.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδαμάντιος Τσακίρογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδαμάντιος Τσακίρογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ἡ εὐθύνη τῶν ἱερέων γιὰ τὴν σημερινὴ κατάσταση στὴν Ἐκκλησία

Εἶναι γνωστὸν πᾶσι τοῖς παροικοῦσι τὴν Ἱερουσαλήμ, ὅτι τὸ ποίμνιο, ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀκατήχητος καὶ στερεῖται πραγματικοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐλλείψεως κατήχησης εἶναι ἡ ἀπώλεια τοῦ ὑγιοῦς ὀρθοδόξου φρονήματος καὶ τῆς κατανοήσεως τῆς πίστεως ὡς ὑπερτάτου ἀγαθοῦ. Ἡ διαπίστωση αὐτὴ χρησιμοποιεῖται τόσο ἀπὸ τοὺς παναιρετικοὺς Οἰκουμενιστὲς γιὰ νὰ δικαιολογήσουν καὶ νὰ ἐφαρμόσουν τὶς αἱρετικές τους πρακτικές, ὅσο κι ἀπὸ τοὺς ἀντιοικουμενιστὲς γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἄρνησή τους νὰ ἐφαρμόσουν τὴν ἀπολύτως ἀναγκαία ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς αἱρέσεως. Τὸ ποίμνιο φέρει φυσικὰ τὴν δική του μεγάλη εὐθύνη γι’ αὐτήν του τὴν κατάσταση. Ἀλλ’ ὅμως, ταυτόχρονα, εἶναι πασιφανὴς ἡ τεράστια εὐθύνη τῶν ἱερέων κάθε βαθμοῦ —ἀλλὰ καὶ κάθε ρασοφόρου ποὺ ἀπολαμβάνει τιμές— γιὰ τὴν σημερινὴ τραγικὴ κατάσταση στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, τὴν σχεδὸν παντελὴ ἐπικράτηση τῆς αἱρέσεως καὶ τὴν κατακερματισμένη ἑνότητα τῶν ἀντιμαχούντων αὐτήν. 

Διότι ὅπως ὀρθότατα ἁρμόζει κάθε τιμὴ καὶ σεβασμὸς σὲ κάθε βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης, ὡς ὑπέρτατο ἀξίωμα καὶ διακόνημα, ἀνώτερο καὶ αὐτοῦ τοῦ βασιλέως κατὰ τοὺς Ἁγίους, ἔτσι πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ καὶ ἡ ἀνάλογη εὐθύνη στοὺς ἱερεῖς ποὺ κατέχουν αὐτὸ τὸ ὑπέρτατο ἀξίωμα —ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ρασοφόρο— καὶ ἀπολαμβάνουν αὐτὴν τὴν τιμὴ καὶ τὸν σεβασμό, εὐθύνη ποὺ δὲν ἀπαιτεῖται τόσο ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ὅσο ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὸν ἴδιο. Ὡς ἀπόδειξη τῶν λεγομένων αὐτῶν θὰ χρησιμοποιηθοῦν στὸ κείμενο αὐτὸ ὡς πηγὴ δύο Ἅγιοι, ποὺ μὲ τοὺς λόγους τους ἀνέδειξαν καὶ κατοχύρωσαν τὸ ἀληθὲς τῶν παραπάνω: Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καὶ ὁ Ἅγ. Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης. 

Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ στὴν ἀκόλουθη ἀναφορὰ νὰ μὴν ἀσχοληθῶ μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές. Διότι εἶναι ἡλίου φαεινότερον, ὅτι αὐτοί, ὡς ὑποστηρικτὲς καὶ ἀκόλουθοι τῆς αἱρέσεως, ξέχασαν (ἢ δὲν θέλουν νὰ θυμοῦνται) ποιές ἀρετὲς καὶ ποιά στάση ἀπαιτεῖται ἀπὸ ἕναν ὀρθόδοξο ἱερέα. Αὐτοὶ δὲν ἀσχολοῦνται, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι, μὲ τίποτα ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ στὸν ἑκάστοτε αἱρετικὸ ἐπίσκοπο καὶ μὲ τὰ ἀνάλογα προνόμια καὶ ὀφέλη, ποὺ αὐτὴ ἐπιφέρει. Αὐτοὶ ἀντὶ νὰ βοηθήσουν τὸν ἐναγωνίως ἀναζητοῦντα τὴν σωτηρία σύγχρονον καὶ ἀπελπισμένο ἄνθρωπο, προσφέροντας του τὴν σωτήρια λύση τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸν βυθίζουν πιὸ πολὺ στὸν ὑπαρξιακὸ καὶ πνευματικὸ βοῦρκο του, γιατὶ ἔτσι ἀναδεικνύονται οἱ ἴδιοι.

Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τοὺς ἱερεῖς κάθε βαθμοῦ καὶ τοὺς ρασοφόρους πού, ἐξακολουθώντας νὰ ἀπολαμβάνουν τὶς ἀναλογούμενες τιμές, ὑποτίθεται ὅτι ἐναντιώνονται στὴν αἵρεση χαρτοπολεμώντας καὶ μὲ αὐτοὺς ποὺ ἀκόμα καὶ τώρα ποὺ τὸ ἔρεβος τῆς κακοδοξίας καὶ τῆς πλάνης καὶ ἡ φοβέρα καταπλάκωσε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ἐλπίζουν ἢ πείθονται πεισματωδῶς ἐπ’ ἄρχοντας καὶ ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, ἀντὶ ἐπὶ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ τονίσω ὄχι τὶς αὐτονόητες ἀρετὲς ποὺ ἀπαιτοῦνται κατὰ τοὺς παραπάνω Ἁγίους ἀπὸ ἕναν ἱερέα ἀνεξαρτήτως βαθμοῦ καὶ ρασοφόρου ποὺ ἀπολαμβάνει τιμές, ἀλλὰ αὐτὲς ποὺ προστατεύουν τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ —ὄχι τὸν δικό τους— ἀπὸ τὴν αἵρεση.

Λέγει ὁ χρυσορρήμων ἅγ. Ἰωάννης ὡς πρώτη καὶ μεγίστη ἐντολὴ γιὰ τοὺς ἱερεῖς: «Καίτοι δέ, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ (σσ. ὁ Κύριος) πρὸς αὐτόν (σσ. τὸν Πέτρο), ἂν μὲ ἀγαπᾶς, νήστευσε, κοιμήσου χάμω στὴ γῆ, κάνε συχνὲς ἀγρυπνίες, ὑπεράσπιζε τοὺς ἀδικουμένους, γίνε πατέρας τῶν ὀρφανῶν παιδιῶν καὶ σύζυγος τῆς μητέρας αὐτῶν, ὅμως, ἀντὶ αὐτῶν τί λέγει; “Ποίμανε τα πρόβατά μου“… Πράγματι, ὁ ποιμένας ὁ ὁποῖος ἔχει χάσει πρόβατα, ἢ ἀπὸ διαρπαγὴ λύκων ἢ ἀπὸ κλοπὴ ληστῶν, ἢ ἀπὸ κάποια ἀσθένεια, ἢ ἀπὸ κάποια ἄλλη τυχαία αἰτία, μπορεῖ νὰ τύχει τῆς συγγνώμης τοῦ κυρίου τῆς ποίμνης, σὲ περίπτωση δὲ ποὺ ἤγετο σὲ δίκη, ἡ σοβαρότερη ζημία ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὑποστεῖ θὰ ἦταν ἡ καταβολή χρηματικοῦ προστίμου. Ἀντίθετα, ὁ ἐμπιστευμένος τὴ φύλαξη ἀνθρωπίνων ψυχῶν, τὸ λογικὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, κατ᾿ ἀρχὴν μὲν ἀποπληρώνει τὴν ἀπώλεια τῶν προβάτων ὄχι μὲ χρηματικὸ ἀντίτιμο, ἀλλὰ μὲ τὴν ἴδια τὴν ψυχή του, ὅπως καὶ ὁ ἀγώνας του εἶναι μεγαλύτερος καὶ δυσμενέστερος, ἀφοῦ ἡ μάχη του δὲν διεξάγεται ἐναντίον λύκων, οὔτε κατὰ ληστῶν, οὔτε φροντίζει γιὰ τὴν ἐξάλειψη κάποιας ἀσθενείας ἀπὸ τὴν ποίμνη του. Πρὸς ποίους ὅμως γίνεται ὁ πόλεμος καὶ μὲ ποίους διεξάγεται ἡ πάλη; Ἄκου τὸν μακάριο Παῦλο, ὁ ὁποῖος λέγει: “Ἡ πάλη μας δὲν εἶναι κατὰ τοῦ αἵματος καὶ τῆς σάρκας, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἐξουσιῶν, κατὰ τῶν κοσμοκρατόρων τοῦ σκότους τῆς ἐποχῆς μας, κατὰ τῶν πονηρῶν πνευμάτων τοῦ οὐρανοῦ“ (Λόγος δεύτερος περὶ ἱερωσύνης).

Ὁ δὲ ἅγ. Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης, ἡ κατὰ τὸν Μ. Φώτιο «μοῦσα τῆς Ἐκκλησίας», προσθέτει στὰ παραπάνω μιλώντας γιὰ τὸν Ἐπίσκοπο Εὐσέβιο: «Ἂν ἀγνοώντας ὁ Εὐσέβιος τοὺς χειροτόνησε, θὰ ἔχει μέτρια ἀπολογία "ἐν ἀγνοίᾳ". Ἂν ὅμως, ὅπως λές, γνωρίζοντάς το πάρα πολὺ καλά, παρέδωσε τὸ ποίμνιο (γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ Χριστός ἔχυσε τὸ αἷμα του) σὲ λύκους (σσ. κακόδοξους ρασοφόρους καὶ αἱρετικούς) γιὰ νὰ τὰ ἁρπάξουν, σὲ σκυλιά (σσ. κακόδοξους ρασοφόρους καὶ αἱρετικούς) γιὰ νὰ ἀσελγήσουν καὶ σὲ ἀλεποῦδες (σσ. κακόδοξους ρασοφόρους καὶ αἱρετικούς) γιὰ νὰ τὰ ἀφανίσουν μὲ δόλο, αὐτὸς δὲν θὰ ἔχει τί νὰ ἀπολογηθεῖ γιὰ τὶς τόσες ἁμαρτίες. Κι αὐτὰ τὰ λέω, ὄχι γιατὶ θὰ εἶναι ἀνεύθυνοι ἐκεῖνοι καὶ δὲν θὰ κριθοῦν, ἀλλὰ γιατὶ αὐτὸς ποὺ παρέχει τὰ σπέρματα τῶν ἁμαρτημάτων θὰ τιμωρηθεῖ πολὺ περισσότερο... Τότε τὸ ποίμνιο δὲν θὰ θεωρήσει αξιόπιστο τὸν διδάσκαλο αὐτὸν ποὺ δὲν πράττει τὰ δέοντα. Πρέπει λοιπὸν ὁ ποιμένας νὰ ἀστράφτει καὶ στὰ λόγια καὶ στὰ ἔργα. Γιατὶ λέει ὁ Χριστὸς "Ὅποιος πράττει καὶ διδάσκει, αὐτὸς θὰ ὀνομαστεῖ μέγας στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἐὰν τὸ πράττειν σημαίνει μόνο τὴν διδαχή, ὅπως ἰσχυρίζονται κάποιοι δὲν θὰ εἶχε προστεθεῖ τὸ δεύτερο (P.G. 78, 672-673).

Μὲ τὰ παραπάνω λόγια ἀποδεικνύουν οἱ Ἅγιοι πασιφανέστατα, ὅτι πρώτιστο καθῆκον τοῦ ἱερέα, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο μέχρι τὸν διάκονο, καὶ φυσικὰ τοῦ κάθε ρασοφόρου ποὺ ἐπιτελεῖ πνευματικὸ ἔργο —καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπολαμβάνει τὶς ἀνάλογες τιμές— εἶναι ἡ ποίμανση καὶ προστασία τοῦ ποιμνίου ἀπὸ οἱονδήποτε κίνδυνο, ποὺ μπορεῖ νὰ ἐμφανιστεῖ, πρωτίστως τὴν αἵρεση. Στὴν ἐπισήμανση τους οἱ Ἅγιοι δὲν χρησιμοποιοῦν ὅρους, ὅπως «ἄχρι καιροῦ» κλπ, ποὺ χρησιμοποιοῦνται συλλήβδην σήμερα. Ἀντιθέτως ὑπενθυμίζουν σὲ ὅλους, ὅτι, ἂν οἱ λαϊκοὶ φέρουν εὐθύνη καὶ θὰ δώσουν λόγο γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους, οἱ ἱερεῖς φέρουν μέγιστη εὐθύνη καὶ θὰ πρέπει νὰ τρέμουν μπροστὰ στὸ φοβερὸ βῆμα τοῦ Θεοῦ γιὰ κάθε ψυχὴ ποὺ χάθηκε, ἐπειδὴ αὐτοὶ ὀλιγώρησαν.

Καὶ ξανὰ ὁ χρυσορρήμων ἅγ. Ἰωάννης: «Διότι ἂν ἕνα καὶ μόνο πιστὸ σκανδαλίσει ὁ ἐπίσκοπος, τὸν πιὸ ἀσήμαντο ὅλων, συμφέρει σ᾿ αὐτὸν νὰ τοῦ δεθεῖ μυλόπετρα στὸν τράχηλό του καὶ νὰ καταποντισθεῖ στὴ θάλασσα· καὶ ἂν ἐπίσης ὅσοι προσβάλλουν τὴ συνείδηση τῶν ἀδελφῶν διαπράττουν ἁμάρτημα κατὰ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, τότε τί πρόκειται νὰ πάθουν καὶ ποιά καταδίκη θὰ λάβουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι στάθηκαν αἴτιοι ἀπωλείας ὄχι μόνο ἑνὸς καὶ δύο καὶ τριῶν πιστῶν, ἀλλὰ τόσου πλήθους; Δὲν μπορεῖ νὰ ἐπικαλεσθεῖ τὴν ἀπειρία, οὔτε τὴν ἄγνοια, οὔτε νὰ προβάλει ὡς δικαιολογία κάποια μεγάλη ἀνάγκη ἢ ἐνδεχόμενη βία. Ἀπὸ τοὺς ἀνωτέρω μᾶλλον κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀρχομένους (σσ. τοὺς πιστούς), ἂν ἦταν δυνατὸ νὰ γίνει, θὰ κατέφευγε σὲ τέτοιες δικαιολογίες γιὰ τὶς προσωπικές του ἁμαρτίες, παρά οἱ προεστῶτες γιὰ τὶς εὐθύνες ποὺ ἔχουν ἔναντι τῶν ἄλλων. Γιατὶ συμβαίνει αὐτό; Ὁ ἀναλαβὼν τὴν εὐθύνη νὰ ἐπανορθώνει τὰ λάθη ποὺ κάνουν οἱ ἄλλοι ἕνεκα ἀγνοίας καὶ νὰ προμηνύει τὸν ἐπερχόμενο πόλεμο τοῦ διαβόλου, δὲν θὰ μπορέσει νὰ προβάλει τὴν ἄγνοια, οὔτε νὰ προφασισθεῖ, "Δὲν ἄκουσα τὴ σάλπιγγα, δὲν προέβλεψα τὸν πόλεμο". Ἀλλὰ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ κάθισε, ὅπως λέγει καὶ ὁ Ἰεζεκιήλ, γιὰ νὰ σαλπίζει στοὺς ἄλλους καὶ νὰ προμηνύει τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν. Γι᾿ αὐτὸ ἐξ ἄλλου εἶναι ἀπαραίτητη ἡ τιμωρία, ἔστω καὶ ἂν ἕνας εἶναι ὁ ἀπολωλώς. Ἂν ἐνῶ ἡ ρομφαία προελαύνει καὶ δὲν σαλπίσει στὸν λαό, οὔτε σημάνει, λέγει, τὸν συναγερμὸ ὁ σκοπὸς καὶ ἔλθει ἡ ρομφαία καὶ λάβει τὴν ψυχή, αὐτὴ θὰ ἔχει ληφθεῖ γιὰ τὶς ἄνομες πράξεις της, ὅμως τὸ αἷμα της θὰ τὸ ζητήσω ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ σκοποῦ» (Λόγος ἕκτος περὶ ἱερωσύνης).

Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν δικαιολογία γιὰ τοὺς ἱερεῖς ποὺ τοὺς δόθηκε τέτοια ἐξουσία. Δὲν ἰσχύει ἡ ἄγνοια, ἡ φοβία, ὁ δισταγμός. Ὅπως ἡ ἐξουσία ἔτσι καὶ ἡ εὐθύνη. Ὅποιος δὲν βροντήξει τὴν σάλπιγγα θὰ δώσει λόγο. Ἂς ἀναλογιστοῦμε ἐμεῖς οἱ πιστοί, ποιά σάλπιγγα ἀκούσαμε ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς, ἐκτὸς λίγων —μετρημένων στὰ δάκτυλα— ἐξαιρέσεων, ποιός συναγερμὸς σήμανε ἐκτὸς ἀπὸ κάποιες συνάξεις καὶ κάποια συνέδρια ποὺ κάθε ἄλλο παρὰ γιὰ πόλεμο πίστεως μᾶς προετοίμασαν καὶ σιγὰ σιγὰ ἔχουν καταντήσει γραφικὰ καὶ τραγελαφικά. Καὶ ἂν γιὰ τὸν ἕνα ἀπολωλότα ὑπάρχει τέτοια τρομερὴ εὐθύνη καὶ τιμωρία, ποιά θὰ εἶναι γιὰ τὰ ἑκατομμύρια πιστῶν ποὺ χάνονται στὴν αἵρεση;

Ὁ Ἅγ. Ἰσίδωρος ποὺ πῆρε τὴν πνευματικὴ σκυτάλη ἀπὸ τὸν Ἁγ. Ἰωάννη, τὸν ὁποῖο τιμοῦσε καὶ γι’ αὐτὸ τὸν μιμήθηκε, προχωρεῖ περισσότερο στηλιτεύοντας ἀκόμα πιὸ πολλὰ σημεῖα ποὺ δυσκολεύουν τὸν ἀγῶνα ἐνάντια στὴν αἵρεση καὶ διασποῦν τὴν ἑνότητα: «Ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ὁμόνοια ἀποτελοῦν τὸ μεγαλύτερο διακύβευμα ὅλων τῶν ἀγαθῶν ἀνθρώπων καὶ δὲν πρέπει νὰ δίνουμε σὲ κανένα ἀφορμὴ πολέμου καὶ μάχης (P.G. 78, 401). Πρέπει νὰ ἐκστρατεύουμε ὅλοι μαζὶ ἐναντίον τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ κι ὄχι νὰ ὁπλιζόμαστε μὲ αὐτὸν ἐναντίον ἀλλήλων γιατὶ τότε θὰ χαθοῦν καὶ τὰ δύο μέρη (P.G. 78, 1261). Ἐπειδὴ ἔγραψες γιατὶ δὲν εἶπε ὁ Παῦλος "νὰ εἰρηνεύετε μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους" ἀλλὰ ἂν εἶναι δυνατόν (σσ. νὰ εἰρηνεύετε), ἀπαντῶ: Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ πιθανότητα νὰ μὴν εἶναι δυνατόν, ὅταν πρόκειται γιὰ θέματα εὐσεβείας, σωφροσύνης καὶ γενικὰ γιὰ ὅλες τὶς ἀρετές. Διότι πῶς θὰ εἰρηνεύσει ὁ εὐσεβὴς μὲ τὸν ἀσεβή, ὁ δίκαιος μὲ τὸν ἄδικο, ὁ σώφρων μὲ τὸν λάγνο, ποὺ δὲν διαφθείρει μόνο τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους;» (P.G. 78, 1469).

Ὁ ἱερέας λοιπὸν πρέπει νὰ ὑπηρετεῖ καὶ νὰ ὑπερασπίζεται τὴν ἀλήθεια καὶ μόνον αὐτήν, χωρὶς νὰ εἶναι ὑποταγμένος στὴν κολακεία καὶ στὸν φόβο. Ὁ χριστιανὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει εἰρήνη μὲ ὅποιον βλάπτει ἢ παραχαράσσει τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως καὶ ὁδηγεῖ στὸν γκρεμὸ τῆς ἀπωλείας ἀδελφούς του χριστιανούς. Ἡ ἀληθινὴ ὁμόνοια ἐπιτυγχάνεται ὅταν οἱ ὁμονονοῦντες συμφωνοῦν λόγοις καὶ ἔργοις στὰ θέματα τῆς Πίστεως. Ἀντιθέτως οἱ Ἅγιοι μᾶς συμβουλεύουν νὰ μὴν ζητοῦμε μία ὁμόνοια, ποὺ δὲν τηρεῖ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις. Τὴν εὐθύνη γιὰ ὅλα αὐτὰ ἔχουν κατὰ κύριο λόγο οἱ ἱερεῖς (πάντα κατὰ τοὺς Ἁγίους).

«΄Εγγυητὲς καὶ μάρτυρες εἶναι οἱ Ἅγιοι Πάντες, τοὺς ὁποίους κατατόξευσαν τόσες πολλὲς νιφάδες πειρασμῶν (P.G. 78, 1469). Γιατί καταφεύγεις σὲ πολλοὺς ἐκτὸς στὸν Ἕνα; Γιατί κολακεύεις πολλούς, ἐνῶ ἀντιμάχεσαι τὸν Ἕνα; Γιατί καλεῖς σὲ συμμαχία τοὺς ἀσθενεῖς ἐνῶ πρέπει νὰ καταφεύγεις στὴν ἀήττητη δεξιὰ τοῦ Ἑνὸς καὶ ἔτσι νὰ ἀπαλλαγεῖς ἀπὸ τοὺς πειρασμούς;» (P.G. 78, 1469). Εἶναι καλὸ μὲν πρὶν ἀπὸ τὸν κίνδυνο νὰ ζωστοῦμε τὴν ζώνη καὶ νὰ διακονοῦμε τὸν Θεό, καὶ νὰ χτυποῦμε τὶς ἐχθρικὲς φάλαγγες μὲ τὴν πίστη, ἀλλὰ νὰ μὴν ραθυμοῦμε καὶ νὰ ὑποκύπτουμε στοὺς ἐχθρούς μας» (P.G. 78, 325). Διότι ἀληθινὴ νίκη δὲν σημαίνει νὰ νικήσεις ἀμέσως ἀλλὰ νὰ μὴν ξεφύγεις καὶ πέσεις ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν εὐσέβεια» (P.G. 78, 1549). «Τἰ εἶπε ὁ Θεὸς στὸν Ἰεζεκιήλ; ”Ἐὰν ὅμως σὺ διαμαρτυρηθεῖς καὶ ἐντόνως προτρέψεις τὸν ἄνομον αὐτόν, νὰ παύσει πλέον νὰ ἁμαρτάνει, αὐτὸς ὅμως δὲν ἀλλάξει, τότε αὐτὸς θὰ πεθάνει στὴν ἀνομία του ἐσὺ ὅμως θα γλυτώσης την ψυχή σου”. Διότι ἐὰν σιωπᾶς καὶ δὲν διαμαρτυρηθεῖς ἔντονα, τότε κοινωνεῖς μὲ ἐκεῖνον στὴν ἁμαρτία (P.G. 78, 1504).

Ἀποτελεῖ ἀπαύγασμα πνευματικῆς νουθεσίας καὶ ρητορικῆς, πῶς ὁ Ἅγιος κονιορτοποιεῖ τὶς ἀντιπατερικὲς γνῶμες αὐτῶν ποὺ γιὰ νὰ ἀγωνιστοῦν ἐνάντια στὴν αἵρεση χρειάζονται πλήθη, ἀναζητοῦν συμμαχίες, ἀνεξαρτήτου ἤθους ἢ στάσεως ἢ γρήγορες νίκες: Ὅποιος ἔχει τὸν Θεὸ δίπλα του δὲν χρειάζεται ἄλλους συναγωνιστὲς καὶ μάλιστα ἀσθενεῖς. Νίκη δὲν εἶναι ἡ ἧττα τῶν αἱρετικῶν, διότι αὐτὴ μπορεῖ νὰ μὴν τὴν βιώσουμε. Νίκη εἶναι, ὅτι ἐμεῖς δὲν ξεφύγαμε ἀπὸ τὸν δρόμο τῆς εὐσέβειας, τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ εἶναι σημαντικὸ στὰ παραπάνω εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωση τοῦ Ἁγίου τοῦ Κανόνος «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ...». Ὅποιος κοινωνεῖ μὲ ἀνθρώπους ποὺ ἐμμένουν στὴν ἁμαρτία τῆς κακοδοξίας καὶ αἱρέσεως (διότι ἂν μιλοῦσε γιὰ τὴν φυσική μας ἁμαρτία, δὲν θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ κοινωνοῦμε μεταξύ μας) καταδικάζεται κι αὐτὸς ὡς ἁμαρτωλός. Ἡ μαχητικότητα καὶ ἡ ἀγωνιστικὴ παρρησία πιστοποιοῦν λοιπὸν τὸν ἀληθινὸ ποιμένα. Μία μαχητικότητα ποὺ ἔχοντας πρότυπο τὸν Ἕνα Ποιμένα, πρέπει νὰ φτάνει στὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴν αὐτοθυσία, γιὰ χάρη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ποιμνίου Του.

Πόσο ἄφοβος ἦταν ὁ Ἅγιος; Ἂς τὸν ἀκούσουμε καὶ ἂς παραδειγματιστοῦμε: «Πολλοί, ὦ ἄθλιε Ζώσιμε (σσ. ὁ Ἅγιος εἶχε πολλὲς φορὲς προσπαθήσει νὰ τὸν συνετίσει, ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἄλλαξε), ἔγιναν πρὶν ἀπὸ σένα ἀσεβεῖς καὶ ἁμαρτωλοί, μήτε τον Θεὸν φοβούμενοι, μήτε βίου χρηστοῦ ἐπιμελούμενοι, ἀλλὰ ἐσὺ τοὺς ξεπέρασες ὅλους, ἔγινες ἡ κορυφή, ἄπιστο καὶ ἀμίμητο παράδειγμα. Διότι ἐκεῖνοι εἶχαν καὶ κάποιες ἀρετές, ἐσὺ ὅμως δόθηκες στὴν κακία καὶ στὶς ἡδονές καὶ ξανακήρυξες πόλεμο στὴν ἀρετή. Κατήντησες γιὰ ὅλους κωμωδία, γιὰ γέλια καὶ σκάνδαλο. Βλέποντάς σε (σσ. τὸ ποίμνιο) νὰ πιάνεις μὲ τὰ μιαρά σου χέρια τὰ ἱερὰ Μυστήρια ἀποπηδοῦν προτιμώντας νὰ μείνουν ἀμύητοι παρὰ νὰ δεχθοῦν ἀπὸ τὰ βρώμικά σου χέρια τὰ ἄχραντα Μυστήρια...» (P.G. 78, 1644). «Ἐγὼ θεωρῶ ἐχθρὸ τῆς ἀρετῆς αὐτὸν ποὺ συμπράττει μὲ τὸν διάβολο, ποὺ σπέρνει ζιζάνια κατὰ τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸν βλέπω ἀκόμα καὶ ἂν μὲ ἀπειλήσει μὲ χίλιους θανάτους» (P.G. 78, 1640). «Ἐγὼ καταφρονῶ κάθε κίνδυνο ὑπὲρ τοῦ πολέμου ἐναντίον τοῦ Ἀρείου καὶ θὰ μποροῦσα νὰ σταματήσω ὅλα τ’ ἄλλα μόνο γιὰ νὰ τὸν πολεμῶ καὶ νὰ τὸν χτυπῶ» (P.G. 78, 401).

