.

.

Δός μας,

Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου;

Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του. Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Έτσι εγώ δεν ξέρω τι πόνο έχεις εσύ και εσύ δεν ξέρεις τι πόνο έχω εγώ



” Εσύ που είσαι στο Μοναστήρι, όταν πλησιάσεις τον αδελφό σου, εσύ που είσαι σύζυγος, όταν πλησιάσεις τον ή την σύζυγό σου, εσύ που είσαι πατέρας, μητέρα, όταν πλησιάσεις το παιδί σου… ό, τι θα του πεις, ό, τι σκέφτεσαι να του πεις, πες το, αφού πρώτα του πεις δυο κουβέντες που θα του δώσουν χαρά, παρηγοριά, μια ανάσα. 

Να τον κάνεις να πεί, ανακουφίσθηκα, χάρηκα! 

Να κάνετε τους άλλους να σας καμαρώνουν, να σας αγαπούν , να χοροπηδούν από τη χαρά τους, όταν σας συναντούν. 

Διότι όλοι οι άνθρωποι στην ζωή τους, στο σπίτι τους, στο σώμα τους και στην ψυχή τους έχουν πόνο, αρρώστιες, δυσκολίες, βάσανα, και ο καθένας κρύβε τον πόνο μέσα στο πουγγί του το κρυφό, μέσα στην καρδιά του, στο σπίτι του, για να μην το ξέρουν οι άλλοι.

Έτσι εγώ δεν ξέρω τι πόνο έχεις εσύ και εσύ δεν ξέρεις τι πόνο έχω εγώ. 

Μπορεί να γελώ και να φωνάζω, να παίζω, αλλά κατά βάθος πονώ, και γελώ και φωνάζω, για να σκεπάσω την λύπη μου.

Γι’ αυτό δώσε στον άλλον πρώτα ένα χαμόγελο. ”

Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Η μετάνοια δεν πάει ποτέ χαμένη, και δεν χάνεις τίποτε όταν την ασκείς



Μη διαμαρτύρεσαι λέγοντας: Πού είσαι Θεέ μου; Προσεύχομαι και δεν μου αποκάλυψες ποτέ τον εαυτό σου, δεν μου έδωσες ούτε μία χαρά, δεν μου πραγματοποίησες κανένα από τα όνειρά μου. Σου ζητάω υγεία, μου δίνεις αρρώστια. Σου ζητάω βοήθεια, μου δίνεις θάνατο. Σου ζητάω αρετή, μου δίνεις πόνο. Τι Θεός είσαι; 

Όχι! Μη σκεφθείς ποτέ έτσι. Ο Θεός ξέρει πότε η καρδιά σου θα είναι χωρητική. Εάν ακόμη δεν πήρες κάτι, σημαίνει ότι δεν χωράει η καρδιά σου. Η καρδιά σου είναι στουμπωμένη, όπως όταν βάζεις πολλά πράγματα μαζί και τα πιέζεις, για να μη μείνει καθόλου κενό αέρος. Ούτε αέρας δεν μπορεί να χωρέσει στην καρδιά σου, και θέλεις να χωρέσει ο Θεός, τον οποίο δεν χωρούν ολόκληροι οι ουρανοί;

"Μόλις δώ, παιδί μου, την κατάλληλη στιγμή, σε βεβαιώ ότι δεν θα καθυστερήσω ούτε ένα δευτερόλεπτο να σου πραγματώσω τους πόθους σου, τις λαχτάρες σου, τα θεϊκά σου όνειρα. Αμέσως θα το κάνω." 

Ο οδοντίατρος σου κάνει ένεση και περιμένει να μουδιάσεις για να σε εγχειρήσει. Εάν σου κάνει αμέσως την εγχείρηση, θα πεταχτείς από τον πόνο και μπορεί να σπάσει και το δόντι σου. Έτσι και ο Θεός περιμένει την κατάλληλη στιγμή, για να έρθει να σου φωτίσει την διάνοια, να σου χαρίσει όλο τον παράδεισο. Αυτό που νοσταλγούσες ένα, δύο, τρία, πέντε, είκοσι, πενήντα χρόνια, θα το πάρεις σε μια στιγμή. 
Η μετάνοια δεν πάει ποτέ χαμένη, και δεν χάνεις τίποτε όταν την ασκείς.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Γέροντας Αιμιλιανός: »Πώς θα καταλάβω εάν έχω λύπη;»



Όταν βλέπη κανείς τον εαυτό του και τα χρόνια να περνούν, όταν βλέπη τις αποτυχίες του, τα τραύματά του, τις αμαρτίες του, τις εσωτερικές του πληγές, τις απιστίες του, τα συντρίμμια της υπάρξεώς του, τα πτώματα του λογισμού του, της καρδιάς του, με τα οποία γέμισε την ζωή του, όταν βλέπη πόσες φορές μετενόησε και τίποτε δεν έκανε, τον κυριεύει μία λύπη.

Αυτή η λύπη μπορεί να προέλθη ακόμη και από τον ενστικτώδη εαυτό μας, δηλαδή από τον εγωισμό μας, από την υπερηφάνεια μας, διότι θα θέλαμε να είμαστε μεγάλοι, να μην είχαμε λογισμούς, να μην αποτυγχάναμε. Άπειρες ανεκπλήρωτες επιθυμίες μας λυπούν.

Καλύτερα να πέσης στα χέρια πονηρών δαιμονίων, λεγεώνων δαιμονίων, παρά να πέσης στο χέρι της λύπης, διότι δυσκολα κατορθώνης να την ξεπεράσης.

Τον λογισμό τον ξεπερνάς, την αμαρτία την νικάς, τον διάβολο ομοίως, αλλά η λύπη δεν ξεπερνιέται.

Γι’αυτό «νήφε», να αγρυπνείς να μη σε κυιεύση η λύπη. Διαφορετικά γίνεται προβληματική η επιτυχία σου.

«Τα θηρεύματα»· κάθε λύπη αποκαλύπτει μία ενέδρα. Πόσοι άνθρωποι έγιναν θηράματα του δαίμονος της λύπης, ο οποίος στήνει τις ενέδρες του παντού.

Όσες ψυχές ποθούν τον Θεόν, τόσα δίκτυα ρίχνει ο δαίμων της λύπης, και τα θηράματα που πιάνει είναι ατέλειωτα.

Διότι η λύπη κρύβεται κάτω από την ταπεινοσχημία, κάτω από την ψευδή μετάνοια, κάτω από την ψευδαίσθηση της αγάπης του Θεού, κάτω από χίλια δύο πράγματα, γι’αυτό ο άνθρωπος, χωρίς να το καταλάβει, πιάνεται «και με τα τέσσερα» και αχρηστεύεται πέρα για πέρα.

Η λύπη είναι ικανή να εξαρθώνη τις δυνάμεις του ανθρώπου. Δεν σταματάει παρά μόνον όταν σε καθηλώση, όταν σε κάνη πέρα για πέρα αδύναμο για τα πάντα.

Και ο πιο έξυπνος τρόπος που χρησιμοποιεί (ο δαίμων-ο λογισμός), είναι ο λόγος του Κυρίου «μακάριοι οι πενθούντες». Όχι μας λέγει ο αββάς Ησαΐας, μην ξεγελιέσαι, αυτά είναι σατανικά, δεν είναι του Θεού.

«Η γαρ κατα Θεόν λύπη χαρά εστίν εν τω οράν σεαυτόν εν τω θελήματι του Θεού», λέγει ο αββάς Ησαΐας.

Ας υποθέσουμε ότι αμάρτησα, όπως η οσία Μαρία η Αιγυπτία, ότι μέχρι τώρα έζησα (σαράντα επτά χρόνια) μέσα στην διαφθορά και ότι την στιγμή αυτή λέγω, ήμαρτον Κύριε, θα σηκωθώ.

Πώς θα καταλάβω εάν έχω λύπη; Εάν συνεχίζω να σκέπτομαι την αμαρτία μου, η σκέψις μου είναι δαιμονική.

Εάν σκέπτομαι την μετάνοια, αυτό σημαίνει ότι θέλω το θέλημα του Θεού, και αμέσως έχω την χαρά της προγεύσεως του θελήματος του Θεού· αμέσως βάζω τον εαυτό μου ανάμεσα σε εκείνους οι οποίοι είναι αγνοί, καθαροί, οι οποίοι έχουν μετανοήσει· τοποθετώ τον εαυτό μου ανάμεσα στα νέφη των αγίων.

Με συγχέης λοιπόν την σατανική, την διαμονιώδη λύπη με την κατα Θεόν.

Η κατα Θεόν λύπη είναι χαρά, διότι προοράς ενώπιόν σου τον Θεόν, για τον οποίο ζει η καρδιά σου, και επομένως βασιλεύει εν σοι ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Αυτήν είναι η πραγματική (θεάρεστη) λύπη!

Έχουμε τον ουρανό και την γη μέσα στην λατρεία



Εμείς οι ορθόδοξοι έχομε το μοναδικό προνόμιο να μπορούμε από τα λειτουργικά βιβλία να γνωρίσουμε το αγιολογικό, το δογματικό και ηθικό περιεχόμενο της κάθε εορτής. 

