᾶγμα ποὺ ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ὑπῆρχε, τότε αὐτὸ θὰ ἔγινε γιὰ πολιτικοὺς λόγους, φαινόμενο σύνηθες τῆς ταραχώδους αὐτῆς ἐποχῆς, μὲ πρόσχημα τὸ ἡμερολογιακό. 
Ὁ Francis Oakley σχολιάζει, ὅτι στὴν ἐποχὴ ἐκείνη οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Γαλατίας δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ξεχωρίσουν ἐκκλησιαστικὲς ἀπὸ πολιτικὲς ὑποθέσεις (The Conciliarist Tradition, 2003). (Ὁ Γρηγόριος μπορεῖ ὡς ἱστορικὸς νὰ ἀμφισβητεῖται ἔντονα, ὅσον ἀφορᾶ κάποιες προσεγγίσεις του καὶ τὴν παρουσίαση τῶν γεγονότων στὸ Albrecht Diem: Gregory’s Chess Board: Monastic Conflict and Competition in Early Medieval Gaul. In: Philippe Depreux, François Bougard und Régine Le Jan (Hrsg.): Compétition et sacré au haut Moyen Âge: entre médiation et exclusion. Brepols, Turnhout 2015, S. 165–191 καὶ . Ian Nicholas Wood, The World of Gregory of Tours. 2002. Μία σημαντικὴ ὅμως διαπίστωση τῶν ἑρευνητῶν εἶναι, ὅτι τὸ ἔργο τοῦ Γρηγορίου διακατέχεται φανερὰ ἀπὸ τὴν ἀναγνώριση τῆς ἐξουσίας τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως ὡς κυρίαρχο καὶ στὴν Δύση καὶ ἀπὸ τὴν προσπάθεια γιὰ ἑνότητα στὴν αὐτοκρατορία, ὁπότε δὲν θὰ ἦταν σωστὸ νὰ ὑποτιμήσουμε τὶς παραπάνω διαπιστώσεις περὶ Πασχαλίου, διότι τάχα ἀφοροῦν τὴν Δύση κι ὄχι τὴν Ἀνατολή ἢ γιατὶ τὶς γράφει ὁ Γρηγόριος κι ὄχι κάποιος ἄλλος).

Ὅλες οἱ σύγχρονες ἀναλύσεις τοῦ ἔργου τοῦ Γρηγορίου δείχνουν πάντως, ὅτι οἱ διενέξεις μεταξὺ Γαλατίας καὶ Ἱσπανίας εἶχαν πολιτικὸ χαρακτῆρα κι ὅταν ἐπρόκειτο γιὰ θρησκευτικὰ θέματα, αὐτὰ ἀφοροῦσαν κυρίως τὴν καταπολέμηση ἀπὸ μέρους τῶν Φράγκων τοῦ Ἀρειανισμοῦ τῶν Βησιγότθων τῆς Ἱσπανίας κι ὄχι τὸ ἡμερολόγιο, ὅπως γιὰ παράδειγμα ἡ περίπτωση τῆς ἱσπανικῆς ἐπαρχίας baetica (βλ. καὶ Naidos, Michalis Ερμηνείες της Μεροβίγγειας Βασιλείας: οι ιστορίες του Γρηγορίου της Τουρ και το χρονικό του Φρεντεγκάριου, 2016, πρόλογος καὶ σελ. 85-87). Ἀκόμα μία ἀπόδειξη αὐτοῦ τοῦ γεγονότος μᾶς δίνει ὁ «lex visigothorum ἢ leges visigothorum» (ὁ νόμος τῶν Βησιγότθων), ὁ ὁποῖος ἴσχυσε περίπου τὸ 550 καὶ ἀποτελεῖ ἕνα συνονθύλευμα ὀρθοδόξων θέσεων καὶ ἀρειανικῶν κακοδοξιῶν. Εἶναι ἱστορικὰ λοιπὸν ἀποδεδειγμένο ὅτι στὴν Ἱσπανία καὶ στὴν Γαλατία οἱ μεμονωμένες ἀντιδράσεις ἐναντίων ὀρθοδόξων ἐπισκόπων εἶχαν πολιτικὴ χροιά (Die Kirche in ihrer Geschichte, ein Handbuch, hrsg. Kurt Schmidt und Ernst Wolf, Τόμ. 2, σελ. 13).

Παρεμπιπτόντως: οἱ Ἱσπανοί, τοὺς ὁποίους ἐσεῖς, ἀξιότιμε κ. Μάννη, χαρακτηρίσατε ὡς εὐαίσθητους στὸ θέμα τοῦ ἡμερολογίου, ἂν ὑποθέσουμε, ὅτι ὁ Γρηγόριος παρουσιάζει αὐθεντικὰ τὰ γεγονότα, ἄλλαξαν τὴν γνώμη τους γιὰ τὸ ἡμερολόγιο ποὺ ἀκολουθοῦσαν, ὅταν εἶδαν, ὅτι οἱ πηγές τους γέμισαν νερὸ μὲ τὴν ἡμερομηνία τῶν Γαλατῶν. 
Ἐσεῖς δὲν βλέπετε, ὅτι τὰ φιδάκια τῆς Παναγίας τὸν Δεκαπενταύγουστο βγαίνουν μὲ τὸ Νέο; 
Ποιά εἶναι ἡ στάση σας σ΄αὐτὸ τὸ θαῦμα; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι θαῦμα, ποὺ δείχνει, ὅτι γιὰ τὴν Παναγία μας τὸ ἡμερολόγιο δὲν ἀποτελεῖ αἰτία μὴ φανέρωσης τῆς εὐλογίας της; 
Κι ἂν εἶναι θαῦμα γιατὶ δὲν ἀντιδρᾶτε, κι ἐσεῖς ὅπως οἱ Ἱσπανοί; Εἶναι τελικὰ ἡ παρουσίαση τῶν πηγῶν μία παρουσίαση γιὰ τὴν εὕρεση τῆς ἀλήθειας ἢ μία παρουσίαση κατὰ τὸ δοκοῦν, ὅπως δηλ. μᾶς συμφέρει;

Γιατὶ μερικὰ τμήματα τῆς Γαλατίας γιόρτασαν μαζὶ μὲ τοὺς Ἱσπανοὺς στὶς 21 Μαρτίου (πάντα χωρὶς τὴν δημιουργία σχίσματος), δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ. Ἐξηγήσεις ποὺ ἔχουν ὡς βάση τὸν κύκλο τοῦ Πρόσπερου γιὰ ἐκείνη τὴν ἐποχή, δὲν μποροῦν νὰ στηριχθοῦν γιατὶ αὐτὸς ὁ κύκλος (σσ. ὄχι τὸ χρονικό) δὲν ὑπῆρξε ποτέ. Στὴν πραγματικότητα κάποιοι Γαλάτες ἐπίσκοποι δὲν γιόρταζαν Πάσχα σὲ κάποιες ἡμερομηνίες γιὰ λόγους ἀκόμα ἄγνωστους σὲ μᾶς (ὅπως φανερώνει ὁ Computus, Codex Bernensis n. 645 τοῦ 7ου αἰῶνος).

Πολὺ πιθανὴ αἰτολόγηση γιὰ τὴν διαφορὰ τοὺ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα καὶ τῆς προκαλουμένης διαμάχης στὸ τέλος τοῦ 6ου αἰῶνος φαίνεται νὰ εἶναι ἡ ἐπιρροὴ τοῦ ἰρλανδοῦ μοναχοῦ Ἁγίου Κολούμπα τῆς Ἰόνα (καὶ τῆς σχέσης του μὲ τὸν βασιλιὰ τῆς Βουργουνδίας Θεοδώριχο τὸν Β΄), ὁ ὁποῖος ἦρθε στὴν Γαλατία γιὰ ἱεραποστολικοὺς σκοπούς. Ἐγκαταστάθηκε στὴν Βουργουνδία στὸ ἀνάκτορο Anegray, τὸ ὁποῖο μετατράπηκε σὲ μονή. Μετὰ ἵδρυσε καὶ δεύτερη μονὴ στὸ Luxeuii τῆς Besangon καὶ ἕνα τρίτο στὴν Fontaines. Ὁ Ἅγιος Κολούμπα ἐφάρμοζε σταθερὰ καὶ στὴν Γαλατία τὸν ἰρλανδικὸ τρόπο ὑπολογισμοῦ τοῦ Πάσχα, δηλ. τὸν παλιὸ ρωμαϊκὸ τοῦ 312 μέχρι τὸ 342 («Traditionum Scoticarum tenacissimus consequator»). Αὐτὸ τὸν ἔφερε σὲ διαμάχη μὲ τὸν φραγκικὸ κλῆρο, ποὺ δὲν ἔβλεπε μὲ καλὸ μάτι τὴν αὐξανόμενη ἐπιρροή του καὶ ὁ ὁποῖος κατηγόρησε τὸν Ἅγιο ὡς τεσσαρεσκαιδεκατίτη, μία κατηγορία ποὺ ἦταν ἄδικη καὶ ἀνυπόστατη (Schmid, Die Osterfestberechnung auf den britisch. Inseln, 1904).