Τὸ ποίμνιο λέει ὁ Ἅγιος, βλέποντάς σε νὰ πιάνεις μὲ τὰ μιαρά σου χέρια τὰ ἱερὰ Μυστήρια ἀποπηδοῦν προτιμώντας νὰ μείνουν ἀμύητοι παρὰ νὰ δεχθοῦν ἀπὸ τὰ βρώμικά σου χέρια τὰ ἄχραντα Μυστήρια... Ἂν ζοῦσε σήμερα ὁ Ἅγιος, τί πιστεύουμε, θὰ μιλοῦσε ἀλλιῶς; Αὐτὸς ποὺ δὲν φοβήθηκε αὐτοκράτορες καὶ αἱρετικοὺς θὰ φοβόταν νὰ συμβούλευε τὸ ποίμνιο νὰ μὴν ἀποπηδήσει; Δὲν τὸ συμβούλεψε ὅμως καὶ δὲν τὸ συμβουλεύει, διότι αὐτὴ ἡ ἀποπήδηση ἀπὸ τὸν ψευδοποιμένα (ὡς ἀπὸ ὄφεως λέει ὁ Μ. Φώτιος) εἶναι ἡ μόνη λύση σωτηρίας γιὰ τὸ ποίμνιο. Σὰν ἀληθινὸς ποιμένας ποὺ ἦταν ὁ Ἅγιος τὸ γνώριζε καὶ δὲν ἔκανε κανέναν συμβιβασμὸ σὲ αὐτὸ τὸ θέμα. Ὅλα θὰ τὰ σταματοῦσε γιὰ νὰ πολεμήσει τὴν αἵρεση.

Λέμε συνέχεια, ὅτι τιμὴ Ἁγίων, μίμησις Ἁγίων. Ποιός σύγχρονος ἱερέας, ἐπίσκοπος, πρωτοπρεσβύτερος, πρεσβύτερος, διάκονος, ἡγούμενος, ἱερομόναχος, μοναχός, ἐκτὸς κάποιων ἐλαχίστων λαμπρῶν ἐξαιρέσεων, μίλησε ποτὲ καὶ ἔπραξε καὶ θυσίαστηκε, ἐναντίον τῆς αἱρέσεως, ὅπως οἱ δύο παραπάνω Ἅγιοι; Ποιὸς προέβαλε τὸ κορμί του γιὰ αὐτὸν τὸν ναί πλανεμένο, ναί ἀκατήχητο, ναὶ δειλό ἀλλὰ καὶ πονεμένο, ἐγκαταλελειμμένο, προδομένο λαὸ τοῦ Θεοῦ; Οἰκογένειες χωρίζουν γιὰ θέματα πίστεως, συγγένειες διαλύονται γιὰ θέματα πίστεως, φιλίες ἀκυρώνονται γιὰ θέματα πίστεως, ἄνθρωποι ὑβρίζονται καὶ σπιλώνονται ἐπειδὴ λένε καὶ ζητοῦν τὰ αὐτονόητα γιὰ θέματα πίστεως καὶ οἱ ὑποτιθέμενοι ἀντιοικουμενιστὲς ἢ οἱ νεωτεριστικὰ ἀπαράδεκτα ὀνομαζόμενοι «παραδοσιακοί» ἱερεῖς, βγάζουν λόγους γεμάτους τέχνη καὶ γνώσεις ἀλλὰ χωρὶς πρακτικὸ ἀντίκρυσμα. Εὐσεβολογοῦν καὶ παράλληλα ἀσεβοῦν, μιλοῦν γιὰ τὰ καθήκοντα τῶν ἄλλων καὶ ξεχνοῦν τὰ δικά τους τρομερὰ καθήκοντα, πολεμοῦν καὶ παράλληλα συμμαχοῦν, καταδεικνύουν καὶ παράλληλα κοινωνοῦν, ἐπιζητοῦν μαρτύριο καὶ παράλληλα τιμές, μιλοῦν γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ περιορίζονται στὴν ἀσφάλεια τῆς ἑκάστοτε ἐνορίας, χαρτοπολεμοῦν καὶ παράλληλα πάλι χαρτοπολεμοῦν.

Δὲν εἶναι κακία, οὔτε εὐφυολογήματα αὐτὰ ποὺ γράφω. Εἶναι κραυγὴ ἀγωνίας καὶ ἀνάγκης, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς πιστοὺς λαϊκοὺς καὶ τὴν κοινὴ ἐμπειρία, διότι ἀναζητοῦμε καὶ χρειαζόμαστε ποιμένες, ἀλλὰ ἀληθινοὺς ποιμένες. Χρειαζόμαστε ὁμόνοια ἀλλὰ ἀληθινὴ ὁμόνοια ἐν τῇ πίστει καὶ τῷ φρόνημᾳ. Χρειαζόμαστε μαχητὲς τῆς πίστεως κι ἂν ποτὲ στρατηγούς, ἀλλὰ τέτοιους ποὺ ὡς ἄλλοι Ἀλέξανδροι, στὴν πρώτη γραμμή, δὲν θὰ πιοῦν στὴν κάψα τῆς ἐρήμου τὸ λιγοστὸ νερὸ μέσα στὸ κράνος, διότι τὸ στράτευμα διψάει κι αὐτὸ καὶ τὸ νερὸ δὲν φθάνει. Χρειαζόμαστε ποιμένες ποὺ νὰ ἀναλαμβάνουν τὶς εὐθύνες τους, μιᾶς καὶ οἱ Οἰκουμενιστὲς τὶς ἄφησαν στὸ δρόμο.

Καλὴ κι εὐλογημένη χρονιά γιὰ ὅλους!

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Σκέψεις αὐτὲς τὶς Ἅγιες ἡμέρες πρὸς συναγωνιστὲς ἀδελφοὺς καὶ Πατέρες: Προβληματισμὸς γιὰ τὴν κατακερματισμένη ἑνότητα, ὅσων ἀγωνίζονται κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ

Ἐπειδὴ αὐτὲς οἱ Ἅγιες μέρες θὰ βροῦν ἄλλους νὰ συμπροσεύχονται καὶ νὰ συμπορεύονται μὲ αἱρετικοὺς μὲ πρόσχημα τὴν ἑνότητα, ἄλλους νὰ συμβιβάζονται μὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση πάλι μὲ πρόσχημα τὴν ἑνότητα, ἄλλους νὰ τὴν καταδεικνύουν χωρὶς ὅμως νὰ ἀγωνίζονται ἁγιοπατερικὰ ἐναντίον της, προβάλλοντας μία ὑποτιθέμενη ἑνότητα, ἄλλους νὰ ἀγωνίζονται —ὑποτίθεται γιὰ τὴν ἑνότητα— ἀλλὰ παράλληλα νὰ ἀναλίσκονται σὲ μία προσπάθεια αὐτοδικαίωσης, κατηγορώντας παράλληλα, ὅποιον δὲν τοὺς ἀκολουθεῖ, ἄλλους νὰ ζοῦν ἀπομονωμένοι ἀγωνιζόμενοι ὅμως κι αὐτοὶ γιὰ τὴν ἑνότητα, φαίνεται χρήσιμο νὰ ξανασυζητηθεῖ καὶ νὰ ξανατονισθεῖ ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας —μὲ βάση κυρίως τὸν μέγα αὐτὸν ἀπόστολο Παῦλο— περὶ ἑνότητας.

Ὅπως γράφει ὁ Ἅγ. Κυπριανὸς «ἡ Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία καὶ μοναδική» (De Catholicae Ecclesiae unitate) καὶ ἐκτὸς Αὐτῆς σωτηρία δὲν ὑπάρχει. Βάση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ θεανθρωπίνου σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέλη τοῦ ὁποίου —ἀνεξαρτήτου θέσεως ἢ γνώσεων— εἶναι οἱ πιστοί, ἀποτελεῖ ἡ Μία καὶ πραγματικὴ Κεφαλή Της, δηλ. ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός (Ἐφ. 5,23). Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγ. Κυπριανὸς τόνιζε τὴν ἑνότητα ὅλων μὲ βάση τὴν ἰδιότητά τους ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου, «οἱ πολλοὶ ἕν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ’ εἷς ἀλλήλων μέλη» (Ρωμ. ιβ’ 5) καὶ όχι μὲ βάση τὸ χωρισμὸ σὲ λαϊκοὺς καὶ κληρικούς! Οὔτε πάλι εἰσηγήθηκε κάποιο ἐπισκοπικὸ πρωτεῖο «neque enim quisquam nostrum episcopum se episcoporum constituit», «κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους μας δὲν ἔχρισε μόνος του τον ἑαυτό του ἐπίσκοπο», ἢ κάποιο ἄλλο πρωτεῖο ἢ στρατηγεῖο, ὅπως δυστυχῶς ὑποστηρίζουν καὶ ἐπιζητοῦν σήμερα πολλοί. Ἡ ἑνότητα αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι χρονικὰ περιορισμένη, ἀλλὰ εἶναι διαχρονική. Ὁ σημερινὸς ἀληθινὸς πιστὸς εἶναι μυστηριακὰ ἑνωμένος μὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱδρύσεώς Της μέχρι τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου.

Τὴν ἑνότητα αὐτὴ ἐνεργεῖ καὶ διασφαλίζει ὁ Παράκλητος, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ Ὁποῖο καὶ ζωοποιεῖ τὸ ἕνα σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἑνώνει ὅλα τὰ μέλη της μὲ τὸν Χριστό. Γι’αυτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Εκκλησία διδάσκει, —σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς παναιρετικοὺς Οἰκουμενιστές— πὼς ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δὲν χάνεται, οὔτε ὅταν ἀποκόπτονται διὰ τῆς αἱρέσεως οἱ ἑκάστοτε ποιμένες μιᾶς —ἢ καὶ περισσοτέρων— τοπικῆς Ἐκκλησίας καὶ παραμένουν ἐντὸς αὐτῆς οἱ πιστοί, οὔτε ὅταν καταδικάζονται ἢ ἀποχωροῦν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες αἱρετικοί, μιᾶς κι Ἐκείνη ὡς σῶμα Χριστοῦ, εἶναι ἀδιανόητο ποτὲ νὰ διαιρεθεῖ: «Μεμέρισται ὁ Χριστός;». Ἀκολούθως ἡ παρουσία τῆς φυσικῆς, ὡς ἐπακόλουθο τῆς ἁμαρτίας, ἀνθρώπινης ἀτέλειας ἀνάμεσα στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας δὲν δύναται νὰ διασπάσει τὴν ἑνότητα Της, ἀφοῦ αὐτὴ ὀφείλεται στὸν Κύριο ποὺ ἁγιάζει τὰ μέλη (ἀνεξαρτήτου θέσης) τοῦ σώματός Του καὶ μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του· «πύλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς». Εἶναι λοιπὸν ἀδιανόητο καὶ ἀποτελεῖ αὐτοαναίρεση, νὰ χωρίζονται οἱ πραγματικοὶ Χριστιανοὶ μεταξύ τους καὶ νὰ ἰσχυρίζονται, ὅπως καὶ οἱ τότε Χριστιανοὶ τῆς πρώτης κοινότητας τῆς Κορίνθου: «ἐγὼ μέν εἰμι Παύλου, ἐγὼ δὲ Ἀπολλώ, ἐγὼ δὲ Κηφᾶ, ἐγὼ δὲ Χριστοῦ» (Α’ Κορ. α’ 13).

Οἱ Χριστιανοὶ λοιπὸν ὀφείλουν νὰ ἀγωνιστοῦν μέσα στὴν Ἐκκλησία ὄχι γιὰ νὰ διασφαλίσουν τὴν ἑνότητα, ἀλλὰ γιὰ νὰ παραμείνουν οἱ ἴδιοι στὴν ἑνότητα καὶ γιὰ νὰ μὴν πέσουν στὴν αἵρεση καὶ στὴν πλάνη: «Εἰ ζῶμεν πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν» (Γαλ. 5,25). Ἐὰν πράγματι ζοῦμε τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν πνευματικὴ ζωή, πρέπει νὰ πορευόμαστε καὶ νὰ συμπεριφερόμαστε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς τὶς διδάσκει ἐν τῇ πράξει, ὅταν γράφει: 

«Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες» (Γαλ. 5,26). 

«Τίς ἀσθενεῖ καὶ οὐκ ἀσθενῶ; Τίς σκανδαλίζεται καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;» (Β’ Κορ. 11,29).

«Τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ τῇ αὐτῇ γνώμῃ» (Α’ Κορ. 1,10).

«Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς, ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἠκούσαμεν, οὐ παυόμεθα ὑπὲρ ὑμῶν προσευχόμενοι καὶ αἰτούμενοι ἵνα πληρωθῆτε τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ θελήματος αὐτοῦ ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ συνέσει πνευματικῇ, περιπατῆσαι ὑμᾶς ἀξίως τοῦ Κυρίου εἰς πᾶσαν ἀρέσκειαν, ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ καρποφοροῦντες καὶ αὐξανόμενοι εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ Θεοῦ» (Κολ. 1,9-10).

«Εἰς οἰκονομίαν τοῦ πληρώματος τῶν καιρῶν, ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐν αὐτῷ, ἐν ᾧ καὶ ἐκληρώθημεν προορισθέντες κατὰ πρόθεσιν τοῦ τὰ πάντα ἐνεργοῦντος κατὰ τὴν βουλὴν τοῦ θελήματος αὐτοῦ» (Ἐφ. 1,10-11).

«Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» ((Γαλ. 3,28).

«Ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ καινὴ κτίσις» (Γαλ. 6,15).

«Καὶ ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἔλεος, καὶ ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ τοῦ Θεοῦ» (Γαλ. 6,16).

Δὲν πρέπει λοιπὸν κατὰ τὸν Παῦλο ὡς ἑνωμένα μέλη τῆς Ἐκκλησίας νὰ προκαλοῦμε καὶ νὰ φθονοῦμε, νὰ μένουμε ἀδιάφοροι στὸν πόνο καὶ στὰ προβλήματα τοῦ ἀδελφοῦ μας, νὰ ἔχει ὁ καθένας —ὅπως οἱ Προτεστάντες— ἄλλη γνώμη καὶ ἄλλο φρόνημα πίστεως, νὰ ἀκολουθοῦμε προσωπικὲς τακτικές, ποὺ διαφέρουν ἀπὸ αὐτὲς τῶν Ἁγίων, νὰ κάνουμε διακρίσεις ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπαγγελματικὴ ἢ κοινωνικὴ θέση, τὶς γνώσεις, τὴν ἐθνικότητα καὶ τὸ φῦλο τοῦ ἄλλου. Ὅσοι διαφυλάττουν αὐτὰ θὰ ζοῦν κατὰ τὸν Παῦλο μέσα στὴν εἰρήνη καὶ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὰ λέει ὁ Παῦλος, τὰ ὁποῖα εἶναι σημαντικότατα καὶ πρέπει νὰ διαφυλάσσονται πάντα. Ὅμως, ἂν ἀπομονωθοῦν ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη διδασκαλία, διαστρεβλώνουν τὴν πραγματικὴ ἔννοια τῆς ἑνότητας καὶ φέρνουν τὸν Χριστιανὸ σὲ κρίσιμες καταστάσεις, ὅπως σὲ κατάσταση ἐπικράτησης πλάνης καὶ αἵρεσης, σὲ λάθος ἐπιλογὲς καὶ σ’ ἕνα καθεστὼς ἐνοχῆς καὶ φόβου, μὴ τυχὸν καὶ δὲν γίνει κάτι ἀπὸ αὐτά, μεταλλάσοντας ἔτσι τὴν ἑνότητα ἀπὸ χαρακτηριστικὸ ἐλευθερίας καὶ κοινῆς Πίστεως καὶ ὁμολογίας σὲ καθεστὼς ὑποδούλωσης, πίεσης καὶ ἀνησυχίας. Διότι ἐνῶ ὁ Παῦλος διδάσκει τὰ παραπάνω, μᾶς διδάσκει καὶ τὰ ἀκόλουθα:

«Στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἅς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι’ ἐπιστολῆς ἡμῶν» καὶ «στέλλεσθαι ὑμᾶς ἀπὸ παντὸς ἀδελφοῦ ἀτάκτως περιπατοῦντος καὶ μὴ κατὰ τὴν παράδοσιν» (Β’ Θεσ. 3,6).

«σπούδασον σεαυτὸν δόκιμον παραστῆσαι τῷ Θεῷ, ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον, ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. τὰς δὲ βεβήλους κενοφωνίας περιΐστασο· ἐπὶ πλεῖον γὰρ προκόψουσιν ἀσεβείας» (Β’ Τιμ. 2,16).

«Διὰ δὲ τοὺς παρεισάκτους ψευδαδέλφους, οἵτινες παρεισῆλθον κατασκοπῆσαι τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν ἣν ἔχομεν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα ἡμᾶς καταδουλώσωνται· οἷς οὐδὲ πρὸς ὥραν εἴξαμεν τῇ ὑποταγῇ, ἵνα ἡ ἀλήθεια τοῦ εὐαγγελίου διαμείνῃ πρὸς ὑμᾶς» (Γαλ. 2,4-5).

«Τοῦτο δὲ γίνωσκε, ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροὶ χαλεποί· ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, ἀχάριστοι, ἀνόσιοι, ἄστοργοι, ἄσπονδοι, διάβολοι, ἀκρατεῖς, ἀνήμεροι, ἀφιλάγαθοι, ροδόται, προπετεῖς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι, ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι. καὶ τούτους ἀποτρέπου» (Β’ Τιμ. 3,1-5).

«Ἀπὸ δὲ τῶν δοκούντων εἶναί τι, ὁποῖοί ποτε ἦσαν οὐδέν μοι διαφέρει· πρόσωπον Θεὸς ἀνθρώπου οὐ λαμβάνει· ἐμοὶ γὰρ οἱ δοκοῦντες οὐδὲν προσανέθεντο» (Γαλ. 2,6).

«Ὥστε ἐχθρὸς ὑμῶν γέγονα ἀληθεύων ὑμῖν;» (Γαλ. 4,16).

«Ζηλοῦσιν ὑμᾶς οὐ καλῶς, ἀλλὰ ἐκκλεῖσαι ὑμᾶς θέλουσιν, ἵνα αὐτοὺς ζηλοῦτε» (Γαλ. 4,17).

Ὅλες οἱ παραπάνω βαριὲς ἀλλὰ ἐξ ἴσου σημαντικὲς μὲ τὶς προηγούμενες διδαχές, δὲν ἀφοροῦν μόνον τὴν ὁποιαδήποτε αἱρετικὴ ἐκτροπὴ καὶ πλάνη ἀπὸ τὴν δογματικὴ διδασκαλία, δὲν ἀφοροῦν μόνο αὐτοὺς ποὺ δυστυχῶς «ναυάγησαν στὸ θέμα τῆς Πίστεως» (Α’ Τιμ. 1,19) καὶ «παραπλανήθηκαν καὶ ἐξέκοψαν ἀπὸ τὴν πίστη» (Α’ Τιμ. 6,10) ἤ ἐγωιστικὰ «ἀντιστέκονται στὴν ἀλήθεια» (Β’ Τιμ. 3,8), ἀλλὰ ἐπεκτείνονται καὶ στὴν ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ διδασκαλία καὶ τὸν χριστιανικὸ τρόπο ζωῆς. Ὅσοι δὲν προσπαθοῦν νὰ διαφυλάσσουν σωστὰ στὴν ζωή τους, παρὰ τὶς ὁποιασδήποτε ἁμαρτίες τους, τὴν ὑγιὴ διδασκαλία καὶ καταντοῦν νὰ εἶναι «ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν χαλασμένον καὶ διεστραμμένον τὸν νοῦν, ἀπρόκοπτοι και ἀποτυχημένοι στὴν πίστη.» (Β’ Τιμ. 3,8) αὐτοὶ ὀνομάζονται ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ διεστραμμένοι καὶ « ψευτοδιδάσκαλοι, λύκοι βαρεῖς... ποὺ δὲν λογαριάζουν τὸ ποίμνιο... ποὺ διδάσκουν διεστραμμένες καὶ ψευδεῖς διδασκαλίες, γιὰ νὰ ἀποσποῦν τοὺς μαθητὲς ἀπὸ τὸν ὀρθὸν δρόμον καὶ νὰ τοὺς παρασύρουν μὲ τὸ μέρος τους ὡς δικούς τους ὀπαδούς.» (Πράξ. 20, 29-30). Καὶ ὁ βαθύτερος λόγος διαστροφῆς τους εἶναι ἡ ἀπέραντη ἔπαρση τους, ὁ ἑωσφορικὸς ἐγωϊσμός τους, ποὺ μεταστρέφει τὴν Πατερικὴ διδασκαλία, καταστρέφει τὴν ἑνότητα καὶ καλεῖ σὲ μιὰ νόθα ἑνότητα μεταβάλλοντας παράλληλα τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ ἐλεύθερα μέλη τῆς Ἐκκλησίας σὲ πειθήνια ὄργανα τους, ξεχνώντας ὅτι «ἐκ προαιρέσεως γὰρ ἡ ἕνωσις αὐτὴ γίνεται, οὐ χωρὶς τῆς ἡμῶν γνώμης. Πάντες γὰρ ἓν σῶμα ἐσμεν, ὅτι ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μεταλαμβάνομεν, καθώς φησιν ὁ θεῖος Ἀπόστολος» (Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, ἀπὸ τὸ βιβλίον τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ»). 

Ἡ ματαιοδοξία τους, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ φιλοδοξία, ἡ ἐριστικότητα τους δὲν τοὺς ἐπιτρέπει νὰ δοῦν τὶς ἀνάγκες καὶ τὴν ἀγωνία τοῦ ποιμνίου, τοὺς κινδύνους ποὺ τὸ ἀπειλοῦν, ἀλλὰ τοὺς σπρώχνει νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν προσωπική τους καταξίωση καὶ ἀνάδειξη, ἰσοπεδώνοντας ὡς ὁδοστρωτήρες κάθε φωνὴ ἀγωνίας καὶ ἐλέγχου τῶν πράξεών τους. Τοὺς σπρώχνει στὴν ἐπιλογὴ μεθόδων ποὺ δὲν συμφωνοῦν μὲ τὴν ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία, γιατὶ ἔτσι ἀποκρύπτουν τὴν γύμνια τους καὶ τὴν ἔλλειψη μαρτυρικοῦ φρονήματος. Γι’ αὐτὸ ἂς μὴν ἀσχολούμαστε μόνο μὲ τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστές, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους.

Πῶς εἶναι δυνατόν, π.χ. νὰ ἀρνοῦνται ἀγωνιστὲς τῆς πίστεως ἐπιμόνως νὰ χρησιμοποιήσουν, ὅσες ἀποκαλύψεις ἀνὰ τὴν οἰκουμένη γίνονται σήμερα —γιὰ τὴν καταστροφικὴ πορεία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ— ἐπειδὴ αὐτὲς γίνονται ἀπὸ πρόσωπα ποὺ αὐτοὶ ἔχουν ἀπορρίψει, καὶ νὰ ἀρκοῦνται δὲ μόνο σὲ ὅσα καταγγέλονται ἀπὸ δικά τους «παιδιά»;

Πῶς εἶναι δυνατόν, π.χ. νὰ μὴν ἔχουν πιστοί, ποὺ ἀγωνίζονται ὑποτίθεται ἀπὸ κοινοῦ ἐνάντια στὴν αἵρεση, τὴν διάθεση καὶ τὴν ἐπιθυμία νὰ συλλειτουργήσουν καὶ νὰ συλλειτουργηθοῦν μὲ κάποιους, ὅταν ἄλλοι ἀδελφοί τους δὲν ἔχουν κἂν τὴν δυνατότητα, λόγῳ τῆς ἐπικράτησης τῆς αἵρεσης, νὰ βιώσουν τὴν χαρὰ τῆς Θείας Λειτουργίας;

Πῶς εἶναι δυνατόν, π.χ. νὰ ἀπορρίπτεται σήμερα ἡ γνώμη πιστῶν, ἐπειδὴ τάχα δὲν ἔχουν πτυχία θεολογικῆς σχολῆς ἢ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ρασοφόροι ἢ ἐπειδὴ εἶναι οἰκοδόμοι ἢ μὴ σπουδαγμένοι, ὡσὰν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ περιορίζεται καὶ νὰ ὁμιλεῖ μόνο διὰ μέσου ρασοφόρων ἢ πτυχιούχων;

Πῶς εἶναι δυνατόν, π.χ. νὰ συντηροῦν σχέσεις μὲ ἀνθρώπους ποὺ κοινωνοῦν μὲ τὴν αἵρεση καὶ νὰ ἀπορρίπτουν αὐτοὺς ποὺ πολεμοῦν τὴν αἵρεση, ἐπειδὴ ἐκφέρουν ἀλήθειες ποὺ δὲν ἀποδέχονται;

Πῶς εἶναι δυνατόν, π.χ. νὰ ἐλέγχουν δικαίως τοὺς αἱρετικούς, κατακεραυνώνοντας, ὅμως, ἀδελφούς τους ὀρθόδοξους, ποὺ καλοπροαίρετα καὶ ἁγιοπατερικὰ τοὺς ἐλέγχουν, ὅταν βλέπουν νὰ ἀθετεῖται ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση; Δὲν κάνουν ἔτσι, αὐτὸ ποὺ κάνουν οἱ αἱρετικοὶ Οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἀδιάκριτη «κακὴ» ὑπακοὴ στοὺς προεστῶτες τους;

Πῶς εἶναι δυνατόν, π.χ. νὰ μὴν διαδίδουν χριστιανικὰ ἔντυπα ποὺ βοηθοῦν στὴν καταπολέμηση τῆς αἵρεσης, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ δὲν ἐκδίδονται ἀπὸ τὴν «ὁμάδα τους»;

Πῶς εἶναι δυνατόν, π.χ. νὰ βρίσκεται τὸ ποίμνιο σὲ τέτοια τραγικὴ κατάσταση κι αὐτοὶ νὰ ἀσχολοῦνται ἀποκλειστικὰ μὲ τοὺς «δικούς τους» ἀνθρώπους;

Μὲ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, ποὺ νοθεύουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ (Β’ Κορ. 4,2), ποὺ ἀπὸ ἰδιοτελεῖς σκοποὺς προσαρμόζουν τὸ Εὐαγγέλιο ἀνάλογα τὶς ἐπιθυμίες τους καὶ παραβλέποντας τὶς ἐντολές του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει ἡ ἐπιθυμητὴ ἑνότητα, διότι ἄλλα διδάσκουν καὶ ἄλλα ἐφαρμόζουν. Ἡ διαχρονικὴ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάσκει ὅτι ἅπαντες πρέπει νὰ ὁμολογοῦν τὴν ἴδια πίστη καὶ νὰ ἔχουν καὶ νὰ διαφυλάσσουν τὸ ἴδιο φρόνημα, καθὼς καὶ τὸν ἴδιο μὲ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τρόπο ἀντιμετώπισης τῶν αἱρέσεων. Διότι κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο: «ὁ τῆς ὑγιοῦς πίστεως καὶ τὸ βραχύτατον ἀνατρέψας, τῷ παντὶ λυμαίνεται» (Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολήν, 6).