Πράγματι, έχομε τον ουρανό και την γη μέσα στην λατρεία. Γι' αυτό οι άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν ουσιαστική σχέση με τις εκκλησιαστικές ακολουθίες συνήθως είναι πνευματικά άνικμοι, ανόρεκτοι, αδύναμοι, καχεκτικοί.

Και η ζωή τους αποτελείται από διάφορα μικρογεγονότα, τα οποία γεμίζουν τη συνείδηση και τη μνήμη τους. Το βεληνεκές τους είναι μικρό, αφού δεν έχουν εποπτεία των νοητών και ουρανίων πραγμάτων. Για μας λοιπόν τους μοναχούς η καθημερινή λατρεία είναι μεγάλη ευλογία, διότι έχομε κάθε ημέρα κοινωνία με τους αγίους, αλλά και με τον Κύριο και την Θεοτόκο.

Οι συχνές ακολουθίες αυξάνουν τον ορίζοντά μας και κάνουν το είναι μας να ανέρχεται από την γη στον ουρανό.

Γέροντας Αιμιλιανός

ΥΠΑΡΧΕΙ Ή ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ;



Είναι γνωστό ότι η αμαρτία δεν έχει ουσία. Είναι κάτι το ανυπόστατο, είναι η απουσία του αγαθού.
Αμαρτία σημαίνει ότι μου λείπει ο Θεός, μου λείπει το φως, μου λείπει ο Άγιος των αγίων. 
Αμαρτία λοιπόν είναι η απουσία της δόξης και της αγιότητος του Θεού. 
Ό,τι επιτελείται σε όλη την ύπαρξή μου, στο σώμα, στην ψυχή, στο πνεύμα και στην διάνοιά μου, είναι φυσικά συμπτώματα αυτής της απουσίας. 
Όπως, όταν φεύγει ο ήλιος, κάνει κρύο και σκοτεινιάζει, όταν όμως πέφτει επάνω μου κατακόρυφα, παθαίνω εγκαύματα και τυφλώνονται τα μάτια μου, το πάν δηλαδή εξαρτάται από το άν υπάρχει ή δεν υπάρχει ήλιος και πώς ενεργεί, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην σχέση μου με τον Θεό. 
Το πάν εξαρτάται από το άν υπάρχει ή δεν υπάρχει, άν καλώς ή κακώς υπάρχει ο Θεός για μένα.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Να δέχομαι τον καθένα όπως είναι;



Μα-μπορεί να πεί κάποιος-άν ο αδελφός μου έχει άδικο,είναι σωστό να με κάνει ό,τι θέλει; 
Βεβαίως. Σωστό και φυσιολογικό είναι, διότι ο άνθρωπος ενεργεί σύμφωνα με τον χαρακτήρα του. Όπως η λάμπα φωτίζει, όπως το δάπεδο στηρίζει, όπως ο τοίχος προστατεύει από τον ήλιο ή τον αέρα, έτσι ακριβώς και ο κάθε άνθρωπος ενεργεί ανάλογα με το τι είναι. 
Ο νευρικός θα νευριάσει, ο πράος θα σου φερθεί με πραότητα, ο ευγενής θα σου μιλήσει με λεπτότητα, και ο αγενής είναι φυσικό να σου μιλήσει άσχημα. 
Όπως στον ευγενή δεν μπορείς να βρείς αγένεια, έτσι και από τον αγενή δεν μπορείς να περιμένεις ευγένεια.
Ο καθένας εκφράζει με την συμπεριφορά του το περίσσευμα της καρδιάς του. Δεν μπορεί να σου δώσει κάτι άλλο, δεν γίνεται να σου δώσει αυτό που θέλεις εσύ. 
Άν κάποιος ξέρει να μιλά μόνον άγρια, σημαίνει πως έτσι είναι ο ψυχικός του κόσμος. Όταν εγώ θέλω να μου συμπεριφέρεσαι ορθά, είναι σα να λέγω στο φώς, σταμάτησέ μου τον αέρα, ή στο τραπέζι, βγάλε μου φωνή. 
Ο άνθρωπος εκφράζεται όπως ο πατέρας του, η μάνα του, ανάλογα με το κληρονομικό του, με την ζωή που έχει ζήσει μέχρι τώρα. Όλα αυτά πέφτουν επάνω μου. 
Αυτό που μπορώ εγώ να κάνω, είναι να δέχομαι τον καθένα όπως είναι, και ιδιαίτερα όταν αντιδρά απέναντί μου, όταν έρχεται εναντίον μου, διότι αυτό μπορεί να με κάνει άγιο.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

ΤΟ "ΨΩΜΟΤΥΡΙ" ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ



Ένα επίτευγμα του σατανά είναι η εξαφάνιση της θείας μεταλήψεως, της διά του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας προσλήψεως του Θεού. 

Αυτό που είναι, θα λέγαμε, το "ψωμοτύρι" του ανθρώπου, το καθημερινό του εφόδιο, το φάρμακο για την αμαρτία, για την αρρώστια, για την ραθυμία, για το πάθος, για το έγκλημα, το κάναμε στις ημέρες μας είδος πολυτελείας.

Μπορούμε δηλαδή να το παίρνουμε κάθε δεκαπέντε ή κάθε είκοσι ημέρες ή κάθε μήνα, αφού ετοιμαστούμε πάρα πολύ, αφού κάνουμε τριήμερες και σαρανταήμερες νηστείες, και αφού... οπότε τελικά το μυστήριο αυτό αδρανεί, γίνεται μία τελεσιουργική πράξη, στην οποία πηγαίνομε απλώς για να συμμετάσχουμε. 

Αυτή η θεία κοινωνία δεν φέρνει κανέναν απολύτως καρπό, μόνο θυμίζει κάτι που έκαναν οι παλαιοί. Παράλληλα, διασώζει και κάτι από το ασκητικό πνεύμα της Εκκλησίας, με το να επιβάλλει άσκηση πριν από την θεία κοινωνία. Αλλά αυτή η άσκηση είναι κατάργηση μιάς άλλης αλήθειας, της ανάγκης της συνεχούς θείας μεταλήψεως.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ

Η δικαιολογία γεννιέται από την αμετανοησία μας



Τα λόγια μας τα καταθέτουμε, ως επί το πλείστον, προς υποστήριξη του εαυτού μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αποτυχία από αυτήν. Ο καθένας αναγνωρίζει τον εαυτό του ως αυθεντία και όχι τον Θεό.
Λέμε πάντα "ναι μεν, αλλά…". Ο Θεός έκανε εκείνο, όμως… Ο Χριστός μας είπε εκείνο, όμως… Οι άγιοί μας πάθανε εκείνο, υπέμειναν το άλλο, όμως...

Έλεγε ο Γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης: "Μπορείς να είσαι βέβαιος ότι αυτό που θα πεις ή θα κάνεις τώρα θα το γράψει ο ουρανός, και ότι θα το ακούσουν και θα χαρούν οι άγγελοι; Αν ναι, τότε πές το, και κάντο".
Εάν κάνουμε αυτοκριτική θα δούμε ότι παραμένουμε ίδιοι, ίσως αλλάζουμε και προς το χειρότερο.
Γεμίζουμε ιδιοτροπίες αντί να γινόμαστε πιο απλοί, γινόμαστε πιο δύσκολοι άνθρωποι, δύστροποι, απαιτητικοί.
Αντί να αποκτούμε ταπείνωση παραμένουμε στην έπαρση.
Κυλάει λοιπόν η ζωή μας και αντί να συνειδητοποιούμε ότι είμαστε «πολύ λίγοι» νομίζουμε ότι είμαστε «επαρκείς», ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουμε κάτι, ότι αρκεί η ζωή μας όπως είναι ώστε να σωθούμε.

Ο σημερινός τρόπος ζωής και σκέψης μας πασχίζει να σωθεί ενδοκοσμικά, να αποκτήσει έναν επίγειο παράδεισο, επίγεια αγαθά και επίγειες χαρές.
Πασχίζουμε να ζήσουμε χρόνια πολλά και όχι χρόνια θεάρεστα.
Γερνούμε, μα δεν γινόμαστε πιο σοφοί, διότι γερνούμε μέσα στην αμετανοησία μας, λέμε ότι: θέλουμε να αλλάξουμε μα δεν μπορούμε.
Όλα μπορούμε να τα καταφέρουμε, αρκεί να το θελήσουμε.
Και αυτό δεν είναι ψέμα.
Ψέμμα είναι κάθε δικαιολογία που γεννά ο λογισμός της αυτοδικαίωσής μας και μας κρατά δούλους της αμαρτίας.