Ὁ Ἅγιος ἔγραψε στὸν Πάπα Γρηγόριο τὸν Μέγα περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος καθὼς καὶ περὶ τῆς συνόδου τῶν Ἐπισκόπων τῆς Βουργουνδίας, ἀποδεικνύοντας τὰ λάθη τῶν Βουργουνδῶν. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ πρέπει νὰ γράφτηκε μετὰ τὸ 595 (terminus a quo), διότι ὁ γραμματέας τοῦ Πάπα ἐγκαταστάθηκε στὴν Γαλατία μετὰ τὸ 595. Ἀλλὰ ἡ ἀπάντηση τοῦ Πάπα δὲν ἦταν εὐνοϊκή (Epistolae Merov. et Carol. aevi I 166 ff., Mlgne, Patr. lat. LXXX 260 fT), ἂν λάβουμε ὑπόψη καὶ τὴν Vita S. Salabergae, abbatissae S. Ioannis Laudunensis, suppari auctore c. II. «Exstant eiusdem patris Columbani scripta ad beatissimum et foecundissimum virum Gregorium pontificem Romanum;... sed et idem venerabilis vir ad praefatum Patrern melliflua remisit rescripta». Οἱ κατηγορίες ἐναντίον τοῦ Ἁγίου ὡς τεσσαρεσκαιδεκατίτη συνεχίστηκαν καὶ στὴν σύνοδο τοῦ Chälon-sur-Saöne τὸ 600 παρὰ τὴν ἀπολογητικὴ πρὸς τὴν σύνοδο ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου (Migne. Patr. lat. LXXX 265 ff). Οἱ ἐπίσκοποι ἀδυνατοῦσαν ὅμως νὰ τιμωρήσουν τὸν Ἅγιο καὶ τοὺς ὑποστηρικτές του, διότι ὁ Βασιλιάς τὸν ὑποστήριζε. Τελικὰ ὅμως ἐπικράτησαν οἱ ἴντριγκες τῆς βασίλισσας Μπρουνχίλδης, οἱ ὁποῖες ἔστρεψαν τὸν βασιλιὰ ἐναντίον τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος διέφυγε τὴν φυλάκιση του καὶ ἐγκατέλειψε τὴν Βουργουνδία («Ad haec rursum permota Brunichildis, regis animum adversum Columbanum excitat omniqae conatu perturbare intendit oraturque proceris, auligas, obtimatis omnis, ut regis animum contra verum Dei perturbarent, episcopusque sollicitare adgressa, et de eius religione detrahendo et statum regulae, quam auis custodiendam monachis indederat, macularet. Obtemperantis igitur auligae, persuasionibus miserae reginae, legis animum contra verum Dei perturbant, cogentes, ut accederet hac relegionem probaret» in Vita Columbani abbatis etc. auctore Iona 1. 1)

Καταλήγουμε στὸ συμπέρασμα λοιπόν, ὅτι ἂν ὑποθέσουμε κι ἐδῶ τὴν ὕπαρξη κάποιου μὴ ἀναφερθέντος σχίσματος λόγω ἡμερολογίου, πρᾶγμα ποὺ κι ἐδῶ ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ὑπῆρχε, τότε αὐτὸ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ἔχθρα τῶν βουργουνδῶν ἐπισκόπων ἐναντίον τοῦ ἁγίου Κολουμπάνου καὶ τὶς ἴντριγκες τῆς βουργουνδικῆς βασιλικῆς αὐλῆς καὶ λιγότερο μὲ ὑποτιθέμενο ἡμερολογιακὸ λάθος τοῦ Ἁγίου.

Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση σχίσμα λόγῳ ἡμερολογίου δὲν ὑπῆρξε.

Γιὰ τὴν Ἱσπανία προσθέτω πρὸς τὸ παρὸν στὰ παραπάνω λεχθέντα καὶ τὰ ἑξῆς λίγα ἀλλὰ διαφωτιστικά. Μέχρι τὸ τέλος τοῦ 4ου αἰῶνος διαθέτουμε ἐλάχιστες πηγὲς ὡς πρὸς τὸ ποιό ἡμερολόγιο ἀκολουθοῦσαν οἱ Ἱσπανοί. Σίγουρα ξέρουμε, ὅτι μεταξὺ 4ου καὶ μέσα τοῦ 5ου αἰῶνος οἱ Ἱσπανοὶ ἀκολουθοῦσαν ἡμερολογιακὰ τὴν Ρώμη ὁμόφωνη γνώμη ὅμως γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα δὲν ὑπῆρχε καὶ ὅτι ὁ Ἰσίδωρος τῆς Σεβίλλης ὁ ὁποῖος ἐπηρέασε τὴν πορεία πρὸς τὸν κοινὸ ἑορτασμό, ἀκολουθοῦσε τοὺς Πασχάλιους Πίνακες τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας μέχρι τὸ 626, οἱ ὁποῖοι μᾶλλον συνεχίστηκαν ἀπὸ τοὺς Ἱσπανούς. Ἡ συνύπαρξη γιὰ πολλοὺς αἰῶνες Ὀρθοδόξων καὶ Ἀρειανῶν Βησιγότθων στὴν ἴδια χώρα, ὅπως ἀνέφερα καὶ παραπάνω, δυσκολεύει συχνὰ τὶς ἔρευνες τῶν ἱστορικῶν. Σίγουρο εἶναι ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ στὴν Ἱσπανία ὑπῆρχαν γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ ἡμερολογιακὲς διαφορές, τὶς ὁποῖες χρησιμοποιοῦσαν ἑκάστοτε οἱ Φράγκοι καὶ οἱ Βησιγότθοι γιὰ τὴν ἐπέκταση τῶν σφαιρῶν ἐπιρροῆς τους καὶ σὲ αὐτὴν ὅμως τὴν περίπτωση σχίσμα λόγῳ ἡμερολογίου δὲν ὑπῆρξε.

Ἀποδεικνύεται λοιπὸν λεπτομερέστατα, ὅτι παρὰ τὶς μακρόχρονες ἡμερολογιακὲς διαφορὲς ἀκόμα καὶ ἀνάμεσα στοὺς ἐπισκόπους τῆς ἴδιας περιοχῆς, σχίσμα γιὰ τὸ ἡμερολόγιο δὲν ὑπῆρξε καὶ ὅτι ἡ ἐπιχειρηματολογία σας, κ. Μάννη, ἐναντίον τῶν συγκεκριμένων, τουλάχιστον, στοιχείων ποὺ παρέθεσε τὸ βιβλίο τοῦ κ. Ρίζου δὲν ἔχει ἐπιστημονικὲς ἀποδείξεις. Οἱ κατηγορίες ἐναντίον του βιβλίου τοῦ κ. Ρίζου περὶ τυχὸν θέσεων του μὲ μὴ διασταυρωμένες πηγὲς δὲν ἔχουν βάση. Φυσικὰ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ λόγο πανηγυρισμοῦ, ἀντίθετα μὲ αὐτὸν ποὺ ἑορτάσθηκε στὸ ἰστολόγιο «Κρυφὸ σχολειό», διότι ἡ μέριμνα σας νὰ ἀπαντήσετε στὸ ἐπίμαχο βιβλίο, ἀκόμα καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὸ κάνατε, δείχνει τὸ ἐνδιαφέρον σας γιὰ τὸ θέμα. Ἐλπίζω ὅμως μετὰ τὰ παραπάνω στοιχεῖα θὰ ἐπιδείξετε κι ἐσεῖς τὴν ἴδια ἀναγνώριση γιὰ τὴν ἀνησυχία καὶ τὸ ἔργο τοῦ κ. Ρίζου.