Θὰ φόβιζε ποτὲ ὁ Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς τοὺς αἱρετικοὺς Μονοθελητὲς καὶ θὰ ἐνίσχυε τοὺς λίγους ὁμολογητές, ἂν ἔκανε συμβιβασμοὺς μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τους (βλ. τόμο); Θὰ εἶχε ἐπιτυχία ὁ ἀγώνας ἐνάντια στὶς αἱρέσεις τοῦ παρελθόντος ἂν ὁ κάθε Ἅγιος ἔλεγε αὐτὸ ποὺ νόμιζε αὐτὸς σωστὸ καὶ ὄχι αὐτὸ ποὺ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία; Ὑπῆρχε περίπτωση τὸ ποίμνιο νὰ ἀκολουθοῦσε τοὺς Πατέρες ἐνάντια στὶς αἱρέσεις, ἂν αὐτοὶ τὸ ἐπαινοῦσαν ἢ τὸ καταδίκαζαν κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνάγκες τους;

Ἀλλὰ καὶ ὁ Μ. Βασίλειος γράφει: «Ἀκόμα δὲ κι ἡ δῆθεν ὑπεράσπιση τῆς ὀρθοδοξίας ἔχει ἐπινοηθεῖ ἀπὸ μερικοὺς σὰν ὅπλο στὴ μεταξύ τους διαμάχη καὶ κρύβοντας τὶς δικές τους ἔχθρες, καμώνονται πὼς ἐχθρεύονται γιὰ χάρη τῆς ὀρθοδοξίας. Κι ἄλλοι, ξεφεύγοντας τὸν ἔλεγχο γιὰ τὶς μεγάλες ντροπές τους, ἀνάβουν στὰ πλήθη μανία στὴ μεταξύ τους φιλονεικία, ὥστε νὰ σκεπάσουν μὲ τὰ γενικὰ κακὰ τὸ δικό τους... Κι ἔτσι, μᾶς περιγελοῦν οἱ ἄπιστοι. Κλονίζονται οἱ λιγόπιστοι. Ἀμφίβολη γίνεται ἡ πίστη. Ἡ ἄγνοια ξεχύνεται στὶς ψυχές, μὲ τὸ νὰ μιμοῦνται τὴν ἀλήθεια οἱ κακοποιοὶ ποὺ δολιεύουν τὴ διδασκαλία. Σιγοῦν τὰ στόματα τῶν ὀρθοδόξων καὶ λύνεται κάθε βλάσφημη γλώσσα. Βεβηλώθηκαν τὰ ἅγια. Ἀποφεύγουν τοὺς ναοὺς τὰ ὀρθόδοξα πλήθη σὰν σχολεῖα τῆς αἵρεσης καὶ στὶς ἐρημιὲς ὑψώνουν τὰ χέρια πρὸς τὸν οὐράνιο Δεσπότη μὲ στεναγμοὺς καὶ δάκρυα.» (Ἐπιστολή 92, πρὸς Ἰταλοὺς καὶ Γάλλους, 2). Πόσο δίκιο ἔχει ὁ Ἅγιος θὰ τὸ καταλάβει κάποιος ἂν κάνει τὸν κόπο νὰ ἀφήσει τὴν ἐνορία του καὶ ταξιδέψει στὶς ἐνορίες τοῦ ἐξωτερικοῦ, στὶς ὁποῖες δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας ὀρθόδοξος ποιμένας ποὺ νὰ ὀρθοτομεῖ καὶ νὰ ὀρθοπραττεῖ καὶ τὸ ποίμνιο εἶναι ἀποίμαντο, ἀκατήχητο κι ἐγκαταλελειμένο παρόλες τὶς ἀποκαλύψεις καὶ κραυγές του.

Ἂς μὴν σκανδαλισθεῖ ὁ ἀναγνώστης ἀπὸ αὐτὸν τὸν προβληματισμό, γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ ἐριστικότητα. Γίνεται δημόσια, γιατὶ ἡ ἐπικοινωνία γιὰ τέτοια θέματα, ἰδίως ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό, εἶναι δύσκολη μὲ τοὺς παραπάνω Πατέρες καὶ ἀδελφούς, ἀφοῦ οἱ πιὸ πολλοὶ τὴν ἀποφεύγουν λόγῳ τοῦ κινδύνου τῆς ρετσινιᾶς ποὺ ἀφήνει. Γιατὶ ὅλοι μας καλούμαστε νὰ σκεφτοῦμε καὶ νὰ ἐξηγήσουμε, ἰδίως σὲ περίοδο νηστείας καὶ πρὶν τὴν Θεία Κοινωνία, πῶς ἦταν δυνατὸν σὲ καιροὺς δύσκολους μὲ πενιχρὰ μέσα ἐπικοινωνίας, οἱ Ἅγιοι νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ γράφουν μέσα ἀπὸ τὴν φυλακή, μέσα ἀπὸ σπηλιές, ἀπὸ τὴν ἐξορία, ἑκατοντάδες ἐπιστολὲς μέχρι τὰ πέρατα τῆς γῆς στηρίζοντας τὸν κάθε πιστὸ ἀνάλογα ὅμως μὲ τὶς ἀνάγκες του καὶ σήμερα, τὴν ἐποχὴ τῆς ἀστραπιαίας ἐπικοινωνίας, νὰ μὴν λαμβάνουν οἱ πιστοὶ οὔτε ἕνα μήνυμα στήριξης, οὒτε μία παρηγοριά ἀλλὰ ἀντιθέτως νὰ σκανδαλίζονται, ἄλλα περιμένοντας κι ἄλλα ἀκούγοντας; Καλούμαστε νὰ σκεφτοῦμε καὶ νὰ ἐξηγήσουμε, γιατὶ οἱ Ἅγιοι ἐπισκεπτόντουσαν ἀκόμα καὶ τὸν τσαγκάρη τῆς Ἀλεξάνδρειας γιὰ νὰ διδαχθοῦν καὶ ἐμεῖς σήμερα ἀναζητοῦμε μόνο αὐθεντίες, ἀρνούμενοι τὸ παράδειγμα «κατωτέρων»; Καλούμαστε νὰ σκεφτοῦμε καὶ νὰ ἐξηγήσουμε, γιατὶ ὁ Μ. Βασίλειος ἀπείλησε τὸν φίλο του (αὐτὸ τὸ ὑπόδειγμα φίλου καὶ φιλίας) Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, ὅτι θὰ διακόψει κάθε ἐπαφὴ μαζί του ἂν δὲν ἀλλάξει τὴν διστακτικὴ κι ἀμφίβολη στάση του ἀπέναντι στὴν αἵρεση; Καλούμαστε ὅλοι μας νὰ σκεφτοῦμε καὶ νὰ ἐξηγήσουμε, γιατὶ ὁ Παῦλος τῆς ἑνότητας ἔγραψε στοὺς Γαλάτες: «Τοῦ λοιποῦ κόπους μοι μηδεὶς παρεχέτω·» (ἀπὸ ‘δῶ καὶ πέρα μὴν μὲ ξαναενοχλήσετε) (Γαλ. 6,17).

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ξεκάθαρη:

«Διότι τότε εἶναι ἀληθινὴ ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως, τότε γνωρίζουμε ἐκ βαθέως τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὅταν καὶ στὰ δόγματα ὀρθοδοξοῦμε καὶ τῆς ἀγάπης τὸν σύνδεσμον συντηροῦμε. Διότι ὁ Χριστός εἶναι ἀγάπη». (Ἱ. Θεοφυλάκτου Ἀχρίδος, Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς Ἐξήγησις).

Καλά Χριστούγεννα μὲ ὁμόνοια καὶ ἀγάπη σὲ ὅλους.

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Χριστούγεννα χωρὶς Χριστό;

Ἡ περίοδος τῆς νηστείας εἶναι μία περίοδος, στὴν ὁποία ὁ Χριστιανὸς ἀσχολεῖται ἰδίαιτερα μὲ τὴν πνευματική του κατάσταση. Μία κατάσταση πού —συνήθως καὶ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση— εἶναι ἐλλατωματικὴ καὶ χρειάζεται μία πολύπλευρη καὶ πολύπτυχη καλυτέρευση, ἔτσι ὥστε ὁ Χριστιανὸς νὰ ἀνέβει ἀκόμα ἕνα σκαλοπάτι στὴν κλίμακα ποὺ ὁδηγεῖ στοὺς οὐρανούς. Ἡ περίοδος τῆς νηστείας εἶναι ὅμως καὶ μία περίοδος, στὴν ὁποία ὁ Χριστιανὸς μοιράζεται μὲ τοὺς ἀδελφούς του τὶς σκέψεις του καὶ τὶς ἀγωνίες του. Μία περίοδος ὅπου ὁ ἕνας προσπαθεῖ νὰ βοηθήσει καὶ νὰ στηρίξει τὸν ἄλλον, διότι ἡ σωτηρία μας δὲν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ τὴν ἀπὸ τὴν προσωπική μας βελτίωση ἀλλὰ ἔχει ὡς γνώμονα καὶ τὴν βελτίωση καὶ τὴν σωτηρία τοῦ συνανθρώπου μας. «Unus Christianus nullus Christianus» «Ἕνας Χριστιανὸς κανένας Χριστιανός» μᾶς διδάσκει ὁ Τερτυλλιανός.

Εἰδικὰ στοὺς ἐσχατολογικοὺς καιροὺς, τοὺς καιροὺς τῆς φαινομενικῆς ἐπικοινωνίας ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ὑπαρκτῆς ἀπομόνωσης ποὺ ζοῦμε, ἡ ἀνάγκη αὐτὴ νὰ στηρίξει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, νὰ μοιραστοῦμε τὶς σκέψεις μας, τὶς ἀνησυχίες μας καὶ τὰ διλήμματά μας εἶναι ἐπιτακτικὴ καὶ ὑψίστης σημασίας. Μὲ τὰ παρακάτω λόγια δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω θῦτες και θύματα. Οἱ θῦτες εἶναι πολλοί, ἴσως καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, τὰ δὲ θύματα πάμπολλα. Οἱ ρόλοι μποροῦν νὰ ἀλλάξουν σὲ λίγα λεπτά, ἀνάλογα μὲ τὶς ἀποφάσεις μας καὶ τὶς πράξεις μας. Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἂν θὰ ἀναλάβουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τὶς εὐθύνες μας, ὥστε νὰ ἐπωμιστοῦμε οἰκειοθελῶς τὰ βάρη ποὺ αὐτὲς ἐπιφέρουν, χωρὶς νὰ κοιτοῦμε, πῶς πράττουν οἱ ἄλλοι. Ἂς μὴν ξεχνοῦμε, ὅτι κι αὐτὸς ὁ Θουκυδίδης ἔγραψε: «μᾶλλον γὰρ πεφόβημαι τὰς οἰκείας ἡμῶν ἁμαρτίας ἢ τὰς τῶν ἐναντίων διανοίας» (Ἱστορίαι Ι, 144, 1). 

Τὰ Χριστούγεννα ποὺ ἔρχονται θὰ μᾶς βροῦν σὲ μία σχιζοφρενικὴ κατάσταση. Ποτὲ στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας δὲν προβλήθηκε μὲ τέτοια ἔνταση καὶ μὲ τόσα μέσα ἡ ἀγάπη καὶ παράλληλα ποτὲ δὲν παραποιήθηκε τόσο πολύ. Ποτὲ δὲν κηρύχθηκε τόσο συστηματικὰ ἡ εἰρήνη καὶ παράλληλα ποτὲ δὲν ἔλλειψε τόσο πολὺ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ποτὲ δὲν κηρύχθηκε σὲ τέτοιο βαθμὸ ἡ διαφορετικότητα καὶ παράλληλα ποτὲ δὲν ἔλαβε μέρος τέτοια προσπάθεια ὁμογενοποίησης. Ποτὲ δὲν διαφημίστηκε σὲ τέτοιο βαθμὸ ἡ ἀφοβία καὶ παράλληλα ποτὲ δὲν κυριάρχησε τόσο πολὺ ὁ φόβος, ὅπως κυριαρχεῖ σήμερα. Ποτὲ δὲν κυνηγήθηκε τόσο πολὺ ἡ Ἀλήθεια καὶ δὲν ἐπικράτησε τόσο δυναμικὰ τὸ ψέμα. 

Αὐτοὶ οἱ καιροὶ τῆς παραφροσύνης, τῶν ἀντιφάσεων καὶ τῶν παραδόξων, οἱ καιροὶ τῆς εὐθυγράμμισης μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Νέας Ἐποχῆς, ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν ὅμως καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμα πιὸ τραγικό, ἀκόμα πιὸ ὀδυνηρὸ γιὰ κάθε εὐαίσθητο ἄνθρωπο: Ποτὲ δὲν ἦταν ἀναγκαία τόσο πολὺ —ἴσως πιὸ ἀναγκαία καὶ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν μεγάλων διωγμῶν, στοὺς ὁποίους ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἤξερε νὰ ἀγωνίζεται— ἡ ἀγωνιστικὴ φύση καὶ διάθεση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀκόμα περισσότερο τοῦ Χριστιανοῦ καὶ παράλληλα ποτὲ δὲν ἔλαμψε τόσο πολὺ ἡ δειλία, ἡ παραίτηση, ἡ ἔλλειψη κάθε ἀντιδραστικοῦ καὶ ἀγωνιστικοῦ φρονήματος. Εἶναι οἱ καιροὶ τῆς ἐκπλήρωσης τῶν λόγων τῶν Ἁγίων, στοὺς ὁποίους ὁ ἀνόητος θὰ φαίνεται λογικὸς καὶ ὁ λογικὸς ἀνόητος, ὁ ψεύτης ἀληθινὸς καὶ ὁ ἀληθινὸς ψεύτης, ὁ ἀπάνθρωπος φιλάνθρωπος καὶ ὁ φιλάνθρωπος ἀπάνθρωπος.

Αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα θὰ βροῦν τὸν κόσμο σὲ μία περίοδο γενικῆς ἀποχαύνωσης, φόβου, ἀνησυχίας, ἀνασφάλειας ἀλλὰ καὶ διαθέσεως γιὰ διασκέδαση, φυγή καὶ λήθη, λήθη τῶν προβλημάτων ποὺ μᾶς βομβαδίζουν καθημερινά. Αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα θὰ βροῦν τὶς Ἐκκλησίες γεμάτες μὲ κόσμο ποὺ ζητάει τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ στὰ προβλήματά του ἢ θὰ τὸν εὐχαριστεῖ ποὺ τὰ δίνει σὲ ἄλλους καὶ ὄχι στὸν ἴδιο, μὲ ἀνθρώπους ποὺ βλέπουν τὸ ἔθιμο καὶ ὄχι τὴν σωτηριολογικὴ σημασία τῆς ἑορτῆς. Ἀκόμα περισσότερο ὅμως αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα θὰ εἶναι ἐμφανέστατα Χριστούγεννα χωρὶς Χριστό, μιᾶς καὶ ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι πιὰ ἀρεστός, δὲν γεμίζει πιὰ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, δὲν ἀποτελεῖ γι’ αὐτοὺς πιὰ πηγὴ ἐλπίδας ἀλλὰ καὶ ἀγωνιστικῆς καὶ ὁμολογιακῆς διάθεσης. Καὶ εἴμαστε σήμερα οἱ ἄνθρωποι χωρὶς Χριστό, γιατὶ ἀποσυνδέσαμε τὸ Χριστὸ ἀπὸ τὴν ἀκλόνητη σ’ Αὐτὸν πίστη καὶ ἀπὸ τὴν πραγματοποίηση τῶν Ἐντολῶν Του. Οἱ ἄνθρωποι, ἐκτὸς ἀπὸ λίγους, θὰ παλέψουν γιὰ ὅ,τιδήποτε ἄλλο, ἀκόμα καὶ γιὰ τὴν σωτηρία κτιρίων καὶ ζώων, ἐκτὸς γιὰ τὴν πίστη τους. Φυσικὰ θὰ πεῖ κάποιος πολλὰ τὰ δεινὰ ποὺ μᾶς βασανίζουν. Φυσικὰ εἶναι πολλὰ καὶ λογικὸ νὰ τὰ λαμβάνουμε ὑπόψη, ἀλλὰ «πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει». Τὸ μεγαλύτερο δεινὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος.

Ἔτσι ἐνῶ οἱ πολλοί —μακάρι νὰ γίνουν λίγοι— θὰ γιορτάζουν «τὸν Χριστό» μίας ἐκκοσμικευμένης, καταναλωτικῆς, ἀναλισκομένης στὸ ψέμα καὶ στὴν ψευδαίσθηση κοινωνίας, «ἕναν ρομαντικὸ Χριστό» συνοδευόμενο ἀπὸ δῶρα, φαγητό, πάρτυ καὶ καλὴ ἐνδυμασία, λίγοι —μακάρι νὰ γίνουν πολλοί— θὰ πολεμοῦν καὶ θὰ προσεύχονται νὰ φωτίσει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ πολεμήσει τὸ χειρότερο κακὸ ποὺ ἐμφανίστηκε ποτὲ στὴν γῆ: Τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ποὺ κι αὐτὸς προετοιμάζει μὲ δραματικὸ —ἤδη τὸ βλέπουμε στὶς ὀθόνες μας— τρόπο τὴν ἔλευση τοῦ Ἀντιχρίστου, τὴν ὁποία παρὰ τὰ προειδοποιητικὰ σημάδια ἀποφεύγουμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε· ἀντιθέτως ἐφαρμόζουμε τὸν ἐγωστρεφικὸ στρουθοκαμηλισμὸ καὶ παραμένουμε κλεισμένοι στὸ μικρόκοσμό μας καί ὡς ἄξιοι ἐκπρόσωποι τῆς ἐποχῆς τοῦ παραλόγου ἱκανοποιούμαστε μὲ τὰ ψίχουλα ποὺ μᾶς πετάει σαρκαστικὰ μία ἐλὶτ ἐπαγγελματιῶν ἀνθρώπων τοῦ πνεύματος·Ὅμως ποιανοῦ πνεύματος; 

Ἔτσι ἐνῶ οἱ πολλοὶ θὰ χαίρονται τὸν κοινωνικὸ περίγυρο καὶ τὴν ὡς ἄλλη Κίρκη κοινωνικὴ ἀναγνώριση, οἱ λίγοι θὰ ἔχουν καταδικασθεῖ ὡς ἀποσυνάγωγοι. Θὰ ἔχουν ἀπομονωθεῖ ἀπὸ τὸν κοινωνικό τους περίγυρο, μὴν εἰσπράτοντας οὔτε τὰ χρόνια πολλά, μιᾶς καὶ ἀπὸ τὸν ἄμβωνα, ποὺ ἀπὸ ἄμβωνας ἀγάπης καὶ ἀλήθειας κατήντησε ἄμβωνας διπλωματίας, ψεύδους καὶ διωγμοῦ, θὰ ἀνακηρυχθοῦν ἐπικίνδυνοι γιὰ τὴν «κοινωνικὴ πορεία πρὸς τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸν σεβασμὸ στὴν προσωπική τους ἰδιαιτερότητα». Ἀκόμα καὶ οἱ οἰκεῖοι τους θὰ ἀποφύγουν τὴν συχνὴ ἐπαφή μαζί τους γιὰ νὰ μὴν χαρακτηριστοῦν ἀνάλογα. 

Ἄν ρωτήσει κανεὶς αὐτοὺς τοὺς λίγους τί βιώνουν, πιστεύω ἡ ἀπάντηση θὰ εἶναι ἀπὸ ὅλους ἡ ἴδια: πόλεμος μὲ τὸν ἴδιος τους τὸν ἑαυτό καὶ μὲ τοὺς ἄλλους, ἀνησυχία γιὰ τὴν σωτηρία τῶν συνανθρώπων τους, θλίψη γιὰ τὴν πτώση ποὺ ἐπικρατεῖ, πόνος γιὰ τὴν ἔλλειψη ὑπεράσπισης τῆς Ἀλήθειας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως ἀγωνιστικὴ καὶ ὁμολογιακὴ διάθεση, ἔλλειψη διάθεσης ἀποφυγῆς τοῦ μαρτυρίου, ἀγάπη γιὰ τοὺς διῶκτες τους, ἀκλόνητη πεποίθηση τῆς σημασίας τοῦ ὁμολογιακοῦ τους ἀγῶνα, πτώσεις καὶ νίκες καὶ πολλὴ προσευχή καὶ δάκρυα. 

Τί μπορεῖ νὰ κρατάει τοὺς λίγους, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀλλάξει τοὺς πολλούς; Ἡ συνειδητοποίηση ὅτι ὁ Χριστός, ἀκλόνητος στὴν ὑπόσχεση του, θὰ εἶναι μαζί μὲ τὸ ποίμνιο του ἕως τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου. 

Ἡ συνειδητοποίηση ὅτι ἀνεξαρτήτου χαρακτῆρος τῆς κάθε ἐποχῆς, εἴτε εἶναι πλούσια ἢ φτωχή, εἴτε εἶναι εἰρηνικὴ ἢ τεταραγμένη, εἴτε εἶναι ἐποχὴ ἀνάπτυξης ἢ πτώσης, ὁ Χριστός, ὁ Βασιλεὺς τῶν ὅλων, γεννᾶται πάντα σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν δοξολογία τῶν Ἀγγέλων σὲ αὐτὸ τὸ ἕνα σπήλαιο ἀπομονωμένος καὶ διωγμένος, ἀφοῦ ὁ κόσμος δὲν δέχθηκε τὴν ἑτοιμόγεννη Μητέρα Του, δεχόμενος τὴν ἐπίσκεψη μόνο ποιμένων καὶ τριῶν γιὰ τὸν κόσμο παράξενων Μάγων καὶ συνοδευόμενος ἀπὸ τὴν σφαγὴ τῶν νηπίων καὶ τὸ κλάμα τῆς Ραχήλ, ποὺ δὲν μποροῦσε μὲ κανένα τρόπο νὰ παρηγορηθεῖ. Ὅσες τυμπανοκρουσίες καὶ ἂν ἠχήσουν, ὅσα φωτάκια κι ἂν ἂναψουν, τίποτα δὲν ἄλλαξε ὅσον ἀφορᾶ τὴν Γέννηση Του, ὅσο κι ἂν ἄλλαξε ὁ κόσμος. «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἔξετε ἀλλὰ θαρσεῖτε ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω. 16, 33).

Ὁ κόσμος ἀλλάζει ἀλλὰ ὁ Χριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα. Ὁ κόσμος ἀλλάζει, ἀλλὰ ὁ Χριστιανὸς ὄχι. Ἀποσυνάγωγοι οἱ πρόγονοι μας Χριστιανοί, ἀποσυνάγωγοι καὶ οἱ τωρινοί. Σκάνδαλο γιὰ τὸν κόσμο οἱ πρόγονοι μας Χριστιανοί, σκάνδαλο καὶ οἱ τωρινοί. Νικητὲς οἱ πρόγονοι μας Χριστιανοί, ἐμεῖς; Τὸ μόνο ποὺ ἄλλαξε εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ προηγούμενες γενιὲς ἀξίως μεγαλούργησαν, γιατὶ καὶ ἀξίως ἔφεραν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ. Ἐμεῖς, πρῶτος ἐγώ, δὲν ἔχουμε δείξει τίποτα ἀκόμη ποὺ νὰ ἐπιβεβαιώνει αὐτὴ τὴν ἀξία. Ὅπως ἔλεγε ὁ Μ. Ἀντώνιος δὲν ἔχουμε νὰ ἐπιδείξουμε καμία ἀρετὴ τῶν προγόνων μας Χριστιανῶν. Ἐδῶ φαίνεται ὅμως παρὰ τὴν μελαγχολία τῶν σκέψεων καὶ ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ ἐμᾶς: Μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία, ἐνῶ εἴμαστε φτωχοὶ στὴν χριστιανικὴ ζωή μας, νὰ γίνουμε πλούσιοι μὲ τὴν ὁμολογία μας. Τί μεγαλύτερη ἀπόδειξη χρειαζόμαστε, ὅτι δὲν εἴμαστε μόνοι μας, ὅτι γιὰ τὸν Θεὸ ἀξίζει νὰ ὑποφέρεις τὰ πάντα, γιὰ νὰ κερδίσεις τὰ πάντα.

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

«Δρόμος δίχως Θεὸ δὲν ἀντέχεται...»

Ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων ἀποτελεῖ τὸ ἀπόσταγμα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τους καὶ τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι Θεογνωσίας τους. Ἡ διδασκαλία τους ἀποδεικνύει τὴν ἀληθινὴ καὶ ὀρθὴ πίστη τους. Ὡς γνήσια τέκνα τοῦ Θεοῦ οἱ Ἅγιοι δὲν κράτησαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους ἀλλὰ μοιράστηκαν μαζὶ μας τὴν ἐν Θεῷ ἐμπειρία καὶ γνώση τους, ὥστε μέσῳ αὐτῆς ὁ κάθε πιστὸς ἀνὰ τοὺς αἰῶνες νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ πολεμήσει τὴν ὁποιαδήποτε πλάνη καὶ αἵρεση καὶ νὰ ἀγωνιστεῖ γιὰ τὴν σωτηρία του. Ὡς ἐκ τούτου ἡ μίμηση τῶν Ἁγίων ἀποτελεῖ καθῆκον τῶν πιστῶν ὄχι μόνο γιὰ νὰ τοὺς τιμήσει, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ γνωρίσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναλόγως νὰ τὸ διαφυλάξει καὶ νὰ τὸ τηρήσει.

Ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων ἀποτελεῖ παράλληλα μάστιγα γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ μάλιστα γιὰ τοὺς παναιρετικοὺς Οἰκουμενιστές. Τοὺς ἐλέγχει, τοὺς ἀναδεικνύει καὶ τοὺς καταδικάζει ἂν συνεχίζουν νὰ πολεμοῦν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο οἱ Οἰκουμενιστὲς ἔχουν βάλει σκοπὸ νὰ μειώσουν τὸ κῦρος καὶ τὴν αὐθεντία τῶν Ἁγίων στὸ πρόσωπο τῶν πιστῶν, γνωρίζοντας, ὅτι οἱ πιστοὶ ποὺ τιμοῦν τοὺς Ἁγίους, μιμοῦνται τοὺς Ἁγίους καὶ ἀπαγορεύουν μὲ αὐτήν τους τὴν μίμηση στὴν αἵρεση νὰ ἐπικρατήσει. Ἔτσι μεταχειρίζονται πονηρὰ μέσα γιὰ νὰ ἐπιτύχουν τὸ καταχθόνιο σχέδιό τους. Ἁγιοκατατάσσουν Ἁγίους, ποὺ εἶναι ὅμως ἤδη κατωχυρωμένοι ὡς Ἅγιοι στὴν συνείδηση τῶν πιστῶν, φαίνονται ἐξωτερικὰ νὰ τοὺς τιμοῦν μὲ τιμὲς καὶ ἐκδηλώσεις. Στὴν πραγματικότητα ὅμως τοὺς πολεμοῦν καὶ τοὺς διαβάλλουν ἐμφανίζοντάς τους πεπερασμένους ἢ τοὺς ἀρνοῦνται μὴ διαδίδοντας ἢ μὴ τηρώντας τὴν διδασκαλία τους. Ξεχνοῦν ὅμως οἱ ἄσωτοι καὶ θεομάχοι Οἰκουμενιστές, ὅτι «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται» (Β’ Τιμ. 2, 9). Εἶναι διαχρονικὸς καὶ ἀκαταμάχητος. Εἶναι γραμμένος μὲ ἀνεξίτηλο πνευματικὸ μελάνι ποὺ δὲν σβήνεται μὲ κανένα ἀνθρώπινο μέσο.

Ἕνα τέτοιο παράδειγμα μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει ἡ μεταχείριση ἀπὸ μεριὰ τῶν Οἰκουμενιστῶν τοῦ Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς. Ἐνῶ οἱ Οἰκουμενιστὲς φαίνονται νὰ τὸν τιμοῦν, στὴν πραγματικότητα προσπαθοῦν νὰ κρύψουν τὴν διδασκαλία του. Μία διδασκαλία γεμάτη ὀρθόδοξο φρόνημα, θάρρος ἀκρίβεια ἔλεγχο καὶ ἀγάπη, ἀληθινὴ ὅμως καὶ μαρτυρικὴ ἀγάπη, ἀγάπη Θεοῦ. 

Ἂς πάρουμε μία μικρὴ γεύση τῆς διδασκαλίας του, παρμένη ἀπὸ τὶς ἐπιστολές του (Δρόμος δίχως Θεὸ δὲν ἀντέχεται..., Ἱεραποστολικὲς ἐπιστολές, Ἐκδόσεις Ἐν Πλῷ, 2009). Ἀκόμα καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ μικρὸ δεῖγμα θὰ φανεῖ, γιατί οἱ Οἰκουμενιστὲς προσπαθοῦν —μάταια φυσικά— νὰ σβήσουν τοὺς σύμφωνους μὲ τὴν Ἱ. Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας λόγους του:

«Μὴ νομίσητε, ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν» (Ματθ. 10, 34). ... Διάβασε σὰν νὰ εἶναι εἰπωμένο: δὲν ἦλθα νὰ συμφιλιώσω τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ψέμα, τὴν σοφία καὶ τὴν βλακεία, τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, τὸ δίκαιο καὶ τὴν βία, τὴν κτηνωδία καὶ τὴν ἀνθρωπιά, τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν ἀσωτία, τὸν Θεὸ καὶ τὸν μαμωνά, ἀλλὰ ἔφερα τὸ ξίφος γιὰ νὰ κόψω τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, γιὰ νὰ μὴν ἀνακατεύονται. 
Μὲ τί νὰ κόψεις, Κύριε; Μὲ τὸ ξίφος τῆς ἀληθείας. Ἢ μὲ τὸ ξίφος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι τὸ ἴδιο. Ἀφοῦ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀλήθεια (ἐπιστ. 9)

Στὸν κόσμο ὅμως οὔτε ὑπῆρξε, οὔτε ὑπάρχει καμία δύναμη, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο τέλεια καλό, παρὰ μόνο ἡ δύναμη τῆς πίστης στὸν Χριστό (ἐπιστ. 10).

Δὲν εἶναι παράξενο ποὺ ἀντιδρᾶτε ἐνάντια στὴν χριστιανικὴ διδασκαλία περὶ Ἁγίας Τριάδας. Ἡ δική σας οὐνιτικὴ σέκτα δὲν θεμελιώνεται καὶ δὲν βασίζεται στὴν καθαρὴ ἀλήθεια, ἀλλὰ βασίζεται στὴν συμφιλίωση ὅλων τῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου. 
Τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι δύσκολο νὰ ἐξισώσετε τὸ βουνὸ μὲ τὴν πεδιάδα, σᾶς κάνει νὰ ἐκνευρίζεστε μὲ τὸ βουνό. Ἐπειδὴ σᾶς φαίνεται —ἐντελῶς λανθασμένα— εὐκολότερο νὰ χαμηλώσετε τὸ σωτήριο βουνὸ ἀπὸ τὸ νὰ ὑψώσετε τὴν πεδιάδα… 
Ἐὰν πιστεύετε στὸν Ἰησοῦ Χριστό, τότε πῶς μπορεῖτε νὰ ὑποστηρίζετε τὴν ἀλήθεια μὲ τὴν ἀναλήθεια; Αὐτὸν τὸν δρόμο σᾶς ἔδειξε ὁ Χριστός; Μήπως Ἐκεῖνος συμφιλίωσε τὴν διδασκαλία Του μὲ τὴν Ρωμαϊκὴ εἰδωλολατρεία, μὲ τὸν σκοτεινὸ φετιχισμό, μὲ τὸν Ἰνδικὸ μηδενισμὸ καὶ μὲ τὸν Ἰουδαϊκὸ φαρισαϊσμό; Ὀφθαλμοφανῶς ὄχι!… 
Γνωρίζετε, ὅτι ὁ κόσμος δὲν καρφώνει στὸν σταυρὸ ἐκεῖνον ποὺ συμφιλιώνει τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψέμα, τὸ φῶς μὲ τὸ σκοτάδι καὶ τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό. Τὸν Χριστὸ ὅμως τὸν σταύρωσε, ἐπειδὴ δὲν ἐξίσωσε, δὲν ἀνακάτωσε, δὲν ἔκανε πολιτικὴ μὲ τὴν ἀλήθεια. Εἶναι ξεκάθαρο, λοιπόν, ὅτι ἐσεῖς δὲν πιστεύετε στὸν Ἰησοῦ Χριστό (ἐπιστ. 46).

Ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει τὸν πάπα της, παλαιότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς πάπες καὶ πατριάρχες στὸν κόσμο. Τὸν εἶχε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ θὰ τὸν ἔχει μέχρι τὸ τέλος τῶν αἰώνων. 
Εἶναι ὁ ἴδιος πάπας, τὸν ὁποῖο ἐπικαλέστηκαν καὶ ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ. 
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ Πνεῦμα τῆς Σοφίας καὶ τοῦ Νοῦ, τὸ Πνεῦμα Παραμυθίας καὶ Δύναμης τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς πάπας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἀνέκαθεν καὶ γιὰ πάντα, χωρὶς μεταβολὲς καὶ ἀλλαγές, χωρὶς προκατόχους καὶ διαδόχους (ἐπιστ. 48).

Ὁ προορατικὸς Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης προειδοποιεῖ: «Ἀγαπητοί, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν, ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσμον» (Α’ Ἰωάν. 4, 1)... Ἡ Ὀρθοδοξία σήμερα βρίσκεται ἀνάμεσα στὶς δύο μονόπλευρες ἀναγνωρίσεις: Ἀπὸ τὴν μία εἶναι οἱ Μουσουλμάνοι οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν τὴ δύναμη τῆς πίστης μας ἀλλὰ δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν Βίβλο τῆς πίστης μας καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ δυτικοὶ νεόπιστοι, οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν τὴ Βίβλο ἀλλὰ δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν δύναμη τῆς πίστης μας. Γι’ αὐτοὺς τοὺς τελευταίους ὁ θεϊκὸς Παῦλος γράφει, ὅτι «ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι» (Β’ Τιμ. 3, 5). Καὶ συμβουλεύει τὸν Τιμόθεο: «καὶ τούτους ἀποτρέπου» (Β’ Τιμ. 3, 5). 
Εμεῖς κρατούσαμε καὶ κρατᾶμε καὶ τὴν Βίβλο, δηλ. τὴν Ἀγία Γραφὴ καὶ τὴν Δύναμη, δηλ. τὰ σημάδια καὶ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ μέσῳ ἁγίων, σταυροῦ, εἰκόνων, μέσῳ προσευχῶν καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων Μυστηρίων (ἐπιστ. 68).»

Εἶναι πιὰ ὀφθαλμοφανές, γιατὶ οἱ Οἰκουμενιστὲς δὲν ἀνέχονται τὸν ὡς μάχαιρα κοφτερὸ λόγο τοῦ Ἁγίου: Πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ τὸν ἀνεχτοῦν αὐτοὶ ποὺ συμφιλιώνουν τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ψέμα, τὴν σοφία καὶ τὴν βλακεία, τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, τὸ δίκαιο καὶ τὴν βία, τὴν κτηνωδία καὶ τὴν ἀνθρωπιά, τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν ἀσωτία, τὸν Θεὸ καὶ τὸν μαμωνά· αὐτοὶ ποὺ πιστεύουν, ὅτι κι ἄλλες δυνάμεις, ἐκτὸς τοῦ Χριστοῦ, μποροῦν νὰ κάνουν τὸν ἄνθρωπο τέλεια καλό· αὐτοὶ ποὺ δὲν βασίζονται στὴν καθαρὴ ἀλήθεια, ἀλλὰ προσπαθοῦν νὰ συμφιλιώσουν ὅλες τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου· αὐτοὶ ποὺ θέλουν ἄλλο πάπα ἢ πατριάρχη ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα· αὐτοὶ ποὺ δὲν ἀποτρέπουν τοὺς βλάσφημους· αὐτοὶ ποὺ δὲν πιστεύουν στὸν πραγματικὸ Χριστό.

Ἐναπόκειται σὲ μᾶς νὰ ἀποφασίσουμε ποιόν δρόμο θὰ διαλέξουμε: Ἂν θὰ σταυρώσουμε μαζί τους τὸν Χριστό, γιατὶ δὲν ἀνέχεται τὴν αἵρεση καὶ τὸ ψέμα ἢ ἂν θὰ τὸν ὁμολογήσουμε μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο. Ἕνα εἶναι ὅμως σίγουρο: «Δρόμος δίχως Θεὸ δὲν ἀντέχεται...».

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Ἡ «ἑνότητα» τῶν Οἰκουμενιστῶν δὲν εἶναι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας

Μία ἀπὸ τὶς πιὸ γνωστὲς διαστροφὲς καὶ παραχαράξεις τῶν Οἰκουμενιστῶν σὲ βάρος τῆς Μίας Ἀληθείας εἶναι τὸ μήνυμα τους γιὰ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα. Τὸ μήνυμα τους αὐτὸ ἐκφράζεται συνήθως μὲ τὴν ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ συνολικὸ κείμενο καὶ νόημα εὐαγγελικὴ ἔκφραση «ἵνα ἓν ὦσιν». Διαφημίζοντας καὶ προσφέροντας τὴν πολυπόθητη γιὰ τὸν μεταμοντέρνο, παθολογικὰ ἀνασφαλὴ καὶ κατακερματισμένο σὲ πάμπολλες ἀτομικότητες ἄνθρωπο ἑνότητα —κατὰ παράδοξο τρόπο οἱ πρόγονοί μας, ἂν καὶ παλαιότεροι, δὲν θυσίαζαν τὴν Ἀλήθεια στὸν βωμὸ τῆς ἑνότητας— ἔχουν καταφέρει νὰ σπρώξουν τὸ ποίμνιο σὲ μία λατρεία καὶ ἄκριτη ὑπέρασπιση της, ἀκόμα κι ἂν τὸ θυσιαζόμενο στὸν βωμό της διακύβευμα εἶναι ἡ ὑπεράσπιση τῆς Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του. 

Στὴν πραγματικότητα ὅμως ἡ ἑνότητα τῶν Οἰκουμενιστῶν εἶναι μία παραγωγὴ διχασμοῦ τῶν πιστῶν σὲ πολλοὺς ἑνωτικοὺς καὶ σὲ λίγους ἀνθενωτικούς. Ἂν καὶ αὐτοὶ οἱ χαρακτηρισμοὶ μᾶς φαίνονται γνωστοὶ καὶ μᾶς γεννοῦν συνειρμοὺς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ παρελθόντος, ἔχουν πάρει σήμερα τὴν γνωστὴ οἰκουμενιστικὴ καὶ ἐσχατολογικὴ χροιά (δὲν ἀναφέρονται δηλ. μόνο στὴν προσπάθεια ἑνότητας μὲ τὸν Παπισμό) περιλαμβάνοντας τὴν ἑνότητα πρώτα μὲ ὅλες τὶς αἱρέσεις καὶ μελλοντικὰ μὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες.

Τὰ αἴτια αὐτῆς τῆς «ἑνωτικῆς» πλάνης εἶναι πολλά. Τὸ κυριώτερο ὅμως —ὡς φυσικὸ ἐπακόλουθο τῆς ἔλλειψης κατήχησης ἀπὸ τοὺς ποιμένες— εἶναι ἡ ἄγνοια τῶν πιστῶν ὡς πρὸς τὴν φύση καὶ τὴν σημασία τῆς ἑνότητας στὴν Ἐκκλησία.

Ἑνότητα γιὰ τὴν Ἐκκλησία (βλ. καὶ Κωνσταντῖνο Μουρατίδη, «Ἡ οὐσία καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας», σελ. 180-182) σημαίνει πρῶτον τὴν παραδοχὴ ἀπὸ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας —ἄνευ ἐξαιρέσεως— τῶν δογματικῶν ἀληθειῶν, ποὺ μᾶς ἀπεκάλυψε ὁ Χριστός, κήρυξαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ διατύπωσαν καὶ ἑρμήνευσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι μὲ τοὺς ἀνάλογους ὅρους. 

«Εἰς τὴν ἑνότητα, φησί, τῆς πίστεως. Τοὐτέστιν, ἕως ἂν δειχθῶμεν ἅπαντες μίαν πίστιν ἔχοντες. Τοῦτο γάρ ἐστιν ἑνότης πίστεως, ὅταν πάντες ἓν ὦμεν, ὅταν πάντες ὁμοίως τὸν σύνδεσμον ἐπιγινώσκωμεν» (Ἰω. Χρυσόστομος, Εἰς Ἐφεσ. ὁμιλ. 11,3. P.G. 62, 83). Ἐδῶ ἐμφανίζεται κατὰ παράδοξο ἀλλὰ καὶ μοναδικὸ τρόπο καὶ ἡ ἀληθινὴ ἔννοια καὶ σημασία τῆς διαφορετικότητας: Ὁ κάθε ξεχωριστὸς καὶ μοναδικὸς ὡς πρὸς τὴν δημιουργία του ἀπὸ τὸν Θεὸ ἄνθρωπος, ἐλευθέρως καὶ οἰκειοθελῶς, μὴ ζητῶν τὰ ἑαυτοῦ καὶ πρωτοκαθεδρίες, διακονῶν καὶ μὴ διακονούμενος, ὑποτάσσει τὸ Ἐγώ του στὴν ἀποκεκαλυμμένη Ἀλήθεια καὶ στὴν αὐθεντία τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγ. Πατέρων καὶ τῶν ὅρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ γινόμενος ἓν σῶμα μὲ τοὺς ἀδελφούς του, ζεῖ μαζί τους τὸ θαῦμα τῆς Μίας Ἐκκλησίας. 

Ἰδίως οἱ ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶναι γιὰ τὸν Ἅγιο Χρυσόστομο «τὸ στερρὸν καὶ ἀσάλευτον» (Ἰω. Χρυσόστομος, Ρωμ. ὁμιλ. 32, 1 P.G. 52, 402), αὐτὸ ποὺ δὲν κλονίζεται, δὲν παραλάσσεται ἀνάλογα τὶς ἐπικρατοῦσες συνθῆκες καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναιρεθεῖ ἀκόμα καὶ γιὰ χάρη τῆς ἑνότητας, ἐπειδὴ ἡ ἀναίρεση αὐτὴ ἀντὶ γιὰ ἑνότητα θὰ φέρει διχασμό. «Ἡ δὲ διχοστασία πόθεν. Ἀπὸ τῶν δογμάτων τῶν παρὰ τὴν διδαχὴν τῶν ἀποστόλων» (Ἰω. Χρυσόστομος, Ρωμ. ὁμιλ. 32, 1. P.G. 60, 675). 

Δηλαδὴ ἡ ἑνότητα εἶναι ἀγώνας ἐφαρμογῆς τῶν Ἐντολῶν, ἀγώνας ταυτίσεως μὲ τὴν «ἅπαξ παραδοθεῖσα πίστιν», ἀγώνας πρωτίστως γιὰ τὴν ἀπόκτηση ἑνότητας πίστεως ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· μ’ ἕνα λόγο ἑνότητα μὲ τὴν Ἀλήθεια! Ὅταν πληγώνεται καὶ λίγο ἔστω αὐτὴ ἡ ἑνότητα Ἀληθείας καὶ Πίστεως, τότε οὐδεμία ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσει. Κάθε ἄλλου εἴδους ἑνότητα εἶναι θνησιγενής, προσωρινή, ἀτελέσφορη, καταδικασμένη νὰ διαλυθεῖ ἀργὰ ἢ γρήγορα. Μιὰ τέτοια διχαστικὴ ἑνότητα, εἶναι καὶ ἡ ἑνότητα ποὺ ἐπιζητοῦν οἱ Οἰκουμενιστές, ἀφοῦ ἡ αἱρετικὴ πίστη καὶ οἱ κακόδοξες πρακτικές τους διαφέρουν ἀπὸ αὐτὲς τῶν Πατέρων, τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Ἁγίων, ἀπὸ τὴν «ἅπαξ παραδοθεῖσα τοῖς ἁγίοις πίστιν» (Ἰούδα, 3).

Μετὰ τὴν ἑνότητα τῆς Πίστεως ἀκολουθεῖ ἡ ἑνότητα στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, μία ἑνότητα τόσο μεταξὺ πιστῶν καὶ Θεοῦ, ὅσο καὶ μεταξὺ τῶν πιστῶν τῶν ἴδιων. Ἡ ἑνότητα αὐτὴ ἀποδεικνύει καὶ τὸν θεανθρώπινο χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀποτελοῦν τελετουργίες σωτηρίας ἢ ἐξαγιασμοῦ ἰδιωτικοῦ χαρακτῆρα. Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, παρότι ἀόρατα καὶ ἀθέατα, εἶναι ἡ αἰσθητὴ ἀπόδειξη τῆς ἐνέργειας τῆς ἀκτίστου Θείας Χάριτος, εἶναι οἱ θεοδώρητες πράξεις μετάδοσης τῆς οὐράνιας εὐλογίας, ποὺ μεταμορφώνουν τὸν πιστὸ ἄνθρωπο καὶ τὸν καθιστοῦν μέτοχο τῆς καινῆς κτίσης καὶ τῆς τρισηλίου Θεότητας. 

Ἰδίως τὸ Βάπτισμα ποὺ ἐνσωματώνει τὸν πιστὸ στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ Θεία Κοινωνία —μὲ τὴν ὁποία ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Χριστό καὶ τὸ σῶμα Του δηλ. τὴν Ἐκκλησία ὁλόκληρη— ἀποδεικνύουν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Στὸν Χριστὸ βαπτιζόμαστε, στὸν Χριστὸ κοινωνοῦμε καὶ ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, μὲ ὅλους τοὺς ἀδελφούς μας Ὀρθόδοξους. Στὸ Ἅγιο Βάπτισμα καὶ στὸ κέντρο ἀναφορᾶς τῆς ἑνότητας, τὴν Θεία Κοινωνία ὁ αὐτοεγκλωβισμὸς τοῦ ἀτόμου μετατρέπεται σὲ ἕνωση μὲ ὁλόκληρη τὴν κτίση. Σὲ αὐτὰ ἐπιτέλους βρίσκει ἡ ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου γιὰ ἑνότητα τὴν ἀπόλυτη ἀπάντησή της. Ἔχοντας τὸν ἀκρογωνιαῖο λῖθο, τὸν Χριστὸ ὡς θεμέλιο γινόμαστε ὅλοι λίθοι, ὀργανικὰ ἐντεταγμένοι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἰκοδομεῖται ἡ Ἐκκλησία ὡς ἕνα σῶμα, τὸ ὁποῖο ποτὲ δὲν θὰ συντριβεῖ δὲν θὰ ἡττηθεῖ. Ὅσοι λίθοι κι ἂν ἀφαιρεθοῦν ἡ Ἐκκλησία δὲν καταρρέει, διότι ἀκριβῶς στηρίζεται σὲ αὐτὸν τὸν Ἕνα λίθο, τὸν Χριστό. «Αὕτη γὰρ ἡ τράπεζα τῆς ψυχῆς ἡμῶν τὰ νεῦρα, τῆς διανοίας ὁ σύνδεσμος, τῆς παρρησίας ἡ ὑπόθεσις, ἡ ἐλπίς, ἡ σωτηρία, τὸ φῶς, ἡ ζωή» (Χρυσοστόμου Ἰω., Εἰς Α΄ Κορ. ὁμιλ. 24, 5. P.G. 61, 205).

Ὅλα αὐτὰ ὅμως εἶναι ξένα γιὰ τοὺς Οἰκουμενιστές. Αὐτοὶ καταλαβαίνουν τὴν «ἑνότητα» ὡς μία σπιριτουαλίστικη ὑπόθεση ὑπαρξιακῶν ἀναγκῶν καὶ φιλοσοφικῶν ἀναζητήσεων, ὡς μία κοινωνικὴ ἀνθρωπίνου χαρακτῆρα ἀναγκαιότητα μὲ ἀνθρωπιστικὲς προεκτάσεις, ὡς τὸ ἀποτέλεσμα μίας ἐξισωτικῆς πορείας, ἡ ὁποία ἀναγείρεται ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τῶν καιρῶν, τῆς νέας ἐποχῆς. Εἶναι μία ἑνότητα πτώσης καὶ ὄχι ἀνάνηψης καὶ ἀνύψωσης. Σὲ αὐτὴν τὴν ἑνότητα τὸ Ἐγὼ δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλὰ ἀντιθέτως βρίσκει τὴν ἀπόλυτη ἔκφραση του, τὸ ἄτομο δὲν γίνεται ἕνα μὲ τὸ σῶμα ἀλλὰ ἀποτελεῖ τὸ καθένα δικό του σῶμα, ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς ἀλλὰ ὁ Ἐπίσκοπος, οἱ ὅροι τῶν Συνόδων δὲν εἶναι «στερροὶ καὶ ἀσάλευτοι» ἀλλὰ μεταβλητοὶ καὶ προσασμοστοί. Γι’ αὐτὸ αὐτοὶ ἔφτιαξαν τὴν δική τους «Νέα Ἐκκλησία» μὲ ἄλλους λίθους, ἡ ὁποία φυσικὰ θὰ συντριβεῖ μιᾶς καὶ ἀποδοκίμασαν τὴν Μία «κεφαλὴ γωνίας». Ἡ ἑνότητα τῶν Οἰκουμενιστῶν μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό.

Ἡ «ἑνότητα» τῶν Οἰκουμενιστῶν εἶναι μία προσποιητὴ σ]την πραγματικότητα διχαστικὴ ἑνότητα, ἡ ὁποία ἔχει ὡς μόνο σκοπὸ τὸν διχασμὸ τῶν πιστῶν καὶ τὴν κατάργηση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Ἐμεῖς ὡς πιστοὶ πρέπει ἐπιτέλους νὰ ἀποφασίσουμε ἂν θέλουμε τὴν ἑνότητα ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ αὐτὴ ποὺ μᾶς ἑνώνει μ’ Αὐτόν. 

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Κριτικὴ τοῦ βιβλίου τοῦ π. Χαρίτωνος «Τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἡ διαχρονική του στάση ἐναντίον τῶν αἱρέσεων»

Ἀποτελεῖ πάντα χαρὰ γιὰ κάθε πιστό, ὅταν ἐκδίδεται ἕνα βιβλίο ποὺ ἔχει ὡς θέμα του τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων. Εἰδικὰ γιὰ μᾶς, ὅσους εἴχαμε ἀπὸ μῆνες πληροφορηθεῖ τὴν ἑτοιμασία τοῦ βιβλίου, ὑπῆρχε καὶ ἡ προσμονή, ὅτι τὸ βιβλίο αὐτὸ θὰ δώσει ἀπαντήσεις σὲ θέματα ποὺ ἀπασχολοῦσαν τοὺς ἀποτειχισμένους στὸν ἀγώνα καὶ κατὰ τῆς Παναιρέσεως, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐκείνων ποὺ ἀποπροσανατόλιζαν τὸν ἀγώνα μὲ τὶς λάθος τακτικές τους. Ὅμως, καὶ πρὶν βρῶ καὶ διαβάσω τὸ βιβλίο, ἔμαθα ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ πρῶτοι τὸ μελέτησαν, ὅτι τὸ βιβλίο πράγματι εἶχε κεφάλαια μὲ θαυμάσια κατοχύρωση τῶν θέσεων περὶ τῆς Διακοπῆς Μνημοσύνου, ἀλλὰ ταυτόχρονα εἶχε μιὰ μεγάλη ἀδυναμία· εὐνοοῦσε σχισματικὲς θέσεις! 