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Η Θεία Λειτουργία, είναι ένας αρραβώνας με τον Χριστόν, ένας γάμος



Η Θεία Λειτουργία, είναι ένας αρραβώνας με τον Χριστόν, ένας γάμος. Μας βάζει εις την Βασιλείαν Του. 
Ύστερα θα βγούμε πάλι, θα πάμε στο σπίτι μας με τα πάθη μας, με τις αμαρτίες μας, με τις μιζέριες μας. 
Δεν έχει σημασίαν. Θα πάμε πάλι στην Λειτουργία, θα αρπάξωμε πάλι τον Χριστόν, θα μας θεώση ξανά. Και έτσι, με συνεχή αγώνα, με συνεχή πορεία, μπροστά ο Ιερεύς, πίσω εμείς, θα φθάσωμε εις την Βασιλείαν των Ουρανών. 
Πηγαίνομε εις την Λειτουργίαν με τον πόθο αυτόν;Εξασφαλίσαμε την Βασιλείαν των Ουρανών.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Και αν εγώ κουράζομαι στην προσευχή μου...



...Και αν εγώ κουράζομαι στην προσευχή μου, στην παράστασή μου ενώπιον του Θεού, και αν εγώ αγνοώ τον Θεό, και αν νυστάζω ή δεν καταλαβαίνω ή μου φεύγουν τα λόγια της προσευχής ή ζώ μέσα σε χίλια σκοτάδια, είμαι βέβαιος ότι μέσα στην άγνοιά μου, στην αορασία μου, σε αυτό το σκότος μου είναι παρών ο Θεός. Ο Θεός με ακούει, ο Θεός με βλέπει, ο Θεός παρίσταται.

Ας μη θέλω εγώ να Τον απολαμβάνω. Ας θέλω- να το πούμε έτσι- να με απολαμβάνει ο Θεός. Ας θέλω να με χαίρεται ο Θεός. Είτε κοιμάμαι είτε είμαι ξύπνιος, είτε ζώ είτε πεθαίνω, είτε είμαι ολόκληρος μια ζωντάνια ενώπιον του Θεού είτε είμαι ένας νεκρός, ο,τιδήποτε και άν είμαι, αυτό που έχει σημασία είναι να παρίσταμαι ενώπιόν του. 

Επομένως, ασκητικότητα, πάλεσμα ασκητικό, σημαίνει να κάθομαι ενώπιον του Θεού... Να μη ζητάω εγώ να δώ τον Θεό, αλλά να με βλέπει ο Θεός.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ

Η κουβέντα που θα πούμε για τον άλλο είναι χειρότερη



Μέσα μας άς έχουμε πάθη, άς έχουμε όχι μια λεγεώνα, αλλά λεγεώνες δαιμόνων που να μας ρίχνουν κάτω και να αφρίζουμε. Δεν πειράζει.

Η κουβέντα που θα πούμε για τον άλλο είναι χειρότερη. Τα δαιμόνια τα βγάζει ο Χριστός αμέσως και τα πετάει στον γκρεμό, στη θάλασσα... Τον λόγο που θα πούμε, δεν μπορεί να τον διορθώσει. Ο λόγος γίνεται πουλάκι και πάει όπου θέλει. Σκορπάει την αμαρτία σου και την αποκαλύπτει σε όλους τους αγίους και σε όλους τους αγγέλους, και θα την βρείς εκεί επάνω στον ουρανό. 

Μπορεί να συγχωρεθείς γι' αυτό που έκανες, αλλά ο λόγος σου δεν μαζεύεται, ανεβαίνει επάνω. Τον εαυτό σου βρίσε τον, μούντζωσέ τον, ό,τι θέλεις κάνε τον, όχι όμως τον άλλο. Αφού δεν έχεις το δικαίωμα να σχίζεις έναν ξένο χιτώνα, πόσο μάλλον δεν έχεις το δικαίωμα να σχίζεις το σώμα του Χριστού. Και ο άλλος είναι μέλος Χριστού.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Τα δάκρυα της χαράς και η χαρά των δακρύων



Ο άνθρωπος ζη κάθε ημέρα μέσα σε ένα τρελό μεθύσι, σε μάι ευφροσύνη, σε μία ικανοποίηση, σε μία «ευτυχία» και «ανάπαυσι», σε μία ευαρέσκεια και αυτάρκεια. Κάθε ημέρα αναπαύεται σε ένα στρώμα το οποίο προέρχεται από τις ποικίλες αμαρτίες του, στην πραγματικότητα όμως πίνει και τρώει τον ευατό του, ζυμώνει το είναι του με τον εαυτό του. 

Διότι, ποιος θα μπορούσε να επιζήσει και στον μεγαλύτερο πόνο, αν δεν είχε κάποια χαρά; Έχω την χαρά της γυναικός μου, την χαρά της ελπίδος, της αναγνωρίσεώς μου, του χρήματός μου, ποικίλες χαρές. Κάθε φορά βρίσκω και κάτι. Μπορεί να διαβάσω ένα περιοδικό και να με απορροφήση πέντε ώρες. Αυτή η απορρόφησις είναι μία μέθη άνευ οίνου. Γνωρίζομε όμως ότι δεν είναι δυνατόν ο πιστός να έχει αληθινή ευφροσύνη χωρίς δάκρυα και αληθινή χαρά χωρίς λύπη. Δεν είναι δυνατόν επίσης να υπάρχει κατα Θεόν λύπη, δηλαδή μετάνοια αληθινή, άνευ της χαρμονής, άνευ της χαράς του Χριστού, άνευ της παρουσίας Του. Η λύπη είναι κατά Θεόν όταν είναι χαρμολύπη, και η χαρά είναι αληθινή, όταν βγαίνει από τα δάκρυα της μετανοίας. 

Είναι λοιπόν δυνατόν ο άνθρωπος να χαίρεται, να έχει χίλιες δύο ικανοποιήσεις, επιθυμίες ή ενέργειες, να είναι ή να φαίνεται χαρούμενος, αλλά η χαρά του να είναι ψευδής, αν δεν υπάρχει ο οίνος των δακρύων. Μόνον τα δάκρυα δίνουν την αληθινή μέθη. Αλλά και όσα δάκρυα δεν χαρίζουν την μέθη, την χαρά, την ευτυχία, είναι ψευδή, εγωπαθή, μειονεκτικά, αρρωστημένα, δαιμονιώδη, δεν είναι πνευματικά. 
Τα δάκρυα δεν έχουν αυτά καθ’ εαυτά σημασία. Η σημασία τους έγκειται στην μέθη την οποία προκαλούν, η δε μέθη ελέγχεται για το γνήσιό της από το αν προέρχεται από τον αληθινό οίνο.
Γι’ αυτό ο αββάς Ησαΐας λέγει, έως πότε θα έχω χαρές χωρίς δάκρυ μετανοίας; Και έως πότε τα μάτια μου θα βγάζουν δάκρυα, χωρίς να έχω μεθύσι, χωρίς να είμαι χαρούμενος; 

Πόσες φορές εμείς μετανοούμε και δεν έχουμε χαρά! Είναι βέβαιο τότε ότι θα ξαναπέσουμε. Πόσες φορές εξομολογούμεθα και δεν πυρπολείται και δεν μεθάει η καρδιά μας! Προφανώς, είναι ψεύτικος αυτός ο οίνος. Πόσες φορές πιστεύουμε ότι βρήκαμε την αλήθεια ή την χαρά, αλλά δεν έχουμε τον οίνο, το δάκρυ το πνευματικό! Έως πότε λοιπόν θα είναι ψεύτικη η χαρά μου, η λύπη μου, ψεύτικες οι μετάνοιές μου, όλες οι προσφορές μου και οι θυσίες μου για τον Θεό; Εώς πότε θα αμελώ και θα ζω αυτή την ψευδότητα; 

Έχω μεθύσι, αλλά δεν έχω οίνο, δεν έχω δάκρυ, διότι η σκληρότητα της καρδιάς μου, που επαχύνθη, που ελιπάνθη, εξήρανε τους οφθαλμούς μου. Από την καρδιά βγαίνουν όλα. Όταν είναι σκληρή η καρδιά, τί να βγάλουν τα μάτια;
Είναι η περιπέτεια της ζωής μας, λόγω των ποικίλων φροντίδων και ενδιαφερόντων μας. Κάθε φορά δηλαδή κάτι μας απασχολεί, κάτι γυαλίζει στα μάτια μας ως επιθυμία. Σήμερα με απασχολεί να πετύχω αυτό, αύριο να διαμορφώσω το μοναστήρι μου κατά τον καλύτερο τρόπο. Κάθε φορά κάτι σαν σαράκι τρώει και σκληραίνει την ρίζα της καρδιάς μου και εν συνεχεία της κεφαλής μου και με αχρηστεύει. 