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν. Ἡ σύγχρονη ἀπόδειξη τῆς Ἀποτείχισης ὡς διαχρονικὴ ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία τῆς Εκκλησίας γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων

Εἶναι ἡλίου φαεινότερον, ὅτι οἱ Οἰκουμενιστές (καὶ μαζί τους οἱ διὰ τῆς ἀπραξίας τους συμπράττοντες τῇ αἱρέσει «ἀντιοικουμενιστές»), στερούμενοι πατερικῶν ἀποδείξεων, ὅτι ἡ ἀποτείχιση δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία προστασίας τῶν πιστῶν σὲ καιρὸ αἱρέσεως, προσπαθοῦν νὰ τὴν παρουσιάσουν ὡς φαινόμενο παλαιοτέρων ἐποχῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας ἢ ἀκόμα καὶ ὡς φαινόμενο κάποιων ζηλωτῶν ἁγίων, χωρὶς κάποια σύγχρονη συνέχεια ἢ ἐφαρμογὴ ἢ ἀκόμα καὶ ὡς σχίσμα. Πολλοὶ πιστοὶ ἐπηρεασμένοι δυστυχῶς ἀπὸ τὴν ἔλλειψη κατήχησης, καὶ ἀπὸ τὸ πνεῦμα ἐκκοσμίκευσης καὶ τὸν γεροντισμὸ ποὺ καταδυναστεύει τὴν Ἐκκλησία, ἐπηρεάζονται ἀπὸ αὐτὸν τὸν δόλιο τρόπο παρουσίασης τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης καὶ μὴν μαθαίνοντας γιὰ σύγχρονα, πιὸ κοντινά τους, γνωστὰ παραδείγματα, δειλιάζουν νὰ τὴν ἐφαρμόσουν.

Σκεπτόμενος αὐτὰ θυμήθηκα τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας μετὰ τὴν Ὀκτωβριανὴ Ἐπανάσταση (δηλ. πρὶν ἀπὸ 80 περίπου χρόνια) καὶ τὰ δεινὰ ποὺ αὐτὴ ἐπέφερε στὸν ρωσικό λαό. Ἡ ὁμολογιακὴ στάση τῆς Ἐκκλησίας σ΄ αυτοὺς τοὺς καιροὺς τῶν διωγμῶν παρουσιάζεται σήμερα πολλὲς φορὲς ρομαντικὰ ὡς παράδειγμα ἡρωισμοῦ καὶ αὐταπάρνησης τῶν Χριστιανῶν, ἀλλὰ -ἐσκεμμένα- σπάνια ὡς παράδειγμα πρὸς μίμηση, ὡς ὑπόδειξη πῶς πρέπει νὰ λειτουργοῦμε ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, ὅταν ἡ πίστη μας κινδυνεύει. Ψάχνοντας λοιπὸν πληροφορίες βρήκα τὴν ἐμπεριστατωμένη ἐργασία τοῦ καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου γιὰ τὴν Ρωσικὴ Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἀποτείχιση ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἡ ἁγιοπατερική, ἱεροκανονικὴ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ σ’ ὅλους ἐκείνους ποὺ θέλουν ἐκ τῶν ἔσω νὰ τὴν πολεμήσουν, μεταλλάξουν, καταργήσουν. Ὁ π. Σεραφεὶμ Ρόουζ πολλὲς φορὲς ἀνέφερε, ὅτι τὰ γεγονότα ποὺ ἔλαβαν μέρος τότε στὴν Ρωσία, ἦταν ἡ προετοιμασία τῆς ἐποχῆς τοῦ μηδενσιμοῦ, ἡ προετοιμασία γιὰ ὅσα τραγικὰ συμβαίνουν τώρα. Οἱ ἀκόλουθες πληροφορίες πρὸς βοήθεια ὅλων μας πηγάζουν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐργασία (http://churchsynaxarion.blogspot.de/2009/04/1.html).

Ἡ Ρωσική Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν (σσ. στὴν συνέχεια Ρ.Ε.Κ.) ἀπόδωσε στὸν ἑαυτό της τὸ δικαίωμα νὰ αὐτοχαρακτηρίζεται ὡς ἡ ἱστορική συνέχεια τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τό 1927. Ἡ πρώτη ἱεραρχία τῆς Ρ.Ε.Κ., ἡ ὁποία ἀποτελοῦσε τὴν πλειοψηφία τῶν Ρώσων Ἱεραρχῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, θεωροῦσε τὸ ἐκκλησιαστικό μόρφωμα ποὺ δημιουργήθηκε μὲ τὴν Διακήρυξη νομιμοφροσύνης πρὸς τὸ Σοβιετικό καθεστώς τοῦ Μητροπολίτου Νίζνι Νόβγκοροντ καὶ τοποτηρητοῦ τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας Σεργίου, γνωστὸ ἔκτοτε ὡς Πατριαρχεῖο Μόσχας καὶ στήν ἱστορική του συνέχεια σὰν «Σεργιανισμός» ὡς μία σχισματικὴ κατάσταση ἐκτὸς τῆς Μίας Ἐκκλησίας, ποὺ δημιουργήθηκε καὶ τελοῦσε ἀποκλειστικὰ ὑπὸ τὸν ἔλεγχο τοῦ ἀθεϊστικοῦ Σοβιετικοῦ Κράτους. Ὅπως καὶ σήμερα ἡ «Ἐκκλησία» τοῦ Βαρθολομαίου καὶ τοῦ Ἰερωνύμου ἔτσι καὶ τότε ἡ «Ἐκκλησία» τοῦ Σεργίου μὲ τὴν διακήρυξή της ἀποφάσισε νὰ συνεργαστεῖ μὲ τὸ ἄθεο καθεστώς, ποὺ καταδυνάστευε τὴν χώρα καὶ πολεμοῦσε ἀνοιχτὰ τὴν χριστιανικὴ πίστη.

Κοινὴ συνιστῶσα ὅλων τῶν Ἐπισκόπων, Κληρικῶν καὶ λαϊκῶν ποὺ διαφοροποιήθηκαν καὶ δὲν ἀναγνώρισαν τὴν σεργιανικὴ διακήρυξη τοῦ 1927 καὶ τὴν «Ἐκκλησία» του, ἦταν ἡ διακοπὴ μυστηριακῆς κοινωνίας μὲ αὐτὴν δηλ. ἡ ἀποτείχιση. Ἀπὸ τοὺς 150 περίπου Ἐπισκόπους ποὺ ὑπῆρχαν στὴ Ρωσία τὸ 1927, οἱ 80 ἀπέρριψαν τὴν ἱδρυτικὴ ἀνακήρυξη τοῦ Σεργίου, 17 τὴν ἀπέρριψαν κρυφὰ καὶ 9 ἀρχικὰ τὴν ἀπέρριψαν μετὰ ὅμως τήν ἀποδέχτηκαν.

Μερικὰ ἱστορικὰ γεγονότα τοῦ 1927 – 1929 ὡς τρανταχτὲς ἀποδείξεις Ἀποτειχίσεως στοὺς σύγχρονους καιρούς. 

1927, Ἰούλιος - Αὔγουστος. Τὸ ἔντυπο τῆς διακηρύξεως τοῦ Μητροπ. Σεργίου, ἐπιστρέφεται ὁμαδικά σὰν ἀπαράδεκτο, ἀπὸ τὸ σύνολο σχεδὸν τῶν ἐνοριῶν τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, σὲ ὡρισμένες Ἐπισκοπές μάλιστα, τὸ ποσοστὸ τῶν ἐπιστροφῶν ἔφθασε τὸ 90%.

1927, Αὔγουστος. Ἡ «Ἁγία Πατριαρχικὴ Σύνοδος» τοῦ Μητροπ. Σεργίου, ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὴν Σοβιετικὴ Κυβέρνηση.

1927, 14η Σεπτεμβρίου. Οἱ κρατούμενοι στὸ Στρατόπεδο Σολόβκι Ἐπίσκοποι, Κληρικοί καὶ λαϊκοί, μὲ ἀνοικτὴ διαμαρτυρία τους καταδικάζουν τὴν Διακήρυξη τοῦ Μητροπ. Σεργίου.

1927, Φθινόπωρο. Δολοφονεῖται ὁ Ἐπίσκοπος Ἱερόθεος τοῦ Βελίκ Οὐστίνσκι, λόγῳ ἀρνήσεώς του νὰ μνημονεύσει τοὺς Σοβιετικοὺς Ἡγέτες.

1927, Φθινόπωρο. Ὁ Ἐπίσκοπος Δαμασκηνός τοῦ Γκλούκωφ, διακόπτει κοινωνία μὲ τὸν Σέργιο καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Θεόδωρος τοῦ Βολοκολάμσκ, Πρύτανις τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τῆς Μόσχας καί Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγ. Δανιήλ, ἀπαγορεύει στοὺς μοναχοὺς τὸ μνημόσυνο τοῦ. Σεργίου.

1927, Νοέμβριος. Ὁ Ἐπίσκοπος Βίκτωρ τοῦ Γκλαζώφ διακόπτει κοινωνία μὲ τὸν Σέργιο.

1927, Νοέμβριος. Ἐμφανίζονται στὴν Πετρούπολη οἱ πρῶτες ἐνορίες (200 περίπου) ποὺ δὲν μνημονεύουν τὸν Σέργιο.