Ἔτσι, ἐμεῖς ποὺ περιμέναμε νὰ στηριχτοῦμε στὸ βιβλίο καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιήσουμε γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν προβλημάτων τοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τῆς αἱρέσεως, διαπιστώσαμε ὅτι μᾶς ἔφερνε ἀντιμέτωπους μὲ νέα προβλήματα ποὺ εἶχαν σχέση μὲ τὸ σχίσμα τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου. Ἔτσι ἀντὶ γιὰ βοήθεια, μὲ ἄλγος ψυχῆς συνειδητοποιήσαμε ὅτι, ἐνῶ μᾶς βοηθᾶ ἀπὸ τὴν μία πλευρά, μᾶς ἐπιβαρύνει μὲ ἕνα πρόσθετο βάρος· νὰ προσπαθήσουμε νὰ ξεδιαλύνουμε, ἂν αὐτὰ ποὺ γράφει ἀποτελοῦν πίστη τοῦ συγγραφέως ἢ ἐγράφησαν ἀπὸ ἄγνοια τοῦ θέματος ἢ ἐπηρεασμὸ ἀπὸ κύκλους τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου. Ὅπως καὶ νὰ ἔχει τὸ πρᾶγμα, εἶναι ὑποχρέωσή μας –ὑποχρέωση κάθε πιστοῦ ποὺ θέλει νὰ παραμείνει στὸ χῶρο τῆς ἁγιοπατερικῆς Παραδόσεως– νὰ ἐξετάσουμε καὶ νὰ διευκρινήσουμε τὴν παραπάνω προβληματικὴ τοῦ βιβλίου, γιατὶ ἐνῶ θὰ ὠφελήσει μὲ τὴν θαυμάσια διαπραγμάτευση τῶν θεμάτων στὰ κεφάλαια π.χ. Δ, Ε, ΣΤ, θὰ βλάψει μὲ τὶς προβληματικὲς θέσεις ἄλλων κεφαλαίων, ὅπως τοῦ Α’, Γ’ καὶ ΙΓ’. Καὶ θὰ βλάψει περισσότερο, ἀκριβῶς ἐξ αἰτίας ὅσων καλῶν περιέχει, μιᾶς καὶ τὸ καλὸ θὰ μειωθεῖ ἀπὸ τὸ ἀνακριβές. 

Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἀποφάσισα σὰν πιστὸς καὶ σὰν ἱστορικὸς νὰ συμβάλλω σὲ μία κριτικὴ τοῦ βιβλίου τοῦ π. Χαρίτωνος «Τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἡ διαχρονική του στάση ἐναντίον τῶν αἱρέσεων» ἀναδεικνύοντας καλοπροαίρετα τὶς ἀνακρίβειες καὶ τὰ λάθη τοῦ βιβλίου κυρίως στὰ κεφάλαια Α’, Γ’ καὶ ΙΓ’, ὥστε νὰ ληφθοῦν ὑπόψη καὶ ἀπὸ τὸν συγγραφέα καὶ ἀπὸ τοὺς πιστούς. Διότι εἶμαι σίγουρος ὅτι ὁ π. Χαρίτων δὲν ἔγραψε τὸ βιβλίο αὐτὸ γιὰ νὰ ἀνακηρυχθεῖ συγγραφέας, ἀλλὰ γιὰ νὰ συμβάλει κι αὐτός, ὡς ἁγιορείτης ἱερομόναχος, στὸν ἐναντίον τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀγώνα. Κι ἂν μείνουν ἀναπάντητες οἱ ἀνακρίβειες καὶ τὰ λάθη στὸν γραπτὸ λόγο, ποὺ ἀναπόφευκτα –ὡς λόγος μάλιστα Ἁγιορείτικος– θὰ παίξει καθοριστικό, καθοδηγητικὸ ρόλο στὴν συνέχιση τοῦ ἀγώνα, εἶναι φυσικὸ νὰ συντελέσει σὲ ἀνάλογες ἀνακρίβειες καὶ λάθη στὸν χαρακτῆρα καὶ ἐξέλιξη τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἀγώνα.

Πρὶν ἀρχίσω, εἶναι σημαντικὸ νὰ τονιστεῖ, ὅτι τὰ κεφάλαια Δ’ ἕως Θ’ –ἂν ἐξαιρέσει κανεὶς τὴν ἀποκοπὴ τοῦ «βυζαντινοῦ» Οὑμανισμοῦ ἀπὸ τὴν σχέση του μὲ τὴν Ἀναγέννηση– εἶναι ὑπέροχα, πατερικὰ καὶ λεπτομερέστατα, ὥστε ὁ ἀναγνώστης νὰ κερδίσει μία πολὺ καλὴ εἰκόνα τῆς θεματολογίας τῶν κεφαλαίων αὐτῶν καὶ νὰ ὠφεληθεῖ μάλα. Τὰ πατερικὰ κείμενα ποὺ ἔχουν ἐπιλεχθεῖ ἀποδεικνύουν τὸν ἁγιοπατερικὸ χαρακτῆρα τῆς Ἀποτειχίσεως καὶ διδάσκουν τὴν στάση τῆς Ἐκκλησίας σὲ καιρὸ αἱρέσεως, ὅσον ἀφορᾶ ἐδῶ τοὺς Λατίνους καὶ τὴν προσπάθεια ὑποταγῆς τῶν Ὀρθοδόξων στὸν Πάπα.

Ἀκόμα τονίζω, ὅτι ὅσες ἀναφορὲς θὰ γίνουν ἐκ μέρους μου περὶ «παλαιοημερολογιτῶν» αὐτὲς ἀπευθύνονται σὲ ὅσους τοῦ «Παλαιοῦ» δὲν ἔχουν (καὶ δὲν θέλουν νὰ ἔχουν) ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ αὐτοὺς τοῦ Νέου καὶ μόνον αὐτούς.

Κεφ. ΙΓ΄: Μὲ τὸ κεφάλαιο ΙΓ’ περὶ τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος δὲν θὰ ἀσχοληθῶ λεπτομερέστατα, μιᾶς καὶ εἶναι καταφανές, ὅτι αὐτὸ τὸ κεφάλαιο δὲν γράφτηκε ἀμερόληπτα, ἀλλὰ πρὸς μία καὶ μόνο κατεύθυνση, αὐτὴν τῆς ἀνάδειξης τοῦ νέου ἡμερολογίου ὡς καινοτομίας καὶ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ τὸ υἱοθέτησε ὡς Σχισματικῆς. Γιὰ τὴν ἐξήγηση αὐτῆς τῆς θέσεως μου παραθέτω τὰ ἀκόλουθα: 
Ἐνῶ στὸ κεφ. ΙΑ΄ καὶ συγκεκριμένα στὶς σελ. 190 ἕως 195 ὁ π. Χαρίτων ἀναφέρει σωστὰ τὴν πατριαρχικὴ ἐγκύκλιο τοῦ 1902, 1904 καὶ 1920 μὲ τὴν πρωτόγνωρη γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἀναγνώριση τῆς θεωρίας τῶν κλάδων καὶ τῶν αἱρέσεων ὡς «Ἐκκλησίες» καὶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ὅρου «διευρημένη Ἐκκλησία», δὲν καυτηριάζει οὐσιαστικὰ τὴν πρωτόγνωρη γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία νεοφανῆ κακοδοξία, ἀλλὰ καταλήγει ἐν εἴδει κλίμακος καὶ ὀνομάζει τὴν εἰσαγωγή τοῦ «Νέου Ἡμερολογίου» τὸ 1924 ὡς τὸ πρῶτο βῆμα πρὸς τὸν Οἰκουμενισμό, σπρώχνοντας μὲ τὴν ἐπισήμανση αὐτὴ («πρώτο βῆμα») τὸν ἀναγνώστη νὰ ὑποβαθμίσει σὲ σημασία, χρονικὴ καὶ δογματική, τὰ τρομερὰ προαναφερθέντα. Παράλληλα κάνει καὶ τὸ ἀκόλουθο μεταφραστικὸ λάθος: Ἀναφερόμενος στὴν ἐγκύκλιο ἐπιστολὴ τοῦ Πατριάρχη Ἰωακεὶμ τοῦ Γ’ τοῦ 1904 ὡς ἀντίθετη στὴν ἐγκύκλιο τοῦ 1902 γράφει, ὅτι τὸ ἡμερολόγιο κατὰ τὰ λόγια τοῦ Πατριάρχη δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀλλάξει, διότι εἶναι «αἰδέσιμον καὶ ἔμπεδον καὶ ἀμετακίνητον τὸ ἀπ’ αἰῶνος καθωρισμένον καὶ κεκυρωμένον καὶ οὐκ ἐξὸν περὶ τοῦτο καινοτομῆσαι». Μία προσεκτικὴ ματιὰ ὅμως στὴν ἐγκύκλιο τοῦ 1904 μᾶς δείχνει, ὅτι ὁ Πατριάρχης ὅταν ὁμιλεῖ γιὰ Ἡμερολόγιον, τὸ συνδέει ἀναπόσπαστα μὲ τὸ Πασχάλιον, καὶ τὰ ἐπίθετα «αἰδέσιμον, ἔμπεδον, ἀμετακίνητον, καθωρισμένον καὶ κεκυρωμένον» ἀναφέρονται στὸ Πασχάλιο κι ὄχι στὸ ἡμερολόγιο: «Περὶ δὲ τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ἡμερολογίου τοιαύτην ἔχομεν γνώμην αἰδέσιμον καὶ ἔμπεδον καὶ ἀμετακίνητον τὸ ἀπ’ αἰῶνος καθωρισμένον καὶ κεκυρωμένον δὲ τῇ διηνεκεῖ τῆς Ἐκκλησίας πράξει Πασχάλιον, ὡς οὐκ ἐξὸν περὶ τοῦτο καινοτομῆσαι». Ὑποκείμενο τοῦ ἀπαρεμφάτου «αἰδέσιμον (εἶναι) κλπ.», εἶναι τὸ Πασχάλιον κι ὄχι τὸ Ἡμερολόγιον. Καινοτομία εἶναι νὰ ἀλλάξει τὸ Πασχάλιο. Ὅπως γνωρίζουμε ὅμως ὅλοι, τὸ Πασχάλιο δὲν ἄλλαξε. Καὶ ὅπως θὰ φανεῖ καὶ στὴν συνέχεια, μ’ αὐτὰ ποὺ ἐδῶ σημειώνουμε, δὲν ἀμνηστεύουμε τὰ προβλήματα ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, ἀλλὰ ἐπισημαίνουμε ὅτι δὲν ἦταν καινοτομία ἰσοδύναμη μὲ σχίσμα ἢ αἵρεση, ὅπως διατείνονται οἱ ΓΟΧ, καὶ ὅπως –ἡ χρησιμοποιούμενη ἀπὸ τὸν π. Χαρίτωνα ὁρολογία– προδίδει! 

2) Στὶς σελ. 199 καὶ 204 γράφει ὁ π. Χαρίτων, ὅτι ἡ δημιουργία κοινοῦ—ἑνιαίου ἡμερολογίου ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο βῆμα πρὸς τὸν Οἰκουμενισμό. Αὐτὸ πρῶτον δὲν ἰσχύει, διότι δὲν ἔχουμε κοινό—ἑνιαῖο Πασχάλιο μὲ τοὺς Παπικούς. Δεύτερον στὴν σελ. 195, ὅπως ἀνάφερα παραπάνω καὶ ἐπαναλαμβάνω, γράφει ὁ π. Χαρίτων, ὅτι μὲ τὶς ἐγκυκλίους τοῦ 1902 καὶ 1904 ἐγκαινιάζεται, γίνεται δηλ. τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ τὴν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητας στοὺς αἱρετικούς. Στὴν σελ. 196, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος τοῦ 1920 ἀποτελεῖ τὴν ἔναρξη, πρῶτο βῆμα, τῆς «οἰκουμενικῆς κινήσεως». Τελικὰ ποιό εἶναι τὸ πρῶτο βῆμα; 

Ἀφοῦ δὲν ἄλλαξε τὸ Πασχάλιο, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ αἵρεση, οὔτε κἂν γιὰ παράβαση Κανόνων! Πρέπει ἐπιτέλους νὰ γίνει ἀντιληπτὸ ὅτι, ἀκόμα κι ἂν θεωρηθεῖ ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου ὡς τὸ πρῶτο βῆμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ αἵρεση καὶ μάλιστα «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», ὅπως ἀπαιτοῦν οἱ Ἱ. Κανόνες καὶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ ὑπάρξει ἀποτείχιση. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς πρῶτες φανερώσεις τῶν κρυφῶν προθέσεων μιᾶς ὁμάδας ἀνθρώπων, ἡ ὁποία ὅμως καμιὰ αἵρεση δὲν διατύπωσε, ὅπως π.χ. τὸ 1920, καὶ κανένα δόγμα δὲν παρέβηκε. Ἡ Ἐκκλησία δὲν καθαιρεῖ γιὰ ἀμφισβητούμενες προθέσεις.

3) Ὁ π. Χαρίτων γράφει στὴν σελ. 178, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ 1902 ζεῖ 115 χρόνια πνευματικῆς τραγωδίας καὶ στὴν σελ. 200, ὅτι οἱ ἐθνικὲς συμφορὲς τοῦ 1922 καὶ 1924 ἀποτελοῦν τιμωρία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὶς ἐγκυκλίους τοῦ 1902 καὶ 1904. Μὰ τὸ 1902 καὶ 1904 δὲν ὑπῆρχε «ἡ καινοτομία» τοῦ «Νέου», ἀλλὰ μόνο κάποια σκέψη, κάποια προσπάθεια εἰσαγωγῆς του! Ἄρα ὁ Θεὸς τιμώρησε τόσο σκληρὰ ὁλόκληρο Λαό, γιὰ τὶς ἀπραγματοποίητες σκέψεις ἑνὸς Πατριάρχη καὶ κάποιων ἐλάχιστων συμβούλων του; Ἄρα ὁ Θεὸς τιμώρησε τὶς δογματικὲς καινοτομίες (ἀναδενδράδες, ἀναγνώριση ἐκκλησιολογίας στοὺς αἱρετικούς) κι ὄχι τὶς ἡμερολογιακές. Πῶς συμβαδίζουν αὐτὲς οἱ ἀντιφατικὲς ἡμερομηνίες μὲ τὶς ἡμερολογιακὲς θέσεις τοῦ π. Χαρίτωνος; Γεγονὸς εἶναι πάντως, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς ὡς ἀποτέλεσμα μόνο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ! εἶναι μία πιθανὴ ἀλλὰ παράλληλα ἀμφισβητούμενη τοποθέτηση. Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο ἀνθοῦσε ἡ μηδενιστικὴ διεθνιστικὴ κομμουνιστικὴ προπαγάνδα, ἔγιναν τραγικὰ πολιτικὰ λάθη καὶ ἡ Ἑλλάδα ὑπέφερε ἀπὸ τὸν διχασμὸ καὶ τὴν κούραση τῶν συνεχῶν πολέμων.

4) Ὁ π. Χαρίτων ἀναφέρει στὶς σελ. 205-206 ὅτι οἱ σύνοδοι τοῦ 1583 (μητροπολιτῶν), 1587 (τοπική) καὶ 1593 (μεγάλη) ὑπὸ τὸν Ἱερεμία τὸν Τρανό, καταδίκασαν τὸ Γρηγοριανὸ Ἡμερολόγιο ὡς «νεωτεριστικό, ἀντιβαῖνον εἰς Κανόνας καὶ διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας» (σελ. 206). Ὅλα αὐτὰ εἶναι σωστά, διότι ἀφοροῦν τὸ Γρηγοριανό, παπικό ἡμερολόγιο, ποὺ ἄλλαξε τὸν Πασχάλιο Κανόνα, κι ὄχι κάποιο Κανόνα γιὰ σταθερὸ Ἡμερολόγιο, ἀφοῦ ἕως τότε Κανόνας γιὰ τὸ Ἡμερολόγιο δὲν ὑπῆρχε. Δὲν ἀφοροῦν λοιπὸν τὸ διορθωμένο «Νέο», μιᾶς καὶ ὁ Πασχάλιος δὲν ἄλλαξε, ἀλλὰ παρέμεινε ὡς ἔχει. Οἱ πηγὲς εἶναι σαφέστατες: Συνοδικὴ ἀπόφαση τοῦ 1583: 

«Ἡ ἐκκλησία τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης ἄτε καινοτομίαις χαίρουσα τοῖς περὶ αὐτὴν ἀστρονόμοις ἀπερισκέπτως συνήνεσε καὶ μετέθετο τὰ καλῶς περὶ τοῦ ἱεροῦ πάσχα τοῖς χριστιανοῖς τελούμενα, τὰ ἀπὸ τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου τῶν τιη΄ θεοφόρων Πατέρων ὁρισθέντα, παρά τε τῶν λοιπῶν συνόδων κυρωθέντα... Ὑφηγούμεθα παντὶ χριστιανῷ ὀρθοδόξῳ βουλομένω, ὡς οὐκ ἐστιν ἀσύστατον τὸ παρ ἡμῖν πασχάλιον» (Δοσιθέου Ἰεροσολύμων, τόμος ἀγάπης, σελ. 538-539). 

Ὁ ἱστορικὸς Φιλάρετος Βαφείδης γράφει γιὰ αὐτὴν τὴν σύνοδο· «συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει συνόδου, ἥτις κυρίως καταδικάζει τὸ γρηγοριανὸν ἡμερολόγιον, διότι κατ’ αὐτὸ συμβαίνει νὰ ἑορτάζωμεν τοῖς Ἰουδαίοις, ὅπερ ἐναντίον τῇ ἐν Νικαίᾳ συνόδῳ» (Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, τόμ. Γ’, σελ. 125). Ἀλλὰ καὶ ἡ παραπάνω ἀναφερόμενη πηγὴ τοῦ π. Χαρίτωνος (Νικόδημος Μπιλάλης) στὴν σελ. 206 συνεχίζοντας γράφει «... Κυρίως δὲ ἡ Σύνοδος διὰ τοῦ 8ου Κανόνος, ἐπανέλαβε τὴν περὶ τοῦ Πάσχα διάταξιν τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀποφασίσασα νὰ μείνῃ αὕτη ἀσάλευτος». Γιατὶ λοιπὸν δὲν τὰ τονίζει αὐτὰ ὁ π. Χαρίτων; Γιατὶ δὲν τὰ ἀναφέρει ὡς τὸ σημεῖο ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε στὴν πολυποθούμενη ἑνότητα «Παλαιοῦ» καὶ «Νέου», ἀφοῦ θὰ ἀναγνωρίζονταν ἡ ἀντικανονικότητα τῆς μεθόδου ἀλλαγῆς ἡμερολογίου, ἀλλὰ παράλληλα ἡ ἔλλειψη δογματικῆς «καινοτομίας», ἄρα καὶ ἡ καταδίκη ὁποιουδήποτε σχίσματος λόγῳ ἡμερολογίου, ὅπως καὶ ἡ ἄρση ἐμποδίων ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξὺ τῶν πιστῶν τῶν δύο ἡμερολογίων; Γιατὶ ἐπιμένει, μολονότι διάβασε τὶς πηγές του καὶ εἶδε ὅτι πάντα μιλᾶ μὲ κέντρο τὸ Πασχάλιο, νὰ μιλάει σ’ ὅλο του τὸ βιβλίο γιὰ «καινοτομία»;

5) Πῶς χαρακτηρίζει ὁ π. Χαρίτων στὴν σελ. 255 τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρυσόστομο Β’ «ἀληθινὸ ποιμένα», γνωρίζοντας ὅτι ὁ Χρυσόστομος ἦταν Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, τὸ ὁποῖο ὁ π. Χαρίτων κατεδίκασε πολλάκις ὡς καινοτομία; Ἄρα καὶ πάλι τὸ ἡμερολόγιο δὲν ἀποτελεῖ ἀπόδειξη ὀρθοδόξου φρονήματος.

6) Ἂν οἱ ὀρθοὶ καὶ εὐσεβεῖς «ζηλωτές» (στὸ ἀπόσπασμα γιὰ τὴν στάση τοῦ Ἁγίου Ὄρους στὸ ἡμερολογιακὸ ζήτημα κατὰ τὴν γνώμη τοῦ π. Χαρίτωνος) ὀρθῶς διέκοψαν τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς «καινοτομοῦντες» Ἱεράρχες τοῦ «Νέου», τότε πῶς θὰ ἔχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς «καινοτομοῦντες» πιστοὺς τοῦ «Νέου», ἀφοῦ αὐτὸ θὰ ἀποτελοῦσε, πάλι κατὰ τοὺς λόγους τοῦ π. Χαρίτωνος στὸ ἴδιο κεφάλαιο, ἀνακρίβεια; Ἐκτὸς αὐτοῦ, ἂν οἱ λειτουργοῦντες μὲ τὸ «Νέο» ἀποτειχισμένοι ἱερεῖς και λειτουργούμενοι μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ εἶναι «καινοτόμοι», πῶς θὰ ὑπάρχει ἡ πολυπόθητη ἑνότητα καὶ τί ἄλλο τοὺς προτείνει ὁ π. Χαρίτων, ἀπὸ τὸ νὰ γυρίσουν στὸ «παλαιό» καὶ γιατί διαρρηγνύουν τὰ ἱμάτιά τους οἱ τοῦ κύκλου του, ὅταν τοὺς καταλογίζεται αὐτὸς ὁ σκοπός;

7) Στὴν σελ. 239 ὁ π. Χαρίτων παραθέτει καὶ θεωρεῖ σωστὰ τὰ γραφόμενα τοῦ π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου (τὸν ὁποῖο μετὰ παρατηρεῖ γιὰ ἀλλαγὴ στάσης) σχετικὰ μὲ τὴν ἀλλαγὴ ἡμερολογίου. Δὲν πρόσεξε ὅμως ὁ π. Χαρίτων, ὅτι ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ ποὺ γράφει ὁ π. Θεόκλητος λέει: «...Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως οὐδέποτε ἐπρόσεξε τὴν ἀκρίβεια τοῦ χρόνου, εἰμὴ μόνον τὴν ἑνότητα τοῦ πληρώματος...». Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ π. Χαρίτων νὰ θεωρεῖ θετικὰ αὐτὰ τὰ σχόλια, ἀλλὰ στὸ βιβλίο του νὰ μιλάει πάνω ἀπὸ 30 φορὲς περὶ «καινοτομίας ἡμερολογίου» καὶ περὶ «ἀκαινοτομήτου ποιμνίου» τῶν παλαιοημερολογιτῶν ὑμνώντας τὴν ἀκρίβεια τοῦ χρόνου κι ὄχι τὴν ἑνότητα τοῦ πληρώματος;

8) Τί σκοπὸ ἔχει ἡ συνεχὴς ἐπανάληψη τοῦ ὅρου «καινοτόμος», καθὼς καὶ ἡ ταυτοποίηση προτάσεων, θέσεων καὶ ὅρων τοῦ π. Χαρίτωνος μὲ ἀνάλογα ἀπὸ ἱστολόγια τῶν Γ.Ο.Χ.; Ἀκόμα καὶ γλωσσολογικὰ νὰ προσεγγίσουμε τὸ θέμα, ὅπως λέει ὁ Μπαμπινιώτης «ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν γλώσσα του (σσ. καὶ τὶς λέξεις) ποὺ χρησιμοποιεῖ, ταξινομεῖ τὸν κόσμο του» καὶ κατὰ τὸν Γεωργούλη «ἡ λέξη δὲν εἶναι ἔκτυπο τοῦ καθαυτό ἀντικειμένου, ἀλλὰ τοῦ εἰδώλου ποὺ παρήγαγε αὐτὸ στὴν ψυχή». Ὅταν ἐπαναλαμβάνω συστηματικὰ μία λέξη (σσ. ἐδῶ «καινοτομία»), αὐτὸ λογικὰ σημαίνει , ὅτι εἶμαι διαποτισμένος ἀπὸ τὸ νόημά της. Ὁ Ἐλύτης ἐπισημαίνει σχετικὰ μὲ τὰ παραπάνω: «τὸ ἦθος τῆς γλώσσας γεννᾶ ὑποχρεώσεις, ὡς πρὸς τὸ πῶς τὴν χρησιμοποιῶ». Συμπερασματικὰ λοιπόν, ὅταν ὁ π. Χαρίτων χρησιμοποιεῖ τὸν χαρακτηρισμὸ γιὰ τὸ «Νέο» «καινοτομία καὶ πρῶτο βῆμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ» στὴν ψυχή του δὲν εἶναι μόνο τὸ «Νέο» ἀλλὰ καὶ τὸ ποίμνιο τοῦ «Νέου» καινοτόμοι καὶ οἰκουμενιστές. Μὲ αὐτοὺς ζητάει ἑνότητα ὁ π. Χαρίτων καὶ μὲ αὐτὲς τὶς θέσεις καταδικάζει ὑποτίθεται τὰ ἄκρα; Διότι ὁ π. Χαρίτων δὲν διστάζει νὰ ἀκολουθεῖ ἀκόμα καὶ αὐτὴν τὴν ἰδεολογία τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν γιὰ καινοτομία (=αἵρεση) τῶν Νεοημερολογιτῶν, γράφοντας στὴν σελ. 220, ὅτι οἱ μοναχοὶ ἔκαναν τὴν διακοπὴ μνημοσύνου λόγῳ ἡμερολογίου, «ὅπως ὁρίζουν οἱ Ἱεροὶ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας ἐν καιρῶ αἱρέσεως» (σσ. ὅπως δηλ. γράφουν οἱ Γ.Ο.Χ.)! 

9) Κανεὶς δὲν ἔχει ἀντίρρηση γιὰ τὸν ἀντιποιμαντικό, ἀντικανονικὸ καὶ μεθοδευμένο τρόπο ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου. Ἀντιποιμαντική, ἀντικανονικὴ καὶ μεθοδευμένη ὅμως ἦταν καὶ ἡ ἀπόσχιση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τὴν ὀνομάζει «πρῶτο βῆμα» (ἂν καὶ πολλὰ ἐπιχειρήματα θὰ τὸ δικαιολογοῦσαν) καὶ κανεὶς δὲν διέπραξε σχῖσμα γι’ αὐτό. Ἂν ἔχουν βάση οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ π. Χαρίτωνος, ὅτι ἡ ἀλλαγὴ ἡμερολογίου ἦταν τὸ πρῶτο καὶ κύριο βῆμα γιὰ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πῶς ἐξηγεῖ ὁ π. Χαρίτων τὴν ἐπικράτηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὴν Ρωσία (καὶ μάλιστα παλαιότερα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα), στὴν Σερβία, στὸ Ἅγιον Ὄρος ποὺ δὲν ἔγινε τὸ πρῶτο βῆμα καὶ ποὺ τηρεῖται τὸ «Παλαιό»; Τὸ κομμουνιστικὸ καθεστὼς δὲν ἀποτελεῖ βάσιμη ἐξήγηση, διότι δὲν ἀπαίτησε ποτὲ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀλλάξει ἡμερολόγιο. Ἂν τὸ εἶχε πράγματι ἀπαιτήσει, σίγουρα μὲ τὰ μέσα ποὺ διέθετε καὶ τοὺς ὑπαλλήλους ἱερεῖς (π.χ. Σέργιος), ποὺ τότε εἶχε τὸ Πατριαρχεῖο, θὰ τὸ εἶχε καταφέρει. 