Ο περισπασμός της διανοίας και της καρδιάς είναι η οριστική αχρήστευσις του ανθρώπου. Η φροντίδα, όπως λέγει και η Αγία Γραφή, οδηγεί σε αδιέξοδα. Επιθυμώ και δεν έχω. Επιθυμώντας και μη έχοντας, ή επιδιώκω περισσότερο την πραγματοποίηση τους, ή αναζητώ άλλους ορίζοντες, για να μπορώ να έχω δικό μου μεθύσι, δική μου χαρά. Έτσι, περιπίπτω σε έναν περισπασμό της καρδιάς, ζω από εδώ και από εκεί, ζω παντού, δεν ζω όμως την δική μου ύπαρξη. Το αποτέλεσμα αυτών των ποικίλων απασχολήσεων και περισπασμών είναι να ξεχνάω τα πάντα. Ξεχνάω ότι δεν έχω οίνο, ξεχνάω την λήθη που γεννιέται μέσα μου.
Τί σημαίνει λήθη; Έχω, λόγου χάριν, λήθη του τάδε προσώπου, σημαίνει ότι το πρόσωπο αυτό είναι ανύπαρκτο για μένα. Επομένως όταν ο αββάς Ησαΐας λέγει «ο περισπασμός της καρδιάς μου εποίησέ μοι λήθην» σημαίνει ότι το αποτέλεσμα της λήθης είναι μέσα μου, εγώ είμαι ο τόπος της απουσίας του Θεού. Οι φροντίδες μου και οι επιθυμίες μου με τα οποία ζω, μου απομακρύνουν τον Θεόν· γίνομαι ως άθεος εν τω κόσμο. 

«Έως την ώρα του σκότους». Επειδή έχω μεθύσια, ζω νομίζοντας ότι έχω Θεόν, μέχρι την ώρα που θα γλιστρήσω μέσα στο σκοτάδι. Πλησιάζει η τελευταία στιγμή της ζωής μου, κατά την οποία «ουκ έστιν ο μνημονεύων σου», και ακόμη δεν ανεκάλυψα ότι ζω χωρίς Θεόν.
Αυτό είναι το αποτέλεσμα της χαράς χωρίς δάκρυ και των δακρύων χωρίς χαρά. 

Από το βιβλίο: ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ
αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου 
εκδ.:ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Αν σηκώσουμε το Σταυρό μας....



Σε όλους μας ο Θεός δίνει έναν σταυρό, που είναι οι διάφορες σωματικές, ψυχικές και πνευματικές ασθένειες.

Σωματικές ασθένειες είναι οι ποικίλες αρρώστιες του σώματος, για τις οποίες δεν φταίμε εμείς, αλλά αφείλονται σε λόγους οργανικούς. Ψυχικές ασθένειες είναι η φυσική νωθρότης του οργανισμού, αργόνοια, η μελαγχολία, η αδυναμία συγκεντρώσεως του νού.

Πνευματικές δε αρρώστιες είναι ο εγωισμό, ο φανατισμός, η υπερβολική τάσις για κάτι... Απο τις τρείς αυτές κατηγορίες φοβερώτερες είναι οι πνευματικές ασθένειες, γιατί είναι βαθύτερες. Εάν θέλωμε να μας φύγη αυτός ο σταυρός των ασθενειών, δεν θα το καταφέρωμε, μόνο θα χάσουμε τα χρόνια μας. Εάν όμως τον σηκώσουμε, θα προχωράμε στον αγώνα μας, και όλη μας η ζωή θα γίνη μια γεφυρούλα που θα μας περάσει στον ουρανο.

ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΟΔΟΣ
Αρχιμ. Αιμιλανού Σιμωνοπετρίτου

http://perivolipanagias.blogspot.gr/

Την στενοχώρια, γεννούν στην ψυχή οι αναθυμιάσεις του εγώ...




Ο πόνος, η αγωνία, η ψυχική τραγωδία ,η στενοχώρια είναι αποτέλεσμα της πτώσεως του ανθρώπου, η οποία οφείλεται στον εγωισμό του. Την στενοχώρια ,γεννούν στην ψυχή οι αναθυμιάσεις του εγώ , ενώ η φυσιολογική της κατάσταση είναι η χαρά, διότι ο Θεός είναι χαρά, είναι ειρήνη, και η ψυχή είναι εμφύσημα του Θεού, δημιουργήθηκε από Αυτόν και οδεύει προς Αυτόν. Επομένως, μέσα στην ανθρώπινη ζωή, η στενοχώρια είναι ξένη και αδικαιολόγητη.

Και όμως σήμερα δεν βρίσκεις άνθρωπο χαρούμενο, που σημαίνει πως δεν βρίσκει κανείς άνθρωπο ισορροπημένο, ήρεμο, φυσιολογικό. Η στενοχώρια είναι αρρώστια τρομερή που μαστίζει την οικουμένη, η μεγαλυτέρα ίσως βάσανος της ανθρωπότητος, το μεγαλύτερό της δράμα. Δεν είναι απλώς τα προοίμια της κολάσεως αλλά η βίωσις της κολάσεως από της παρούσης ζωής.

Έλλειψις χαράς σημαίνει έλλειψις Θεού, ενώ η χαρά απόδειξις της παρουσίας αυτού. Εάν κανείς είναι κοσμικός άνθρωπος και τέρπεται επί τοις επικήροις, χαίρεται για τις ηδονές, για τα παροδικά και μάταια, αυτός ίσως έχει κάποια ηδονή, κάποια ευχαρίστηση, αλλά στην πραγματικότητα, αν προσέξει κανείς, θα δει ότι υπάρχει θλίψις και στενοχώρια στην ζωή του, όπως λέγει η Αγία Γραφή:

"θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζομένου το κακόν".Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει χαρά εκεί όπου υπάρχει παράβασις της εντολής του Θεού, όπως είναι αδύνατον να υπάρχει στενοχώρια με την εφαρμογή του νόμου του Θεού.
Χαρά, Λύπης Όλεθρος. Λύπη είναι ένα ξίφος που έρχεται αιφνιδίως και χτυπάει το σώμα, ιδιαίτερα όμως την ψυχή του ανθρώπου. Και μάλιστα κάτι που εξέρχεται από την κακία των ανθρώπων, από την αμαρτία, από την δυσωδία, από την αντίθεση των άλλων. Η λέξη λύπη είναι συγγενής προς την λέξη λύμη, η οποία σημαίνει πληγή, κάτι που στάζει πύον. Επομένως, λύπη είναι η κατάσταση της ψυχής, η οποία στάζει πύον. Κυρίως προέρχεται από βέλη τα οποία εξακοντίζονται από την κακία των ανθρώπων ή και από τις κακίες της δικής μας ψυχής. Η λύπη εδώ δεν είναι αυτό που λέμε, είμαι λυπημένος. Όταν λέμε, είμαι λυπημένος, κατά κανόνα εννοούμε, ζω τις αναθυμιάσεις της δικής μου αμαρτίας, της δικής μου εγωπάθειας, της δικής μου απομονώσεως από τον Θεό. Όταν οι πατέρες ομιλούν για την λύπη, εννοούν κάτι διαφορετικό.

Η χαρά λοιπόν είναι λύπης όλεθρος. Επομένως όταν μας χτυπήσουν τα βέλη αμαρτίας, των πονηρών παθών, των εμπαθών λογισμών, τα βέλη των κακών ανθρώπων ή οποιαδήποτε άλλα, όταν φαίνεται η δυσωδία του προτέρου μας βίου, όταν η αποτυχία της ζωής μας έλθει να μας χτυπήσει, τότε η χαρά είναι όλεθρος της λύπης. Η χαρά είναι σαν μια ασπίδα που χτυπούν τα βέλη και φεύγουν και δεν παθαίνεις τίποτε. Όλοι εκείνοι και όλα εκείνα που έρχονται να θλίψουν την δική μας ψυχή καταστρέφονται, απόλλυνται.
Η τροφή των εν Χριστώ ασκουμένων είναι η χαρά. Η χαρά τρέφει την ψυχή, το πνεύμα, τον νου, ώστε να μπορούν να ανεβαίνουν και να δίδωνται εις τον Θεόν. Καμία άσκησις, καμία εγκράτεια, κανείς πόθος, καμία αγάπη δεν μπορεί να φτάσει εις το τέρμα εάν δεν τρέφεται. Σκεφτείτε κάποιον που θέλει να είναι καλός αθλητής και δεν τρώει. Απλούστατα θα πέσει εις τον δρόμο. Έτσι ακριβώς παθαίνει και κάποιος πνευματικός ασκητής αν δεν έχει χαρά.

Γέροντα Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου

Ο Θεός «παίζει»μαζί μας



Είχαμε έναν μοναχό στο Μοναστήρι μας. Όταν επρόκειτο να πάω σε ένα Μετόχι μας έξω από το Άγιον Όρος, μου λέει:
-Γέροντα, δώσε μου την ευλογία σου να παραδώδω το πνεύμα μου στον Θεό, να πηδήξω και να πάω εκεί πάνω. Χόρτασα όλα αυτά τα χρόνια μέσα στο μοναστήρι. Δώσε μου την ευλογία σου, να πετάξω στον ουρανό.
-Εγώ φεύγω, του απαντώ.
-Γέροντα, έχω μια τελευταία επιθυμία, να φάω μία πίττα που αγαπώ και να φύγω, μου λέει πάλι.
Κοιτάξτε με πόση απλότητα και χαρά αντιμετωπίζουν οι μοναχοί τον θάνατο, τον πόνο, τις δυσκολίες. Ανάσταση είναι, όταν φεύγει ο άνθρωπος. Έφυγα, πήγα έξω, του έστειλα με το καράβι την πίττα, του την ετοίμασε ένας μοναχός, συγκέντρωσε όλη την αδελφότητα, τους μίλησε πολύ ωραία και στο τέλος τους λέει: 
Ἠλθε, αδελφοί μου, η ευλογία του Γέροντα. Θα την φάω και θα φύγω. Την έφαγε, ευφράνθηκε, κάθισε επάνω σε μια πολυθρόνα που είχε, και είπε: 
Φεύγω, Χριστέ μου, και έρχομαι επάνω αναπαυμένος. Και πραγματικά, σε δυο μέρες έγινε αυτό το θαύμα, ανέβηκε στον ουρανό.
Μας αξιώνει ο Θεός να τον βλέπομε σε όλα αυτά τα μυστήρια παίζοντας μαζί μας. Πώς μας παίρνει με το καλό, για να νοιώσουμε την αγάπη του!Έτσι, όπως ο πατέρας προσπαθεί με κάθε τρόπο να δείξει στο παιδί του την αγάπη του.