1927, 8η Νοεμβρίου. Ὁ Ἀρχιεπ. Ἀνδρέας τῆς Οὔφα δημοσιεύει καταδικαστικὴ Ἐγκύκλιο κατὰ τοῦ Σεργίου.

1927, 13η Δεκεμβρίου. Οἱ Ἐπίσκοποι Δημήτριος τοῦ Γκντώφ καὶ Σέργιος τῆς Νάρβας, διακόπτουν κοινωνία μὲ τὸν Σέργιο.

1928, Ἰανουάριος. Ὁ Μητροπ. Σέργιος ἀρχίζει τὴν δίωξη τῶν ἐκκλησιαστικῶν του ἀντιπάλων, μὲ τὴν παραπομπή τους ἐνώπιον "ἐκκλησιαστικοῦ" δικαστηρίου. (σσ. Μᾶς θυμίζει κάτι αὐτό;)

1928, 11η Μαρτίου. Σεργιανιστικὸ δικαστήριο καταδικάζει σὲ ἀργία καὶ ἔκπτωση ὅλους τοὺς Ἀρχιερεῖς (πλὴν τοῦ Μητροπ. Ἀγαθαγγέλου) ποὺ ὑπέγραψαν τὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τοῦ Γιαροσλάβ.

1929, Δεκέμβριος. Ὁ Μητροπ. Πέτρος ἀπὸ τὴν ἐξορία του κατηγορεῖ τὸν Σέργιο γιὰ ὑπέρβαση ἐξουσίας καὶ μέσῳ τοῦ Ἱερέως Γρηγορίου Seletsky συνέστησε νά μή μνημονεύεται ὁ Σέργιος.

Παραδείγματα τῆς διδασκαλίας διαφόρων ἱεραρχῶν τῆς Ρ.Ε.Κ. ὡς ἀπόδειξη τῆς κανονικότητας καὶ σημασίας τῆς Ἀποτείχισης σὲ καιροὺς αἱρέσεως.

Στάρετς Νεκτάριος τῆς Ὄπτινα: Πρίν κοιμηθεῖ ζήτησε ἀπό τά πνευματικά του τέκνα νὰ μὴν τὸν μεταφέρουν (γιὰ τὴν ταφή του) στὴν ἐνορία τοῦ Κοζέλσκ, διότι ἐκεῖ μνημόνευαν τὸν Σέργιο! (σσ. Πόσο φανερὴ εἶναι ἐδῶ ἡ συμφωνία τοῦ Στάρετς μὲ τὸν Ἅγ. Μᾶρκο τὸν Εὐγενικὸ καὶ μὲ ὅλους τοὺς ὁμολογητὲς Ἁγίους). Ἐνδεικτικό τῶν ἐκκλησιολογικῶν θέσεων καὶ τῆς Ὁμολογίας τοῦ Στάρετς Νεκταρίου εἶναι ὅτι ἀπαγόρευε στοὺς πιστοὺς νὰ κάνουν ἀκόμη καὶ τὸν σταυρό τους περνῶντας ἔξω ἀπὸ Ναοὺς τῶν Σεργιανιστῶν.

Ὁ Σέργιος Νεῖλος: «Εἰς τοὺς ναοὺς ὅπου μνημονεύουν τόν Σέργιο νὰ μὴν πηγαίνετε, διότι αὐτοὶ πλέον συμπαρετάχθησαν μὲ τὴν μερίδα τοῦ προδότου Ἰούδα... Προτιμότερον οἱ πιστοί, ὅπου δὲν ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι ναοί, νὰ προσεύχωνται εἰς τὰς οἰκίας των, διὰ νὰ φυλαχθοῦν ἀπὸ τὴν αἵρεσιν καὶ τὴν ἀποστασίαν, παρὰ νὰ κολάζωνται μαζὶ μὲ αὐτοὺς ποὺ μνημονεύουν τὸν Μητροπ. Σέργιο» (σσ. ἔτσι ἀποδεικνύεται στὴν πράξη καὶ ὄχι στὰ λόγια ἡ διαχρονικὴ συμφωνία τῶν πιστῶν μὲ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ποιός δὲν ἀναγνωρίζει ἐδῶ τὸν Μ. Ἀθανάσιο;).

Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ἱερόθεος τοῦ Νικόλσκ (δολοφονήθηκε τό 1928), στὴν Ἐγκύκλιό του τῆς 12ης Ἰανουαρίου 1928: «Ὁ ὀργανισμός τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἕνας. Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός (σσ. καὶ ὄχι ὁ Ἐπίσκοπος). Τὸ στόμα Της, τὰ χέρια, τὰ πόδια καὶ οἱ ὀφθαλμοί, εἶναι οἱ Ἱερεῖς καὶ διδάσκαλοι, τὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν στὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ ὅλον Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας κινεῖται μὲ ἕνα πνεῦμα καὶ τροφοδοτεῖται ἀπὸ μία καρδιά... Τώρα ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει καταστραφεῖ ἀπὸ τὸν Μητροπ. Σέργιο... Ὁ Μητροπ. Σέργιος χρησιμοποιεῖ ἀπάτη, ἀποκαλῶντας τὴν "Σύνοδό" του Ὀρθόδοξη καί Πατριαρχική, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ἡ ὀργάνωσή του εἶναι μία πλήρης ἀνατροπή τῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας (σσ. Σὲ τί διαφέρει τὸ Κολυμπάρι; Σὲ τίποτα ἀπολύτως)... Ἀναγνωρίζοντας τήν εὐθύνη μου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ ποίμνιο ποὺ μοῦ ἐμπιστεύθηκε, γνωστοποίησα... τὸν διαχωρισμό μου ἀπὸ τὸν Σέργιο καὶ τὴν Σύνοδό του... (σσ. Ὅταν οἱ Ἐπίσκοποι εἴχαν ἐπίγνωση τοῦ ρόλου τους καὶ δὲν ἦταν ἐπαγγελματίες ὅπως οἱ σημερινοί).

Ἱερομάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας τῆς Οὔφα (ἐκτελέστηκε τό 1937, ἀφοῦ προηγουμένως χειροτόνησε 42 μυστικούς Ἐπισκόπους!), ἀποκαλοῦσε τὸν Σέργιο «ψευδο-κεφαλή τῆς ψευδο-Πατριαρχικῆς Ἐκκλησίας».

Ἱερομάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Νικόλαος τοῦ Βλαδιμήρ (ἐκτελέστηκε τό 1937), ἔγραψε τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά: "Ὑπογράφοντας ὁ Μητροπ. Σέργιος τήν Διακήρυξή του, ὑπέγραψε κατὰ τῆς Ἀποστολικότητος τῆς Ἐκκλησίας, εἰσάγωντας σ' Αὐτὴν γήϊνες καὶ κοσμικὲς ἀρχές· κατὰ τῆς Ἁγιότητος Της, βλασφημώντας κατὰ τῆς Ὁμολογίας Της· καὶ κατὰ τῆς Καθολικότητός Της, μὲ τὴν ἀπὸ μέρους του μονομερὴ διοίκησή Της" (ἐνν. τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας). (σσ. Πόσο φανερή εἶναι ἡ ὁμοιότητα τοῦ Σεργίου καὶ τῆς ψευτοσυνόδου του μὲ τὸν Βαρθολομαῖο καὶ τὸ Κολυμπάρι)!!

Πρωθιερεύς Βαλεντῖνος Sveditsky (ἀπεβίωσε στήν ἐξορία τό 1931), στὴν "Ἀποκήρυξή" του πρὸς τὸν Μητροπ. Σέργιο: «Ἀναγνωρίζοντας τήν εὐθύνη μου ἐνώπιον τοῦ Κυρίου γιὰ τὴν σωτηρία τόσο τῆς ψυχῆς μου, ὅσο καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν τοῦ ποιμνίου ποὺ μοῦ ἐμπιστεύθηκε καὶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ἐπισκόπου Γκντὼφ Δημητρίου, διακόπτω κανονική καὶ λειτουργική κοινωνία μαζί σας καὶ μὲ τὴν Σύνοδο τῶν Ἐπισκόπων ποὺ ἔχει ὀργανωθεῖ ἀπὸ σᾶς -ἡ ὁποία παράνομα ἔχει ὀνομασθεῖ Πατριαρχική- καθῶς ἐπίσης καὶ μὲ ὅσους βρίσκονται σὲ κοινωνία μαζί σας καὶ δὲν σᾶς θεωρῶ πλέον Ἀντιπρόσωπο τοῦ Τοποτηρητοῦ τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου... Δὲν δημιουργῶ Σχίσμα, οὔτε ἀποκόπτομαι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Φεύγω μακριὰ καὶ ὁδηγῶ καὶ τὸ ποίμνιό μου μακριά, ἀπὸ μία πανούργα νεωτεριστικὴ παγίδα» (σσ. ἀκοῦτε οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι ἡ Ἀποτείχιση ἀποτελεῖ σχίσμα;).