10) Γιατὶ ὁ π. Χαρίτων παραθέτει στὶς σελ. 243 ἕως 246 ἀποσπάσματα τῶν ἐπιστολῶν τοῦ ὁσίου γέρ. Φιλόθεου Ζερβάκου ὑπὲρ τοῦ «παλαιοῦ» καὶ δὲν παραθέτει καὶ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἰδίου κατὰ τῶν Ζηλωτῶν, ὅπως «…Οι μοναχοί της Λογγοβάρδας δεν ακολουθούν ημερολόγια, ακολουθούν τον Χριστό ο Οποίος είπεν. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρ. 8, 34). Δεν είπε να ακολουθήση το άψυχον ημερολόγιον και ο πιστεύσας και βαπτισθείς (εις αυτό) σωθήσεται. Ο πιστεύσας εις τον Χριστόν και εις το Ευαγγέλιον σωθήσεται, όχι εις το παλαιόν ημερολόγιον. Πλανώνται δεινήν πλάνην πολλοί των φανατικών και ζηλωτών παλαιοημερολογιτών πιστεύοντες ότι χωρίς το ημερολόγιον δεν σώζετε ο άνθρωπος. Οι Άγιοι Πάντες, Προφήται, Απόστολοι, Μάρτυρες και Όσιοι, δεν εσώθησαν και δεν εθαυματούργησαν με τα ημερολόγια αλλά διά της πίστεως….

Τα μυστήρια τα τελούμενα υπό των νεοημερολογιτών είναι έγκυρα, διότι δεν τα τελειοί και αγιάζει το ημερολόγιον, αλλά τα τελειοί το Άγιον Πνεύμα, το οποίον επικαλούνται και οι νεοημερολογίται να τα αγιάση, και ο άνθρωπος σώζεται διά της ορθής πίστεως, της αγάπης και των καλών έργων, όχι διά των ημερολογίων…. Η λατρεία, την οποίαν απονέμουν πολλοί των παλαιοημερολογιτών εις το παλαιόν ημερολόγιον και κατήντησαν αληθείς χρονολάτραι, η έλλειψις της πραγματικής, της ειλικρινούς αγάπης προς τον Θεόν και τον πλησίον, η έλλειψις της αγάπης προς αλλήλους και αυτών των παλαιοημερολογιτών ακόμη, η ασέβεια, η απιστία, η κακή πολιτεία, η καταφρόνησις προς τον νόμον του Θεού, τας θείας εντολάς και τας ιεράς παραδόσεις των πλείστων κληρικών και λαϊκών νεοημερολογιτών, παρατείνουν την διαίρεσιν, το σχίσμα. αυξάνουν τα πάθη, τα μίση, την κακίαν, τας αμαρτίας. σκληρύνουν τας καρδίας αμφοτέρων, απομακρύνουν την μετάνοιαν και πλησιάζομεν, εάν δεν μετανοήσωμεν, εις την απώλειαν.

«Εάν μη μετανοήτε», είπεν ο Κύριος, «πάντες ωσαύτως απολείσθε» (Λουκ. 13, 3). Εγίναμεν οι πάντες, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, γενεά πονηρά, σκολιά και διεστραμμένη. και προς τους σκολιούς σκολιάς οδούς εξαποστέλλει ο Κύριος. Τους πονηρούς εξολοθρεύει, καθώς και πάντας τους αμαρτωλούς, και φυλάσσει Κύριος πάντας τους αγαπώντας Αυτόν. Δεν θα κριθούν και καταδικασθούν οι άνθρωποι τόσον δια τα ημερολόγια, όσον θα καταδικασθούν δια την έλλειψιν της αγάπης και των καλών έργων. Ας αγαπήσωμεν τον Κύριον, ας φυλάξωμεν τας εντολάς Του και, εάν ως άνθρωποι αμαρτήσωμεν, ας μετανοήσωμεν δια να μη μείνωμεν έξω του Νυμφώνος Χριστού. Αναγκαίον κρίνω να αναφέρω εδώ δύο θαύματα αποδεικτικά, ότι τα μυστήρια τα υπό των νεοημερολογιτών τελούμενα είναι έγκυρα και ότι τον άνθρωπον δεν το σώζουν τα ημερολόγια, αλλά τον σώζει η μετάνοια, η εξομολόγησις, η πίστις, η αγάπη, τα καλά έργα, ο Θεός» (ἀπὸ τὴν ἔκδοση τῆς Ἱ. Μ. Λογγοβάρδας).

Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ ὁ π. Φιλόθεος, δὲν ἀκολούθησε τὸ Παλαιό! Ἀπεβίωσε μὲ τὸ Νέο!

Ἀπὸ τὰ παραπάνω γίνεται γενικὰ ἀντιληπτὸ ὅτι ὁ π. Χαρίτων ἐκφέρει μονόπλευρα στὸ βιβλίο του θέσεις τῶν Γ.Ο.Χ. ἀναπόδεικτες. Διέπραξε τὸ ἀκόμα καὶ γιὰ λόγους δεοντολογίας ἀνεπίτρεπτο· δὲν ἔλαβε καθόλου ὑπόψη —ἀκόμα καὶ ὡς ἐπιστημονικὸ ἀντίλογο— ἄλλες πηγὲς καὶ μελέτες, ποὺ νὰ ἀντιτίθενται στὴν ἡμερολογιακή του ἀντίληψη, ὅπως π.χ. τὸ σχετικὸ βιβλίο τοῦ π. Ἰωὴλ Γιανακόπουλου, φίλου τοῦ ὁσίου γέρ. Φιλόθεου Ζερβάκου, ἀλλὰ καὶ τὸ πρόσφατο βιβλίο τοῦ κ. Ρίζου «Οὐ βουλόμεθα ζῆν ψευδολογοῦντες», τὸ ὁποῖο μάλιστα προηγήθηκε λίγους μῆνες τοῦ δικοῦ του! Κι ὄχι μόνο περιφρονήθηκε ἀλλὰ καὶ καταδικάστηκε ἀπὸ τὸν κύκλο τοῦ π. Χαρίτωνος, ὡς ἐπιζήμιο τοῦ ἀγῶνος! Καὶ τοῦτο τὴν στιγμὴ ποὺ τὸ παρὸν βιβλίο πράττει τὸ ἴδιο, ἀπὸ τὴν ἀντίθετη ὅμως σκοπιά καὶ χωρὶς νὰ λάβει καθόλου καθόλου ὑπόψη τὶς κατοχυρωμένες θέσεις τοῦ βιβλίου τοῦ κ. Ρίζου. 

Καὶ διερωτᾶται κάθε καλόπιστος ἀναγνώστης: Μήπως ἡ πολεμικὴ ἐναντίον τοῦ βιβλίου τοῦ κ. Ρίζου ἔγινε, ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶδαν ὅτι τοποθετεῖ τὰ πράγματα σὲ διαφορετικὴ βάση ἀπ’ αὐτὴ τοῦ π. Χαρίτωνος; Καὶ ποιά καλύτερη εὐκαιρία γιὰ τοὺς Ἁγιορεῖτες Πατέρες (ποὺ ἐπέπληξαν σκληρὰ τὸν κ. Ρίζο γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ βιβλίου του), νὰ ἀναιρέσουν τὶς κατ’ αὐτοὺς «ἐπιζήμιες» θέσεις του; Εἶμαι σὲ θέση νὰ γνωρίζω ὅτι μεγάλη εὐγνωμοσύνη θὰ τοὺς χρωστοῦσε ὁ κ. Ρίζος, ὁ ὁποῖος μὲ συνοχὴ καρδίας ἐπεδόθη στὴν συγγραφὴ τοῦ βιβλίου «Οὐ βουλόμεθα ζῆν ψευδολογοῦντες», φοβούμενος μήπως κάποια θέση τοῦ βιβλίου του ἔβλαπτε ἀντὶ νὰ ὠφελήσει!

Ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύουν τὴν μέθοδο ποὺ γράφτηκε τὸ βιβλίο καὶ ἐξηγοῦν, γιατὶ καὶ στὰ προηγούμενα ἀπὸ τὸ ΙΓ΄ κεφάλαια παρατηροῦνται ἀνακρίβειες καὶ λάθη. Εἶναι σημαντικὸ νὰ τὰ ἐξετάσουμε, λοιπόν, αὐτά, γιατὶ ἐξηγοῦν καὶ καταδεικνύουν τὴν σκοποθεσία καὶ τὶς συνειδητὲς ἐπιλογὲς τοῦ συγγραφέα, νὰ ὑποστηρίξει μὲν τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση περὶ Διακοπῆς Μνημοσύνου ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστές, ἀλλὰ θὰ ἔλεγε κανεὶς ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τῶν Γ.Ο.Χ., προλειαίνοντας τὸ δρόμο γιὰ μιὰ ἕνωση τῶν ἀποτειχισμένων μὲ αὐτούς, ποὺ δὲν τοὺς ἀρκεῖ ἡ Ἀποτείχισή μας ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστές, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς κάνουν κοινωνοὺς τους ΑΠΑΙΤΟΥΝ καὶ τὴν ἀποδοχὴ ἐκ μέρους μας (ὡς δόγμα Πίστεως) τοῦ Ἡμερολογίου! (Οἱ πηγὲς γιὰ τὰ παρακάτω σχόλια καὶ στοιχεῖα παρατίθενται στὸ τέλος τοῦ ἑκάστοτε κεφαλαίου).

Κεφ. Α΄: «Ὁ Καρλομάγνος καὶ τὸ Φραγκογερμανικὸ κράτος».

Στὸ κεφάλαιο αὐτὸ ὁ π. Χαρίτων παρουσιάζει γενικὰ ὡς μόνο ὑπεύθυνο γιὰ τὶς πολιτικὲς καὶ ἐκκλησιαστικὲς ἐξελίξεις ἀπὸ τὸν 8ο αἰῶνα τὸν Καρλομάγνο καὶ τὸ μῖσος του ἐνάντια στὴν Ἀνατολὴ καθὼς καὶ τοὺς Πάπες, τοὺς μετὰ ὅμως τὸ 1009, ἀφότου δηλ. οἱ Πάπες ἦταν Φράγκοι στὴν καταγωγὴ κι ὄχι Ρωμαῖοι, ἀθωώνοντας παράλληλα τοὺς ἡμέτερους Ρωμαίους λόγῳ καταγωγῆς. Ἤδη ὅμως ἀπὸ τὸν τίτλο φαίνεται, ὅτι τὰ γεγονότα καὶ τὰ στοιχεῖα ποὺ παρατίθενται σ’ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο δὲν εἶναι γνωστὰ στὸν συγγραφέα, ἀλλὰ χρησιμοποιήθηκαν ἐπειδὴ ταίριαζαν καὶ εὐόδωναν τοὺς στόχους του. Αὐτὸ δικαιολογεῖ τὰ λάθη καὶ τὴν ἀσάφεια καὶ ἀνακρίβεια ποὺ τὰ διακρίνει, δὲν δικαιολογεῖ ὅμως τὴν ἔλλειψη προσπάθειας νὰ διασταυρώσει τουλάχιστον τὶς πληροφορίες ἢ νὰ ἀπέφευγε τὴν ἐκτενὴ παρουσιάση αὐτῶν τῶν γεγονότων. Διότι, ἐνῶ τὸ κεντρικὸ μήνυμα τοῦ κεφαλαίου εἶναι σὲ γενικὲς γραμμὲς σωστό, τὰ λάθη καὶ οἱ παραλήψεις ὑποβιβάζουν τὴν σημασία του καὶ φανερώνουν μία ἀπολυτότητα σκέψης στὰ μάτια τοῦ ἀναγνώστη. 

Ὁ Κάρολος ὁ Μέγας ἢ Καρλομάγνος δὲν ἵδρυσε τὸ φραγκογερμανικὸ κράτος, ἀλλὰ τὴν φράγκικη αὐτοκρατορία, ποὺ περιελάμβανε ὄχι μόνο φραγκογερμανούς, ἀλλὰ πολλοὺς λαοὺς κι ἡ ὁποία στοὺς ἑπομένους αἰῶνες, καὶ ὡς ἀποτέλεσμα τῶν διαμαχῶν τῶν ἀπογόνων τοῦ Καρόλου καὶ τοῦ χωρισμοῦ της σὲ δύο μέρη, τελικὰ κατέληξε στὴν ἵδρυση τῆς (Φραγκο)Γαλλίας καὶ (Φραγκο)Γερμανίας ἢ μᾶλλον τῆς λεγομένης «Ἁγίας Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας Γερμανικῶν Ἐθνῶν». Ὅπως γράφει ὁ Ναυπάκτου Ἱερόθεος: «Ἡ ταύτιση τοῦ ἔθνους μὲ τὴν φυλετικὴ καταγωγή, καὶ κυρίως τοὺς Φράγκους, ἡ σύνδεση τοῦ ἔθνους μὲ τὶς κοινωνικὲς τάξεις, ...ποὺ δημιουργήθηκε τὸν ΙΘ' αἰῶνα (σσ. καὶ ὄχι τὸν 8ο, ὅπως γράφει ὁ π. Χαρίτων) κλπ.» (ἐδῶ). Οἱ Φράγκοι πολέμησαν τὶς περισσότερες φορὲς τὸ «Βυζάντιο», ὄχι ὅμως πάντα. Ὁ αὐτοκράτορας τῶν Φράγκων Φρειδερῖκος Β΄ Χόενστάουφεν π.χ., μετὰ τὴν 4η Σταυροφορία τὸ 1204, εἶχε συμμαχήσει μὲ τὸν Ἰωάννη Βατάτζη (Αὐτοκράτορα τῆς Νικαίας καὶ τοπικὸ Ἅγιο) ἐναντίον τοῦ Πάπα Ἰννοκέντιου τοῦ Δ΄ (τὸν εἶχε ἀφορίσει 4 φορές) καὶ ἡ κόρη του Κωνσταντία παντρεύτηκε τὸν Ἅγ. Ἰωάννη, ἀφοῦ βαπτίσθηκε Ἄννα. Σὲ μία ἐπιστολή του μάλιστα, πρὸς τὸν Ἅγ. Ἰωάννη, ὁ Φρειδερῖκος γράφει ὅτι κακῶς ἡ Κωνσταντινούπολη εἶχε ἀφαιρεθεῖ ἀπὸ τοὺς Βυζαντινούς, τοὺς δικαιωματικοὺς κατόχους της, καὶ ὅτι κακῶς πάλι οἱ τελευταῖοι θεωροῦνταν σχισματικοί, ἀφοῦ ὁ πρωταίτιος τοῦ σχίσματος ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Πάπας: «Αὐτὸς ὁ λεγόμενος Ἀρχιερέας (σσ. ὁ Πάπας) τολμᾶ ξεδιάντροπα νὰ κατηγορεῖ ὡς αἱρετικοὺς αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς ὁποίους ξεκίνησε ἡ χριστιανικὴ πίστη καὶ ἔφθασε μέχρι τὰ πέρατα τῆς γῆς» (Historia diplomatica Friderici II, Huillard Breholles, codex 305 Vienna). Πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ γίνουν ὅλα αὐτά, ἀφοῦ –κατὰ τὰ λεγόμενα τοῦ π. Χαρίτωνος– ὅλοι οἱ Φράγκοι ἦταν ἐχθροὶ τοῦ «Βυζαντίου» καὶ ὄργανα τοῦ Πάπα καὶ ὅλοι οἱ Σταυροφόροι «ἀγροῖκοι καὶ φανατικοὶ παπικοὶ τυχοδιῶκτες»; (σελ. 51).

«Ἡ ὁριστικὴ ρήξη» ἀνάμεσα στὴν Ἀνατολικὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία (Βυζάντιο) καὶ τὴν Φραγκική (Δύση) ποὺ ἀναφέρεται στὴν σελ. 39 τοῦ βιβλίου, δὲν «συντελέστηκε τὸν 8ο αἰῶνα» ἀλλὰ ἄρχισε στὸ τέλος τοῦ 8ου καὶ ἀρχὴ τοῦ ἐνάτου μὲ τὴν στέψη τοῦ Καρόλου στὴν Ρώμη ἀπὸ τὸν Πάπα, στὶς 25 Δεκεμβρίου τοῦ 800 μ.Χ., καὶ ὁλοκληρώθηκε μὲ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1453.

Γιὰ νὰ μὴν ἀναφέρομαι σὲ κάθε παράγραφο τοῦ Α΄ κεφ. τοῦ παρόντος βιβλίου θα προσπαθήσω νὰ κάνω μία, ὅσο γίνεται, περιληπτικὴ ἀναφορὰ τῶν γεγονότων, ὥστε νὰ γίνουν κατανοητὰ στὸν ἀναγνώστη, ποὺ φυσικὰ ἔχει διαβάσει τὸ βιβλίο τοῦ π. Χαρίτωνος, ποιές ἀνακρίβειες ἢ λάθη ἔχουν γίνει.

Τὸ 773 ἡ θέση τοῦ Πάπα Ρώμης Ἀδριανοῦ κινδύνευε ἀπὸ τὸν βασιλέα τῶν Λαγγοβάρδων Δεσιδέριο. Ὁ Πάπας ἀφοῦ ἀναζήτησε ἀπεγνωσμένα βοήθεια ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τῶν Ρωμαίων Κωνσταντίνο τὸν Ε΄, ὁ ὁποῖος βρισκόταν σὲ πόλεμο μὲ τοὺς Βουλγάρους, ἔστειλε πρέσβεις στὸν Καρλομάγνο ζητώντας του νὰ ἀκολουθήσει τὴν πολιτικὴ ὑποστήριξης τῆς Ρώμης τοῦ πατέρα του, Πιπίνου. Τελικὰ ὁ Καρλομάγνος πῆρε τὴν μεριὰ τοῦ Πάπα, διέσχισε τὶς Ἄλπεις το 773 καὶ πολιόρκησε τὴν πρωτεύουσα τῶν Λαγγοβάρδων, Παβία. Ἡ πολιορκία διήρκεσε μέχρι τὴν ἄνοιξη τοῦ 774. Τότε ο Καρλομάγνος ἐπισκέφθηκε τὸν Πάπα στὴ Ρώμη. Τώρα εἶχε ὁ Πάπας ἕναν φράγκο ἀντὶ ἑνὸς λαγγοβάρδου βασιλέως πρὸ τῶν πυλῶν τῆς Ρώμης. Μετὰ ἀπὸ βιαστικὲς προετοιμασίες τὸν ὑποδέχθηκαν ἡ φρουρὰ καὶ οἱ δικαστὲς τῆς πόλης στὸν πρῶτο χιλιομετρικὸ δείκτη τῆς πόλης, πρᾶγμα ποὺ γίνονταν μόνο στὴν ὑποδοχὴ ἑνὸς ἐξάρχου ἢ ἑνὸς πατρικίου. Ἔτσι ἀναγνώρισε ὁ Πάπας de facto τὸν Κάρολο ὡς πατρίκιο, πράξη ποὺ φυσικὰ δὲν συνέπιπτε μὲ τὶς δικαιοδοσίες του. Σὰν ἀντάλλαγμα πῆρε ὁ Πάπας ἐδαφικὲς παραχωρήσεις καὶ τὰ πρῶτα σημάδια ἀναγνώρισης τῆς πνευματικῆς του κυριαρχίας καὶ στὸ κράτος τῶν Φράγκων. Ἀπὸ τότε ὀνομαζόταν ὁ Κάρολος Carolus dei gratia rex Francorum et Langobardorum atque patricius Romanorum καὶ ἐξασφάλισε τὴν ἐξουσία του ὡς κυρίαρχος τῆς Β. Ἰταλίας καὶ ὡς προστάτης τῆς Ρώμης. Τὸ παράδοξο σὲ αὐτὴν τὴν ἐξέλιξη εἶναι, ὅτι ὁ Πάπας κατάφερε νὰ ἔχει τὸν Κάρολο ὡς προστάτη ἀκόμα κι ἐναντίον τῆς Κων/πολης, ἐνῶ τυπικὰ ἡ Κων/πολη παρέμενε ἡ δύναμη στὴν ὁποία ὁ Πάπας ἦταν ὑποτελής, π.χ. μέχρι τὸ 781/82, τὰ παπικὰ ἔγγραφα ἦταν χρονολογημένα μὲ τοὺς χρόνους βασιλείας τῶν αὐτοκρατόρων. Ἀπὸ τότε ὅμως χρονολογοῦνταν μὲ βάση τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Τὸ 778 μάλιστα κίνησε ἐκστρατεία, τὴν πρώτη στὴν ἱστορία ἑνὸς Πάπα ἐναντίον τῆς Τερρακίνας –ποὺ ἦταν ὑποτελὴς τοῦ Πατρικίου τῆς Σικελίας (τοῦ «Βυζαντίου» δηλ.)– καὶ τὸ 781 ἔχρισε τὰ παιδιὰ τοῦ Καρόλου στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγ. Πέτρου ὡς διαδόχους βασιλεῖς.

Ὁ αὐτοκράτορας Λέων ὁ 4ος συμμάχησε τότε μὲ τὸν Κάρολο ἐναντίον τοῦ Πάπα(!!!), ἀλλὰ ὁ πρώιμος θάνατός του ἐμπόδισε τὴν ὁλοκλήρωση τῆς συμμαχίας. Ἀντιθέτως τὰ πράγματα περιπλέχτηκαν, διότι τὴν ἀντιβασιλεία, μιᾶς καὶ ὁ διάδοχος Κων/νος ὁ 6ος ἦταν ἀνήλικος, τὴν ἀνέλαβε ἡ αὐτοκράτειρα Εἰρήνη. Αὐτὸ ἦταν για τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀνήκουστο, δηλ. νὰ κατέχει μία γυναίκα τὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο καὶ ὁδήγησε πολλοὺς σὲ ἀνταρσία ἐναντίον τοῦ θρόνου, πχ. τὸν Πατρίκιο τῆς Σικελίας Ἐλπίδιο, τὸν ὁποῖο ἡ Εἰρήνη νίκησε καὶ ἐξόρισε. Ἡ Εἰρήνη γιὰ νὰ κρατήσει τὶς ἰσορροπίες ἀρραβώνιασε τότε τὸν νεαρό διάδοχο Κων/νο μὲ τὴν κόρη τοῦ Καρόλου Ροτρούδη. Αὐτὸς ὁ ἀρραβώνας τελικὰ δὲν ἔλαβε εὐτυχὲς τέλος (ἂς φανταστοῦμε φυσικὰ τί θα γράφαμε σήμερα οἱ ἱστορικοὶ καὶ κυρίως οἱ Ὀρθόδοξοι, ἂν οἱ δύο τελικὰ εἶχαν παντρευτεῖ καὶ οἱ Φράγκοι συγγένευαν μὲ τὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο!). Ὅλα αὐτὰ ὅμως ὁδήγησαν καὶ στὴν ἀναγνώριση τῆς κυριαρχίας τῶν Φράγκων στὴν Β. Ἰταλία καὶ στὴν ἀπόσχιση τῆς Ρώμης ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῆς Κων/πολης.

Τὸ 787 ἔλαβε μέρος ἡ 7η Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὴν Νίκαια, ἡ ὁποία ἀναστήλωσε τὶς εἰκόνες καὶ καταδίκασε τὴν εἰκονομαχία. Στὴν Σύνοδο αὐτὴ καλέσθηκε καὶ ὁ Πάπας, ὁ ὁποῖος ἔστειλε ἀντιπροσώπους, δὲν καλέσθηκαν ὅμως φράγκοι ἀντιπρόσωποι. Στὴν ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλε ὁ Πάπας ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Καρόλου ἐξέφρασε τὶς ἀκόλουθες ἀπαιτήσεις: Τὴν μὴ ἀναγνώριση τοῦ πατριάρχου Ταρασίου ὡς οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη, τὴν ἐπαναγνώριση τῶν παπικῶν δικαιωμάτων, ποὺ μειώθηκαν μὲ τὴν ἔναρξη τῆς εἰκονομαχίας, τὴν πατρότητα πάνω στὶς περιοχὲς τῆς Ν. Ἰταλίας καὶ τὴν ἀναγνώριση τῆς ἐξουσίας τοῦ Πάπα πάνω ἀπὸ ὅλη τὴν Δ. Ευρώπη. Ὡς ἐγγυητὴ αὐτῶν τῶν ἀπαιτήσεως παρουσίασε ὁ Πάπας τὸν βασιλέα τῶν Φράγκων καὶ Λαγγοβάρδων καὶ ρωμαῖο πατρίκιο Κάρολο. Στὴν Σύνοδο ὅμως ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Πάπα διαβάστηκε στὰ ἑλληνικά, χωρὶς αὐτὲς τὶς ἀπαιτήσεις, φέρνοντας ἔτσι τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ Πάπα πρὸ τετελεσμένων γεγονότων. 

Οἱ Φράγκοι ἀντέδρασαν στὴν μὴ συμμετοχή τους μὲ τὴν ἔκδοση τῶν Libri Carolini στὰ ὁποῖα καταδίκαζαν καὶ τοὺς εἰκονολάτρες καὶ τοὺς εἰκονομάχους(!) καὶ ὀνόμασαν γιὰ πρώτη φορὰ ὑποτιμητικὰ τοὺς Ἕλληνες Graecos. Τὸν Πάπα ποὺ συμμετεῖχε στὴν Σύνοδο ὅμως δὲν τὸν καταδίκασαν. Ὁ δὲ Πάπας δὲν ὑπόγραψε τὴν ἐπικύρωση τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου ποὺ τοῦ ἐστάλη ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα. Ἀντιθέτως, ἐνῶ σὲ ἐπιστολὴ του πρὸς τὸν Κάρολο –μέσῳ τοῦ ἡγουμένου Ἀλγιβέρτου– ἀπαιτοῦσε τὴν ἀποδοχὴ τῆς Συνόδου ἀπὸ μέρους τοῦ Καρόλου, ζητοῦσε παράλληλα τὸν ἀναθεματισμὸ τοῦ αὐτοκράτορα Κων/νου, ἂν δὲν δεχόταν τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ Πάπα, ποὺ στάλθηκαν μὲ τὴν ἐπιστολή του στὴ Σύνοδο.