Γέροντας Αιμιλιανός

Όταν η χριστιανική ζωή γίνεται δύσκολη

.


Όταν, αγαπητέ μου,
η χριστιανική σου ζωή αρχίζει να γίνεται δύσκολη και να σου φαίνεται ασήκωτος σταυρός, εκεί…στάσου ακλόνητος, γίνε μάρτυρας. Πες στον εαυτό σου «στώμεν καλώς»∙ στάσου ακλόνητος. Πες, όπως ο προφήτης, «ιδού εγώ, Κύριε, στέκομαι εδώ να εκτελέσω το θέλημά σου»∙ ή όπως η Παναγία, «ιδού η δούλη Κυρίου∙ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».
Εάν επιμείνεις, μετά από την καταιγίδα θα έρθει η γαλήνη, θα ξαναγίνει γιορτινή η ζωή σου. Θα έχεις τώρα επιπλέον και την πείρα του πνευματικού αγώνος, θα έχεις εμπειρία. Μετά από την δοκιμασία αυτή, μετά από το σήκωμα του σταυρού σου, θα ανάψουν πια μέσα σου οι φλόγες του θείου έρωτος∙ θα αποκτήσεις την ωραιότερη, την δυνατότερη, την αγνότερη, την αγγελικότερη αγάπη, την αγάπη του Θεού.

Αρχιμανδρίτη Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη


Όταν, αγαπητέ μου...

… η Χριστιανική σου ζωή αρχίζει να γίνεται δύσκολη και να σου φαίνεται ασήκωτος σταυρός, εκεί στάσου ακλόνητος, γίνε μάρτυρας. Πες στον εαυτό σου ''στώμεν καλώς''∙ στάσου ακλόνητος. Πες, όπως ο Προφήτης, ''ιδού εγώ, Κύριε, στέκομαι εδώ να εκτελέσω το θέλημά Σου''∙ ή όπως η Παναγία, ''ιδού η δούλη Κυρίου∙ γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου''. Εάν επιμείνεις, μετά από την καταιγίδα θα έρθει η γαλήνη, θα ξαναγίνει γιορτινή η ζωή σου. Θα έχεις τώρα επιπλέον και την πείρα του πνευματικού αγώνος, θα έχεις εμπειρία. Μετά από την δοκιμασία αυτή, μετά από το σήκωμα του σταυρού σου, θα ανάψουν πια μέσα σου οι φλόγες του Θείου έρωτος∙ θα αποκτήσεις την ωραιότερη, την δυνατότερη, την αγνότερη, την αγγελικότερη αγάπη, την αγάπη του Θεού.

Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης


Ο ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗΝ ΚΤΗΣΑΜΕΝΟΣ



Πρὸ παντὸς χρῄζομεν τῆς ταπεινοφροσύνης, ἐν παντὶ ἕτοιμοι ὄντες ἐν οἱωδήποτε λόγῳ, οὗ ἀκούομεν, ἢ ἔργῳ, λέγειν συγχώρησον· διὰ γὰρ τῆς ταπεινοφροσύνης πάντα τοῦ ἀντικειμένου διαφθείρεται.
Ἡ ταπεινοφροσύνη συνίσταται στὴν κατάφασι τῶν λόγων καὶ τῶν ἔργων τοῦ ἄλλου. Ποτὲ δὲν λέμε ὄχι· συγχώρησον, σημαίνει ναί. Ὅλες οἱ πλεκτάνες, ποὺ στήνει ὁ σατανᾶς γιὰ νὰ μᾶς συντρίψη, ἀχρηστεύονται, ἐκπίπτουν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς δὲν ἀρνηθοῦμε, ἀλλὰ κάνωμε ὅ,τι μᾶς πῆ ὁ ἄλλος. Ὅ,τι ποῦν ἢ ὅ,τι κάνουν οἱ ἄλλοι εἶναι γιὰ μᾶς τέλειο.
Ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ ὕπαρξις ἐντός μας ταπεινοῦ φρονήματος, τὸ ὅτι δὲν λογαριάζομε καθόλου τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ τὸν θεωροῦμε ὡς οὐδέν. Ἀποτέλεσμα αὐτοῦ εἶναι νὰ μὴν ἐνδιαφερώμαστε γιὰ τὸ τί θὰ πῆ ὁ ἄλλος ἢ πῶς θὰ σκεφθῆ γιὰ μᾶς. Ἀντίθετα πάντοτε καταφάσκομε τοὺς λόγους του.
Ἐὰν ὅλες οἱ ἐνέδρες τοῦ διαβόλου ἀχρηστεύωνται ὅταν ζοῦμε καὶ σκεπτώμαστε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, καταλαβαίνετε ὅτι μία ἀντίθετη πρᾶξις μας εἶναι ἑτοιμασία παγίδων τοῦ διαβόλου. Κάθε συζήτησις γιὰ κάτι ποὺ ἔκανε ἢ εἶπε ὁ ἄλλος, εἶναι πρόσκλησις τοῦ πονηροῦ γιὰ νὰ μᾶς βάλη σὲ πειρασμούς. Ὅποιος κουβεντιάζει καὶ διαφωνεῖ καὶ συνεχίζει τὴν συζήτησι, νὰ καταλάβετε ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος χωρὶς καμία ἐξαίρεσι, χωρὶς κανέναν λόγο ποὺ νὰ ἐπιτρέπη τὸ ἀντίθετο, ἑτοιμάζει πό-λεμο ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του. Βεβαίως ὁ πονηρὸς καὶ ἡ πονηρὴ διάθεσις τοῦ ἀνθρώπου ἐφευρίσκουν αἴτια καὶ ἀφορμὲς γιὰ νὰ ἀντιλέγωμε, νὰ ἀντικρούωμε καὶ νὰ συνεχίζωμε τὴν συζήτησι γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅλα αὐτὰ ὅμως δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μεγαλύτερο μπέρδεμα καὶ στήσιμο παγίδων ἀπὸ τὸν διάβολο, γιὰ νὰ μᾶς ἐγκλωβίση.
Μὴ μέτρει σεαυτὸν ἐν παντὶ ἔργῳ σου, ἵνα γίνῃς ἀτάραχος ἐν τοῖς λογισμοῖς σου.
Μὴν κάθεσαι νὰ κρίνης τὸν ἑαυτό σου γιὰ κάτι ποὺ ἔχεις κάνει - καλό, κακό, ἀρετή, ἁμαρτία -, ἢ νὰ τὸν συγκρίνης μὲ τοὺς ἄλλους.
Πόσες φορὲς τὸ ἀντιμετωπίζομε αὐτό! Ἂς ἐπιλανθανώμεθα τῶν ὄπισθεν καὶ ἂς μὴ μᾶς ἐνδιαφέρη τὸ τι κάναμε. Διότι, ἐξετάζοντας τί κάναμε, ἀνακαλύπτομε ὅτι κάναμε κάτι σπουδαῖο ἢ κάτι κακό, κάτι μεγαλύτερο καὶ ὡραιότερο καὶ ἐπιτυχέστερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κάνει ὁ ἄλλος, ἢ κάτι μικρότερο. Εἴτε καθ’ ἑαυτὸ τὸ κρίνομε εἴτε ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἄλλον, θὰ περιπέσωμε σὲ μία ἀπὸ τὶς δύο παγίδες: ἢ στὴν ὑπερηφάνεια, ἂν θὰ εἶναι καλὸ ἢ καλύτερο, ἢ στὴν ἀπογοήτευσι, στὴν κακομοιριά, στὴν κατάπτωσι τῆς ὑπάρξεώς μας, ἂν δὲν εἶναι καλό. Διότι, ὅσο καὶ ἂν νομίζωμε ὅτι εἴμαστε ὥριμοι, ὅσο καὶ ἂν πιστεύωμε ὅτι ἔχομε δύναμι, μέσα μας φέρομε τὴν ἀδυναμία τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, τὸ εὔθραυστο ἐγώ, ποὺ μᾶς κληροδότησαν οἱ προπάτορές μας. Γιὰ νὰ μένης λοιπὸν ἀτάραχος στοὺς λογισμούς σου, ποτὲ μὴν κάθεσαι νὰ λογαριάσης τί ἔκανες. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ κάθε τι ποὺ μᾶς συμβαίνει.
Πῶς ὅμως θὰ ἐξομολογηθῶ, ἐὰν δὲν κρίνω; 
Στὴν ἐξομολόγησι δὲν κάνω ἀνάλυσι τῶν ἔργων μου, ἀλλὰ ἀναφορὰ τῶν ἁμαρτημάτων μου. Αὐτὸ εἶναι διαφορετικό, διότι δὲν ἀξιολογῶ τὰ ἔργα μου, ἁπλῶς τὰ ἀναφέρω. Δὲν κάθομαι προηγουμένως νὰ σκεφθῶ τί ἔκανα καὶ τι δὲν ἔκανα, διότι αὐτὸ δημιουργεῖ πνιγηρὴ ἀτμόσφαιρα στὴν ψυχή μου.
Ἐὰν διαπιστώσωμε ὅτι πᾶμε καλύτερα, καταλαβαίνετε σὲ τί βαθμὸ ἐγωισμοῦ μποροῦμε νὰ πέσωμε. Τὸ μὴ μέτρει σεαυτὸν ἐν παντὶ ἔργῳ σου εἶναι πραγματικὴ σοφία. Οἱ περισσότεροι, ὅταν πέφτωμε, πέφτομε καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, ἢ τὸν χρησιμοποιοῦμε γιὰ νὰ δικαιολογοῦμε τὰ πάθη μας. Ἁμάρτησα, λόγου χάριν, μιὰ φορὰ καὶ μετὰ λέγω: 
Τί ὠφελεῖ τώρα νὰ μετανοήσω; Τί κακομοιριά! Πόσο καταρρακώνεται ἔτσι τὸ εἶναι μας! […]
Ὁ δὲ τὴν ταπεινοφροσύνην κτησάμενος , ἀποκαλύπτει αὐτῷ ὁ Θεὸς τὰς ἁμαρτίας αὐτοῦεἰς τὸ ἐπιγνῶναι αὐτάς· εἰ δὲ καὶ συνδράμῃ τούτῳ τὸ πένθος καὶ παραμείνῃ αὐτῷ τὰἀμφότερα, ἐκβάλλουσιν ἀπὸ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ τὰ ἑπτὰ δαιμόνια, καὶ τρέφουσι τὴν ψυχὴνἐκ τῆς ἰδίας τιμῆς καὶ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ἀρετῶν.
Ὡραιότατος λόγος, μεστὸς νοημάτων. Ἀφοῦ παρουσίασε τὴν κόλασι τοῦ ξεπεσμένου μοναχοῦ, ἐξ αἰτίας τῆς ἐμπαθείας καὶ τῆς βδελυρότητος τῆς ψεύτικης ζωῆς, ἐκθέτει τώρα τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος βγαίνει ἀπὸ τὴν ἄβυσσο τῆς κολάσεως καὶ φθάνει στὸν οὐρανό. Ὁ τὴν ταπεινοφροσύνην κτησάμενος εἶναι αὐτὸς ποὺ ξέρει ὅτι εἶναι γυμνός, ὅτι δὲν ἔχει τίποτε καὶ δὲν ἔκανε τίποτε. Ὁ ταπεινὸς ὄχι μόνον δὲν πιστεύει ὅτι εἶναι κάτι, ἀλλὰ καὶ θεωρεῖ ἀνάξιο τὸν ἑαυτό του νὰ θέλη κάτι. Δὲν ἔχει κανένα θέλημα, καμία ἐπιθυμία, καμία προσδοκία· πιστεύει στὸν Θεόν, ἀλλὰ καὶ δὲν ζητάει Θεόν· πιστεύει στὸν παράδεισο, ἀλλὰ δὲν ζητάει παράδεισο, γιατὶ νοιώθει ὅτι εἶναι μόνον γιὰ τὴν κόλασι· πιστεύει στὴν ἀπάθεια, ἀλλὰ νομίζει ὅτι εἶναι τόσο ἐμπαθής, ὥστε ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα θὰ τὸν πνίξουν οἱ δαίμονες. Σὲ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο ἀποκαλύπτει ὁ Θεὸς τὰς ἁμαρτίας αὐτοῦ εἰς τὸ ἐπιγνῶναι αὐτάς.
Ὅποιος ὅμως νομίζει ὅτι ἔχει πίστι, ἐλπίδα, δικαιοσύνη, οὐδέποτε ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός. Καὶ ἂν ἀκόμη πάη χίλιες φορὲς νὰ ἐξομολογηθῆ, ποτὲ δὲν θὰ πάη ὡς ἁμαρτωλός. Μπορεῖ νὰ βγάζη δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια του, νὰ λέγη «ἡμάρτηκα τῷ Κυρίῳ» (Β΄ Βασ. 12, 13), ἀλλὰ οὐδέποτε συνειδητοποιεῖ τὴν πραγματικὴ ἁμαρτία του, ἡ ὁποία εἶναι πέραν τῶν ὅσων λέγει. Τὰ λόγια του ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν κενοδοξία του.
Τὰ λέγει καὶ κλαίει, διότι πιστεύει ὅτι ἔτσι πλησιάζει πιὸ πολὺ τὸν Θεόν. Ἀντίθετα ὅποιος εἶναι ταπεινός, ὅποιος δὲν μπορεῖ νὰ πιστέψη ὅτι κάποτε εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν εἶναι ἁμαρτωλός, αὐτὸς λαμβάνει ἀπὸ τὸν Θεὸν τὸ χάρισμα τῆς ἐπιγνώσεως τῶν ἁμαρτιῶν του. Ἡ μετάνοια λοιπόν, ἡ ἀρχὴ τῆς σωτηρίας, εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν μπορῶ ἐγὼ νὰ μετανοήσω. Μόνον ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μοῦ πῆ τί εἶναι ἡ ἁμαρτία, τί εἶναι ἡ μετάνοια καὶ νὰ μοῦ δώση τὴν μετάνοια. Πότε;
Ὅταν ἐγὼ εἶμαι ταπεινόφρων, ὅταν δὲν ζητῶ τίποτε, παρὰ μόνον χτυπιέμαι στὸν καθημερινό μου ἀγώνα γιὰ τὸν Θεόν.


ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΟΥ ΑΡΧΙΜ., 
ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ, εκδ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ.

"Πάντα να λες, καλώς ήλθες αρρώστια, καλώς ήλθες αποτυχία, καλώς ήλθες μαρτύριο."



Τα απρόοπτα είναι αντίθετα προς το θέλημα και την επιθυμία μας, γι' αυτό και μας φαίνονται απρόοπτα, στην ουσία όμως δεν είναι.

Διότι άνθρωπος που αγαπά τον Θεόν προσδοκά τα πάντα και λέγει πάντοτε «γενηθήτω το θέλημά σου». Θα έρθη βροχή, λαίλαπα, χαλάζι, κεραυνός;

«Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον».
Επειδή αυτά κοστίζουν στην σαρκικότητά μας, γι' αυτό εμείς τα βλέπομε ως απρόοπτα. Για να μην ταράσσεσαι λοιπόν κάθε φορά και στεναχωριέσαι, για να μην αγωνιάς και προβληματίζεσαι, να τα περιμένης όλα, να μπορής να υπομένης ότι έρχεται
Πάντα να λες, καλώς ήλθες αρρώστια, καλώς ήλθες αποτυχία, καλώς ήλθες μαρτύριο. Αυτό φέρνει την πραότητα, άνευ της οποίας δεν μπορεί να υπάρχη καμία πνευματική ζωή.

Π. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ

http://4synodoiporoi.blogspot.gr

"Η νήψη κατά τη διάρκεια της νύχτας"



Εάν υποθέσωμε ότι γνωρίσαμε όλα τα προηγούμενα, αλλά δεν τα εφαρμόσαμε στη ζωή μας, τώρα τι μπορούμε να κάνουμε; Την απάντηση μας την δίνει ο άγιος Ησύχιος με το μικρό αλλά περιεκτικώτατο σε νόημα κεφάλαιο που ακολουθεί, χρησιμοποιώντας έναν ψαλμικό στίχο του Δαβίδ.

Άγιος Ησύχιος:
Ει επίστασαι και εδόθη σοι εις τας πρωίας παρεστάναι και εποπτεύεσθαι, αλλά και εποπτεύειν, οίδας ό λέγων. ει δε ου, νήφε και λάβης.

Μετάφραση:
Αν γνωρίζεις και σου δόθηκε η χάρη το πρωί να στέκεσαι εμπρός στο Θεό και να εξετάζεσαι, αλλά και να εξετάζεις τον εαυτό σου, εννοείς τι λέω για τη νήψη. Αν όχι, έχε νήψη και θα λάβεις την χάρη.

Ερμηνεία:
Εάν δεν έχεις αποκτήσει αυτή την υπέροχη και μοναδική κατάσταση, για την οποία αξίζει κανείς να πεθαίνει και να ζει, τότε εφάρμοσε αυτό που λέει ο Ψαλμωδός: Να σηκώνεσαι την νύχτα και να παρίστασαι ενώπιον του Θεού, για να σε βλέπει ο Θεός και να τον βλέπεις και συ. Η καλύτερη αναγνώρισις των ιχνών του Θεού, η ανακάλυψίς του, γίνεται την νύχτα. Εάν νήφεις έτσι, οπωσδήποτε θα λάβεις, και η εμπειρία σου αυτή θα σε συνοδεύει σε όλη την ζωή σου.