Ὁσία Ἀγάθη τῆς Λευκορωσίας (+ 1939), δίδασκε τοὺς πιστοὺς γιὰ τὴν σοβιετοποιημένη «Ἐκκλησία» τοῦ Σεργίου: «Αὐτὴ δὲν εἶναι πραγματικὴ Ἐκκλησία. Ἔχει ὑπογράψει συμφωνία μὲ τὸν Ἀντίχριστο. Μὴ λαμβάνετε Μυστήρια ἀπὸ τοὺς Λειτουργούς της. 
Μὴ συμπροσεύχεσθε μαζί τους».

Διαβάζοντας τὰ παραπάνω γεγονότα ποὺ διαδραματίστηκαν πρὶν ἀπὸ λιγότερο ἀπὸ ἕναν αἰῶνα διαπιστώνουμε τὰ ἀκόλουθα:

Ψευτοσύνοδος τότε, ψευτοσύνοδος καὶ τώρα, χειρότερη μάλιστα τῆς τότε.

Σύμπραξη τῶν ρασοφόρων μὲ τὸ ἄθεο καθεστὼς τότε, σύμπραξη μὲ τὸ ἄθεο καθεστὼς καὶ τώρα. Τότε εὐτυχῶς ἦταν λίγοι οἱ συμπράττοντες, τώρα δυστυχῶς εἶναι οἱ περισσότεροι.

Ψευδοπατριάρχης τότε, ψευδοπατριάρχης καὶ τώρα.

Διωγμοὶ καὶ τότε, διωγμοὶ καὶ τώρα.

Ἕτοιμοι νὰ ὑποφέρουν γιὰ τὴν πίστη τους τότε, ἐμεῖς ὄχι μόνο δὲν εἴμαστε ἕτοιμοι ἀλλὰ ψάχνουμε ἀκόμα καὶ αὐτὴν τὴν ἀπάντηση στὸ τί ἐστι πίστη τώρα.

Πολλοὶ εὐτυχῶς Ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς ἀποτειχίσθηκαν τότε, κανεὶς δυστυχῶς Ἐπίσκοπος καὶ λίγοι ἱερεῖς ἀποτειχίζονται τώρα.

Ἂς βγάλει ὁ καθένας μας τὰ συμπεράσματά του πῶς ἦταν οἱ Χριστιανοὶ τότε καὶ πῶς εἴμαστε τώρα καὶ ἂς πάρει τὶς ἀποφάσεις του. Ἕνα πάντως δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθεῖ: 
Ἡ ἀποτείχιση, ἡ ὑποχρεωτικὴ δηλ. διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ τὸν ὁποιονδήποτε αἱρετικὸ ἀποτελεῖ διαχρονικὴ ἁγιοπατερικὴ ἐντολὴ τῆς Ἐκκλησίας σὲ καιροὺς αἱρέσεως, πόσῳ μάλλον σήμερα στὸν καιρὸ τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Ἡ λερναία ὕδρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπειλεῖ ὅλους μας

Παρὰ τὴν συνοδικὴ καθιέρωση τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι δυστυχῶς φανερό, ὅτι τὸ ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας, στὴν πλειοψηφία του, ἀκόμα ἀγνοεῖ τὴν φύση καὶ τὸν χαρακτῆρα αὐτῆς τῆς ἐσχατολογικῆς αἱρέσεως, καθὼς καὶ τοὺς τρομεροὺς κινδύνους γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ πιστοῦ, ποὺ αὐτὴ ἐπιφέρει. Οἱ λόγοι γι’ αὐτὴν τὴν τραγικὴ κατάσταση εἶναι πολλοί: Ἡ ἔλλειψη ἁγιοπατερικῆς καὶ σύμφωνης μὲ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας κατήχησης, –καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἄγνοια τοῦ ποιμνίου γιὰ τὸ τί ἐστι ὁ Οἰκουμενισμός, ἡ ἔλλειψη συνέπειας καὶ συμφωνίας λόγων καὶ ἔργων ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς «ποιμένες», ἡ ἔλλειψη ὀρθῆς ἐκκλησιαστικῆς συνείδησης ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ποίμνιο, ἡ ἔλλειψη γενικὰ θάρρους καὶ ἀγωνιστικότητας, ὡς ἐπακόλουθο τοῦ ὠχαδελφισμοῦ καὶ τῆς καναποκρατίας, γιὰ τὸ ὕψιστο, ἡ πανταχοῦ παροῦσα ἐκκοσμίκευση.

Ὅλα αὐτὰ δυσχεραίνουν τὴν συνειδητοποίηση ἀπὸ τὸ ποίμνιο τῆς ἐπικινδυνότητος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ συνειδητοποίηση τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ἕνα τέρας μὲ πολλὰ κεφάλια, μία λερναία ὕδρα, ἡ ὁποία ἀναπτύχθηκε τόσο γρήγορα καὶ μυστικά, ὥστε νὰ μὴν εἶναι δυνατὸν γιὰ τὸν ἁπλὸ πιστὸ νὰ διαπιστώσει πόσα κεφάλια ἔχει αὐτὸ τὸ τέρας., ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ἕνα τέρας μὲ πολλὰ κεφάλια, μία λερναία ὕδρα, ἡ ὁποία ἀναπτύχθηκε τόσο γρήγορα καὶ μυστικά, ὥστε νὰ μὴν εἶναι δυνατὸν γιὰ τὸν ἁπλὸ πιστὸ νὰ διαπιστώσει πόσα κεφάλια ἔχει αὐτὸ τὸ τέρας. 

Περιγράφοντας λοιπὸν τὸ τέρας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὰ ἑξῆς κεφάλια:

Ὁ ὁριζόντιος Οἰκουμενισμός. Μία ἔννοια ποὺ καθιερώθηκε ἀπὸ τὸν ἑλβετὸ παπικὸ θεολόγο Othmar Keel καὶ ποὺ ἔχει ὡς σκοπὸ τὸν διάλογο καὶ τὴν τελικὴ ἕνωση ὅλων τῶν χριστιανικῶν δογμάτων ἀνεξαρτήτως δογματικῶν διαφορῶν μὲ στὸχο τὴν ἐπανίδρυση τῆς «Μίας Ἐκκλησίας» τοῦ πρώτου αἰῶνος προσαρμοσμένη στὶς σύγχρονες συνθῆκες.

Ὁ κάθετος Οἰκουμενισμός. Καὶ αὐτὴ ἡ ἔννοια πρωτοδιατυπώθηκε καὶ ἐπεκτάθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο παπικὸ θεολόγο καὶ ἔχει ὡς σκοπὸ τὴν ἀλληλοαναγνώριση μεταξὺ τῶν μονοθεϊστικῶν καὶ πολυθεϊστικῶν θρησκειῶν ὡς ἴσων σὲ κῦρος καὶ σημασία.

Ὁ Ἀβρααμικὸς Οἰκουμενισμός. Ἐδῶ πρόκειται γιὰ τὴν προσπάθεια διαλόγου καὶ τελικὰ ἑνότητας τῶν τριῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν, Ἰουδαϊσμοῦ, Ἰσλάμ, Χριστιανισμοῦ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ὑποτιθέμενης κοινῆς ρίζας τους: Τοῦ Ἀβραάμ. Ἐδῶ ὅμως δὲν πρόκειται τόσο γιὰ τὸν Ἀβραὰμ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅσο γιὰ μία φιγούρα, ποὺ ἀποτελεῖ κατὰ τοὺς βλάσφημους ὑποστηρικτὲς αὐτῆς τῆς ἔννοιας, κοινὸ σύνδεσμο μεταξὺ τοῦ πολυθεϊστικοῦ καὶ μονοθεϊστικοῦ παρελθόντος τῶν τριῶν θρησκειῶν. 
Τὸ παρακάτω σκίτσο αὐτῆς τῆς ἔννοιας τὸ περιγράφει σαφέστατα:



Γιὰ νὰ μπορέσουν μάλιστα νὰ ἐπιτύχουν τοὺς σκοπούς τους οἱ Οἰκουμενιστὲς παρουσιάζουν τὰ ἀκόλουθα κείμενα ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῶν τριῶν θρησκειῶν ὡς προβληματικά:

Ἰουδαϊσμός:
Ἐναντίον τῶν Εἰδωλολατρῶν: Γεν. 9,25f; 11,10-26; Λεβ. 18 ; Δευτερ. 4,19; 7,1-11; 12, 2f.31; 18,9-12.14.
Νουθεσίες: Ἔξ. 22,17 καὶ 19; Δευτερ. 13,7-17; 20,13-18; 28,15-68.