Παρουσιάζεται δηλ. τὸ ἀκόλουθο παράδοξο ἀλλὰ ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα χαρακτηριστικό, γιὰ τὴν στάση τῶν Παπῶν: Ὁ Πάπας ζητοῦσε ἀπὸ ἕναν βασιλέα ποὺ καταδίκαζε τὴν ὀρθόδοξη Σύνοδο –καὶ τὸν ὁποῖο ὁ Πάπας πίεζε νὰ τὴν ἀναγνωρίσει– νὰ ἀναθεματίσει τὸν αὐτοκράτορα ποὺ ἐπικύρωσε τὴν Σύνοδο καὶ ἐπανέφερε τὴν Ὀρθοδοξία! Οἱ ἱστορικοὶ εἶναι σύμφωνοι ὅτι, μὲ αὐτήν του τὴν στάση, ὁ Πάπας δηλώνει τὴν ὁριστική του ἀπόφαση νὰ συμβαδίσει μὲ τὴν Δύση.

Στὴν φράγκικη σύνοδο τῆς Φρανκφούρτης ποὺ ἔλαβε μέρος τὸ 794 οἱ Φράγκοι ὀνόμασαν τὴν 7η οἰκουμενικὴ Σύνοδο «Ψευτοσύνοδο» καὶ ἀνακήρυξαν τὴν τιμὴ τῶν εἰκόνων αἵρεση, χωρὶς ὅμως παράλληλα νὰ καταδικάσουν τὸν Πάπα. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Πάπα δὲν ἀντιστάθηκαν σὲ αὐτὴν τὴν ἀπόφαση, ἂν καὶ ὁ Πάπας δὲν τὴν ἐπικύρωσε. Ἔτσι ὁ Πάπας –πάλι παραδόξως– δὲν ἐπικύρωσε οὔτε τὴν μία (Οἰκουμενική) οὔτε τὴν ἄλλη (Φρανκφούρτη) σύνοδο.

Καὶ φτάνουμε στὴν ἐπίμαχη χρονιά, τῆς στέψης τοῦ Καρόλου στὴν Ρώμη, τὸ 800. Δὲν θὰ ἀναλύσω ὅλη τὴν ἱστορία τῆς στέψης τοῦ Καρόλου. Συμπερασματικὰ ὅμως ἀξίζει νὰ ἀναφερθοῦν τὰ ἀκόλουθα:

Τὸ 799 ὁ Πάπας Λέων Γ΄, ἔπεσε θύμα συνωμοσίας καὶ κακοποίησης ἀπὸ ρωμαίους ἀριστοκράτες, μετὰ ἀπὸ κατηγορίες ἐναντίον του γιὰ ἠθικὰ παραπτώματα. Ὁ Λέων δραπέτευσε καὶ κατέφυγε στὸν Κάρολο, στὸ Παντερμπόρν τῆς σημερινῆς Γερμανίας, ζητώντας του νὰ ἐκστρατεύσει ἐναντίον τῆς Ρώμης καὶ νὰ τὸν ἀποκαταστήσει. Ὁ Κάρολος συμφώνησε καὶ το Νοέμβριο τοῦ 800 ἔφθασε στὴν πόλη. Ὁ Πάπας τὸν ὑποδέχτηκε πρὶν τῆς πύλες τῆς πόλεως, πρᾶγμα ποὺ γίνεται μόνο στὴν ὑποδοχὴ ἑνὸς αὐτοκράτορα. Ὁ Κάρολος φυλάκισε τοὺς στασιαστὲς καὶ συγκάλεσε συμβούλιο τὴν 1η Δεκεμβρίου. Στὶς 23 Δεκεμβρίου ὁ Λέων ἔδωσε ὅρκο ἀθωότητας ἐναντίον τῶν ἠθικῶν κατηγοριῶν ποὺ τοῦ ἀπέδιδαν οἱ ἀντίπαλοί του. Στὴ Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων (25 Δεκεμβρίου), ὅταν ὁ Κάρολος γονάτισε μπρὸς στὴν ἁγία τράπεζα γιὰ νὰ προσευχηθεῖ, ὁ Πάπας τὸν ἔστεψε Imperator Romanorum ("Αὐτοκράτορα των Ρωμαίων"). Μὲ τὴν στέψη αὐτὴ ὁ Πάπας καὶ ὁ Κάρολος οὐσιαστικὰ ἀκύρωναν τὴν νομιμότητα τῆς αὐτοκράτειρας Εἰρήνης τῆς Κων/πολης καὶ τὴν πατροπαράδοτη μέχρι τότε τάξη πραγμάτων, ποὺ ἤθελε πάντα τὴν ὕπαρξη μόνο ἑνὸς νομίμου αὐτοκράτορα τῶν Ρωμαίων.

Τὸ ἐρώτημα τῶν ἱστορικῶν, ποιός σχεδίασε τὴν στέψη, τείνει πιὰ στὴν ἀπάντηση, ὅτι ὁ Πάπας ἦταν αὐτὸς ποὺ εἶχε κανονίσει καὶ σχεδιάσει τὴν στέψη καὶ τὴν τελετὴ καὶ ὄχι ὁ Κάρολος ἢ τουλάχιστον ὄχι κυρίως ὁ Κάρολος. Σ’ αὐτὴ τὴν ἄποψη συνηγοροῦν τὰ ἀκόλουθα ἀποδεδειγμένα γεγονότα:

Α) Ὁ Πάπας προϋπάντησε τὸν Κάρολο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, τελετουργικό ποὺ ἁρμόζει μόνο στὸν αὐτοκράτορα.

Β) Τὸ μωσαϊκὸ στὸ παλάτι τοῦ Λατερανοῦ ποὺ δείχνει τὸν Ἅγ. Πέτρο νὰ εὐλογεῖ τὸν Πάπα καὶ τὸν Κάρολο ὡς πνευματικὴ καὶ κοσμικὴ ἐξουσία χρονολογεῖται τὰ Χριστούγεννα τοῦ 800, δηλ. στὴν στιγμὴ καὶ πρὸς τιμὴ τῆς στέψης. Γιὰ τὴν κατασκευή, ὅμως, ἑνὸς τέτοιου μωσαϊκοῦ, μάλιστα ἐκείνη τὴν ἐποχή, χρειαζόταν πολὺς χρόνος, γεγονὸς ποὺ φανερώνει, ὅτι ἄρχισε νὰ κατασκευάζεται τὸ 799, τὴν χρονιὰ δηλ. ποὺ γύρισε ὁ Πάπας ἀπὸ τὸ Παντερμπόρν. Ἄρα ἡ συμφωνία εἶχε γίνει ἤδη ἐκεῖ. 

Γ) Σὲ ὅλα τὰ χρονικὰ ἀναφέρεται, ὅτι στὴν τελετὴ στέψεως ψάλθηκε ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους καὶ τὴν φρουρά πολυχρόνιο. Ἕνα πολυχρόνιο ὅμως –μιᾶς καὶ πολυχρόνιο γιὰ αὐτοκράτορες δὲν εἶχε ψαλλεῖ στὴν Ρώμη γιὰ αἰῶνες ὁλόκληρους– ἀπὸ τόσους πολλοὺς ἀνθρώπους ἀπαιτεῖ πρόβες καὶ ἐκπαίδευση καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν εἶχε δώσει ἀνάλογη ἐντολὴ ὁ Πάπας ἢ νὰ ἔμεινε κρυφὸ στὸν κύκλο τοῦ Καρόλου.

Ὅλα τελικὰ συνηγοροῦν στὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ Πάπας Λέων γιὰ νὰ σώσει τὴν ζωή του καὶ τὸν θρόνο του (ἀκόμα ὑπάρχουν ἰσχυρὲς ἀμφιβολίες ἂν ὁ Λέων ἦταν ἀθῶος), πρότεινε στὸν Κάρολο τὸ στέμμα τῶν «Ρωμαίων», τὸ ὁποῖο φυσικὰ αὐτὸς χωρὶς ἀντιρρήσεις δέχθηκε. Ἀκόμα καὶ στὸ δογματικὸ ὕψιστο θέμα τοῦ Φιλιόκβε, ὁ Πάπας Λέων, ἂν καὶ ὁ ἴδιος δὲν ἀποδέχθηκε τὴν αἱρετικὴ αὐτὴ προσθήκη, ἐπέτρεψε μὲ τὴν στάση του τὴν ἐξάπλωσή της, διότι δὲν καταδίκασε ρητῶς τὴν σύνοδο τῆς Φρανκφούρτης καί, θέτοντας τὴν Ἰταλία ὑπὸ τὴν διοικητικὴ ἐξουσία τοῦ Καρόλου, ἄφησε τὸ ποίμνιο της νὰ πέσει θύμα καὶ νὰ ἀποδεχτεῖ αὐτὴν τὴν αἵρεση. Ἂλλη μία ἀπόδειξη καὶ γιὰ μᾶς σήμερα, ὅτι ὑπεράσπιση τοῦ δόγματος χωρὶς τὴν ἀνάλογη ὑπευθυνότητα καὶ τὸ ἀνάλογο κόστος δὲν εἶναι δυνατή.

Ὁ Θεοφάνης ἀναφέρει στὸ χρονικό του (6293, 6294), ὅτι μετὰ τὴν στέψη στάλθηκε ἀντιπροσωπεία στὴν Κων/πολη, ποὺ διαπραγματεύθηκε τὸν γάμο τοῦ Καρόλου μὲ τὴν Εἰρήνη(!). Ὁ γάμος τελικὰ δὲν πραγματοποιήθηκε, γιατὶ τὸ 802 ὁ Λογοθέτης τοῦ Δρόμου Νικηφόρος ἀνέτρεψε τὴν Εἰρήνη καὶ ἀνακηρύχθηκε αὐτοκράτορας. Κι αὐτὸ ὅμως τὸ γεγονὸς ἀποτελεῖ μία ἀπόδειξη τῆς κατάστασης μετὰ τὴν στέψη τοῦ Καρόλου. Τελικὰ ἡ Κων/πολη τὸ 812 ἀναγνώρισε τὴν στέψη τοῦ Καρόλου ὡς ἀδελφοῦ βασιλέα. Φράγκοι καὶ «Βυζαντινοὶ» ἔφτασαν μάλιστα στὸ σημεῖο νὰ ἀντιμετωπίσουν ὡς σύμμαχοι μία ἀραβικὴ ἀπόβαση στὴν Ν. Ἰταλία. 

Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ «ὁριστικὴ ρήξη» τοῦ π. Χαρίτωνος;

Ὅσο γιὰ τὸ θέμα τῶν Σταυροφοριῶν οἱ πληροφορίες τοῦ π. Χαρίτωνος εἶναι κι ἐπὶ τούτου ἐλλειπεῖς, μιᾶς καὶ ὁ π. Χαρίτων ἀναφέρει τὴν ἠθικὴ κατάντια τῶν Σταυροφόρων, δὲν ἀναφέρει ὅμως τὴν ἠθικὴ πτώση, τὴν ἐκκοσμίκευση, τὴν συσσώρευση τεραστίων περιουσιῶν στὰ μοναστήρια (καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος), τὸν μοναχισμὸ ὡς ἐπιλογὴ γιὰ ἀποφυγὴ τῆς στράτευσης, τὴν ἠθικὴ παρακμή, τὶς δυναστικὲς ἔριδες καὶ τοὺς ἀσταμάτητους ἐμφυλίους πολέμους ποὺ ἀποδυνάμωσαν τὴν Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἔδωσαν τὴν δυνατότητα στοὺς Σταυροφόρους νὰ κάνουν αὐτὰ ποὺ ἔκαναν. Ἂς μὴν ξεχνοῦμε, ὅτι ὁ γιὸς τοῦ ἐκθρονισμένου βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα Ἰσαάκιου, Ἀλέξιος, ἦταν αὐτὸς ποὺ προσκάλεσε τοὺς σταυροφόρους τῆς 4ης Σταυροφορίας νὰ τὸν βοηθήσουν νὰ ἀνακτήσει τὴν ἐξουσία, προσφέροντάς τους ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα δὲν διέθετε καὶ δίνοντάς τους τὸ δικαίωμα νὰ διεκπερώσουν τὰ ἀνίερα σχέδιά τους (αὐτὰ τὰ γεγονότα παραδόξως δὲν τὰ ἀναφέρει ὁ π. Χαρίτων). Ἡ ὑγιὴς σὲ λειτουργία καὶ σκέψη καὶ πνευματικὰ ἀνεστημένη Αὐτοκρατορία τῆς Νικαίας (πχ. ἡ μεγάλη παράκληση στὴν Παναγία, γραμμένη ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Θεόδωρο Λάσκαρη) εἶναι ἡ ἀπόδειξη τῶν παραπάνω ἰσχυρισμῶν. Ὄχι κυρίως ὁ Κάρολος ἢ οἱ Φράγκοι ἀλλά, ἐδῶ θὰ δανειστῶ μία ἔκφραση τοῦ μακαριστοῦ π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου, «Ὁ Θεὸς κυβερνᾶ τοὺς λαούς, ἀναδεικνύει ἢ τιμωρεῖ» ἀνάλογα μὲ τὴν πορεία τους. 

Ἀπὸ ὅλα αὐτὰ λοιπὸν συμπεραίνουμε, ὅτι ἡ παράθεση τῶν παραπάνω γεγονότων στὸ βιβλίο τοῦ π. Χαρίτωνος εἶναι πολὺ ἁπλοποιημένη καταδικάζοντας σωστά, μὲν ἀλλὰ μονόπλευρα τὸν Κάρολο καὶ τοὺς Φράγκους κι ἀθωώνοντας τὸν Πάπα καὶ τὴν Κων/πολη λόγῳ καταγωγῆς ὡς θύματα. Ἡ παραπάνω ἔκθεση τῶν γεγονότων ἀποδεικνύει ὅμως, ὅτι ὁ Πάπας (πρὶν τὸ 1009 καὶ παρότι Ὀρθόδοξος καὶ Ρωμαῖος κι ὄχι Φράγκος) ὄχι μόνο ἀθῶος δὲν ἦταν, ἀλλὰ κατὰ πάσα πιθανότητα ὁ κύριος ὑπαίτιος τῆς ἀρνητικῆς ἐξέλιξης μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσης μιᾶς καὶ μὲ τοὺς χειρισμούς του, ὅπως καὶ σήμερα, ἔμπλεξε ἐκκλησιαστικὰ καὶ κοσμικὰ ζητήματα, ἀποσκοπώντας στὴν πολιτικὴ ἐξουσία. Ἡ Κων/πολη εὐθύνεται κι αὐτή (παρότι κι αὐτὴ Ὀρθόδοξη), διότι σ’ αὐτὴν τὴν κρίσιμη στιγμὴ ἀσχολοῦταν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μὲ δυναστικὲς ἔριδες κι ὄχι μὲ τὰ σημαντικὲς δογματολογικὲς ἐξελίξεις στὴν Δύση. Καὶ φυσικὰ οἱ Φράγκοι καὶ ὁ Κάρολος εὐθύνονται ὡς πρῶτοι ἀλλὰ ὄχι μοναδικοὶ αἴτιοι, γιατὶ δὲν ὑπάκουσαν στὶς ἀποφάσεις τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, χρησιμοποίησαν τοὺς δύο παραπάνω (Πάπα καὶ Κων/πολη) γιὰ τὰ δικά τους σχέδια ἐξουσίας, πέτυχαν τὸν σκοπό τους κάνοντας τὸν Πάπα πιόνι τους, γινόμενοι ὅμως παράλληλα οἱ ἴδιοι πιόνια στὰ σχέδια τοῦ Πάπα γιὰ ἐξουσία (παράδειγμα ἡ μεταγενέστερη πασίγνωστη διαμάχη τοῦ Πάπα Γρηγορίου τοῦ Ζ΄ μὲ τὸν ἀπόγονο τοῦ Καρόλου Ἑρρῖκο τὸν Δ΄ γιὰ τὴν σιμωνία καὶ τὸν διορισμὸ τῶν Ἐπισκόπων). Ὁ πάπας μάλιστα Γρηγόριος ὁ Ζ΄, Φράγκος κι ὄχι Ρωμαῖος, ἀκύρωσε τὸν τίτλο τοῦ Ἑρρίκου ὡς imperator Romanorum (αὐτοκράτορα τῶν Ρωμαίων) καὶ τὸν μετέτρεψε σὲ imperator teutonum (αὐτοκράτορα τῶν Τευτόνων). Αὐτὸ δηλ. ποὺ ἐπιδίωκε ἡ Κων/πολη. Τὰ ἔπραξε αὐτὰ ὁ Πάπας ὡς ὑποτιθέμενος σύμμαχος τοῦ «Βυζαντίου»; Ἀσφαλῶς ὄχι.

Αποκρύπτοντας σημαντικὰ στοιχεῖα σὲ μία ἱστορικὴ ἀναδρομὴ ἰδίως γιὰ τὸν Μεσαίωνα, μπορεῖ νὰ ἀποδεικνύουμε ἐχθρούς, ἀφαιροῦμε ὅμως παράλληλα τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε κι ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, διότι ἡ ἱστορία τῆς Ρωμανίας (Βυζαντίου) μᾶς ἀποδεικνύει, ὅτι ὅταν ἐμεῖς ἀμελοῦμε, οἱ ἄλλοι δράττονται τῆς εὐκαιρίας. Τὸ νὰ ἐνοχοποιοῦμε μόνο τοὺς ἄλλους, χωρὶς κάθε εἴδους αὐτοκριτικῆς, δὲν ἀποτελεῖ λύση ἀντιμετώπισης μιᾶς αἱρέσεως.

Einhard: Vita Karoli Magni. Lat./Dt. Übers., Anm. u. Nachw. von Evelyn Scherabon Firchow. Reclam Verlag, Ditzingen 1986, Reichsannalen, in: Hartmann, W. (Hg.): Frühes und hohes Mittelalter 750-1250 (Deutsche Geschichte in Quellen und ‚Darstellungen 1) Stuttgart 1995, Becher Matthias: Die Päpste und Karl der Große. Eine Frage der Selbstbehauptung. In: Kaiser und Kalifen. Karl der Große und die Mächte am Mittelmeer um 800, Darmstadt 2014, S.50-61, Borgolte, Michael: Karl der Große. Ein Global Player? In: Kaiser und Kalifen. Karl der Große und die Mächte am Mittelmeer um 800, Darmstadt 2014, S.16-22, Classen, Peter: Karl der Große, das Papstum und Byzanz. Die Begründung des Karolingischen Kaisertums, in: H. Fuhrmann/ C. Märtl (Hg.): Beiträge zur Geschichte und Quellenkunde des Mittelalters, Bd. 9, Sigmaringen 1985, Deer, Josef: Byzanz und das abendländische Herrschertum, in: Peter Classen (Hg.): Vorträge und Forschungen Band XXI, Sigmaringen 1977, Dölger, Franz: Byzanz und die europäische Staatenwelt. Ausgewählte Vorträge und Aufsätze, Darmstadt 1964, Ostrogorsky, Georg: Βυζαντινὴ ἱστορία, München 1996, Schreiner, Peter: Byzanz, München 2011.

Κεφ. Γ΄: «Ἀθεΐα, Ἐλευθεροτεκτονισμός (Μασονία), Διαφωτισμός»

Στὸ κεφάλαιο αὐτὸ ὁ π. Χαρίτων κάνει πάλι μία ἱστορικὴ ἀναδρομή, χωρίς ὅμως νὰ μπαίνει σὲ λεπτομέρειες καὶ παρουσιάζοντας τόσο ἁπλοποιημένα τὰ πράγματα, ὥστε γιὰ ἀκόμη μία φορὰ νὰ παρουσιάζονται χτυπητὲς ἀνακρίβειες καὶ λάθη. Ἔτσι ὁ π. Χαρίτων:

Α) Ὀνομάζει τὴν Ἀναγέννηση μία ἐποχὴ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἐπακόλουθο τῆς παπικῆς πλάνης. Φυσικὰ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα εἶναι σωστό, ἀλλὰ μόνο ἐν μέρει. Διότι μαζὶ μὲ τὴν Ἀναγέννηση ἀναπτύχθηκε ὁ Οὑμανισμός. Οὑμανισμὸς καὶ Ἀναγέννηση δὲν ἔχουν ὡς ἀφετηρία μόνο τὴν παπικὴ πλάνη, ἀλλὰ τὸν τρόπο σκέψης καὶ ἐπαφῆς μὲ τὸ ἀρχαῖο πνεῦμα καὶ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ποὺ ἔφεραν στὴ ἀπεκομμένη, ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ κυρίως Ἀρχαιότητα Δύση οἱ «βυζαντινοί» λόγιοι, λίγο πρὶν καὶ μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κων/πόλεως· λόγιοι ὅπως ὁ Γεμιστὸς Πλήθων, ὁ Μανουὴλ Χρυσολωρᾶς, ὁ Νικόλαος Σιγηρός, ὁ Δημήτριος Κυδώνης, ὁ Ἰωάννης Ἀργυρόπουλος, ὁ Δημήτριος Χαλκοκονδύλης κ.ἄ. Οἱ λόγιοι αὐτοὶ πού, ὅπως σωστὰ ἐπισημαίνει ὁ π. Χαρίτων, εἰσήγαγαν τὸν σχολαστικισμὸ στὸ «Βυζάντιο», τώρα τὸν ξαναφέρνουν ἐξελληνισμένον πίσω (ὅπως π.χ. κάνει τώρα, ἀντιστρόφως ὅμως, ὁ Ζηζιούλας). Οἱ Δυτικοὶ μέχρι τότε στὴν πλειοψηφία τους δὲν γνώριζαν οὔτε καταλάβαιναν ἑλληνικά: «graeca sunt, non leguntur» (=ἑλληνικὰ εἶναι, δὲν διαβάζονται). Οἱ λόγιοι αὐτοὶ ἔφεραν πληθώρα ἑλληνικῶν κειμένων στὴν Δύση καὶ βοήθησαν τοὺς Δυτικούς, κυρίως τοὺς Ἰταλούς, νὰ γίνουν γνῶστες τῆς ἑλληνικῆς σκέψης συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς. Στὴν Δύση ὅμως δὲν ὑπῆρχαν τὰ προστατευτικὰ πλαίσια ποὺ προσέφερε ἡ Ορθοδοξία στὴν Ἀνατολὴ καὶ ἔτσι ἡ ἀναζήτηση ξέφυγε καὶ πέρασε σὲ ἄλλα ἐπίπεδα ποὺ ἐπέφεραν τὸ γνωστὸ ἀποτέλεσμα. Τρανταχτὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ ὁ Πλήθων Γεμιστός, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ οὑμανιστής, δὲν ὑπέγραψε τὸν ὅρο ἑνώσεως τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας.

Ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἐπιτεύγματα ποὺ δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία δὲν θὰ ἦταν δυνατὰ χωρὶς τὴν συμβολὴ τῶν «βυζαντινῶν» αὐτῶν λογίων καὶ τῶν μαθητῶν τους· π.χ. ἡ ἀνακάλυψη ἐκτύπωσης τοῦ βιβλίου ἀπὸ τὸν Γκούντεμπεργκ, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς παπικῆς πλάνης οὔτε ἀποτελεῖ ἀντίδραση στὸν Παπισμό, ἢ οἱ ἐξελίξεις στὸν τομέα τῆς ἰατρικῆς, ἢ τῶν κλασσικῶν ἐπιστημῶν, οἱ ἀνακαλύψεις τοῦ Κοπέρνικου καὶ τοῦ Γαλιλαίου μετὰ ἀπὸ τὶς μελέτες τῶν κειμένων τοῦ Πτολεμαίου, ποὺ ἔφεραν μαζί τους οἱ «Βυζαντινοί» (τὶς ὁποῖες καταδίκαζε τὸ Βατικανὸ μέχρι τὸν 20ο αἰῶνα!!!). Ὁ π. Χαρίτων ἐπισημαίνει σωστά, ὅτι στὴν Ὀρθοδοξία δὲν ὑπῆρξε ἀντιπαλότητα Ἐκκλησίας καὶ ἐπιστήμης (σελ. 60), ὅμως ἀναφέρει τὸν βυζαντινὸ Οὑμανισμὸ ξεχωριστὰ σὲ ἄλλο κεφάλαιο καὶ δὲν τὸν συνδέει μὲ τὴν Ἀναγέννηση, σὰν νὰ εἶναι Ἀναγέννηση καὶ βυζαντινὸς Οὑμανισμὸς δύο διαφορετικὰ πράγματα, καταδικάζοντας παράλληλα κάθε πράξη, τῆς Ἀναγέννησης ὡς ἀποτέλεσμα τῆς παπικῆς πλάνης, ἀντὶ νὰ διαχωρίσει καὶ νὰ τονίσει αἴτια καὶ ἐπιρροές. Τοῦτο τὸ ἐπισημαίνω, γιατὶ ἀφήνει πάλι ἐρωτήματα γιὰ τὸ ἂν ἔχει σχέση μὲ τὶς στοχοθεσίες τοῦ βιβλίου του δηλ. τὴν ἀπενοχοποίηση τῶν παλαιῶν «Βυζαντινῶν» καὶ τὸν ἐπαναλαμβανόμενο τονισμὸ τοῦ συνειρμοῦ Πάπα καὶ «Νέου» Ἡμερολογίου.

Β) Στὴν παράγραφο γιὰ τὴν σχέση τοῦ πλατωναριστοτελισμοῦ καὶ δυτικῆς σχολαστικῆς σκέψης παρουσιάζει ὁ π. Χαρίτων ὡς παράδειγμα τὸν Παρμενίδη (σελ. 62). Ὁ Παρμενίδης ὅμως δὲν ἀνήκει στὸν Πλατωνισμό, ἀλλὰ ἦταν Ἐλεάτης Φιλόσοφος ποὺ ἔζησε 100 χρόνια πρὶν τὸν Πλάτωνα. Ἦταν ἐκφραστὴς τοῦ μονισμοῦ καὶ τῆς ἀντίληψης ὅτι τὸ «Εἶναι» μόνο ὑπάρχει ἐνῶ τὸ «μὴ Εἶναι» εὑρίσκεται στὴν ἀπόλυτη ἀνυπαρξία καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπάρχει. Ὁ δὲ Πλάτων στὸν Διάλογο «Παρμενίδης» (πηγὴ τοῦ π. Χαρίτωνος) παρουσιάζει τοὺς Ἐλεάτες, Παρμενίδη καὶ Ζήνωνα συζητώντας μὲ τὸν Σωκράτη, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Σωκράτη, νὰ πέφτουν σὲ ἀντιφάσεις σχετικὰ μὲ τὶς ἰδέες καὶ τὴν «μέθεξη». Στὸν διάλογο αὐτόν, ποὺ κατὰ πάσα πιθανότητα δὲν ἔλαβε ποτὲ μέρος, λείπουν ἐπίσης οἱ ἐξηγήσεις γιὰ τὴν σχέση ἰδεῶν καὶ φαινομένων. Ἡ συζήτηση καταλήγει στὸ πρῶτο τουλάχιστον μέρος στὴν ἀπορία. Στὸ δὲ δεύτερο μέρος δὲν παρέχονται τελικὰ οἱ ἀπαιτούμενες ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος ἀπαντήσεις. Οἱ φιλόλογοι ἀκόμα ἀποροῦν μὲ τὴν σημασία τοῦ βιλίου αὐτοῦ, ἀφοῦ στὴν πραγματικότητα ἀποτελεῖ μία κριτικὴ παρὰ μία ὑπεράσπιση τῆς φιλοσοφίας τῶν ἰδεῶν τοῦ Πλάτωνα. Ἂρα αὐτὸς ὁ διάλογος δὲν ἀποτελεῖ λαμπρὸ παράδειγμα καὶ πηγὴ ἀποδείξεως τῆς πλατωνικῆς/ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας –ἀντιθέτως τὴν ἀμφισβητεῖ– ὅπως θὰ τὸ ἀπεδείκνυε π.χ. ἡ «Πολιτεία» ἢ ὁ «Σοφιστής».