Μεγαλεία και θαύματα απορρέουν από την νήψη και την ευχή. Ο άνθρωπος γίνεται ξένος κόσμος, παράδεισος αληθινός. Χρειάζεται όμως μία προϋπόθεσις:η νυχτερινή ζωή. Χωρίς αυτή, είναι αδύνατον να έχεις κάποια γεύση, κάποια γλυκύτητα στην πνευματική σου ζωή, κάποια εμπειρία ή γνώση. Δεν θα παίρνεις τίποτε από τον Θεό, οπότε θα ζεις με εντελώς εξωτερικά πράγματα, με κάποιες δραστηριότητες, με κάποιες γνώμες.

Ει επίστασαι και εδόθη σοι. Εάν, λέγει ο άγιος, γνωρίζεις να παρίστασαι εις τας πρωίας ενώπιον του Θεού, και να σου δόθηκε το να σε δει - και εποπτεύεσθαι - ο Θεός, αλλά και να εποπτεύεις, να τον βλέπεις, τότε οίδας ο λέγω, καταλαβαίνεις αυτά που σου λέγω, τα χαίρεσαι, τα ζεις.

Όταν ο Φίλιππος γνώρισε τον Χριστόν, είπε στον Ναθαναήλ: "Έρχου και ίδε". Αλλά ο Ναθαναήλ του απήντησε: Πώς είναι δυνατόν να προέλθει από τη Ναζαρέτ προφήτης; Εν συνεχεία - λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης-, ο Ιησούς "είδε" τον Ναθαναήλ να έρχεται προς Αυτόν και είπε: "Ίδε αληθής Ισραηλίτης". Τότε ο Ναθαναήλ πληροφορήθηκε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, και ανεφώνησε: "Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού". Λόγω της απλότητος της καρδιάς του, αμέσως ανεγνώρισε το δεύτερο πρόσωπο της θεότητος, τον Υιόν του Θεού.

Το γεγονός αυτό έχει άμεση σχέση με το κείμενό μας, όπως και η συνάντηση εκείνου του μαθητού, ο οποίος είπε στον Χριστόν, Διδάσκαλε, θέλω να σε ακολουθήσω. Ο Χριστός του απήντησε τότε, "αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε Υιός του ανθρώπου ουκ έχει που την κεφαλήν κλίνη". Που να με βρεις, του λέγει, αφού δεν έχω κατάλλυμα; Μην ψάχνεις να με βρεις κάπου, όπου νομίζεις εσύ, αλλά κάπως. Βρες τον τρόπο που θα σε οδηγήσει σε μένα. Εδώ βρίσκεται το βαθύ πρόβλημα του ανθρώπου. Γι' αυτό λέγει ο άγιος, αν γνωρίζεις και αν σου δόθηκε το να παρίστασαι εις τον Θεόν.

Το νόημα του χωρίου είναι ότι η παρουσία του Θεού δεν είναι ορατή στην ζωή μας. Διότι μπορείς να βλέπεις τα ίχνη του λέοντος, της τίγρεως, του πανθηρος, αλλά δεν μπορείς να δεις τα ίχνη του Θεού. Μπορείς να παρακολουθήσεις ακόμη και τα ίχνη του πτηνού, τον Θεόν όμως πρέπει να τον βλέπεις πέρα από κάθε νοσσιά, πέρα από κάθε τόπο· χρειάζεται με κάτι άλλο να τον ζητήσεις, για να τον βρεις.

Ας θυμηθούμε και τους δύο μαθητές του Ιωάννου, που ακολούθησαν τον Ιησού. Όταν Εκείνος τους ρώτησε "τι ζητείτε", διότι έπρεπε να αποκτήσουν την γνώση, το ει επίστασαι, για το πρόσωπο του Χριστού, αυτοί απήντησαν: "Ραββί, που μένεις;". Και τότε πήγαν μαζί με τον Ιησού στο σπίτι του και ενεθυμούντο αργότερα ακόμη και την ώρα κατά την οποία έζησαν τα ωραιότερα βιώματα της ζωής τους. δεν ήταν όμως το σπίτι που τους χάρισε τα βιώματα, αλλά ο Χριστός τον οποίον εγνώρισαν.

Ει επίστασαι και εδόθη σοι. Η φράσις αυτή δημιουργεί φοβερή ένταση μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Είναι μία παρότρυνσις, ένα ευγενές παρακέλευσμα του αγίου προς τον άνθρωπο , σαν να του λέγει: Σου συνέβη καμιά φορά να σε δει ο Θεός; τον αντελήφθης; πέρασε μέσα από την καρδιά σου ο Χριστός και ρίγησες ολόκληρος; όχι από ενθουσιαστικό κίνημα, όχι από μία συγκίνηση, αλλά ένοιωσες πραγματικά την εποπτεία του Θεού, το βλέμμα του να καρφώνεται επάνω σου; Μια φορά εάν σου συνέβη αυτό, αρκεί. Παράλληλα όμως η φράσις αυτή είναι και μία επίπληξις: Μα, δεν γνωρίζεις τον Θεόν; δεν τον γεύθηκες; δεν τον έζησες; ζεις χωρίς αυτόν, σαν νεκρός; δεν δοκίμασες ακόμη να τον βρεις; Δεν προσπάθησες το πρωί να στέκεσαι εμπρός στο Θεό και να εξετάζεσαι αλλά και να εξετάζεις τον εαυτό σου; Εάν ναι, τότε καταλαβαίνεις αυτό που σου λέω.

Το ανωτέρω χωρίο είναι παρμένο από τον πέμπτο ψαλμό, "το πρωί εισακούση της φωνής μου, το πρωί παραστήσομαί σοι και επόψει με", που τον διαβάζουμε στην Πρώτη ώρα. Η εμπειρία που είχε ο ψαλμωδός εκατοντάδες χρόνια πριν από εμάς, ισχύει μέχρι σήμερα. Είναι η εμπειρία της Εκκλησίας, όλων των αγίων και ποτέ δεν ανακαλείται. Κανένας δεν μπορεί να βρει τον Θεό, αν την νύχτα δεν συναυλίζεται μαζί του, παραμένοντας άγρυπνος μέχρι το πρωί.

Αλλά ποιο είναι "το πρωί"; Είναι η τελευταία νυκτερινή βάρδια, μετά από την οποία αρχίζουν οι φυλακές της ημέρας. Είναι η ώρα της νυκτός, κατά την οποία εγειρόμεθα για την πρωινή ακολουθία. Είναι η ώρα της λατρείας. Αρχίζει, σύμφωνα με την ελληνική ώρα, στις 3, 4 ή 5 την νύκτα - αναλόγως αν είναι χειμώνας ή καλοκαίρι - και τελειώνει με το χάραμα του ήλιου. Με το βυζαντινό ωράριο αρχίζει πάντα στις 9 (03:00 π.μ.). Γι' αυτό από τις δώδεκα ευχές που διαβάζει ο ιερεύς κατά την διάρκεια του Εξάψαλμου, οι ένδεκα μιλούν για την νύκτα και για το πνευματικό φως, η δε τελευταία για την ανατολή του αισθητού και πνευματικού φωτός.

Μετά το θαύμα των πέντε άρτων, ο Χριστός επέβαλε στους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να περάσουν στο απέναντι μέρος, ενώ εκείνος "ανέβη εις το όρος κατ' ιδίαν προσεύξασθαι. Οψίας δε γενομένης μόνος ην εκεί". Η νυκτερινή ζωή του Χριστού άρχιζε από την οψία, που είναι το πρώτο τρίωρο της νυκτός. Όλες λοιπόν εκείνες τις ώρες της οψίας ο Κύριος προσευχόταν, ενώ οι μαθητές χαροπάλευαν, θαλασσοπνίγονταν. Πότε όμως πήγε να τους συναντήσει και να τους χαρίσει την φοβερή εκείνη εμπειρία, να φωνάξουν στην αρχή "φάντασμα", διότι δεν είχαν γνωρίσει ακόμη τον Χριστό με τα μάτια του Πνεύματος, και εν συνεχεία να καταλάβουν ότι είναι ο Υιός του Θεού; "Τετάρτη δε φυλακή της νυκτός απήλθε προς αυτους... λέγων: εγώ είμι"(Ματθ. 14, 22-27). Την τετάρτη φυλακή της νυκτός τους αποκαλύπτει τον εαυτό του, δηλαδή την πρωία, από τις 9 το πρωί μέχρι τις 12 περίπου, κατά την βυζαντινή ώρα (03:00-06:00 π.μ. δική μας).