Χριστιανισμός:
Ἐναντίον τῶν Ἑβραίων: Ματθ. 21, 33-46; Λουκ. 12,10; Ἰω. 8,43f; πρὸς Θεσσ. 2,14-16; πρὸς Ἑβρ. 8,7-13.
Ἐναντίον τῶν Εἰδωλολατρῶν: πρὸς Ἐφ. 4,17 ; 5,3f.
Νουθεσίες: Ἰω.3,8; 4,22; πρὸς Ρωμ. 11; 1. πρὸς Κορ. 11,27.

Ἰσλάμ:
Ἐναντίον Εἰδωλολατρῶν, γυναικῶν, Χριστιανῶν, Ἰουδαίων: Σουρ. 2,142-145; 4,51; 4,116-121; 9,3-5; 9,30; 60,10.
Νουθεσίες: Σουρ. 9,28.
Δὲν διστάζουν δηλ. οἱ βλάσφημοι Οἰκουμενιστὲς νὰ κατηγοροῦν τὸ Εὐαγγέλιο ὡς βιβλίο μὲ προβληματικὲς θέσεις καὶ νὰ τὸ ἐξισώνουν μὲ τὸ Κοράνι καὶ τὴν Τορά.

Ὁ οἰκονομικὸς Οἰκουμενισμός: Ἡ σύμπραξη οἰκονομικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν παραγόντων μέσα στὰ πλαίσια τῆς παγκοσμοιοποίησης.

Ὁ πολιτικὸς Οἰκουμενισμός: Ἰσχύουν τὰ παραπάνω αλλὰ τώρα σὲ πολιτικὸ ἐπίπεδο.

Ὁ κοινωνικὸς Οἰκουμενισμός: Ἀνάπτυξη οἰκουμενιστικῶν ἰδεῶν στὴν κοινωνία γιὰ τὴν καθίδρυση πολυπολιτισμικῶν, ἀδογμάτιστων κοινωνιῶν πάνω στὴν βάση τῆς διαφορετικότητας.

Ἡ λερναία ὕδρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, αὐτὸ τὸ πολυκέφαλο τέρας, τοῦ ὁποίου ὅποιο κεφάλι καὶ νὰ κόψεις, θὰ ἐμφανιστεῖ ἕνα καινούργιο, ὑπάρχει –παρὰ τὰ ὅσα ψέμματα μᾶς ἀραδιάζει ὁ κάθε ἐντεταλμένος κ. Φραγκουλάκης, ὁ Μεσσηνίας, Κορίνθου κλπ.– κατωχυρώθηκε συνοδικὰ καὶ ἀφορᾶ λοιπὸν σαφέστατα ὅλους μας, περικλείει καὶ ἀπειλεῖ ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς ζωῆς μας. Δὲν εἶναι ἀκολούθως δυνατὸν νὰ παραβλέψουμε τὶς συνέπειες ποὺ αὐτὸ τὸ τέρας ἐπιφέρει στὴν ζωή μας καὶ στὴν σωτηρία μας. Τὸ μόνο ποὺ παραμένει ἀνοιχτὸ εἶναι τὸ δίλημμα ἂν θὰ συμπράξουμε στὸ ἔργο αὐτοῦ τοῦ ἐσχατολογικοῦ τέρατος ἢ ἂν θὰ τὸ πολεμήσουμε μὲ γνώμονα πάντα τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔπλασε πραγματικὰ ἐλεύθερους. Ἂς κάνουμε λοιπὸν σωστὴ ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας μας. Ἡ εὐθύνη ἀνήκει μόνο σ’ ἐμᾶς.

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

«Πᾶν τὸ ἀνόμοιον ἀκοινώνητον» (Αἴσωπος)

Ὑπάρχουν μέσα στὴν γενικὴ σύγχυση, ποὺ ἔχει ἐπιμελῶς ἐπιβάλλει ἡ αἵρεση, πιστοὶ ποὺ ἀγανακτοῦν, ὅταν κατηγοροῦνται ἐκεῖνοι οἱ Ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι λόγοις ἀναδεικνύουν τὴν αἵρεση καὶ τοὺς αἱρετικούς, ἔργοις ὅμως κοινωνοῦν μαζί τους καὶ ἀκολούθως ἐπιτρέπουν τὴν ἑδραίωση αὐτῶν καὶ τῆς κακοδοξίας τους καὶ τὸν μολυσμὸ τῶν πιστῶν. Ὅσους, μάλιστα, γράφουν ἐναντίον τους ἀναδεικνύοντας τὴν ἀσυνέπειά τους καὶ ἀναμένοντας τὴν συνέπεια, ποὺ ἀπαιτεῖ ὁ ποιμαντικός τους ρόλος, τοὺς κατηγοροῦν ὡς οὐ κατ’ ἐπίγνωση ζηλωτὲς καὶ ἐπικίνδυνους γιὰ τὴν ἐκκλησία, σὰν νὰ εἶναι αὐτοὶ ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν ἐξάπλωση τῶν κακοδοξιῶν καὶ τοῦ ἀλλοτριωμένου φρονήματος καὶ σὰν νὰ μὴν ἔχουν μιλήσει οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ συναναστρεφόμαστε μὲ τοὺς ἀσυνεπεῖς καὶ ὑποκριτές.

Γιὰ νὰ μπορέσω λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ συμβάλλω, ὅσο μπορῶ στὴν ἀποφυγὴ τῆς σύγχυσης καὶ στὴν ξεκάθαρη ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ σκέφτηκα, ὅτι θὰ ἦταν πολὺ χρήσιμο γιὰ ὅλους μας νὰ διαπιστώσουμε, ὅτι ὄχι μόνο ἡ Ἐκκλησία μας, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ αὐτοὶ οἱ ἐθνικοὶ καὶ οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου (ἡ θύραθεν σοφία), ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καὶ ἀνεξαρτήτου καταγωγῆς καὶ πολιτισμικοῦ περιβάλλοντος τονίζουν τὸν κίνδυνο, ποὺ ἐπιφέρει ἡ κοινωνία μὲ βλαβεροὺς ἀνθρώπους καὶ συμβουλεύουν νὰ ἀποφεύγουμε τὴν κοινωνία μὲ τοὺς κακούς (σσ. αἱρετικούς) καὶ τὴν κακὴ ἐπιρροή (σσ. μόλυνση) ποὺ προκαλοῦν. 

Γιὰ νὰ εἶναι μάλιστα ἡ συμφωνία τῶν ρήσεων, πατερικῶν καὶ μή, πιὸ ξεκάθαρη, τοποθέτησα τὰ ἀποφθέγματα δίπλα τὸ ἕνα στὸ ἄλλο, ὥστε ὁ κάθε ἀναγνώστης νὰ βγάλει τὰ συμπεράσματά του.

«Φθείρουσι ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί» (Μένανδρος) / «μὴ πλανᾶσθε· φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί» (Ἀπόστολος Παῦλος Α΄ Κορ.15:33).

«Ὅποιοι κοιμοῦνται μὲ σκυλιά, ξυπνᾶνε μὲ ψεῖρες» (Κινέζικη παροιμία) /«Βλαβεραὶ αἱ πρὸς κακοὺς συνουσίαι ὡς νοσοποιοῖς χωρίοις… ὁ ἀὴρ λανθάνουσαν νόσον τοῖς ἐνδιαιτωμένοις ἐναποτίθεται, οὕτως ἡ πρὸς τοὺς φαύλους συνήθεια (ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία) μεγάλα ταῖς ψυχαῖς ἐναφίησιν» (Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς P.G. 96, 353D).

«Πᾶν τὸ ἀνόμοιον ἀκοινώνητον» (Αἴσωπος) / «Τίς κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Τίς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; Τίς δὲ μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου», (Β΄ Κορ. 6, 15-16), «Ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» (Κανών Βʹ τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ)

«Αἰσχρὸν τὸν μεθύοντα παρ’ ἀνδρᾶσι νήφεσιν εἶναι, αἰσχρὸν δ’ εἶ νήφων παρὰ μεθύουσι μένει» (Θέογνις, Ἐλεγεῖαι Α 627) / «Ὁ γὰρ αἱρετικὸν δεχόμενος, τοῖς αὐτοῦ ὑπόκειται ἐγκλήμασι» (Ἐπιστολὴ ἁγιορειτῶν πρὸς τὸν Βασιλέα Μιχαὴλ τὸν Παλαιολόγον, Δοκίμιον Ἱστορικὸν Μοναχοῦ Καλλίστου Βλαστοῦ, ἐκδ.1896, σελ. 97-107).