Ἡ δυτικὴ διανόηση κι ὄχι ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος στὸ σύνολό του (σελ. 62) ἄφησε πίσω της τὸν σχολαστικισμό, τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Ἀριστοτέλη (ὅπως σωστὰ ἐπισημαίνει ὁ π. Χαρίτων), ἀλλὰ δὲν κατέληξε στὸν ἀγνωστικισμό –αὐτὸ ἔγινε πολὺ ἀργότερα– ἀλλὰ στὴν θεοποίηση τοῦ ἐγώ. Ὁ Γερμανικὸς Ἰδεαλισμὸς μὲ ἀφετηρία του τὸν Κὰντ εἶναι αὐτὸς ποὺ διακήρυξε γιὰ πρώτη φορά στὴν ἱστορία, ὅτι ἡ ἀλήθεια ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο ὑποκείμενο. Ἡ Γνωσιολογία παίρνει τὴν σκυτάλη καὶ προηγεῖται πιὰ τῆς ὀντολογίας τοῦ Ἀριστοτέλη. Ἔτσι τὸ ἐγὼ ἀποσυνδέεται πιὰ ἀπὸ παραδόσεις, συνήθειες, νόμους καὶ συμπεριφορὲς καὶ κυριαρχεῖ ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ὡς μοναδικὸς κριτής μὲ μόνο κριτήριο τὴν λογική. Ὁ Γερμανικὸς ἰδεαλισμός, ὡς ἔκφραση τῆς προτεσταντικῆς ὑπεροψίας, γίνεται ἡ κινητήρια δύναμη ποὺ θὰ ἀνακηρύξει 200 χρόνια μετὰ μὲ τὸν Νίτσε τὸν ὑπεράνθρωπο ἄνθρωπο. Θέλοντας –σωστά– ὁ π. Χαρίτων νὰ ἀναδείξει τὴν τρομερὴ πτώση τοῦ Παπισμοῦ, ἀφήνει τὸν Προτεσταντισμὸ νὰ ἐμφανίζεται ὡς πτώση, ἀλλά –ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν ἀναλύει τὴν πτώση του– ὡς πτώση-ἀντίδραση ἐξ αἰτίας τοῦ Παπισμοῦ. Μία ἀκριβὴς ἀναφορὰ καὶ ἐξιστόρηση τῶν βλασφημιῶν τῶν Προτεσταντῶν καὶ τῆς ἄρνησής τους νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία, ὅταν τοὺς δόθηκε ἡ εὐκαιρία μέσῳ τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Πατριάρχη Ἱερεμία τοῦ Τρανοῦ (ἡ μόνη γνωστὴ προσπάθεια ἐπίσημης ἱεραποστολῆς ἐκεῖνο τὸν καιρό), θὰ ξεκαθάριζε περισσότερο τὰ πράγματα ὡς πρὸς τὴν πτωτικὴ ἐξέλιξη –ὄχι μόνο σὲ σχέση μὲ τὸν Παπισμό– τῆς Δύσεως καὶ θὰ βοηθοῦσε πιὸ πολὺ τὸν πιστὸ νὰ καταλάβει τὴν τραγικὴ ἐξέλιξη τῶν γεγονότων τοῦ καιροῦ ἐκείνου. Ἀλλὰ μᾶλλον αὐτὸ θὰ μείωνε τὸν χῶρο γιὰ τὴν ἐξιστόρηση τοῦ ἡμερολογιακοῦ, ποὺ πάλι φαίνεται νὰ εἶναι βασικὸς στόχος τοῦ βιβλίου. Ἂν κάνω λάθος σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸ παραδεχτῶ.

Χρησιμοποιώντας ἀνακατεμένα παραδείγματα ἀπὸ τὶς πηγές του καὶ ὑπεραπλουστεύοντας τελικὰ τὴν ἱστορικὴ καὶ πνευματικὴ ἐξέλιξη τῆς Δύσης τὴν ἐποχὴ ἐκείνη πρὶν τὸν Διαφωτισμό, ὁ π. Χαρίτων, φανερώνει μὲ ἀπόλυτο τρόπο, ὁλόκληρο τὸν Δυτικὸ ἄνθρωπο νὰ εἶναι ὀπαδὸς πρῶτα τοῦ σχολαστικισμοῦ καὶ τοῦ νεοπλατωνισμοῦ καὶ μετὰ –χωρὶς νὰ ἐξηγήσει τί συνέβη ἐνδιάμεσα– τοῦ ἀγνωστικισμοῦ, τὴν στιγμὴ ποὺ τὸ 80% τῶν ἀνθρώπων στὴν Δύση δὲν ἤξερε κἂν νὰ διαβάζει. Ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος τῆς σημερινῆς ἐποχῆς δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὸν ἁπλὸ δυτικὸ ἄνθρωπο μεταξὺ τοῦ 13ου καὶ 18ου αἰῶνα. Μέχρι νὰ γίνει ὁ σχολαστικισμός –καὶ μετὰ ὁ ἀγνωστικισμός– βίωμα καὶ τρόπος σκέψης τοῦ ἁπλοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου, πέρασαν αἰῶνες καὶ συνέβησαν πολλά. Ἡ σχολαστικὴ καὶ ἡ μεταφυσικὴ ἀποτελοῦσαν στὴν ἀρχὴ θέμα μόνο μερικῶν διανοουμένων καὶ φυσικὰ τοῦ ὑψηλοῦ δυτικοῦ κλήρου, μιᾶς καὶ οἱ πιὸ πολλοὶ δυτικοὶ ρασοφόροι ἦταν κι αὐτοὶ ἀγράμματοι. Κι ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἦταν ἀγράμματοι, κυριαρχοῦσε ἀκόμα μία εὐσέβεια, ἀλλὰ καὶ ἡ κακοδιδασκαλία, ἡ δεισιδαιμονία καὶ οἱ προλήψεις κι ἔτσι μπόρεσαν οἱ Λατίνοι –κι ὄχι μόνο οἱ Φραγκολατίνοι, ἀλλὰ καὶ οἱ παντὸς εἴδους Προτεστάντες– νὰ ἐπιβάλλουν τίς, ὅπως ὁ π. Χαρίτων σωστά ἀλλὰ μονόπλευρα ἐπισημαίνει, καταστροφικὲς κακοδοξίες τους. Φυσικὰ ἐννοεῖται, ὅτι σοβαρὴ ἱεραποστολὴ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἂν ἐξαιρέσουμε τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ἱερεμία τοῦ Τρανοῦ, ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων –λόγῳ τῆς Τουρκοκρατίας καὶ τῶν παπικῶν διωγμῶν– δὲν ὑπῆρχε. Ὁπότε ἀποδεικνύεται ἀκραῖο νὰ καταδικάζουμε ὅλους τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μὲ ἀναχρονιστικὰ κριτήρια ὡς ἀρνητὲς τοῦ Θεοῦ ἢ ἀγνωστικιστές (σελ. 63).

Γ) Μετὰ ἀπὸ τὴν σελ. 66 ἀναφέρει, ὁ π. Χαρίτων, ὡς μοναδικὴ αἰτία τοῦ Διαφωτισμοῦ, τὴν Μασονία. Κι αὐτὸ εἶναι σωστὸ ἀλλὰ πάλι ἐν μέρει. Διότι ὁ π. Χαρίτων ξεχνάει νὰ ἀναφέρει τὸν ἀπολυταρχισμὸ τοῦ 17ου αἰῶνα, τὴν πείνα, τὴν ἀδικία, τὴν καταπίεση ποὺ ἐπέφεραν τὸν πράγματι θεομάχο καὶ καταστροφικό, ὅπως ἐξελίχθηκε, γιὰ τὸν ἄνθρωπο Διαφωτισμό. Ξεχνάει νὰ ἀναφέρει τὴν δύναμη ποὺ διέθεταν οἱ παπικοὶ «Ἐπίσκοποι», οἱ ὁποῖοι διέθεταν πολιτικὰ ἀξιώματα ἀκόμα καὶ στρατό, πύργους καὶ τεράστιες περιουσίες, ἐνῶ ὁ λαός πεινοῦσε. Ξεχνάει νὰ ἀναφέρει τὶς τεράστιες κοινωνικὲς ἀδικίες ποὺ καταδυνάστευαν τὸν λαό, ἀκόμα καὶ σ’ αὐτὴν τὴν ὀρθόδοξη τσαρικὴ Ρωσία, ὥστε νὰ φθάσουν μεγάλοι Ρώσοι Ἅγιοι στὸ σημεῖο νὰ παραδεχθοῦν, ὅτι ἀκόμα κι αὐτὴ ἡ Ὀκτωβριανὴ Ἐπανάσταση ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς πνευματικῆς πτώσης τῶν Ὀρθοδόξων κι ὄχι τόσο τῆς δύναμης τῶν Μπολσεβίκων. Πάλι κατὰ τὸν Ναυπάκτου Ἱερόθεο: «Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ δοῦμε μέσα ἀπὸ τὴν ἄποψη, ὅτι ἡ Γαλλικὴ ἐπανάσταση εἶναι ἐπανάσταση τῶν Ρωμηῶν ἐναντίον τῶν Φράγκων εὐγενῶν, ποὺ εἶχαν κατακυριεύσει τὸν λαό, εἶχαν μοιράσει τὸν δυτικὸ χῶρο σὲ φέουδα μὲ φοβερές κοινωνικές ἐπιπτώσεις». (ἐδῶ)

Δὲν ἦταν λοιπὸν μόνο ἡ Μασονία αὐτὴ ποὺ ἐπέφερε τὸν Διαφωτισμὸ καὶ τὴν ἐπιτυχία ποὺ εἶχε αὐτὸς στὴν Δύση. Παράδειγμα γι’ αὐτὴν τὴν προσέγγιση ἀποτελεῖ καὶ ἡ ἱστορία στὸ βιβλίο τοῦ Βίκτωρος Οὑγκώ (παιδὶ τοῦ Διαφωτισμοῦ), «οἱ Ἄθλιοι», τοῦ ἐπισκόπου Μυριὴλ μὲ τὸν Γιάννη Ἁγιάννη, στὴν ὁποία ὁ ἐπίσκοπος δίνοντας ἕνα πράγματι χριστιανικὸ παράδειγμα ἐλεημοσύνης σώζει τὴν ψυχὴ τοῦ πρώην κατάδικου καὶ τὸν ξανακάνει ἄνθρωπο. Δὲν τὸν μετάλλαξε ἡ πολιτεία, ἡ ἐπανάσταση, ὁ Διαφωτισμός, ἀλλὰ ὁ Χριστός. Ἀντίθετα μὲ αὐτὸν ὁ Ἰαβέρης, τὸ ἀστυνομικὸ ὄργανο τῆς ἐποχῆς, ἀδυνατώντας νὰ καταλάβει τὴν ψυχικὴ ἀλλαγὴ τοῦ Ἁγιάννη αὐτοκτονεῖ καὶ καταδικάζεται αἰώνια, γιὰ νὰ μὴν προδώσει τὸ σύστημα. Τὸ βιβλίο αὐτὸ τὸ ἀπαγόρευσε ὁ Πάπας ΙΔ΄! Ἀκόμα κι ἂν ὁ Οὑγκὼ δὲν ἦταν ὀρθόδοξος οὔτε πρότυπο Χριστιανοῦ, τὸ βιβλίο αὐτὸ φανερώνει τὶς ὑπαρξιακὲς καὶ πνευματικὲς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οἱ ὁποῖες δὲν ὑπάγονται στὴν Μασονία.

Ἔκπληξη ἀποτελεῖ καὶ τὸ γεγονός, ὅτι τὸ βιβλίο δὲν ἀναφέρεται καθόλου στὴν ἐποχὴ τῆς Βαυαροκρατίας ποὺ ἐπέβαλε ἕνα διαφωτιστικὸ πνεῦμα στὴν Ἑλλάδα, χώρισε τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο, προώθησε προτεσταντικὰ πρότυπα, ἔκλεισε τὰ πιὸ πολλὰ μοναστήρια καὶ ἐδίωξε τὸν μοναχισμό. Ἡ Βαυαροκρατία ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πιὸ μελανὲς στιγμὲς τῆς νεώτερης ἱστορίας μας καὶ πολιτικά, ἀλλὰ καὶ ἐκκλησιαστικά, ἀλλὰ ὁ π. Χαρίτων δὲν ἀναφέρει λέξη γι’ αὐτή. 

Οἱ Προτεσταντίζοντες Διαφωτιστὲς τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ μὲ τὴν βοήθεια τῶν Βαυαρῶν, ἀπέσχισαν τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο, λήστεψαν καὶ ἔκλεισαν τὰ μοναστήρια μὲ τὰ διατάγματα τῆς 25/9/1833 καὶ 25/2/1834 (ἀπὸ τὰ 593 κλείνουν τὰ 412), τὰ ἱερὰ σκεύη καταπατήθηκαν καὶ πουλήθηκαν (σσ. μᾶς θυμίζει κάτι αὐτό;). Ἡ ἀπόσχιση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος διήρκησε 2 δεκαετίες. Ἀναλυτικώτερα, τὸ (1831), ὁ Κοραής ἐκδίδει τὸν «Ἱερατικὸν Συνέκδημον», κείμενο ποὺ προτείνει τὴν μεταρρύθμιση τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὰ καλβινιστικὰ πρότυπα. Γράφει ὁ Κοραής: «Τοῦ ἐλευθερωθέντος μέρους τῆς Ἑλλάδος ὁ κλῆρος δὲν χρεωστεῖ νὰ γνωρίζη ὡς ἐκκλησιαστικὸν ἀρχηγὸν τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως ἐνόσῳ ἡ Κωνσταντινούπολις μένει μολυσμένη ἀπὸ τὴν καθέδραν τοῦ τυράννου, ἀλλὰ νὰ κυβερνᾶται ἀπὸ Σύνοδον ἱερέων, ἐκλεγομένων ἐλευθέρως ἀπὸ ἱερεῖς καὶ κοσμικούς, καθὼς ἔπρασσεν ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία καὶ πράσσει μέχρι σήμερον τῶν ὁμοθρήσκων Ρώσων ἡ Ἐκκλησία». Ἡ Ἐκκλησία μετατρέπεται τὸ 1833 μὲ τὴν ἐπισημοποίηση τῆς «Διακηρύξεως» ἀπὸ τὸν Ὄθωνα σὲ ἐθνικὸ καὶ δημόσιο θεσμό, ἀποσχίστηκε ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο, στὸ ὁποῖο ἀνῆκε ἀπὸ τὸν 8ο αἰῶνα, μιᾶς καὶ οἱ λάτρεις τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας δὲν ἤθελαν καμία σχέση μὲ τὴν Κων/πολη καὶ τὸ «Βυζάντιο». Τότε ἔκοψαν οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες (σσ. ἐν ἀντιθέσῃ μὲ τὸ ἡμερολογιακό) κάθε ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ἕνα στὴν πραγματικότητα σχῖσμα δημιουργήθηκε, ἂν καὶ τὸ Πατριαρχεῖο τότε ἀπὸ ἀγάπη ποτὲ δὲν τὸ κατονόμασε ἔτσι, ποὺ διήρκησε δύο δεκαετίες καὶ γιατρεύτηκε μόλις τὸ 1850 μέσῳ τῆς ἀγάπης καὶ οἰκονομίας τοῦ Πατριαρχείου καὶ τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν. Ὁ Θεόκλητος Φαρμακίδης μὲ τὴν συνεργασία τοῦ Βαυαροῦ Μάουρερ ὀργάνωσε δηλαδὴ «ἐκκλησιαστικό πραξικόπημα». Κεφαλὴ τῆς Ἱ. Συνόδου θεωρεῖται πιὰ ἕνας αἱρετικός, ὁ Παπικὸς Ὄθωνας(!!!), τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ μνημονεύουν οἱ Ἱερείς. Ἀνάλογα διορίζεται πενταμελὴς Ἱερὰ Σύνοδο μὲ ἐπιρροὴ καὶ ἐπίδραση τῶν λαϊκῶν κατὰ τὰ προτεσταντικὰ πρότυπα.

Αὐτὸ τὸ ἀντικανονικὸ καὶ ἀντιεκκλησιαστικὸ σχῖσμα ἦταν ἦταν ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀπαξίωσης τῶν μοναστηριῶν, τῆς καρδιᾶς τῆς Ὀρθοδοξίας, στὴν Ἑλλάδα καὶ τῆς ἀπαξίωσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης μέσῳ δυτικόφερτων ἰδεοληψιῶν καὶ αἱρετικῶν δογμάτων. Γιὰ ἀποτειχίσεις ὅμως ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ποὺ καταλύθηκαν σχεδὸν τὰ πάντα καὶ ποὺ ἡ Ἐκκλησία εἶχε ὡς ἐπίσημο ἀρχηγὸ ἕναν μὴ ὀρθόδοξο, ἕναν αἱρετικὸ βασιλιά, τὸν Ὄθωνα, δὲν ἀκοῦμε ἀπὸ κανέναν τίποτα, οὔτε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, οὔτε ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ἐπικράτεια (οὔτε ἀπὸ τοὺς Γ.Ο.Χ.), ἐκτὸς τῶν ἀγώνων τοῦ Παπουλάκου. Ἐπαναφορὰ στὴν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου, ἡ ὁποία ἦταν κατωχυρωμένη συνοδικὰ καὶ ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ δίκαιο (ἀπὸ τὸν 8ο αἰῶνα) δὲν ἀπαιτεῖται, ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα, ἀπὸ κανέναν (οὔτε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, οὔτε ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ἐπικράτεια, οὔτε ἀπὸ τοὺς Γ.Ο.Χ.). Καὶ ἂς μὴν χρησιμοποιήσουμε τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι τώρα τὸ Πατριαρχεῖο εἶναι οἰκουμενιστικό, διότι πρὶν 120 χρόνια δὲν ἦταν, ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν ζητήθηκε ἡ ἐπανένωση, καὶ τὸ 1910 δὲν ἦταν, ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν ζητήθηκε ἡ ἐπανένωση· κι ὅλα αὐτὰ παρόλο ποὺ ἡ αὐτοκεφαλία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος ἔγινε ἀντικανονικά, μὲ αἱρετικὰ κίνητρα καὶ διέσπασε τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὴν συνέχεια τῆς Παράδοσης.

Γιατὶ αὐτὰ λοιπὸν τὰ σημαντικότατα τραγικὰ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πορεία πρὸς τὸν Οἰκουμενισμό, συμβάντα δὲν ἀναφέρονται ἀπὸ τὸν π. Χαρίτωνα ὡς «πρῶτο βῆμα»; Γιατὶ δὲν ζητεῖται στὸ βιβλίο, ὅπως στὸ ἡμερολογιακὸ ζήτημα, ἡ ἐπαναφορὰ στὴν πατροπαράδοτη κατάσταση; Μήπως διότι ἔγιναν ἐπὶ «Παλαιοῦ»; Τὸ ἐρώτημα παραμένει ἀνοιχτό;

Ἂν τυχὸν βγάζω λάθος συμπεράσματα, μὲ ἀναγκάζει νὰ τὸ κάνω ὁ τρόπος γραφῆς τοῦ βιβλίου κι ὄχι κάποια προκατάληψη.

Michael Erler: Platon, Basel 2007, Samuel Scolnicov: Plato’s Parmenides, Berkeley 2003, A. E Taylor, "Πλάτων: ο άνθρωπος και το έργο του". Παρμενίδης, σελ 401-419. Αθήνα 2014, Κ. Setton, To βυζαντινό υπόβαθρο της Ιταλικής Αναγέννησης, Αθήνα 1989, Ν. Οικονομίδης, Η Αναγέννηση και το Βυζάντιο, στον τόμο Βυζάντιο και Ευρώπη. Α ' Διεθνής Βυζαντινολογική Συνάντηση, Δελφοί, 20-24 Ιουλίου 1985, Αθήνα 1987, C. Μ. Woodhouse, George Gemistos Plethon. The Last of the Hellenes, Oxford 1976, J. W. Barker, Manuel II Palaeologus (1391-1425). A Study in Late Byzantine Statesmanship, New Brunswick-New Jersey 1969, L. D. Reynolds-N. G. Wilson, Αντιγραφείς και φιλόλογοι. Το ιστορικό της παράδοσης των κλασικών κείμενων, Αθήνα 1981, Grant, Edward, God and Reason in the Middle Ages. Cambridge University Press 2001, Gay Peter, «The Enlightenment. An Interpretation, or The Rise of Modern Paganism», New York 1967.

Ἐπίλογος

Μετὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς παρατηρήσεις θέλω νὰ ἐπισημάνω τὰ ἑξῆς: Ἀδυνατῶ νὰ καταλάβω, τί μπορεῖ νὰ προσφέρει μία ἐλλειπὴς καὶ ἀνακριβὴς ἱστορικὴ ἀναδρομὴ τῶν γεγονότων ἀπὸ τὸν Μεσαίωνα καὶ μετὰ στὸ θέμα «Τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἡ διαχρονική του στάση ἐναντίον τῶν αἱρέσεων». Ὁ π. Χαρίτων θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ ξεκινήσει μὲ τὴν ἁγιασμένη ἱστορία τῶν ἀγώνων τῶν μοναχῶν κατὰ τῶν αἱρέσεων, παραμένοντας στὸν εὐλογημένο μοναχισμό καὶ μὴν πέφτοντας σὲ τόσες παραλείψεις ἢ ἀνακρίβειες, οἱ ὁποῖες μπερδεύουν καὶ πληροφοροῦν ἐλλιπῶς τὸν ἀναγνώστη. Τὸ βιβλίο ἀφήνει πολλὰ ἐρωτήματα ἀναπάντητα: Γιατί δὲν ἀναφέρει ὁ π. Χαρίτων στὴν ἱστορία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (κεφ. Ι) τὴν ὁμολογουμένως φανερὴ ἐπίδραση τῆς Θεοσοφίας, τῆς ἀσιατικῆς φιλοσοφίας καὶ τοῦ Παγανισμοῦ; Γιατί δὲν ἐμβαθύνει τὰ πολιτικὰ καὶ κοινωνικὰ παρακλάδια τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δηλ. τὴν Παγκοσμοιοποίηση, τὸν Νεοφιλελευθερισμό, τὴν ὁμοφυλοφιλία, τὴν ἀνεκτικότητα, τὸν σχετικισμό; Γιατί περιορίζεται ὁ π. Χαρίτων μόνο στοὺς ἀγῶνες ἁγιορειτῶν μοναχῶν ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ δὲν ἀναφέρει τὰ κηρύγματα ἀναδεδειγμένων κατηχητῶν καὶ πολεμίων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως π.χ. ὁ π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος; Γιατί αὐτὴν ἡ ἁπλοποίηση καὶ ἡ μονόπλευρη παρουσίαση τῶν ἱστορικῶν πραγμάτων καὶ ἐξελίξεων, μὲ τὴν συνεχὴ ἐπανάληψη δύο μόνων ὅρων (πράγματι τὸ καταλαβαίνει ὁ κάθε προσεκτικὸς ἀναγνώστης) «Φράγκοι ἢ Φραγκογερμανοί» καὶ «καινοτομία»; Δὲν πρέπει ὁ ἀναγνώστης νὰ καταλάβει, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ἡ μεγαλύτερη αἵρεση τῆς ἱστορίας, ἐπειδὴ εἶναι πολυσύνθετος καὶ πολύπλοκος καὶ γι’ αὐτὸ δυσδιάκριτος;

Εἶναι ἀπορίας ἄξιον, ὅτι γιὰ τὸν π. Χαρίτωνα, τὸ μόνο ποὺ ὠφελεῖ νὰ ἀναλυθεῖ «λεπτομεριακά» εἶναι ἡ ὑπεράσπιση τοῦ «παλαιοῦ ἡμερολογίου» (4 σχεδὸν κεφάλαια) ἀντὶ νὰ ἀναλύσει μὲ μεγαλύτερη ἀκρίβεια καὶ συνέπεια τὴν πτώση τῆς Δύσης σὲ μία στιγμή μάλιστα, ποὺ οἱ ἴδιοι οἱ Ἁγιορεῖτες ὑποτίθεται, ὅτι συμβουλεύουν τοὺς πιστοὺς νὰ μὴν γράφουν καὶ μὴ μιλοῦν γιὰ τὸ ἡμερολόγιο. Καὶ φυσικά, πόσο ταιριάζει ἡ ἐμμονὴ μόνο μὲ τοὺς Φράγκους, ἀφοῦ οἱ ὅροι «Φράγκοι καὶ καινοτομία» προκαλοῦν δυστυχῶς τοὺς ἀνάλογους συνειρμούς. Καὶ λέω δυστυχῶς, διότι βγάζοντας ὁ ἀπαιτητικὸς ἀναγνώστης ἕνα ἀρνητικὸ συμπέρασμα γιὰ τὸ βιβλίο ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν ἀνακριβειῶν, λαθῶν καὶ μονομερῶν ἀναλύσεων, χάνεται ὁ πραγματικὸς λόγος συγγραφῆς τοῦ βιβλίου, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑφίσταται, δηλ. ἡ ἀφύπνιση τοῦ ποιμνίου γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κι ὄχι ἡ χειραφέτησή του γιὰ τὴν ἀποδοχὴ ἑνὸς ἡμερολογίου ἢ γιὰ τὴν στάση μόνο τῶν Ἁγιορειτῶν. 

Αδαμάντιος Τσακίρογλου