Επίσης ο ευαγγελιστής Μάρκος στο πρώτο κεφάλαιό του λέγει για τον Κύριον: "Πρωί έννυχα λίαν αναστάς εξήλθε και απήλθεν εις έρημον τόπον κακεί προσηύχετο"(Μαρκ. 1, 35). Το "πρωί" ήταν οι βασικώτερες ώρες της κοινωνίας του Χριστού με τον Πατέρα του. ΟΙ ΙΔΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΑΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ "ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΒΟΩΝΤΩΝ ΕΝ ΝΥΚΤΙ", για να τους ακούει ο Θεός , και όχι γι' αυτούς που προσεύχονται την ημέρα. Γιατί; Διότι είναι άτονη η ημέρα, αν η νύκτα δεν είναι έντονη. Κατά την διάρκεια δε της πρωίας λαμβάνομε τους καρπούς από τον Θεόν, αγρυπνούντες και αγραυλούντες μέσα στην Εκκλησία. Όταν λοιπόν χάνουμε αυτές τις ώρες, χάνουμε τη ζωή μας. Τα όσα φρικτά και ανόητα ζούμε κάθε ημέρα, αυτό δείχνουν. Περνούν οι μέρες και οι νύκτες μας, και δεν κάνομε τίποτα. Ολόκληρη η ύπαρξίς μας αναλίσκεται, φθείρεται και εξαφανίζεται.

Και πότε γίνεται η σπορά; Το βράδυ, το οψέ. Όταν κανείς χάνει το οψέ, χάνει και την πρωία. Και προσέξτε πως ο πονηρός πετυχαίνει και χάνομε το οψέ. Τελειώνει το Απόδειπνο, που σημαίνει ότι ετοιμαζόμαστε για το οψε, και εμείς κουβεντιάζομε. Μας αρέσει ο περίπατος, μας αρέσουν τα αστεία, μας αρέσουν άλλες δραστηριότητες. Όποιος όμως αφιερώνει την ώρα αυτή σε κοσμικά πράγματα, σε ματαιότητες καθημερινές και φθηνές, πώς μπορεί πηγαίνοντας στο κελί του να αδολεσχήσει με τον Θεόν; Γι' αυτό, εάν ο μοναχός δεν πάει αμέσως μετά το Απόδειπνο στο κελί του, η φυσικότερη συνέπεια είναι να μην ζήσει το οψέ, την ώρα της σποράς.

Οι ώρες 12 με 3, με το Βυζαντινό ωράριο είναι χρήσιμες για μας. Κατόπιν μπορούμε να ξεκουρασθούμε. Μπορούμε επίσης να ξεκουρασθούμε και αποβραδίς, κατά την διάρκεια του οψέ, αλλά στις τρεις ή τέσσερις η ώρα, ή το πολύ πέντε το χειμώνα, να είμαστε ξύπνιοι. Άλλως δεν μπορούμε να ζήσωμε την πρωινή ακολουθία. Εγώ τουλάχιστον αυτό ξέρω από την εμπειρία μου. Ποτέ δεν χορταίνω και ποτέ δεν καταλαβαίνω ακολουθία - την ζω μόνο επιφανειακά, επιδερμικά -, εάν το οψέ μου είναι χαμένο.

Ας ξέρομε λοιπόν ότι η ώρα της λατρείας είναι η ώρα της συγκομιδής μας και ότι έχει μεγάλη σημασία ΤΟ ΠΩΣ ΘΑ ΔΙΑΤΑΞΟΜΕ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ ΜΑΣ.

Το να παρίσταμαι ενώπιον του Κυρίου άγρυπνος και προσκαρτερών, είναι η δική μου ενέργεια. Το "εποπτεύεσθαι" είναι η ενέργεια του Θεού.

Το "εποπτεύεσθαι" επομένως είναι, πρώτον, η εμπειρία του ανθρώπου ο οποίος ασχολείται με τα θεία και απευθύνεται στον Θεό με την πίστη, την βεβαιότητα και την επίγνωση ότι ο Θεός είναι μαζί του, και αισθάνεται την παρουσία Του. Διότι είναι ποτέ δυνατόν οι οφθαλμοί του Θεού να μη βλέπουν εμένα την ώρα που στέκομαι ενώπιόν του; Εάν όμως θέλω να τον δω εγώ, τότε χάνω αυτό που έχει ανάγκη η ψυχή μου. Δεύτερον, είναι έκφρασις ταπεινοφροσύνης το να λέγω, εγώ παρίσταμαι ενώπιόν σου, Θεέ μου, και σε δες με. Παρίσταμαι δηλαδή ενώπιόν του σαν σκουλήκι, νοιώθωντας εντελώς ανάξιος να τον δω. Ως ανάξιος, μου αρκεί να παρίσταμαι ενώπιόν του και να τον προσκυνώ αοράτως. Σημασία έχει για μένα το ότι με βλέπει Εκείνος. Αυτό με χαροποιεί, αυτό με γεμίζει και με μεθυει. Δεν με ενδιαφέρει το όραμα το δικό μου, το να τον βλεπω εγώ.

Αλλά τι είναι το όραμα του Θεού, το να με κοιτάζει ο Θεός, το εποπτεύεσθαι υπό του Θεού; Είναι η ακτινοβολία των οφθαλμών του, το φως του προσώπου του, ο φωτιμσός που διαλύει το σκότος. Άρα, εφ' όσον ξέρω ότι εποπτεύομαι από τον Θεόν και ότι η εποπτεία του είναι ληψις φωτός, το εποπτεύεσθαι είναι λήψις φωτός, λήψις θεότητος.

Όταν αντιληφθώ πόσο σημαντικό πράγμα είναι αυτό, τότε νοιώθω την ανάγκη να αναζητήσω την νοητή όραση και αίσθηση του Θεού, ώστε παριστάμενος ενώπιόν του να γίνω σιγά σιγά δεκτικό χωρίο της ακτινοβολίας του. Διότι, όταν με βλέπει ο Θεός, είναι αδύνατον η έκχυσις του φωτός του να μη μου γίνει αισθητή. χωρίς να τον βλέπω μπορώ να πω ότι τον βλέπω. Αλλά και αν ακόμη δεν έχω λάβει αυτήν την αίσθηση, και αν ακόμη δεν έχω εθισθεί στην πνευματική ενόραση, και αν ακόμη δεν έχει λεπτυνθεί το εν εμόί όργανο του πνεύματός μου, το μεθύσι που μου δημιουργεί ο Θεός είναι τέτοιο, ώστε λέγω: Ναι, τον βλέπω τον Θεόν.

Μη με ρωτάς λοιπόν λέγει ο άγιος αν μπορείς να πετύχεις και συ αυτά τα κατορθώματα. ΚΑΝΕ ΜΟΝΟΝ ΤΟΥΤΟ: ΝΑ ΣΗΚΩΝΕΣΑΙ ΤΗΝ ΝΥΚΤΑ, ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΟΠΤΕΥΕΣΑΙ, ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΒΛΕΠΕΙ Ο ΘΕΟΣ, ΝΑ ΣΤΕΚΕΣΑΙ ΔΗΛΑΔΗ ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΕΞΕΤΑΣΕΙ. ΜΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΘΑ ΕΠΙΤΥΧΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΟΠΤΕΥΕΙΝ. Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΙΣ ΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΕΠΟΠΤΕΙΑ, Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΣΟΥ ΕΝ ΤΩ ΦΩΤΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΠΡΟΣΕΞΕ ΟΜΩΣ, ΤΗΝ ΩΡΑ ΕΚΕΙΝΗ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΞΕΚΟΥΡΑΣΤΟΣ, ΑΝΕΤΟΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΕΣΑΙ, ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ. Πες αποβραδίς το καλησπέρα στον Θεό, ούτως ώστε να σου πει Εκείνος το καλημέρα με την ανατολή του φωτός, και ΝΑ ΤΟΝ ΔΕΙΣ. Ως ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ, Η ΝΥΚΤΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΣΟΥ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΩΝ, ΤΗΣ ΣΠΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΡΙΣΜΑΤΩΝ.

Εάν ζεις όπως σου είπα, λέγει ο άγιος Ησύχιος, καταλαβαίνεις τι σου λέγω. Εάν και εμείς νήφωμε με κόπο και ιδρώτα την νύκτα, τότε πραγματικά θα λάβωμε. Αλλά, εάν τυχόν δεν λάβωμε, αυτό σημαίνει ότι δεν μας κόστισε η νύκτα, ότι δεν θελήσαμε να παλέψωμε. δεν βρήκαμε το εύκολο κουμπάκι, με το οποίο ανάβει το φω, έρχεται ο Χριστός, οπότε τον βλέπει αμέσως. Βρες το και αμέσως θα λάβεις.

Σκορποχώρι να είναι η ζωή μας, όμως με την νήψη αποκαθίστανται τα πάντα. Κάνε λοιπόν εσύ την λειτουργία της αγρυπνίας σου και θα λάβεις οπωσδήποτε από τον Θεό την γνώση και την δόση. Θα γνωρίσεις και θα λάβεις. ΟΥΔΕΜΙΑ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΙ' ΑΥΤΟ. ΔΕΝ ΨΕΥΔΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ, ΟΥΤΕ ΟΙ ΑΓΙΟΙ. 

Αρχιμανδρίτου Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, 
"Λόγος Περί Νήψεως", εκδ. Ίνδικτος