«Ἂν θὲς νὰ πετᾶς ψηλὰ σὰν ἀετός, ἀπόφευγε νὰ τρέχεις τριγύρω μὲ γαλοποῦλες» (Sαm Ewing) / «Οἷς τὸ μνημόσυνον καὶ ἡ κοινωνία ἀπωλείας πρόξενα, τούτοις ἡ παῦσις καὶ ἡ διάστασις γίνεται σωτηρίας ὑπόθεσις» (Ἰωσὴφ Βρυέννιος).

«Ὅμοιος ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει» (Πλάτων, Συμπόσιον) «Κοινωνοῦμεν οὓς μνημονεύομεν καὶ μνημονεύομεν οἷς κοινωνοῦμεν» (Δοσίθεος Ἱεροσολύμων).

«Ἀνδρὸς πονηροῦ φεύγε συνοδίαν ἀεί» (Μένανδρος) «Αὐτῶν ποὺ ἀποστρεφόμαστε τὸ φρόνημα πρέπει νὰ ἀποφεύγωμε καὶ τὴν κοινωνία» (Γεννάδιος Σχολάριος στὸ «Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν» σελ. 303)

«Κάθε ἄνθρωπος, σὲ ἕνα βαθμό, τελικὰ γίνεται αὐτὸ ποὺ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ συναναστρέφεται» (Λόρδος Τσέστερφηλντ, Ἄγγλος ποιητής) / «Τί τὸ ἄχυρον πρὸς τὸν σῖτον;». «Τί κοινωνήσει λύκος ἀμνῷ; οὕτως ἁμαρτωλὸς πρὸς εὐσεβῆ. Τί κοινωνήσει χύτρα πρὸς λέβητα; αὕτη προσκρούσει, αὕτη συντριβήσεται» (Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Εἰς τὰ ἱερὰ Παράλληλα).

«Το μόνο που χρειάζεται για το θρίαμβο του Κακού είναι κάποιοι καλοί άνθρωποι να μην κάνουν τίποτα» Edmund Burke, / «Ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ κοινωνοῦντες μὲ αἱρετικούς» (Ἅγιος Χρυσόστομος P.G. 99,1048).

«Καλύτερα νὰ εἶσαι μόνος παρὰ μὲ κακὴ παρέα» Thomas Fuller / «Στέλλεσθε ἀπὸ παντός ἀτάκτως περιπατοῦντος», (Ἀπόστολος Παῦλος, Β΄ Θεσ. 3, 6)

«Μὲ στραβὸ σὰν κοιμηθεῖς, τὸ πρωῒ θ’ ἀλληθωρίζεις. (Ἑλληνικὴ παροιμία) / «Τυφλὸς δὲ τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Ματθ. 15,14)

Δίκαια γὰρ λέγοντες πολλοὶ ἄδικα ποιοῦσι, δίκαια δὲ πραττόντων οὐδεὶς ἄδικος εἴη (Ξενοφών) / «Οἵτινες τὴν ὑγιᾶ ὀρθόδοξον πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δὲ τοῖς ἑτερόφροσι, τοὺς τοιούτους, εἰ μετὰ παραγγελίαν μὴ ἀποστῶσιν, μὴ μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλὰ μηδὲ ἀδελφοὺς ὀνομάζειν» (Εἰς ἁγ. Μάρκου Ἐφέσου, Ὁμολογία, CFDS, Ser. A. τόμ. Χ, fasc. II, σελ. 133 (24-28)..

«Μὴν φοβᾶσαι τὸν ἐχθρό, ποὺ σοῦ ἐπιτίθεται, ἀλλὰ τὸν κάλπικο φίλο ποὺ σὲ ἀγκαλιάζει» (Γνωμικό) / «Ἐχθροὺς γὰρ Θεοῦ ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας, μεγάλῃ καὶ πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο»! (Ἅγ. Θεόδωρος Στουδίτης P.G. 99, 1049 Α).

Ἔργῳ κοὐκέτι μύθῳ (Αἰσχῦλος, Προμηθεὺς Δεσμώτης) «Ποιό τὸ ὄφελος, ἀδελφοί μου, ἂν κάποιος λέει ὅτι ἔχει πίστη, καὶ δὲν ἔχει ἔργα; Μήπως ἡ πίστη μπορεῖ νὰ τὸν σώσει;» (Ἰακώβου 2: 14)

Λόγος ἔργου σκιή (Δημόκριτος) / «Πολλοὶ ἐροῦσι μοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, Κύριε, Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν;... Οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς, ἀποχωρεῖτε ἀπ' ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν».(Ματθ. 7, 22-23).

Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνάγνωση ἐρωτῶ, ἂν καὶ οἱ κοσμικοί, ἀρχαῖοι καὶ μή, ἦταν ζηλωτές, ἂν καὶ οἱ κοσμικοί, ἐθνικοὶ καὶ μή, ἦταν ἄδικοι καὶ πίεζαν ἀδίκως· ἂν ἐπιτέλους πρέπει νὰ καταλάβουμε, ὅτι γιὰ νὰ πολεμήσουμε τὴν χειρότερη αἵρεση στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ προστατεύσουμε -ὁ καθένας μὲ τὶς δυνάμεις του καὶ ἀνάλογα τὸν ρόλο του- τὸ ποίμνιο Της, χρειάζεται συνέπεια καὶ συμφωνία λόγων καὶ πράξεων, τουτέστιν διακοπὴ κοινωνίας μὲ αὐτούς ποὺ κατὰ τὴν ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία ἀναδεικνύονται καὶ ἀποδεικνύονται ὡς αἱρετικοί· ἢ ἂν ἐπιτέλους πρέπει νὰ καταλάβουμε, ὅτι παίζοντας θέατρο εὶς βάρος τῆς πίστεως, ἀπὸ ἀνόμοιοι καταντοῦμε ὅμοιοί τους καί, κατὰ τὸν Κύριο, «ἐργαζόμαστε τὴν ἀνομίαν». 

Διότι «πᾶν τὸ ἀνόμοιον ἀκοινώνητον» (Αἴσωπος).

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Μια μικρή παρουσίαση του βιβλίου: "ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ" του Αδαμαντίου Τσακίρογλου


Ἐπιτέλους κάποιος τόλμησε! Ὁ κ. Τσακίρογλου, μὲ πόνο ψυχῆς ἀντιμετωπίζει τὰ τελευταῖα χρόνια τὴν Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πρῶτα στὴ Γερμανία ὅπου διαμένει καὶ ταυτόχρονα στὴν Ἑλλάδα μὲ τὴν δημοσίευση ἐποικοδομητικῶν καὶ ἀντιαιρετικῶν ἄρθρων. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια καὶ στὴν προσπάθειά του νὰ ἀντιληφθοῦν καὶ ἄλλοι ἀδελφοί μας τὴν φθοροποιὸ δράση τῆς «ἐσχάτης αἱρέσεως τῆς ἱστορίας», ποὺ ἀποσυντονίζει καὶ διαλύει τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, προχώρησε στὴν θεραπεία μιᾶς μεγάλης ἐλλείψεως: Εἶδε ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἑνὸς βιβλίου-βοηθήματος, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸ χρησιμοποιήσει κάθε πιστὸς ποὺ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀκεραιότητος τῆς Πίστεως, ἀλλὰ τὴν δική του προστασία ἀπὸ τὴν Παναίρεση.
Γιατὶ εἶναι γεγονὸς ὅτι δὲν ἔχουν ὅλοι πρόσβαση στὸ Ἴντερνετ, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἔχουν, οἱ φροντίδες τῆς ζωῆς δὲν δίνουν τὴν εὐκαιρία γιὰ μιὰ πιὸ οὐσιαστικὴ μελέτη. 
Ἔτσι, μιὰ ἐφήμερη καὶ φευγαλέα ἐνημέρωση ἀπὸ τὰ ἱστολόγια, δὲν ἐπιτρέπει μιὰ βαθύτερη κατανόηση τῆς ἱστορίας, τῆς φύσεως, τοῦ κινδύνου ἐκ τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ κυρίως τὴν προσέγγιση τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων Πατέρων ὡς πρὸς τὴν ἀντιμετώπισή της. Καὶ τὸ βιβλίο αὐτὸ εἶναι διανθισμένο καὶ διαποτισμένο ἀπὸ τὸ ἁγιοπνευματικὴ πατερικὴ διδασκαλία.
Ἔτσι, ὁ κ. Τσακίρογλου ἐργάστηκε γιὰ ἕνα μεγάλο διάστημα καὶ μὲ πολὺ κόπο συγκέντρωσε, φυσικὰ ὄχι ὅλα, ἀλλὰ πολλὰ σημαντικὰ κείμενα ποὺ καταδεικνύουν τὴν ἐπικινδυνότητατῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ποὺ καταγγέλουν τὴν ἐπισημοποίηση τῆς Παναιρέσεως στὴν Κολυμπάριο Σύνοδο καὶ ποὺ ἐπισημαίνουν αὐτὸ ποὺ εἶναι σήμερα τὸ ζητούμενο καὶ στὸ ὁποῖο ὑπάρχει τεράστια σύγχυση: 
ὁ ἁγιοπατερικὸς τρόπος ἀντιμετωπίσεως τῶν αἱρέσεων μέσα στὴν δισχιλιόχρονη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, τὸν ὁποῖο καλούμαστε νὰ μιμηθοῦμε καὶ νὰ ἐφαρμόσουμε κι ἐμεῖς στὴ σύγχρονη Παναίρεση.
Τὸ βιβλίο μὲ τίτλο «Ἀπάνθισμα Ἀντιαιρετικόν, Συλλογὴ ἀντιαιρετικῆς ἀρθρογραφίας μὲ στόχο τὴν ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», ἐκδόθηκε καὶ κυκλοφορεῖ δωρεάν, χάρη στὴν εὐγενικὴ προσφορὰ τῆς «Σύναξης Ὀρθοδόξων Κρητῶν». (Δεῖτε ἐδῶ). 

Ἡ ἀναγκαιότητα αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ἐνθουσιώδη ὑποδοχὴ ποὺ τοῦ ἐπεφύλαξαν οἱ πιστοί (τὸ διαπίστωσαν ἐκεῖνοι ποὺ φροντίζουν γιὰ τὴν διανομὴ τοῦ βιβλίου), ποὺ βλέπουν ἄφωνοι τὴν αἵρεση νὰ προχωρεῖ καὶ να ἑδραιώνεται καὶ οἱ Ἐπίσκοποι, τὸ Ἅγιον Ὄρος, οἱ Ἀδελφότητες καὶ οἱ χιλιάδες ἱερεῖς-Ποιμένες νὰ σιωποῦν, νὰ κοιμοῦνται τὸν ὕπνο τοῦ δικαίου, προδίδοντες οὐσιαστικὰ τὸ ρόλο τοῦ «καλοῦ ποιμένος» ποὺ ἔχουν ἐπωμισθεῖ καὶ φερόμενοι ὡς «μισθωτοί»! 

Κι ὄχι μόνο δὲν ἀντιμετωπίζουν τὴν αἵρεση, ἀλλὰ συμβουλεύουν ἀντιπατερικῶς τὸ ποίμνιο νὰ κάνει τὸ ἴδιο καὶ κατηγοροῦν ἢ ἀκόμα καὶ καταδικάζουν ὅλους, ὅσους ἀποφάσισαν νὰ ἀκολουθήσουν τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ νὰ ὁμολογήσουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη τους.

Ἤδη, δύο βδομάδες μετὰ τὴν κυκλοφορία τοῦ βιβλίου, τὰ ἀντίτυπα τῆς Α΄ Ἐκδόσεως διανέμονται μὲ μεγάλη ταχύτητα· πολλοὶ μάλιστα πιστοὶ ποὺ τὸ ἀναζητοῦν, τηλεφωνώντας στοὺς ὑπεύθυνους ποὺ ἔχουν ἀναλάβει τὴν δωρεὰν ἀποστολή, διαπιστώνουν ὅτι τὰ ἀποθέματα ἔχουν ἢδη σχεδὸν ἐξαντληθεῖ.

Ἡ ἔκδοση τοῦ βιβλίου πραγματοποιήθηκε χάρη στὴν εὐγενικὴ χρηματικὴ ἐνίσχυση ἀπὸ τὴν «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κρητῶν», ἡ ὁποία μόλις ἔμαθε, ὅτι ὁ κ. Τσακίρογλου ἑτοιμάζει ἕνα τέτοιο εἴδους πόνημα, προσφέρθηκε εὐγενικὰ νὰ πραγματοποιήσει τὴν ἔκδοσή του, θεωρώντας παράλληλα καλό, λόγῳ τῆς πρωτοτυπίας τοῦ πονήματος, ἡ Α΄ Ἔκδοση νὰ εἶναι πολυτελής καὶ νὰ ἀποτελεῖ ἕνα συλλεκτικό τόμο γιὰ τὴν βιβλιοθήκη τοῦ κάθε πιστοῦ.

Γιὰ τὴν δεύτερη ἔκδοση τοῦ βιβλίου, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἁπλή καὶ θὰ συμπληρωθεῖ καὶ μὲ καινούργια σημαντικὰ ἄρθρα ποὺ ἐμφανίστηκαν, ὁ κ. Τσακίρογλου (ὅπως μάθαμε) βρίσκεται σὲ ἀναζήτηση μιᾶς λύσης ὡς πρὸς τὴν ἔκδοση καὶ τὴν χρηματοδότησή της, ὥστε καὶ νὰ μὴν ἐπιβαρυνθοῦν γιὰ δεύτερη φορὰ οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι καὶ νὰ μὴν ἐπιβαρυνθεῖ γιὰ τὴν ἀγορά του τὸ ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ κρίση δοκιμαζόμενο ποίμνιο. 
Εὐχόμαστε νὰ τοὺς βρεῖ, ὥστε πιὸ πολλοὶ πιστοί -ὅσο τοῦτο εἶναι δυνατόν- νὰ ἐνημερωθοῦν γιὰ αὐτὰ ποὺ οἱ ποιμένες τους τοὺς ἀφήνουν ἀνενημέρωτους.

Τὸ βιβλίο χωρίζεται σὲ 12 ἑνότητες. Οἱ ἑνότητες εἶναι γραμμένες σὲ μία μορφὴ κλίμακος, ἡ ὁποία ἀρχίζει μὲ τὴν φύση τῆς αἵρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ κορυφώνεται μὲ τὴν ἁγιοπατερικὴ διδαχὴ ἀντιμετώπισής της καὶ διάφορα παραδείγματα κακοδοξιῶν ποὺ μαστίζουν τὴν Ἐκκλησία μας καὶ θολώνουν τὴν κρίση μας. Αὐτὸ βοηθάει τὸν πιστὸ νὰ ἐνημερωθεῖ σταδιακὰ καὶ ἐμπεριστατωμένα γιὰ αὐτὴν τὴν ὀλέθρια αἵρεση. 
Τὰ κείμενα (ἄρθρα καὶ μελέτες) βρίθουν πατερικῶν πηγῶν, ὥστε ὁ πιστὸς νὰ διαθέτει πραγματικά, ὅπως ἀναφέρεται στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου, ἕνα πνευματικὸ ὁπλοστάσιο, ποὺ θὰ τὸν προφυλάξει ἀπὸ τὶς κακὲς ἐπιρροὲς καὶ τὴν σύγχυση ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν ἐποχή μας.

Ὁ διαφορετικὸς χαρακτῆρας τῶν κειμένων συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἐνεργῆς στάσης τοῦ ἑκάστοτε συγγραφέα ἀπέναντι στὴν αἵρεση κάνει σαφές, ὅτι ὁ κ. Τσακίρογλου ἄφησε, χωρὶς ἐμπάθεια καὶ χωρὶς διάθεση ἄσκησης ἐπιρροῆς, στὴν ἐλεύθερη κρίση τοῦ ἀναγνώστη νὰ καταλάβει, ποιός συγγραφέας προσπαθεῖ πραγματικὰ νὰ ἐφαρμόσει τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ ποιός χαρακτηρίζεται ἀπὸ συνέπεια λόγων καὶ ἔργων, καὶ ἔτσι νὰ βγάλει τὰ συμπεράσματά του.

Παρουσιάζουμε τὸν τίτλο τῶν κεφαλαίων:

Α. Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ
Β. ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ, ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ
Γ. Η ΨΕΥΤΟΣΥΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΟΛΥΜΠΑΡΙΟΥ
Δ. ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ
Ε. ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ, ΠΑΠΙΣΜΟΣ, ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΣ, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΣ
ΣΤ. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ
Ζ. ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Η. ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΟΥ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΟΥΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΝ ΤΙΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ
Θ. ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΑΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΙΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ
Ι. Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΕΝ ΚΑΙΡΩ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΩΓΜΟΥ
ΙΑ. ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΚΑΚΟΔΟΞΙΩΝ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΛΑΘΩΝ

"Πατερικὴ Παράδοση"